Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών








Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, με απόφασή της στις 17 Δεκεμβρίου 1999, ανακήρυξε την 25η Νοεμβρίου ως Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών για να αναδείξει ένα σημαντικό πρόβλημα με παγκόσμια διάσταση. Η Ημέρα αυτή είχε καθιερωθεί ήδη από το 1981 από γυναικείες οργανώσεις, σε ανάμνηση της φρικτής δολοφονίας των τριών αδελφών Μιραμπάλ, πολιτικών αγωνιστριών από την Δομινικανή Δημοκρατία, με διαταγή του δικτάτορα Τρουχίλο.

Στατιστικά Στοιχεία για την Ελλάδα:

  • Η βία κατά των γυναικών είναι κυρίως υπόθεση ενδοοικογενειακή, καθώς το 68% των γυναικών που υπέστησαν κακοποίηση είναι έγγαμες.
  • Το 16% των γυναικών που απευθύνθηκαν στα Συμβουλευτικά Κέντρα είναι αλλοδαπές.
  • Από το σύνολο των αλλοδαπών γυναικών - θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, περίπου τέσσερις στις δέκα προέρχονται από τα Βαλκάνια.
  • Η αντίληψη ότι η κακοποιημένη γυναίκα είναι συνήθως χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και εισοδήματος, δεν επιβεβαιώνεται. 7 στις 10 γυναίκες - θύματα είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή και ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης. Το ίδιο ισχύει και για την οικονομική κατάσταση, καθώς 6 στις 10 γυναίκες που έχουν υποστεί κακοποίηση βρίσκονται σε μέτρια ή καλή οικονομική κατάσταση.
  • Περισσότεροι από τους μισούς δράστες είναι δευτεροβάθμιας ή ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ ένας στους δέκα εκ των δραστών είναι άνεργος.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/worldays/74#ixzz3sU1zteZd
















Επιχείρηση «Γοργοπόταμος» Κορυφαία αντιστασιακή πράξη κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Υπήρξε αποτέλεσμα της συνεργασίας των δύο μεγαλύτερων αντιστασιακών οργανώσεων, του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, υπό την υψηλή καθοδήγηση βρετανών κομάντος











Η κατεστραμμένη γέφυρα του Γοργοποτάμου



Κορυφαία αντιστασιακή πράξη κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Υπήρξε αποτέλεσμα της συνεργασίας των δύο μεγαλύτερων αντιστασιακών οργανώσεων, του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, υπό την υψηλή καθοδήγηση βρετανών κομάντος.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1942 μία ομάδα αποτελούμενη από δώδεκα κομάντος, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Έντι Μάιερς και τον ελληνομαθή ταγματάρχη Κρις Γουντχάουζ, έπεσε με αλεξίπτωτα στην περιοχή της Γκιώνας. Ανάμεσά τους ήταν ο Ελλαδίτης Θεμιστοκλής Μαρίνος κι ένας Κύπριος με το κωδικό όνομα «Γιάννης». Σκοπός τους, να έλθουν σε επαφή με έλληνες αντάρτες και να υλοποιήσουν την «Επιχείρηση Χάρλινγκ», που είχε σχεδιάσει το Συμμαχικό Στρατηγείο στο Κάιρο.
Το σχέδιο συνίστατο στην ανατίναξη μιας από τις τρεις γέφυρες Παπαδιάς, Ασωπού και Γοργοποτάμου (και οι τρεις βρίσκονται στον ορεινό όγκο του Μπράλλου), πάνω από τις οποίες διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης - Αθηνών. Ήταν η μοναδική αξιόπιστη δίοδος προς τα λιμάνια της Νότιας Ελλάδας και η αχρήστευσή της θα προκαλούσε τη διακοπή του ανεφοδιασμού της γερμανικής στρατιάς του Ρόμελ στη Βόρειο Αφρική. Βρισκόμαστε λίγο πριν από την Μάχη του Ελ Αλαμέιν, που θα έκρινε πολλά για την πορεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή αυτή.
Τις επόμενες μέρες ο Μάιερς με τον λοχαγό Χάμσον κατόπτευσαν και τις τρεις πιθανές για σαμποτάζ περιοχές και έκριναν ότι η γέφυρα του Γεργοποτάμου ήταν ο ευκολότερος στόχος. Έπρεπε, όμως, να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των αντάρτικων ομάδων για να έχει πιθανότητα επιτυχίας η επιχείρηση.
Στις 19 Νοεμβρίου ο Μάιερς έσπευσε προς συνάντηση του Ναπολέοντα Ζέρβα, ηγέτη του ΕΔΕΣ στο Μαυρολιθάρι Φωκίδας. Την επομένη αφίχθη και ο ηγέτης του ΕΛΑΣ, Άρης Βελουχιώτης. Όλοι συμφώνησαν ότι στόχος του σαμποτάζ θα ήταν η γέφυρα του Γοργοποτάμου, ενός παραποτάμου του Σπερχειού ποταμού. Τρεις μέρες αργότερα έγινε η κατόπτευση του χώρου από κοινή ομάδα ανταρτών και στις 22 Νοεμβρίου καταστρώθηκε το τελικό σχέδιο. Η επιχείρηση ορίστηκε για τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου.
Τα πρώτα αντίποινα: Οι κατοχικές δυνάμεις εκτελούν στο σημείο 9 έλληνες πατριώτες.
Η γέφυρα του Γοργοποτάμου φυλασσόταν από 100 ιταλούς και 5 γερμανούς στρατιώτες. Η φρουρά διέθετε βαριά πολυβόλα και οπλοπολυβόλα και η εξουδετέρωσή της απαιτούσε κεραυνοβόλα ενέργεια. Στην επιχείρηση αποφασίστηκε να λάβουν μέρος 150 άνδρες (86 του ΕΛΑΣ, 52 του ΕΔΕΣ και οι 12 κομάντος). Το σχέδιο προέβλεπε την εξουδετέρωση ή την παρενόχληση της φρουράς από τους αντάρτες, την ώρα που οι κομάντος θα τοποθετούσαν τα εκρηκτικά για την ανατίναξη της γέφυρας.

Στις 11:07 το βράδυ της 25ης Νοεμβρίου εκδηλώθηκε η επίθεση εναντίον της φρουράς και στα δύο άκρα της γέφυρας. Όλα κυλούσαν σύμφωνα με το σχέδιο και στη 1:30 το πρωί της 26ης Νοεμβρίου ανατινάχθηκε ένα τμήμα της γέφυρας για να ακολουθήσει στις 2:21 η ανατίναξη ενός δεύτερου, που την έβγαλε οριστικά εκτός λειτουργίας. Εν τω μεταξύ, ένα τρένο με ιταλούς στρατιώτες εμποδίστηκε από τους αντάρτες και δεν μπόρεσε να προσφέρει ενισχύσεις.
Στις 4:30 το πρωί και ο τελευταίος αντάρτης είχε αποχωρήσει από την περιοχή του σαμποτάζ και βρισκόταν στην τοποθεσία Καλύβια, όπου ήταν το σημείο συνάντησης. Από τους 150 άνδρες που έφεραν σε πέρας την «Επιχείρηση Χάρλινγκ» μόνο τέσσερις τραυματίστηκαν, ενώ η φρουρά της γέφυρας έχασε 20 με 30 στρατιώτες. Σε αντίποινα, λίγες μέρες αργότερα στον χώρο της κατεστραμμένης γέφυρας εκτελέστηκαν 9 έλληνες πατριώτες.
Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου ήταν μία από τις μεγαλύτερες πράξεις δολιοφθοράς κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Προκάλεσε τον θαυμασμό όλης της κατεχόμενης Ευρώπης και έδωσε κουράγιο στον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό. Όμως, οι επιπτώσεις της στο βορειοφρικανικό μέτωπο ήταν πολύ περιορισμένες, επειδή η εκτέλεση της επιχείρησης πραγματοποιήθηκε κατόπιν εορτής, έχοντας καθυστερήσει κατά δύο μήνες. Στο διάστημα αυτό οι δυνάμεις του Ρόμελ, έχοντας χάσει τη Μάχη του Ελ Αλαμέιν, μετατοπίστηκαν δυτικότερα κι έτσι ο ανεφοδιασμός τους μέσω Ελλάδος δεν έπαιζε κανένα ρόλο.
Χρόνια αργότερα κατά τον εορτασμό της επετείου στις 29 Νοεμβρίου 1964 σημειώθηκε ένα αιματηρό περιστατικό. Από την ανατίναξη μιας ξεχασμένης βόμβας σκοτώθηκαν 13 και τραυματίστηκαν 45 άνθρωποι. Το 1982 η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου καθιέρωσε την επέτειο της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου ως επίσημο εορτασμό της Εθνικής Αντίστασης.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/35#ixzz3sU1BkxgU
















Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Φρέντι Μέρκιουρι 1946 – 1991


Ο Φρέντι Μέρκιουρι (Freddie Mercury) γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1946 στη Ζανζιβάρη της Τανζανίας. Ήταν περσικής καταγωγής και το πραγματικό του όνομα ήταν Φαρόκ Μπουλσάρα. Ως μουσικός κατατάσσεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες φωνές της ροκ, αλλά και ως σόουμαν ξεχώριζε, καταφέρνοντας να συνδυάζει θεατρικότητα, υπερβολή και ταλέντο.


Φρέντι Μέρκιουρι



Ο Φρέντι Μέρκιουρι (Freddie Mercury) γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1946 στη Ζανζιβάρη της Τανζανίας. Ήταν περσικής καταγωγής και το πραγματικό του όνομα ήταν Φαρόκ Μπουλσάρα. Ως μουσικός κατατάσσεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες φωνές της ροκ, αλλά και ως σόουμαν ξεχώριζε, καταφέρνοντας να συνδυάζει θεατρικότητα, υπερβολή και ταλέντο.
Ξεκίνησε την περιπέτειά του στη μουσική από τα εφηβικά του χρόνια, με το πενταμελές συγκρότημα Hectics στο κολέγιο της Βομβάης, όπου ήταν έγκλειστος. Εκεί, οι φίλοι του τού απέδωσαν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Φρέντι, με το οποίο πορεύτηκε στην υπόλοιπη ζωή του.
Μετά την ίδρυση των Queen, ο Φρέντι Μέρκιουρι συνέθεσε πολλές από τις μεγάλες επιτυχίες του συγκροτήματος, όπως το «Somebody to Love», τον γηπεδικό ύμνο We Are the Champions και το οπερατικό Bohemian Rhapsody, για πολλούς η κορυφαία συνθετική του δημιουργία, που παρέμεινε στην κορυφή των καταλόγων επιτυχιών στη Μ. Βρετανία για τουλάχιστον 9 εβδομάδες.
Η σόλο καριέρα του Φρέντι Μέρκιουρι ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '80. Πριν, όμως, κυκλοφορήσει το πρώτο του σόλο άλμπουμ, είχε εμφανιστεί με το όνομα Λάρι Λιούρεξ, ηχογραφώντας μια εκτέλεση του I Can Hear Music που πρώτοι είχαν πει οι Beach Boys.
Το 1990 επέστρεψε στο στούντιο, αυτή τη φορά για να ηχογραφήσει μαζί με τους Queen το άλμπουμ Innuendo, το τελευταίο πριν αποσυρθεί από τη δισκογραφία.
Λίγους μήνες αργότερα, οι γιατροί ανακοίνωσαν πως ο Φρέντι Μέρκιουρι έπασχε από τον ιό του AIDS. Σαράντα οκτώ ώρες μετά, στις 24 Νοεμβρίου του 1991, έχασε τη μάχη για τη ζωή.






















Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

Η ιστορία του Jukebox








Το Jukebox είναι ένα ημιαυτόματο μηχάνημα αναπαραγωγής μουσικής. Πήρε τ' όνομά του από την λέξη jook ή juke, που στην αφροαμερικάνικη αργκό σημαίνει χορός, πανδαιμόνιο, και τη λέξη box, που σημαίνει κουτί.

Δημιουργός του ήταν ο Λούις Γκλας, ένα τοπικό στέλεχος της General Electric. Μέσα σε ξύλινο κουτί τοποθέτησε ένα φωνογράφο Έντισον με 4 ακουστικούς σωλήνες και μία υποδοχή για νομίσματα. Ο καθένας με 5 σεντς μπορούσε να ακούσει το αγαπημένο του τραγούδι.

Το πρώτο τζουκ-μποξ τοποθετήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1889 σ' ένα σαλούν του Σαν Φρανσίσκο, εντυπωσιάζοντας τους θαμώνες του. Στις αρχές του 20ου αιώνα οι κύλινδροι αντικαθίστανται από πλάκες γραμμοφώνου και αργότερα με δίσκους 45 στροφών. Το 1927 γίνεται ηλεκτρικό.

Το τζουκ-μποξ γνώρισε μεγάλη άνθηση στις ΗΠΑ την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης και της Μεγάλης Ύφεσης τη δεκαετία του '30. Το συναντάμε σε εστιατόρια, μπαρ (νόμιμα και παράνομα) και κλαμπ, όπου ο κόσμος μπορούσε να ακούσει τις αγαπημένες του επιτυχίες, να χορέψει και να ξοδέψει.

Στις μέρες μας, το τζουκ-μποξ είναι συλλεκτικό αντικείμενο, ιδιαίτερα τα Βούρλιτζερ, που είναι αληθινά έργα τέχνης. Στην αγορά κυκλοφορούν τζουκ μποξ, που παίζουν CD, ακόμη και MP3.

Το τζούκμποξ είναι ταυτισμένο στο λαϊκό υποσυνείδητο με την έκρηξη του Rock 'n' Roll και στη χώρα μας με τους λαϊκούς καημούς της δεκαετίας του '50 και του '60.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/192#ixzz3sIKQdtiu



















Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα του Παιδιού






Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που αποτελεί το πλέον αποδεκτό κείμενο για τα ανθρώπινα δικαιώματα παγκοσμίως, υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 20 Νοεμβρίου του 1989. Την έχουν επικυρώσει όλα τα κράτη του κόσμου, εκτός των ΗΠΑ και της Σομαλίας (η χώρα μας την επικύρωσε στις 2 Δεκεμβρίου 1992 με τον νόμο 2101), και τα 54 άρθρα της καλύπτουν όλα τα δικαιώματα των παιδιών που χωρίζονται σε 4 τομείς: Δικαιώματα Επιβίωσης, Ανάπτυξης, Προστασίας και Δικαιώματα Συμμετοχής.

Παρά τα διεθνή κείμενα προστασίας των παιδιών, που σε πολλές χώρες αποτελούν κενό γράμμα, εκατομμύρια παιδιά εξακολουθούν να υποφέρουν από τη φτώχεια και να στερούνται της στοιχειώδους σχολικής εκπαίδευσης, εκατοντάδες χιλιάδες υφίστανται τις τραγικές συνέπειες συρράξεων και οικονομικού χάους, δεκάδες χιλιάδες ακρωτηριάζονται στους πολέμους και πολλά ακόμη ορφανεύουν ή και σκοτώνονται από τον ιό του AIDS και από άλλες ασθένειες. Τα στοιχεία και οι αριθμοί είναι καταπέλτης στο εφησυχασμό της συνείδησης.











Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

ΚΟΚΚΙΝΙΩΤΙΚΟ ΓΛΕΝΤΙ

Παγκόσμια Ημέρα του Άνδρα












Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 19 Νοεμβρίου σε περισσότερες από 70 χώρες του κόσμου για να υπενθυμίζει τη συνεισφορά του άνδρα στον ανθρώπινο πολιτισμό και ιδιαίτερα στην οικογένεια, τον γάμο και τη φροντίδα των παιδιών. Θέμα του φετινού εορτασμού (2015) «Δουλεύοντας για την επέκταση των αναπαραγωγικων δυνατοτήτων του άνδρα».
Η Παγκόσμια Ημέρα του Άνδρα (International Men's Day), που δεν θα αργήσει η επίσημη αναγνώρισή της από τον ΟΗΕ, πρωτογιορτάστηκε στις 19 Νοεμβρίου 1999 στα νησιά Τρίνιδαδ και Τομπάγκο της Καραϊβικής, με πρωτοβουλία του δρος Τζέρομ Τιλακσίνγκ.























ΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΑΔΕΛΦΩΝ ΡΕΤΣΙΝΑ 1872










ΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΡΕΤΣΙΝΑΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΑΔΕΛΦΩΝ ΡΕΤΣΙΝΑΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΑΔΕΛΦΩΝ ΡΕΤΣΙΝΑΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΑΔΕΛΦΩΝ ΡΕΤΣΙΝΑΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΑΔΕΛΦΩΝ ΡΕΤΣΙΝΑΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΑΔΕΛΦΩΝ ΡΕΤΣΙΝΑΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΑΔΕΛΦΩΝ ΡΕΤΣΙΝΑ



Η κλωστοϋφαντουργία Ρετσίνα ιδρύθηκε το 1872 στον Πειραιά από τους αδελφούς Θεόδωρο, Αλέξανδρο και Δημήτριο Ρετσίνα, γιούς του εμπόρου και ποτοποιού Γεωργίου Ρετσίνα, ενός από τους πρώτους οικιστές της πόλης.

Πρώτα άρχισε να λειτουργεί το νηματουργείο της επιχείρησης στο ακίνητο της Λεύκας με 5.000 ατράκτους και ατμομηχανή 60 ίππων. Δίπλα στο νηματουργείο αναπτύχθηκαν τα επόμενα χρόνια υφαντήριο και βαφείο. Η επιχείρηση επεκτάθηκε στα 1888-1891 αγοράζοντας τα πτωχευμένα πειραϊκά εργοστάσια Βαρουξάκη, Δημόκα, Νικολέσση, Σταματόπουλου, Κουμάνταρου. Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του 1890, η επιχείρηση Ρετσίνα διέθετε πέντε εργοστάσια στον Πειραιά, τα οποία απλώνονται σε τόξο στη βιομηχανική ζώνη της πόλης. Οι μονάδες αυτές χωροθετούνται στη Λεύκα (Α΄ εργοστάσιο), στη γέφυρα Ιπποδαμείας (Β΄ εργοστάσιο), στην οδό Ασκληπιού (Γ΄ εργοστάσιο), στην οδό Αγίου Διονυσίου (Δ΄ εργοστάσιο) και στην οδό Τζαβέλλα στο Νέο Φάληρο (Ε΄ εργοστάσιο). Το παραγωγικό δυναμικό της επιχείρησης στα πέντε εργοστάσια αποτελείται την περίοδο αυτή από πέντε ατμομηχανές (370 ίππων συνολικά), 25.000 ατράκτους, 440 αργαλειούς. Περίπου 2.000 εργάτες και εργάτριες δούλευαν στα εργοστάσια της επιχείρησης.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η επιχείρηση Ρετσίνα ήταν η μεγαλύτερη κλωστοϋφαντουργία της χώρας. Μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία το 1925, εποχή κατά την οποία διέθετε πλέον τρία εργοστάσια στον Πειραιά, από τα οποία το μεγαλύτερο και σημαντικότερο ήταν το Α΄ εργοστάσιο στη Λεύκα. Την περίοδο 1925-1935 τα τρία εργοστάσια Ρετσίνα πέρασαν από την ατμοκίνηση στην πετρελαιοκίνηση, ενώ έγιναν επενδύσεις σε κτιριακό και μηχανολογικό εξοπλισμό, υπό την διεύθυνση του Κωνσταντίνου Δρούλια και την τεχνική διεύθυνση του χημικού μηχανικού Χρήστου Ζαλοκώστα.

Η παραγωγή της κλωστοϋφαντουργίας Ρετσίνα ήταν βαμβακερά νήματα και υφάσματα (ντρίλια, κάμποτ, αλατζάδες), προϊόντα γερά και φθηνά που καταναλώνονταν στην εγχώρια αγορά από τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα, ενώ χρησιμοποιούνται και από τον στρατό (για τις στρατιωτικές στολές). Μάλιστα, οι προμήθειες του Δημοσίου για τον στρατό αποτελούσαν προϋπόθεση για την επιβίωση της επιχείρησης Ρετσίνα, καθιστώντας εφικτή την πλήρη εκμετάλλευση της παραγωγικής ικανότητας των παγίων κεφαλαίων. Τα βαμβακερά προϊόντα Ρετσίνα εξάγονταν, επίσης, κατά τον 19ο αιώνα και ως τον Μεσοπόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τις Βαλκανικές Χώρες.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η παραγωγή του εργοστασίου επιτάχθηκε, ενώ εκτελέστηκαν και κάποιες παραγγελίες της Βέρμαχτ. Τον Δεκέμβρη του 1944 το Α΄ και το Γ΄ εργοστάσιο μετατράπηκαν σε πεδία μαχών.

Η λειτουργία των εργοστασίων Ρετσίνα συνεχίστηκε μεταπολεμικά, παρά τα σημαντικά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η επιχείρηση. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 επιδιώχθηκε μια καλύτερη οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας με την μέγιστη αξιοποίηση του μηχανολογικού εξοπλισμού, την συγχώνευση των μονάδων και την εξειδίκευση της παραγωγής. Το 1955 η επιχείρηση τέθηκε σε αναγκαστική διαχείριση. Τον επόμενο χρόνο το Γ΄ και το Ε΄ εργοστάσιο έκλεισαν. Από το 1957 λειτουργούσε πλέον μόνο το εργοστάσιο της Λεύκας με μειωμένο προσωπικό. Τα άλλα δύο εργοστάσια πωλήθηκαν και κατεδαφίστηκαν από τους νέους ιδιοκτήτες.

Μια σύντομη περίοδος ανάκαμψης ξεκίνησε για την επιχείρηση τη δεκαετία του 1960 υπό τη διεύθυνση του Ανδρέα Κ. Δρούλια. Πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό, τα προϊόντα απέκτησαν ξανά εξαγωγικό προσανατολισμό. Τα οικονομικά προβλήματα δεν ξεπεράστηκαν και η επιχείρηση έκλεισε οριστικά το 1981.

Μετά το κλείσιμο της βιομηχανίας Ρετσίνα το 1981 στον χώρο φιλοξενήθηκαν αρκετές μικρές βιοτεχνίες, ένα νυκτερινό κέντρο διασκέδασης και ένα πρατήριο ποτών. Μια πυρκαγιά το 2003 κατέστρεψε μέρος του εργοστασίου.

Η παλαιότερη βιομηχανική εγκατάσταση
Το εργοστάσιο στη Λεύκα του Πειραιά αποτελεί την αρχική και παλαιότερη εγκατάσταση της βιομηχανίας Ρετσίνα. Ταυτόχρονα, είναι το τελευταίο υλικό κατάλοιπο της μεγαλύτερης κάποτε κλωστοϋφαντουργίας της χώρας. Η μονάδα βρίσκεται στην καρδιά της ιστορικής βιομηχανικής ζώνης του Πειραιά, σε γειτνίαση με το μηχανουργείο Βασιλειάδη (1860), το εργοστάσιο-αμαξοστάσιο σιδηροδρόμων ΣΠΑΠ και ΣΕΚ (1886) και την κεραμοποιία Δηλαβέρη (1888).

Το εργοστάσιο Ρετσίνα καταλαμβάνει ένα οικοδομικό τετράγωνο τριγωνικού σχήματος, έκτασης περίπου 2.600 τ.μ. Συνορεύει προς τα δυτικά με τον οδό Ρετσίνα, προς τα βόρεια με την οδό Υμηττού και προς τα νότια με τη σιδηροδρομική γραμμή του Προαστιακού Σιδηροδρόμου. Στη συγκεκριμένη μονάδα, που είναι χτισμένη με διαδοχικές επεκτάσεις από το 1872 ως τη δεκαετία του 1930, περιλαμβάνονταν κλωστήριο, βαφείο, υφαντουργείο, μηχανουργείο, λεβητοστάσιο, συσκευαστήριο, αποθήκες και κτήριο γραφείων. Από τα τελευταία κτήρια που ανεγέρθηκαν εντός του οικοπέδου Ρετσίνα ήταν το κλωστήριο, ισόγειο κτίσμα σε σχέδια του γνωστού αρχιτέκτονα του μοντερνισμού Γεωργίου Κοντολέοντα. Το κλωστήριο αυτό άρχισε να λειτουργεί το 1935, προκειμένου να αντικαταστήσει το παλαιό και με σοβαρές φθορές αρχικό τριώροφο κλωστήριο της επιχείρησης, που βρισκόταν σε λειτουργία από το 1872.

Σήμερα, στην κεντρική όψη, επί της οδού Ρετσίνα, σώζεται το λιθόκτιστο ισόγειο κτήριο γραφείων, το θυρωρείο, αποθήκες, και η κεντρική δίφυλλη συρόμενη πύλη του εργοστασίου. Στη μέση του συγκροτήματος σώζεται μεγάλη ενότητα κτηρίων με δίρριχτες στέγες και καμινάδες, που αποτελούσαν τους κύριους παραγωγικούς χώρους του εργοστασίου και είχαν χτιστεί στο διάστημα 1875-1935: κλωστήριο, υφαντήριο, βαφείο, λεβητοστάσιο-μηχανοστάσιο. Κατά μήκος της οδού Υμηττού διατηρείται συστοιχία κτηρίων με δίρριχτες στέγες. Δεν σώζεται δυστυχώς το αρχικό μεγάλο τριώροφο κλωστήριο της πρώτης εγκατάστασης και το μηχανουργείο. Πολλά κτήρια έχουν σημαντικές φθορές, ενώ έχει αποξηλωθεί το σύνολο σχεδόν του μηχανολογικού εξοπλισμού.

Αστικός χώρος, βιομηχανία και ιστορική μνήμη

Στο διάστημα ενός και πλέον αιώνα συνεχούς λειτουργίας, αρκετές χιλιάδες εργατών και εργατριών από όλες τις συνοικίες του Πειραιά εργάστηκαν στη βιομηχανία Ρετσίνα: άνδρες, γυναίκες, παιδιά, εσωτερικοί μετανάστες και πρόσφυγες διάβηκαν την πύλη του εργοστασίου και βίωσαν την εμπειρία της μισθωτής εργασίας με πολύωρη και εξουθενωτική δουλειά, ανθυγιεινές συνθήκες, γλίσχρα μεροκάματα, αυταρχισμό και ιεραρχικές σχέσεις. Την ίδια στιγμή, οι ιδιοκτήτες και οι διευθυντές της βιομηχανίας Ρετσίνα αποτελούσαν μέλη μιας ισχυρής οικονομικής και πολιτικής ελίτ σε πειραϊκό και σε εθνικό επίπεδο: διατέλεσαν επανειλημμένως δημοτικοί σύμβουλοι και dήμαρχοι Πειραιά, βουλευτές, μέλη και πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και πολλών άλλων οικονομικών οργανισμών (Επιτροπή Λιμένος Πειραιώς, Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά, ΕΟΤ, κ.ά.), ενώ συμμετείχαν στη διοίκηση του ΣΕΒ και της Πανελλήνιας Ένωσης Βιομηχάνων Κλωστοϋφαντουργών. Η βιομηχανική ανάπτυξη είχε, αναμφίβολα, διαφορετικές επιπτώσεις στους εργάτες και τις εργάτριες της πόλης, αφενός, και στους κεφαλαιούχους, αφετέρου.


Αυτή η εκβιομηχάνιση τον 19ο και τον 20ο αιώνα άφησε τα σημάδια της στο αστικό τοπίο του Πειραιά: εργοστάσια, φουγάρα, λιμενικές εγκαταστάσεις και σιδηροδρομικές γραμμές δόμησαν και οργάνωσαν τον αστικό χώρο ακολουθώντας τη δυναμική της οικονομικής ανάπτυξης. Με τη βιομηχανία αναδιαρθρώθηκε ο αστικός χώρος, διαμορφώθηκαν νέες ιεραρχίες, οικονομικά, κοινωνικά και χωρικά προσδιορισμένες. Καθώς η πόλη επεκτεινόταν, οι χρήσεις της γης εξειδικεύθηκαν, διαφοροποιήθηκαν και ιεραρχήθηκαν. Γύρω από τα εργοστάσια δομήθηκαν με τρόπο αυθαίρετο και χωρίς υποδομές οι πρώτες εργατικές γειτονιές (Καμίνια, Παλιά Κοκκινιά), που πρόσφεραν εργατικά χέρια στη βιομηχανία. Ο κοινωνικός διαχωρισμός του αστικού χώρου εντάθηκε ακόμα περισσότερο στις πυκνοκατοικημένες, βιαστικά χτισμένες και υποβαθμισμένες προσφυγικές γειτονιές του Μεσοπολέμου (Νίκαια, Δραπετσώνα κ.ά.).

Το εργοστάσιο Ρετσίνα κινδυνεύει από την πολιτική του σημερινού ιδιοκτήτη που επιθυμεί να αξιοποιήσει το μεγάλο ακίνητο με εμπορικά κριτήρια, ανεγείροντας εμπορικό κέντρο. Φορείς και κάτοικοι έχουν δραστηριοποιηθεί για τη διάσωση του εργοστασίου στη Λεύκα, ενώ το ΥΠ.ΠΟ έχει απαγορεύσει οποιαδήποτε κατεδάφιση στο εργοστάσιο Ρετσίνα χωρίς την έγκριση του.

Σήμερα, που ο Πειραιάς δεν είναι πια μια βιομηχανική πόλη, σήμερα που οι χρήσεις γης αλλάζουν προκειμένου να εξυπηρετηθούν νέες κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες, αξίζει να διεκδικηθεί το εργοστάσιο Ρετσίνα σαν ένας χώρος που μαρτυρά την ιστορική μνήμη της εργασίας και της βιομηχανίας. Η μελλοντική αξιοποίηση του ακινήτου σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη-λιμάνι της Μεσογείου που σέβεται το ιστορικό παρελθόν της οφείλει να αναδείξει το εργοστάσιο Ρετσίνα, επαναχρησιμοποιώντας το και εντάσσοντας σε αυτό νέες λειτουργίες. Το εργοστάσιο της Λεύκας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν ένα μνημείο της βιομηχανικής ιστορίας του Πειραιά, σαν ένα μνημείο, εντέλει, ολόκληρης της πειραϊκής ιστορίας.







Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

Παγκόσμια Ημέρα Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας







Ο πρωινός βήχας των καπνιστών θα πρέπει στο εξής να θεωρείται νόσος, αναφέρει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα κατά της Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ).

Πρόκειται για μια νόσο των πνευμόνων, κατά την οποία η στένωση των βρόγχων προκαλεί δυσκολία στην αναπνοή. Κύρια αιτία της παραμένει το κάπνισμα, ενεργητικό και παθητικό, η ατμοσφαιρική ρύπανση και το ιστορικό λοιμώξεων στην παιδική ηλικία.

Η δραματική αύξηση της νόσου τα τελευταία χρόνια κάνει τον Π.Ο.Υ. να μιλά για 450.000.000 ανθρώπους με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια στον πλανήτη. Σήμερα είναι η τέταρτη αιτία θανάτου, με 3.000.000 άτομα κάθε χρόνο ενώ το 2020 θα γίνει η Τρίτη, λένε οι επιστήμονες.

Στη χώρα μας, που πάνω από το 50% των ενηλίκων είναι καπνιστές, μελέτη της Πνευμονολογικής Εταιρείας, έδειξε ότι 800.000 Έλληνες πάσχουν από τη νόσο, με τους μισούς από αυτούς να μην το γνωρίζουν.

Η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας γιορτάζεται κάθε χρόνο την τρίτη Τετάρτη του Νοεμβρίου από την «Παγκόσμια Πρωτοβουλία κατά της ΧΑΠ», που συσπειρώνει στους κόλπους της οργανώσεις γιατρών και ασθενών, και υπό την αιγίδα της Π.Ο.Υ.





















Άνταμ Βαϊσχάουπτ 1748 – 1830 ο Ιδρυτής του τάγματος των πεφωτισμένων



Άνταμ Βαϊσχάουπτ



Γερμανός φιλόσοφος, νομικός και θεολόγος· ιδρυτής του «Τάγματος των Πεφωτισμένων» («Illuminatenordens» στα γερμανικά, γνωστοί και ως Illuminati), μιας μυστικιστικής σέχτας, με κοσμοπολίτικες και αντικληρικές δοξασίες.
Ο Γιόχαν Άνταμ Βαϊσχάουπτ (Johann Adam Weishaupt) γεννήθηκε στο Ίνγκολστατ της Βαυαρίας στις 6 Φεβρουαρίου του 1748. Λόγω του πρόωρου θανάτου του πατέρα του, που ήταν καθηγητής Νομικής στο τοπικό πανεπιστήμιο, μεγάλωσε με τον θείο του, επίσης καθηγητή νομικής, ο οποίος του εμφύσησε τις ιδέες του Διαφωτισμού. Φοίτησε σε σχολείο Ιησουιτών και στη συνέχεια ακολούθησε την οικογενειακή παράδοση. Γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Ίνγκολστατ, από την οποία αποφοίτησε το 1768 με τον τίτλο του διδάκτορα. Το 1772 ανακηρύχθηκε καθηγητής του Κανονικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Ίνγκολστατ και τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε την Άφρα Ζαουζενχόφερ, με την οποία απέκτησε επτά παιδιά.
Ο Βαϊσχάουπτ επηρεάστηκε από την εμπειρική φιλοσοφία του Γιόχαν Φέντερ και  οι δυο τους αργότερα αντιπαρατέθηκαν στην ιδεαλιστική φιλοσοφία του Ιμάνουελ Καντ. Την Πρωτομαγιά του 1776 ίδρυσε το «Τάγμα των Πεφωτισμένων» και υιοθέτησε το όνομα «Αδελφός Σπάρτακος». Αν και η εσωτερική δομή της οργάνωσης δεν ήταν δημοκρατική και εξισωτική, προς τα έξω πρέσβευε τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας για όλη την κοινωνία. Ο Βαισχάουπτ πρέσβευε ότι «ο φωτισμός από τον ήλιο του ορθού λόγου, θα διαλύσει τα σύννεφα της δεισιδαιμονίας και της προκατάληψης. Η ανθρώπινη φύση θα καλυτερεύσει μέσα από την επανεκπαίδευση, μακριά από το κράτος και την οργανωμένη θρησκεία». Μασόνος ο ίδιος από το 1777, προσπάθησε να εντάξει το κίνημά του στο σύστημα των Ελευθεροτεκτονισμού. Η δομή των Ιλουμινάτων βασιζόταν στους πυρήνες, που ο ένας δεν γνώριζε την ύπαρξη του άλλου και η επικοινωνία γινόταν μέσω συνδέσμων.
Η υπόγεια δράση των Ιλουμινάτων, έθετε σε αμφισβήτηση την εξουσία του Εκλέκτορα της Βαυαρίας, Κάρολου Θεόδωρου. Η αντικληρική τους δράση, τους έφερε αντιμέτωπους και με την πανίσχυρη Καθολική Εκκλησία. Έτσι, το 1784 τέθηκαν εκτός νόμου και απαγορεύτηκε η δράση τους. Ο Βαϊσχάουπτ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο και να εγκαταλείψει τη Βαυαρία.
Βρήκε φιλόξενη στέγη στο Δουκάτο της Σαξωνίας-Γκότα-Άλτενμπουργκ (το σημερινό γερμανικό κρατίδιο της Θουριγγίας). Έζησε το υπόλοιπο της ζωής του στην πόλη Γκότα, γράφοντας απολογητικά βιβλία για τους Ιλουμινάτους και φιλοσοφικά δοκίμια. Πέθανε στις 18 Νοεμβρίου του 1830, σε ηλικία 82 ετών.
Το κίνημα των Ιλουμινάτων εξαφανίστηκε μετά τη φυγή του Βαϊσχάουπτ από τη Βαυαρία. Στις ημέρες μας έχει αναβιώσει μέσα από τις συνωμοσιολογικές θεωρίες και τη λογοτεχνία. Όσοι τις ασπάζονται, πιστεύουν ότι οι Ιλουμινάτοι υπονομεύουν τα εθνικά κράτη για να επιβάλουν τη Νέα Παγκόσμια Τάξη.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/786#ixzz3rp7cXzJu



















Δημήτρης Γκόγκος 1903 – 1985 ο Γνωστός Μπαγιαντέρας


Δημήτρης Γκόγκος


Σπουδαίος ρεμπέτης, γνωστός και ως «Μπαγιαντέρας». Γεννήθηκε το 1903 στο Χατζηκυριάκειο, στον Πειραιά, και ήταν το τελευταίο από τα 22 παιδιά του Γιάννη Γκόγκου, υπαξιωματικού του Βασιλικού Ναυτικού από τον Πόρο, και της Αγγελικής από την Ύδρα.

Από μικρός ακολούθησε το δρόμο των γραμμάτων και σπούδασε ηλεκτρολόγος. Δεν άσκησε, όμως, ποτέ το επάγγελμα, λόγω του ατίθασου χαρακτήρα του και της ενασχόλησής του με την ελευθέρα πάλη.

Με τη μουσική καταπιάστηκε από μικρός. Έως το 1920 έπαιζε μαντολίνο και κιθάρα, μετά βιολί και από το 1924 άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι και μπαγλαμά. Το μπουζούκι το γνώρισε στη φυλακή, όταν κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στο ναυτικό καταδικάστηκε σε κάθειρξη 6 ετών, γιατί τροφοδοτούσε με εκρηκτικά φίλους του ψαράδες.

Το 1925 διασκεύασε την ιταλική οπερέτα «Μπαγιαντέρα», του Έριχ Κάλμαν, για λαϊκή ορχήστρα με μπουζούκι και μαντολίνο. Από τότε απέκτησε το παρατσούκλι Μπαγιαντέρας.

Λίγο πριν από τη δεκαετία του '30 άρχισε να τριγυρνάει στα Πειραιώτικα στέκια, όπου σύχναζε ο εργατόκοσμος του λιμανιού. Έτσι απέκτησε στενή σχέση με τους πρωτεργάτες του ρεμπέτικου, κυρίως τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Γιώργο Μπάτη. Το 1937 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο στην Columbia με τίτλο «οι Καπνεργάτριες», με το τραγούδι «η καπνουλού» αφιερωμένο στη σύντροφο της ζωής του, καπνεργάτρια και στιχουργό Δέσποινα Αραμπατζόγλου.

Τον Απρίλιο του 1941 τυφλώθηκε από γλαύκωμα και μάλιστα πάνω στο πάλκο, την ώρα που τραγουδούσε. Φίλοι και συνεργάτες άρχισαν να τον περιφρονούν κι εκείνος έκανε το παν για να τους αποδείξει την αξία του. Έτσι, δημιούργησε ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του.

Όμως τα χρόνια της κατοχής που ακολούθησαν ήταν δύσκολα και φτωχικά. Το πρωί πήγαινε στα συσσίτια για να εξασφαλίσει το γάλα των παιδιών του και τα βράδια έπαιζε σε διάφορα ταβερνάκια. Μετά τον πόλεμο, άρχισε και πάλι να γράφει, να δισκογραφεί και να εμφανίζεται σε μεγάλα μαγαζιά της τότε Αθήνας.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του απομονώθηκε στο σπίτι του στον Άγιο Ιερόθεο, συντροφιά με τη σύζυγό του Δέσποινα. Από τον Οκτώβριο του 1985 άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και στις 18 Νοεμβρίου του 1985 άφησε την τελευταία του πνοή.

Πίσω του, άφησε παρακαταθήκη περίπου 100 τραγούδια: «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη», «Χατζηκυριάκειο», «Μέσα στης ζωής τα μονοπάτια», «Αποβραδίς ξεκίνησα», «Σαν μαγεμένο το μυαλό μου», «Ξεκινάει μια ψαροπούλα», «Νυχτερίδα», «Ξαβεργιώτισσα», «Πειραιωτοπούλα», «Αλάνι με φωνάζουν», «Γυρνώ σαν νυχτερίδα», «Μ' έχεις μαγεμένο», «Έλα να μπερμπαντέψεις», «H μικρή από το Πασαλιμάνι», «Το τραγούδι της αγάπης», «Η άνοιξις», «Με ξέχασες», «Το πέρασμα», «Μια τράτα Κουλουριώτικη», «Κι αν χωρίσαμε δε φταίω» και άλλα.

Επιπλέον, στο ενεργητικό του περιλαμβάνεται και μια μέθοδο για την εκμάθηση του μπουζουκιού άνευ διδασκάλου.

 Περί Πηγών...



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/350#ixzz3rp6aQouJ



















Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου 17 11 1973






Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973 ήταν η κορυφαία αντιδικτατορική εκδήλωση και ουσιαστικά προανήγγειλε την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών, η οποία από τις 21 Απριλίου 1967 είχε επιβάλλει καθεστώς στυγνής δικτατορίας στη χώρα.

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε στις 14 Φεβρουαρίου 1973, όταν ξεσηκώθηκαν οι φοιτητές της Αθήνας και συγκεντρώθηκαν στο Πολυτεχνείο. Ζητούσαν την κατάργηση του Ν.1347, ο οποίος προέβλεπε την υποχρεωτική στράτευση όσων ανέπτυσσαν συνδικαλιστική δράση κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Η αστυνομία, παραβιάζοντας το πανεπιστημιακό άσυλο, εισήλθε στο χώρο του ιδρύματος, συνέλαβε 11 φοιτητές και τους παρέπεμψε σε δίκη με την κατηγορία της «περιύβρισης αρχής». Οι 8 καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές, ενώ περίπου 100 άλλοι αναγκάστηκαν να διακόψουν τις σπουδές τους και να ντυθούν στο χακί.

Επτά ημέρες μετά τα πρώτα γεγονότα του Πολυτεχνείου, στις 21 Φεβρουαρίου οι φοιτητές κατέλαβαν το κτίριο της Νομικής σχολής στην Αθήνα, προβάλλοντας τα συνθήματα «Δημοκρατία», «Κάτω η Χούντα» και «Ζήτω η Ελευθερία». Η αστυνομία επενέβη και πάλι για να καταστείλει την εξέγερση, αλλά η βίαιη εκδίωξη των φοιτητών από το κτίριο της Νομικής ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αγωνιστικότητά τους.

Η εξέγερση που ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου του 1973 επρόκειτο να αποτελέσει την κορύφωση των αντιδικτατορικών εκδηλώσεων. Το πρωί εκείνης της ημέρας οι φοιτητές συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο του Πολυτεχνείου και αποφάσισαν την κήρυξη αποχής από τα μαθήματα, με αίτημα να γίνουν εκλογές για τους φοιτητικούς συλλόγους τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και όχι στα τέλη του επόμενου χρόνου, όπως είχε ανακοινώσει το καθεστώς.

Ακολούθησαν συνελεύσεις φοιτητών στην Ιατρική και στη Νομική σχολή. Μάλιστα, οι φοιτητές της Νομικής εξέδωσαν ψήφισμα, με το οποίο ζητούσαν την ανάκληση των αποφάσεων της Χούντας για τη διεξαγωγή των φοιτητικών εκλογών, εκδημοκρατισμό των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, αύξηση των δαπανών για την παιδεία στο 20% του προϋπολογισμού και ανάκληση του Ν.1347 για την αναγκαστική στράτευση των φοιτητών.

Όσο περνούσε η μέρα άρχισαν να μαζεύονται ολοένα και περισσότεροι φοιτητές στο Πολυτεχνείο, αλλά και άλλοι που πληροφορήθηκαν το νέο. Η αστυνομία αποδείχθηκε ανίκανη να εμποδίσει την προσέλευση του κόσμου. Το απόγευμα πάρθηκε η απόφαση για κατάληψη του Πολυτεχνείου. Οι πόρτες έκλεισαν και από τότε άρχισε η οργάνωση της εξέγερσης. Το πρώτο βήμα ήταν η εκλογή Συντονιστικής Επιτροπής, στην οποία μετείχαν 22 φοιτητές και 2 εργάτες, με σκοπό να καθοδηγήσει τον αγώνα. Επιπλέον, δημιουργήθηκαν επιτροπές σε όλες τις σχολές για να οργανώσουν την κατάληψη και την επικοινωνία με την ελληνική κοινωνία.

Για το σκοπό αυτό άρχισε να λειτουργεί ένας ραδιοφωνικός σταθμός, αρχικά στο κτίριο του Χημικού και αργότερα στο κτίριο των Μηχανολόγων, με εκφωνητές τη Μαρία Δαμανάκη και τον Δημήτρη Παπαχρήστου. Επιπλέον, στο Πολυτεχνείο εγκαταστάθηκαν πολύγραφοι, που δούλευαν μέρα - νύχτα, για να πληροφορούν τους φοιτητές και τον υπόλοιπο κόσμο για τις αποφάσεις της Συντονιστικής Επιτροπής και των φοιτητικών συνελεύσεων. Συγκροτήθηκαν συνεργεία φοιτητών, που έγραφαν συνθήματα σε πλακάτ, σε τοίχους, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία και στα ταξί, για να τα γνωρίσουν όλοι οι Αθηναίοι. Στο Πολυτεχνείο οργανώθηκε εστιατόριο και νοσοκομείο, ενώ ομάδες φοιτητών ανέλαβαν την περιφρούρηση του χώρου, ξεχωρίζοντας τους ενθουσιώδεις και δημοκράτες Αθηναίους από τους προβοκάτορες.

Η πρώτη αντίδραση του δικτατορικού καθεστώτος ήταν να στείλει μυστικούς πράκτορες να ανακατευθούν στο πλήθος που συνέρρεε στο Πολυτεχνείο και να ακροβολήσει σκοπευτές στα γύρω κτίρια. Στις 16 Νοεμβρίου μεγάλες αστυνομικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον του πλήθους που ήταν συγκεντρωμένο έξω από το Πολυτεχνείο, με γκλομπς, δακρυγόνα και σφαίρες ντουμ-ντουμ. Οι περισσότεροι διαλύθηκαν. Όσοι έμειναν έστησαν οδοφράγματα ανατρέποντας τρόλεϊ και συγκεντρώνοντας υλικά από νεοανεγειρόμενες οικοδομές, και άναψαν φωτιές για να εξουδετερώσουν τα δακρυγόνα. Αργότερα, η αστυνομία έκανε χρήση όπλων, χωρίς όμως να πετύχει το στόχο της, την καταστολή της εξέγερσης.

Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, όταν διαπίστωσε ότι η αστυνομία αδυνατούσε να εισέλθει στο Πολυτεχνείο, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το στρατό. Κοντά στο σταθμό Λαρίσης συγκεντρώθηκαν τρεις μοίρες ΛΟΚ και μία μοίρα αλεξιπτωτιστών από τη Θεσσαλονίκη. Τρία άρματα μάχης κατέβηκαν από του Γουδή προς το Πολυτεχνείο. Τα δύο στάθμευσαν στις οδούς Τοσίτσα και Στουρνάρα, αποκλείοντας τις πλαϊνές πύλες του ιδρύματος και το άλλο έλαβε θέση απέναντι από την κεντρική πύλη. Η Συντονιστική Επιτροπή των φοιτητών ζήτησε διαπραγματεύσεις, αλλά το αίτημά τους απορρίφθηκε.

Στις 3 τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου το άρμα που βρισκόταν απέναντι από την κεντρική πύλη έλαβε εντολή να εισβάλλει. Έπεσε πάνω στην πύλη και την έριξε, παρασέρνοντας στο διάβα του μία κοπέλα που ήταν σκαρφαλωμένη στον περίβολο κρατώντας την ελληνική σημαία. Οι μοίρες των ΛΟΚ, μαζί με ομάδες -μυστικών και μη- αστυνομικών, εισέβαλαν στο Πολυτεχνείο και κυνήγησαν τους φοιτητές, οι οποίοι πηδώντας από τα κάγκελα προσπάθησαν να διαφύγουν στους γύρω δρόμους. Τους κυνηγούσαν αστυνομικοί, πεζοναύτες, ΕΣΑτζήδες. Αρκετοί σώθηκαν βρίσκοντας άσυλο στις γύρω πολυκατοικίες, πολλοί συνελήφθησαν κα μεταφέρθηκαν στη Γενική Ασφάλεια και στην ΕΣΑ.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Αστυνομίας, στις 17 Νοεμβρίου συνελήφθησαν 840 άτομα. Όμως, μετά τη Μεταπολίτευση, αξιωματικοί της Αστυνομίας, ανακρινόμενοι, ανέφεραν ότι οι συλληφθέντες ξεπέρασαν τα 2400 άτομα. Οι νεκροί επισήμως ανήλθαν σε 34 άτομα. Στην ανάκριση που διενεργήθηκε το φθινόπωρο του 1975 εναντίον των πρωταιτίων της καταστολής εντοπίστηκαν 21 περιπτώσεις θανάσιμου τραυματισμού. Ωστόσο, τα θύματα πρέπει να ήταν πολύ περισσότερα, διότι πολλοί βαριά τραυματισμένοι, προκειμένου να διαφύγουν τη σύλληψη, αρνήθηκαν να διακομιστούν σε νοσοκομείο.

Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος κήρυξε στρατιωτικό νόμο, αλλά στις 25 Νοεμβρίου ανατράπηκε με πραξικόπημα. Πρόεδρος ορίστηκε ο αντιστράτηγος Φαίδων Γκιζίκης και πρωθυπουργός της νέας κυβέρνησης ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος. Όμως ο ισχυρός άνδρας του νέου καθεστώτος ήταν ο διοικητής της Στρατιωτικής Αστυνομίας, ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, που επέβαλλε ένα καθεστώς σκληρότερο από εκείνο του Παπαδόπουλου.

Η δικτατορία κατέρρευσε στις 23 Ιουλίου του 1974, αφού είχε ήδη προηγηθεί η τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ο Γκιζίκης και ο αντιστράτηγος Ντάβος, διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού, κάλεσαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να επιστρέψει στην Ελλάδα για να επαναφέρει τη δημοκρατική διακυβέρνηση.

Ποιήματα εμπνευσμένα από την Εξέγερση του Πολυτεχνείου
Μικρός Τύμβος (17 Νοεμβρίου 1973) (Νικηφόρος Βρεττάκος)
Φοβάμαι (Μανώλης Αναγνωστάκης)
Εδώ Πολυτεχνείο (Φώτος Γιοφύλλης)
Κοίτα με στα μάτια (Νίκος Γκάτσος)
Κωνικός Νοέμβρης (Έκτωρ Κακναβάτος)
Κίνδυνος στην πόλη (Γιάννης Κοντός)
Ο Έφηβος των Αθηνών (Γιάννης Κουτσοχέρας)
Πολυτεχνείο 79 (Αργύρης Μαρνέρος)
Εν Έτει 2000 (Φαίδρος Μπαρλάς)
Στους σκοτωμένους σπουδαστές του Νοεμβρίου (Λένα Παππά)
Βεργίνα 1977 μ.Χ. (Γιάννης Πατίλης)
 Περί Πηγών...



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/190#ixzz3rjE1KjDC




















Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Παρασκευή και 13: Μύθοι και πραγματικότητα για τη σημερινή ημέρα




Παρασκευή και 13: Μύθοι και πραγματικότητα για τη σημερινή ημέρα


Οι ρίζες της εν λόγω κακοδαιμονίας βρίσκονται στη χριστιανικές γραφές και τον μύθο που θέλει τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, ως τον 13ο μαθητή του Ιησού

Σε όλο τον κόσμο, η σημερινή ημέρα, Παρασκευή και 13, έχει ταυτιστεί με σκοτεινούς μύθους, δεισιδαιμονίες και κακοτυχία. Τι συμβαίνει με αυτή την παράξενη ημέρα και πού βρίσκονται οι ρίζες της;



Χαρακτηριστικό της προκατάληψης, η οποία είναι ιδιαιτέρως ισχυρή στις αγγλοσαξωνικές και τις ισπανόφωνες χώρες, είναι το γεγονός πως πολλά κτήρια δεν διαθέτουν 13ο όροφο ή ακόμα ο αριθμός απαλείφεται από τις οδούς.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη οι ρίζες της εν λόγω κακοδαιμονίας βρίσκονται στη χριστιανικές γραφές και τον μύθο που θέλει τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, ως τον 13ο μαθητή του Ιησού ενώ σύμφωνα με άλλους μελετητές η εν λόγω ημέρα ταυτίζεται με τη Σταύρωση. Ωστόσο πολλοί υποστηρίζουν πως οι ρίζες του 13 ως ατελούς αριθμού απαντούν στη διδασκαλία του Πυθαγόρα, ο οποίος θεωρούσε τον αριθμό 12 ως τον τέλειο αριθμό, δοξασία που μεταφέρθηκε κατά του επόμενους αιώνες τόσο στην αρχαία Ελλάδα όσο και στον ρωμαϊκό κόσμο.

Μέσω της Βίβλου, η δεισιδαιμονία έφτασε και στις διδασκαλίες του Ισλάμ, όπου για τους μουσουλμάνους η ημέρα της Παρασκευής ταυτίζεται με τη βρώση του απαγορευμένου καρπού από τον Αδάμ και την Εύα.

Ωστόσο άλλοι μελετητές εκτιμούν πως η ιδρυτική πράξη του μύθου για την Παρασκευή και 13 βρίσκεται στη μεσαιωνική Ευρώπη και συγκεκριμένα την ημερομηνία που ο Πάπας σε συνεννόηση με τον βασιλιά Φίλιππο Δ' της Γαλλίας αποφασίζει να εκδόσει διάταγμα σύλληψης των Ναϊτών Ιπποτών, του μυστικού θρησκευτικού τάγματος που είχε τεράστια οικονομική και πνευματική ακτινοβολία την εποχή των Σταυροφοριών. Το διάταγμα εκδόθηκε Παρασκευή 13 Οκτωβρίου του 1307.

Βεβαίως, οι σύγχρονοι αστικοί μύθοι έχουν εμπλουτίσει την κακή τύχη της ημέρας καθώς ο αριθμός 13 ταυτίζεται με τη μοιραία αποστολή του Απόλλων 13 της NASA. η οποία εκτοξεύθηκε στις 13:13, ενώ μετά από τα σοβαρά προβλήματα που παρουσιάστηκαν, διακόπηκε στις 13 Απριλίου.
















Παγκόσμια Ημέρα Καλοσύνης





Η Παγκόσμια Ημέρα Καλοσύνης (World Kindness Day) καθιερώθηκε το 2000 με πρωτοβουλία του Παγκοσμίου Κινήματος Καλοσύνης (World Kindness Movement), που συσπειρώνει εθνικές μη κυβερνητικές οργανώσεις – μέλη του Κινήματος. Η καλοσύνη είναι ένα θεμελιώδες μέγεθος της ανθρώπινης κατάστασης, που γεφυρώνει τις διαφορές φυλής, φύλου, θρησκείας και πολιτικής.
Η Παγκόσμια Ημέρα Καλοσύνης γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 13 Νοεμβρίου.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/worldays/331#ixzz3rLsp099C

















Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΩΝ ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ


















 Ο Κρίτων Δηλαβέρης ήταν γιος του βιομήχανου  Ευστάθιου Κρίτωνος Δηλαβέρη.
       Ο Ευστάθιος Δηλαβέρης γεννήθηκε στον Καραβά Κυθήρων το 1855. Νεαρός,  20 ετών, ήρθε στον Πειραιά και έγινε  κοσμηματογράφος  (ζωγραφική οροφής) και   εργολάβος οικοδομών. Το 1888 επιδόθηκε στην ίδρυση του πρώτου στην Ελλάδα εργοστασίου κατασκευής μωσαϊκών πλακών στη διασταύρωση των οδών Χαϊδαρίου και Κάστορος. Μετά από δέκα χρόνια επεκτάθηκε στην κεραμοποιεία με νέα εργοστάσια. Το εργοστάσιο «Ευρωπαϊκών Κεράμων και Μωσαϊκών Πλακών» στην οδό Θηβών, στη  Νίκαια -Παλιά Κοκκινιά λειτούργησε για πρώτη φορά το 1902. Πρόκειται για ένα κτιριακό συγκρότημα το οποίο με απόφαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και του Υπουργείου Πολιτισμού το 2002 (, ΦΕΚ Δ 481/2002 ) κηρύχτηκε διατηρητέο. Την εποχή εκείνη η οικονομική του δύναμη αυξήθηκε εκπληκτικά.
       Με   πλάκες Δηλαβέρη έχουν στρωθεί πολλά δημόσια κτίρια όπως το Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, η Ιερατική Σχολή, η πρώην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, το Νοσοκομείο Παίδων, Το κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στον Πειραιά, το Τζάννειο Νοσοκομείο, η Βασάνειος Ναυτική Σχολή, το Ακταίον στο Φάληρο, το Μουσείο των Δελφών και άλλα.
                                                                                     
       Ο Ευστάθιος Δηλαβέρης αναδείχθηκε δια των δωρεών του τις οποίες έκανε σε φιλανθρωπικά ιδρύματα όπως το Τζάννειο Νοσοκομείο Πειραιά με πτέρυγα που ανήγειρε, το Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο Πειραιά, τον Πειραϊκό Σύνδεσμο και το νησί των Κυθήρων. Ίδρυσε ιατρείο στο Καραβά, βοήθησε χρηματικά στην κατασκευή παρθεναγωγείων, χρηματοδότησε την κατασκευή του δρόμου Καραβά – Αγίας Πελαγίας και ενίσχυσε το Γυμνάσιο Κυθήρων.
         Το 1935 αποφάσισε  να επεκτείνει τις δραστηριότητές του κατασκευάζοντας ένα νέο εργοστάσιο πλίνθο-κεραμοποιίας στη  Λεύκα το οποίο λειτούργησε μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1970, λίγο μετά το θάνατο του  Κρίτωνα [26 Φεβ. 1972].
      Την  1 Οκτ. του 2003 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιριών η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «Κεραμουργική Βιομηχανία ΚΡΙΤΩΝ ΕΥΣΤ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ ΑΕ», με την οποία αποφασίστηκε η λύση της εταιρίας και η θέση της σε εκκαθάριση.
       Πέθανε στον Πειραιά την 1η Αυγούστου 1936.  
                                       
                    Η  καλή  πορεία  συνεχίζεται

     Μετά το θάνατο του Ευσταθίου Δηλαβέρη, τα ηνία των επιχειρήσεων ανέλαβε ο γιος του Κρίτων. Δραστήριος και δυναμικός άνθρωπος σαν τον πατέρα του.
    Εξελέγη βουλευτής Πειραιώς και Νήσων την περίοδο 1946-1950, και συμμετείχε ενεργά σε πολλά σωματεία της εποχής. Υπήρξε πρόεδρος του Ναυτικού Αθλητικού Συνδέσμου στον Πειραιά από το 1948 μέχρι το 1963 και μαζί με τη σύζυγό του Αθηνά, αδελφή της ηθοποιού Κατίνας Παξινού, βοήθησε στην ανάπτυξή του ύστερα από τις καταστροφές που υπέστη επί Γερμανική Κατοχής.

                                                                           
       Όταν πρόεδρος  του Ναυτικού Αθλητικού Συλλόγου (ίδρυση 1929) ήταν ο  Κουβερτάρης, το 1948, ο Κρίτων και η Αθηνά Δηλαβέρη, άρχισαν με μεράκι την  αναστήλωση του Ομίλου. Εχτισαν με δικά τους έξοδα τον όροφο που βρίσκεται μέχρι σήμερα το εντευκτήριο του Ομίλου.
        Ο Κρίτων Δηλαβέρης έγινε και παρέμεινε Πρόεδρος του ΝΑΣ επί 15 συνεχή χρόνια.  
       Διετέλεσε πρόεδρος  του Συνδέσμου Γηγενών Πειραιωτών  ως το θάνατό του, και υπήρξε πρόεδρος του Ροταριανού Ομίλου Πειραιά τα έτη 1952-1954. 
      Ο Κρίτων Δηλαβέρης ήταν ένας ευπατρίδης.  Αυτήν την εντύπωση  σχημάτισα  ευθύς εξ αρχής, απ όταν τον επισκέφτηκα, στο σπίτι στη Λεύκα το 1961. Τότε πρωτοξεκινούσα στη δημοσιογραφία και εργαζόμουν στο ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟ. Με  εντολή του αείμνηστου διευθυντή του Τάσου Χαρβαλιά- σκοτώθηκε λίγο μετά σε τροχαίο ενώ πήγαινε στο Λαύριο-  πήγα να πάρω συνέντευξη από τον Κρίτωνα Δηλαβέρη για τα πολιτιστικά του Πειραιά. Το σπίτι του ήταν πάνω από το εργοστάσιο  λες κι έπρεπε να βρίσκεται πάντα κοντά σ αυτό. Επρεπε να περάσουν χρόνια  για να διαπιστώσω ότι ο άνθρωπος έκανε το φημισμένο εργοστάσιο, κι όχι το εργοστάσιο τον άνθρωπο Δηλαβέρη.   
      Και  πως μπορούσε  να είναι αλλιώς, αφού γεννημένος στον Πειραιά  από πλούσια και αρχοντική οικογένεια, το 1914 πήρε πτυχίο Νομικής. Βιομήχανος-πολιτευτής, εξελέγη βουλευτής Πειραιά τα χρόνια 1935, 1936, 1946. Πρόεδρος του Συνδέσμου Γηγενών Πειραιωτών και όχι μόνο, δώρισε την περιουσία του στον Δήμο Πειραιά.
      Τον Κρίτωνα, ως το 1972 που πέθανε, τον συνάντησα πολλές φορές, σε διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες, και  αποκόμισα τις ίδιες πάντα καλές εντυπώσεις.
      Επρόκειτο για ένα άνθρωπο  πολυσχιδή, όχι τόσο πολυπράγμονα  σε έργα, όσο σε αποφάσεις που σκοπό είχαν να κάνουν με τις  πολύπλευρες κοινωνικές του δράσεις, που κύριος μοχλός ήταν η σύζυγός του Αθηνά -δείτε πιο κάτω  τα σωματεία στα οποία  συμμετείχε.
         Με τον ευπατρίδη Κρίτωνα Δηλαβέρη και τη σύζυγό του Αθηνά συνεργάστηκα τα χρόνια 1965 -1971, ως πρόεδρος ή μέλος διαφόρων συλλόγων του Πειραιά σε θέματα περιβάλλοντος και κοινωνικά.
      Η Αθηνά, αδελφή της Μαρίκας Κοτοπούλη, υπήρξε για τον Κρίτωνα  το υπόλοιπο «είναι» του. Γι αυτό και μετά το θάνατό της το 1970, άρχισε να χάνει το έδαφος  κάτω από τα πόδια  του.
                                                               
       Ο Κρίτων Δηλαβέρης πέθανε το 1972, δύο χρόνια μετά το θάνατο της Αθηνάς χωρίς απογόνους. Ετάφη στον οικογενειακό τάφο στο κοιμητήριο της Ανάστασης.

       
       Το 1986 το οικογενειακό αρχείο  του Κρίτωνος Δηλαβέρη περιήλθε στο Ιστορικό αρχείο του Δήμου. 
       Πρόκειται για ένα αρχείο της οικογένειας Κρίτωνος Δηλαβέρη  και  της κεραμουργικής βιομηχανίας. Αποτελείται από ογκώδεις φακέλους που περιλαμβάνουν  χειρόγραφα, αλληλογραφία, ημερολόγιο, φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά και μηχανολογικά σχέδια, παρτιτούρες και  βιβλία καθώς  επίσης και έγγραφα του συνδέσμου Γηγενών Πειραιωτών και του Ερυθρού Σταυρού. Και φυσικά έχει  πολλά να «μαρτυρήσει».   

                                      Αθηνά  η φιλάνθρωπος

       Η Αθηνά  Δηλαβέρη,  σύζυγος του Κρίτωνα ήταν το τρίτο κορίτσι του αλευροβιομήχανου Βασίλη Κωνσταντόπουλου.  Δεύτερη ήταν η μεγάλη   Κατίνα Παξινού. Η Αθηνά  γεννήθηκε το 1908 στον Πειραιά. Διετέλεσε για πολλά χρό­νια πρόεδρος της Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων Πειραιώς. Ακόμη του ΟΚΦΑ, Ομίλου Κυριών Φίλων Αστυνομίας. Εργάστηκε πολλά χρόνια  δραστήρια σε πολλές άλλες ανθρωπιστικές οργανώσεις
   Συνέβαλε αποφασιστικά στην ίδρυση αναρρωτηρίων, παιδικών συσσιτίων, παιδικών κατασκηνώσεων  καθώς και άλλων κοινωνικών ιδρυμάτων. Διετέλεσε ακόμη πρόεδρος στη Λέσχη Εργαζόμενου Κοριτσιού Πειραιά,στις εκδηλώσεις παρευρίσκετο και ο Ιωάννης Μεταξάς - καθώς και στη  «Φανέλα του Στρατιώτη. Διετέλεσε επίσης  μέλος του Διοικ. Συμβουλίου στο Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο Πειραιώς, στο Εθνικό Συμβούλιο Ελληνίδων, καθώς και σε άλλες οργανώσεις  και  Ιδρύματα στον Πειραιά. Τιμήθηκε με τα   παράσημα: Χρυσούς Σταυρός Ευποιΐας, Χρυσούν μετάλλιον αστυνομικής αξίας, Δίπλωμα μετ' αργυρού μεταλλίου Φανέλας του Στρατιώτου. Απασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την αγγειοπλαστική και τη μουσική. Μιλούσε τη γαλλική, τη γερμανική και την αγγλική γλώσσα. Πέθανε   26 Ιανουαρίου1970  σε ηλικία μόλις 62 ετών.

                       Η ζωγράφος  Βαρβάρα Κωνσταντοπούλου

      Ή ζωγράφος  Βαρβάρα Κωνταντοπούλου ήταν το πρώτο παιδί του Β. Κωνσταντόπουλου. Γεννήθηκε στον  Πειραιά και σπούδασε  στην Αγγλία φωνητική μουσική. Έπαιζε με άνεση βιολί, πιάνο, και είχε μεγάλο ταλέντο ατό τραγούδι — ή καλλίτερη ερμηνεύτρια της μουσι­κής Βάγκνερ. Εκθέσεις  ζωγραφικής —καλή ζωγράφος— οργάνωσε στο Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Αθήνα, Πειραιά (1958)  και αλλού.
    Πέθανε ξαφνικά στο Λονδίνο από συγκοπή στις  10 Αυγούστου 1961. Ξεχώρισε σαν ζωγράφος. Αναμνηστική  έκθεσή της οργανώθηκε  από 5 - 30 Νοεμβρί­ου 1962  με την επιμέλεια του  Γιάννη  Τσαρούχη. Έργα της   υπάρχουν σε   πολλές συλλογές  στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

                                            Τελευταία  η ποιήτρια

      Η  Μαρία Ράλλη   ( φωτο  από το ΕΚΒ) ήταν η  τελευταία από τις αδελφές της. Είχε γεννηθεί  στον Πειραιά  το 1912 και διακρίθηκε  ως ποιήτρια και πεζογράφος. Παντρεύτηκε τον  πολιτικό και  υπουργό Περικλή Ράλλη, που πέθανε το 1945. Έκτος  από την καθαρά λογοτεχνική προσφορά της, ανέπτυξε αξιόλογη δραστηριότητα  για την προαγωγή της πνευματικής και  καλλιτεχνικής  ζωής. Διετέλεσε επί 20 περίπου χρόνια γεν. γραμματεύς της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών καθώς και μέλος   του  Διοικ. Συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
        Το λογοτεχνικό της έργο, σημαντικό σε   όγκο,   στάθηκε   και ποιοτικά  αξιόλογο. Για τη συλλογή  διηγημάτων  της «Από το ένα ατό άλλο». τιμήθηκε το '65 με το Α' Κρατικό Βραβείο Διηγήματος. Τύπωσε επίσης τα βιβλία (ποιητικές συλλογές, πεζογραφήματα,  ταξιδιωτικά  χρονικά κλπ.) «Γυναικεία λόγια» (1632) , «Εξομολογήσεις» (1934), «Στίχοι»   (1938), «Λόγια σε νεκρό»   (1943), «Μια γαλάζια γυναίκα»   (1944), « Ο καλύτερος που δεν ήτανε» (1944),  « Για μια ζωγραφιά και για ένα σκύλο»  ( 1945) ,  «Ένα κούκος σωπαίνει τη νύχτα» (1956). «Δρομολόγια και καθυστερήσεις» (1956) , «Περίπατοι στην Γερ­μανία» (1956) , «Εσωτερική γραφή» (1970) κ.α.
      Πέθανε στις 3   Ιανουαρίου του   1976.   Κηδεύτηκε   στο   Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Την  αποχαιρέτησε ο πρώην πρωθυπουργός  Π. Κανελλόπουλος.

                                          Κτίρια προς αξιοποίηση

      Σήμερα υπάρχουν δύο συγκροτήματα για αξιοποίηση. Της Λεύκας από τον Δήμο Πειραιά, και της Νίκαιας  από το Υπουργείο πολιτισμού.
      Για το κτίριο της Λεύκας ο νέος δήμαρχος κ. Βασίλης Μιχαλολιάκος δήλωσε ότι θα αξιοποιηθεί.







Η τετράς του Πειραιά






Ο Μάρκος Βαμβακάρης ήρθε από τη Σύρο, ο Ανέστης Δελιάς από τη Σμύρνη, ο Στράτος Παγιουμτζής από το Αϊβαλί και ο Γιώργος Μπάτης από τα Μέθανα.


Είχαν διαφορετικές ηλικίες, διαφορετική καταγωγή, τους ένωνε όμως η μουσική, το τραγούδι, η αγάπη για το αυθεντικό. Συναντήθηκαν γύρω στο '30, στα καφενεία και στις γειτονιές του Πειραιά. Ηταν τότε που ο νεαρός 29χρονος Μάρκος τούς καλεί να δουλέψουν παρέα, να φτιάξουν τραγούδια και να κάνουν μαζί εμφανίσεις.

Ετσι γεννιέται η «Τετράς του Πειραιά». Ενα μουσικό σχήμα που άλλαξε το τραγούδι. Ο Γιώργος Μπάτης κόντευε τα 50, ο Στράτος Παγιουμτζής τα 30 και ο Ανέστης Δελιάς, ο μικρότερος της παρέας, τα 22 του χρόνια. Η συνεργασία τους γέννησε το Πειραιώτικο Ρεμπέτικο.

Ογδόντα χρόνια μετά, η μουσική παράσταση «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» θυμάται μουσικές και τραγούδια που έμειναν αθάνατα. Η ιδέα και η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι της Λίνας Νικολακοπούλου, το εγχείρημα πραγματοποιείται με τη χορηγία του ΟΛΠ και αποτελεί την πρώτη συνεργασία του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και του Ελληνικού Φεστιβάλ.

Η ιστορία της «Τετράδος» ξεκινά κάπου το καλοκαίρι του 1934, χρόνια ταραγμένα τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά -με την Ελλάδα σε πτώχευση από το 1932. Η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» κουρδίζει μπουζούκια, μπαγλαμάδες και φωνές και ερμηνεύει μερικά από τα ομορφότερα τραγούδια του ρεμπέτικου. Στη Μάντρα του Σαραντόπουλου, κοντά σην Ανάσταση στη Δραπετσώνα, οι Μάρκος Βαμβακάρης, Γιώργος Μπάτης, Στράτος Παγιουμτζής και Ανέστης Δελιάς φτιάχνουν την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία, που σύντομα θα άλλαζε τη φυσιογνωμία του ελληνικού τραγουδιού.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης ήταν ο εμπνευστής της και ο Γιώργος Μπάτης εκείνος που τη βάφτισε με το λαμπερό καθαρευουσιάνικο τίτλο «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς».


Ενα πρωτοποριακό για την εποχή του μουσικό σχήμα γεννιέται και μαζί του όμορφα τραγούδια, που μιλούσαν για τον έρωτα, τη φτώχεια, τον καημό, την απελπισία. Για τη ζωή σε καιρούς δύσκολους.


Συναντιούνται σε καφενεία και ταβερνεία της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά, κατεβαίνουν στα βράχια της Πειραϊκής κι ερμηνεύουν τραγούδια αληθινά, που καθιερώθηκαν ως πειραιώτικα ρεμπέτικα τραγούδια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε έρθει στον Πειραιά το 1917 από τη Σύρα κι έμενε αρχικά στα Ταμπούρια. Επιασε δουλειά στο λιμάνι σαν γαιανθρακεργάτης, μετά λιμενεργάτης και στη συνέχεια, εκδορέας στα σφαγεία του Πειραιά και της Αθήνας.

Το 1924 πρωτάκουσε μπουζούκι κι έβαλε τα δυνατά του να γίνει ο πρώτος παίκτης. Εως το 1933 είχε γράψει πάνω από 50 τραγούδια,

Ο Στράτος Παγιουμτζής, γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, εγκαταστάθηκε στον Πειραιά πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Από μικρός κι αυτός στο μεροκάματο. Ηταν ο βασικός τραγουδιστής τής κομπανίας κι έλεγαν γι' αυτόν ότι «στο λαιμό του είχε φωλιές από αηδόνια».

Ο Ανέστης Δελιάς, γεννημένος στη Σμύρνη, ήρθε στην Ελλάδα το 1920 και εγκαταστάθηκε στη Δραπετσώνα. Γιος του Παναγιώτη Δέλιου, σαντουρίστα φημισμένου σε όλη τη Μικρά Ασία, στα 17 του χρόνια έπαιζε κιθάρα. Μπουζούκι έπιασε στα χέρια του το 1930 με την προτροπή του Μάρκου.

Ο Γιώργος Μπάτης γεννημένος, άλλοι λένε το 1885 κι άλλοι το 1890, στα Παλαιά Λουτρά Μεθάνων, ήρθε στον Πειραιά 8 χρόνων. Το 1908 στρατεύτηκε και υπηρέτησε ώς... το 1920: από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων», το 1912, ώς τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Εμαθε μπαγλαμά στις στρατιωτικές φυλακές όπου τον έκλειναν τακτικά γιατί λιποτακτούσε. Επαιζε και τραγουδούσε σε τεκέδες και ταβερνάκια του Πειραιά.


Το 1925 άνοιξε το πρώτο του χοροδιδασκαλείο «Κάρμεν»», στη Δραπετσώνα, και το 1931 ένα καφενείο-τεκέ, το «Ζωρζ Μπατέ», στα Λεμονάδικα του Καραϊσκάκη (Ακτή Τζελέπη), όπου σύχναζαν όλοι οι μάγκες της εποχής. Ηταν η γέφυρα μεταξύ της παλαιότερης και της νέας γενιάς του Πειραιώτικου Ρεμπέτικου.
























Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος 1909 – 1990




Γιάννης Ρίτσος




Σπουδαίος και πολυγραφότατος έλληνας ποιητής, με διεθνή απήχηση, που ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ‘30. Ο «Επιτάφιος», η «Ρωμιοσύνη» και η «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» είναι τρία από τα πιο γνωστά έργα του. Το 1975 προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909. Ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του μεγαλοκτηματία Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας  Βουζουναρά. Τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν η Νίνα (1898-1970), ο Μίμης (1899-1921) και η Λούλα (1908- 1995).

Το 1919 αποφοίτησε από το Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο Γυμνάσιο του Γυθείου. Την ίδια χρονιά πέθαναν ο αδερφός του Μίμης και η μητέρα του Ελευθερία, και οι δύο από φυματίωση. Το 1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Όραμα».

Το 1925 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο και έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα. Είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του κι έτσι ο ποιητής αναγκάστηκε να εργαστεί για τα προς το ζην, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα. Το 1926 προσβλήθηκε και ο ίδιος από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά ως το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, οπότε γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς να μπορέσει ποτέ να φοιτήσει. Συνέχισε να εργάζεται ως βοηθός βιβλιοθηκαρίου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας.

Τον Ιανουάριο του 1927 νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και τον επόμενο μήνα στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια. Στη «Σωτηρία» ο Ρίτσος γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του, ενώ παράλληλα έγραψε κάποια ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός». Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο έζησε στα Χανιά, αρχικά στο φθισιατρείο της Καψαλώνας και μετά από προσωπική του καταγγελία των άθλιων συνθηκών ζωής που επικρατούσαν εκεί σε τοπική εφημερίδα, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης.

Τον Οκτώβριο του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα κι ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης. Εκεί σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις. Η υγεία του βελτιώθηκε σταδιακά, το ίδιο και τα οικονομικά του με τη βοήθεια της αδερφής του Λούλας, που είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική. Τον επόμενο χρόνο, ο πατέρας του μπήκε στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί (όπου πέθανε το 1938) και πέντε χρόνια αργότερα τον ακολούθησε η Λούλα, η οποία πήρε εξιτήριο το 1939.

Το 1933 συνεργάστηκε με το αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» και για τέσσερα χρόνια ως ηθοποιός με τους θιάσους Ζωζώς Νταλμάς, Ριτσιάρδη, Παπαϊωάννου και Μακέδου. Το 1934 άρχισε να αρθρογραφεί από τις στήλες του Ριζοσπάστη κι εξέδωσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» με το ψευδώνυμο Σοστίρ (αναγραμματισμό του επιθέτου του). Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του. Το 1935 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Πυραμίδες» και προσλαμβάνεται ως επιμελητής κειμένων στις εκδόσεις «Γκοβόστη».

Στις 9 Μαΐου 1936 γίνονται στη Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές, κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας. Την επομένη, ο Ρίτσος βλέπει στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον «Επιτάφιο», που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα. Με τη δικτατορία Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία 250 καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.

Το 1937 νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πάρνηθας και τον ίδιο χρόνο, συγκλονισμένος από την αρρώστια της πολυαγαπημένης του αδελφής Λούλας, γράφει την ποιητική σύνθεση «Το τραγούδι της αδελφής μου», ένα από τα ωραιότερα λυρικά της νεοελληνικής ποίησης. Ο Κωστής Παλαμάς, εντυπωσιασμένος από το ποίημα, έγραψε τους στίχους - εγκώμιο για τον Ρίτσο:

Γρήγορο αργοφλοίβισμα της γαλάζιας πλάσης
Να παραμερίσουμε για να περάσης.
Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και προσλαμβάνεται στο Εθνικό Θέατρο. Δύο χρόνια αργότερα, εκδίδει την «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» και προσλαμβάνεται ως χορευτής στη Λυρική Σκηνή.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942. Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στα «Δεκεμβριανά» ακολούθησε τις δυνάμεις του στη σύμπτυξη. Περνά από τη Λαμία, όπου συναντά τον Άρη Βελουχιώτη και φθάνει μέχρι την Κοζάνη, όπου ανεβάστηκε το θεατρικό του «Η Αθήνα στ’ άρματα». Το 1945 γράφει τη «Ρωμιοσύνη», ένα ακόμη δημοφιλές ποίημά του, που το μελοποίησε το 1966 ο Μίκης Θεοδωράκης.

Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε λόγω της αριστερής δράσης του στο Κοντοπούλι της Λήμνου (1948), στη Μακρόνησο (1949) και στον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Έρη (1955). Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Όταν το διάβασε ο σπουδαίος γάλλος ποιητής και συγγραφέας Λουί Αραγκόν (1897-1982) αισθάνθηκε «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας» και αποφάνθηκε πως ο δημιουργός του είναι «ο μεγαλύτερος από τους ποιητές του καιρού μας που βρίσκονται στη ζωή».

Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τον «Επιτάφιο» και σηματοδότησε την περίοδο της διάδοσης της μεγάλης ποίησης στο πλατύ κοινό. Το 1962 ο Ρίτσος επισκέφθηκε τη Ρουμανία και συναντήθηκε με το Ναζίμ Χικμέτ, του οποίου μετέφρασε ποίηματα στα ελληνικά. Κατόπιν πήγε στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπου ολοκλήρωσε την Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, την Ουγγαρία και τη Λ. Δ. της Γερμανίας. Το 1964 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές με την ΕΔΑ.

Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, οι φίλοι του τον ειδοποίησαν να κρυφτεί, εκείνος όμως δεν έφυγε από το σπίτι του. Τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Στα τέλη Απριλίου μεταφέρθηκε στη Γυάρο και αργότερα στο Παρθένι της Λέρου. Το 1968 νοσηλεύθηκε στον «Άγιο Σάββα» και στη συνέχεια τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του στο Καρλόβασι της Σάμου. Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, μετά όμως από άρνησή του να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου εξορίστηκε εκ νέου στη Σάμο ως το τέλος του χρόνου που μπήκε για εγχείρηση στη Γενική Κλινική Αθηνών. Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα, όπου συνέχισε να γράφει με πυρετώδεις ρυθμούς. Το 1975 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το μεγάλο γαλλικό βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινί». Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το βραβείο «Λένιν» στη Μόσχα. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια αναγορεύσεις του σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια: Μπίρμιγχαμ (1978), Καρλ Μαρξ της Λειψίας (1984) και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1987). Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ.

Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από τη ζωή στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές. Ενταφιάστηκε τρεις μέρες αργότερα στη γενέτειρά του Μονεμβασιά.

Το κύριο σώμα του έργου του συγκροτούν πάνω από 100 ποιητικές συλλογές, 9 πεζογραφήματα και 4 θεατρικά έργα. Οι μελέτες για ομοτέχνους του, οι πολυάριθμες μεταφράσεις και χρονογραφήματα, καθώς και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν την εικόνα του χαλκέντερου δημιουργού.

 Περί Πηγών...

 ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Δημόσιο Πάρκο
Διείσδυση
Επαναστάτες
Επιτάφιος (Απόσπασμα)
Επιτέλους
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος
Ο Ωραίος Δραπέτης
Παραπλανητικό
Προσέγγιση
Τ' Άσπρα Βότσαλα
Τα παιδιά της ΚΝΕ
Το Αδιάβατο
Υαλουργεία
Χώρος Απορριμάτων


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/1065#ixzz3rAJ1G1Bb

















Γιοβάν Τσαούς (πραγματικό όνομα, Γιάννης Εϊτζιρίδης ή Ετσιρείδης, 1893 – 1942)
















O Γιοβάν Τσαούς (πραγματικό όνομα, Γιάννης Εϊτζιρίδης ή Ετσιρείδης, 1893 – 1942) ήταν Έλληνας λαϊκός συνθέτης ρεμπέτικων τραγουδιών, ο οποίος άφησε πίσω του περιορισμένο ηχογραφημένο έργο.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Γιοβάν (Ιωάννης) Εϊτζηρίδης ήταν ποντιακής καταγωγής. Γεννήθηκε στην Κασταμονή του Πόντου το 1893. Υπηρέτησε στον οθωμανικό στρατό ως «τσαούς» (çavuş = λοχίας) από το οποίο και έμεινε το προσωνύμιο. Στην Τουρκία ήταν γνωστός μουσικός και λέγεται ότι έπαιξε ακόμα και στην αυλή του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β'. Μετά το άδοξο, για τους Έλληνες, τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας και την ανταλλαγή πληθυσμών, ο Τσαούς ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε αρχικά στον Πειραιά όπου διατηρούσε διώροφο σπίτι στο ισόγειο του οποίου λειτουργούσε ο ίδιος ραφείο και στη συνέχεια το μετέτρεψε σε ποτοπωλείο (ουζερί). Το 1937 μετακόμισε στην Κοκκινιά όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του. Πέθανε το 1942 από δηλητηρίαση (δηλητηριάστηκαν με τη σύζυγό του από ακατάλληλη τροφή, λόγω της πείνας στη γερμανική κατοχή).

Ο Γιοβάν Τσαούς ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος μουσικός. Έπαιζε πιάνο, βιολί, τζουρά, σάζ, ούτι, μπουζούκι, μπαγλαμά και ταμπουρά και έγραφε στίχους. Δεν ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική αλλά δίδασκε μπουζούκι. Μαθητές του ήταν πολλοί γνωστοί δεξιοτέχνες της εποχής, ανάμεσά του και ο Γιάννης Παπαϊωάννου.

Στο βιβλίο "Ρεμπέτικη Ιστορία 1-Περπινιάδης, Γενίτσαρης, Μάθεσης, Λελάκης (ο στιχουργός)" του Κ. Χατζηδουλή, (εκδόσεις Νεφέλη, 1978), στη σελ. 15 διηγείται ο Στελλάκης Περπινιάδης:

.....O Γιοβάν Τσαούς ήξερε όλους τους δρόμους. Τους δρόμους όλους τους ξέρουν μόνο αυτοί που παίζουν κανονάκι, γι' αυτό και ο Τσαούς είχε στο μπουζούκι του ταστιέρα από κανονάκι. Όποιος έπιασε αυτό το μπουζούκι για να παίξει το παράτησε αμέσως. Κανείς δεν μπορούσε να παίξει. Μια φορά το πήρε στα χέρια του ο Μάρκος ο Βαμβακάρης αλλά γρήγορα το παράτησε. Αλλά τι να παίξει ο Μάρκος από το μπουζούκι του Γιοβάν Τσαούς που ήταν αλλόκοτο;......
Η συμβολή του Γιοβάν Τσαούς στη δημιουργία και εξέλιξη του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού είναι πολύ μεγάλη διότι άνοιξε νέους δρόμους, μετέδωσε τις γνώσεις του και επηρέασε τους υπόλοιπους μουσικούς, συνθέτες και δημιουργτης εποχής του.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι ηχογραφήσεις του Γιοβάν Τσαούς έγιναν την περίοδο 1935-1937. Ο Τσαούς φέρεται να έχει ηχογραφήσει μόνο 12 δικά του τραγούδια με τις φωνές του Αντώνη Καλυβόπουλου και του Στελλάκη Περπινιάδη.

Ανάμεσα σε αυτά γνωστότερο είναι ίσως το «Πέντε μάγκες στον Περαία», τραγούδι με πρωτόγνωρα για το ρεμπέτικο σουίνγκ στοιχεία[εκκρεμεί παραπομπή].

Τα υπόλοιπα τραγούδια του Γιοβάν Τσαούς φέρονται να είναι τα «Βλάμισσα», «Διαμάντω αλανιάρα», «Γιοβάν Τσαούς», «Γελασμένος», «Παραπονιούνται οι μάγκες» , «Κατάδικος», «Μάγκισσα», «Σε μια μικρούλα», «Η Ελένη η ζωντοχήρα», «Ο πρεζάκιας» και το δημοτικοφανές «Δροσάτη Πελοπόννησος».

Λέγεται ότι τους στίχους κάποιων τραγουδιών του δεν τους έγραφε ο ίδιος αλλά η γυναίκα του, Αικατερίνη Χαρμουτζή.

Όπως πολλοί συνθέτες της εποχής (Βαγγέλης Παπάζογλου, Ανέστος Δελιάς, Γιώργος Μπάτης και άλλοι), σταμάτησε να ηχογραφεί το 1937 επειδή αρνείτο να δεχτεί να υποβάλλονται τα έργα του σε λογοκρισία την οποία επέβαλε το καθεστώς του Μεταξά[