Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Νήσος Κέρκυρα



Ιστορία της Κέρκυρας


Τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας στην Κέρκυρα απαντούν από την παλαιολιθική εποχή, αλλά και από τη νεολιθική εποχή έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές λείψανα. Από την ομηρική εποχή κατοικούσαν οι περίφημοι Φαίακες. Οι πρώτοι Έλληνες άποικοι που εγκαταστάθηκαν είναι από την Ερέτρια της Εύβοιας. Κατόπιν εγκαταστάθηκαν Κορίνθιοι με αρχηγό τον Χερσικράτη το 734 π.Χ. Μαζί με τη μητρόπολη της Κορίνθου ίδρυσε την Επίδαμνο, το σημερινό Δυρράχιο. Η Κέρκυρα, που ήταν αποικία της Κορίνθου, θέλησε να ανεξαρτητοποιηθεί. Αυτό ήταν ευκαιρία για την Αθήνα να εμπλακεί, παίρνοντας το μέρος της Κέρκυρας, γεγονός που αποτέλεσε μια από τις αιτίες του ξεσπάσματος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Για μεγάλο χρονικό διάστημα έμεινε στην Κέρκυρα και ο Μέγας Αλέξανδρος, κατά τα νεανικά του χρόνια. Το νησί πολύ γρήγορα πέρασε στην κυριαρχία των Ρωμαίων, κατά τη σταδιακή εξάπλωσή τους προς ανατολάς. Πλήθος βαρβάρων πέρασαν και λεηλάτησαν το νησί κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου, λόγω του ότι ήταν προγεφύρωμα για τις απέναντι ηπειρωτικές ακτές και ήλεγχε την είσοδο της Αδριατικής. Βάνδαλοι και Οστρογότθοι, από τις ακτές της νότιας Ιταλίας, που ρήμαξαν στην κυριολεξία τις περιοχές αυτές, διατάραξαν την ειρηνική πορεία του νησιού μες στον χρόνο. Κατόπιν, ακολούθησαν Νορμανδοί, σκληροί βορειοευρωπαίοι, που την εποχή εκείνη είχαν κατακτήσει τη νότια Ιταλία και Σικελία. Ο αρχηγός τους Γυϊσκάρδος κατέκτησε την Κέρκυρα

Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και τη διανομή των Βυζαντινών εδαφών από τους κατακτητές, η Κέρκυρα περιήλθε στους Βενετούς, με διαστήματα επανάκτησής της από τους Έλληνες, αλλά και πάλι κατακτήθηκε από τους Ανδεγαυούς το 1267. Επανήλθαν οι Βενετοί το 1386, όταν και αρχίζει για την Κέρκυρα μια μακραίωνη περίοδος ενετοκρατίας που έδωσε το χρώμα και τον αέρα που ως σήμερα μπορούμε να διαπιστώσουμε. Αυτή την περίοδο, όπου το νησί γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και οικονομική ευημερία, η πόλη της Κέρκυρας βρισκόταν μέσα στο φρούριο, αλλά έξω είχε απλωθεί μια νέα πόλη, ατείχιστη, όμως, με αποτέλεσμα να είναι εκτεθειμένη σε κάθε είδους επιδρομές αλλοφύλων. Αργότερα, για να αντιμετωπιστεί η οποιαδήποτε εχθρική ενέργεια αποτελεσματικά, δημιουργήθηκε μια τεράστια επίπεδη έκταση μπροστά από το φρούριο, η σημερινή πλατεία Σπιανάδα. Το 1431, για πρώτη φορά, εμφανίστηκαν Τούρκοι στο νησί και προσπάθησαν μάταια να το καταλάβουν.

Το 1537, Τούρκοι, υπό τον τρομερό αρχηγό του στόλου Βαρβαρόσσα, κατέστρεψαν την εκτός των τειχών πόλη και ρήμαξαν την κερκυραϊκή ύπαιθρο παίρνοντας 20.000 αιχμαλώτους. Το 1571 επανέρχονται οι Τούρκοι και πολιορκούν με μανία την πόλη χωρίς, τελικά, αποτέλεσμα, όμως το νησί καταστρέφεται σχεδόν ολοσχερώς. Ύστερα από αυτά τα γεγονότα, η Βενετία τειχίζει τη νέα πόλη με το λεγόμενο Νέο Φρούριο, προσπαθώντας να προστατέψει το νησί από τις επιδρομές των Τούρκων.

Το 1716, οι Τούρκοι επανήλθαν με πολυπληθή στρατό να καταλάβουν το νησί, αλλά, με την πολύ καλή άμυνα και εποπτεία του στρατάρχη Σούλενμπουργκ, και αυτή η πολιορκία δεν έφερε για τους Τούρκους τα ποθητά αποτελέσματα. Η Βενετία, παρότι άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στην Κέρκυρα, δεν κατάφερε να την προστατέψει επαρκώς, από τις μεγάλες σφαγές και καταστροφές των τουρκικών επιδρομών. Από το 1797 ως το 1799, η Κέρκυρα πέρασε στα χέρια των Γάλλων.
Κατόπιν, υπήρξε μια ιδιότυπη Ρωσική κατοχή. Μετά από πολλές συζητήσεις μεταξύ των Ρώσων, αποφασίστηκε η ίδρυση της Επτανήσου Πολιτείας. Κατά την περίοδο αυτή η Κέρκυρα αναπτύσσει αξιόλογη δράση στον τομέα της τυπογραφίας, με την έκδοση πολλών βιβλίων, ελληνικών αλλά και άλλων, και πρωτοπορεί στην ελληνική επικράτεια.

Από το 1807, και ως το 1814, επέστρεψαν οι Γάλλοι του Ναπολέοντα στην Κέρκυρα και κατά τη διάρκεια της παρουσίας τους έδωσαν χρώμα και μια αίσθηση γαλλική στην πόλη. Με την κατάρρευση των αυτοκρατορικών Γάλλων του Ναπολέοντα, αγγλικός στρατός καταλαμβάνει την Κέρκυρα το 1815 και παραμένει εκεί ως το 1864, όταν το νησί ενσωματώθηκε στην Ελλάδα μαζί με τα άλλα Επτάνησα.

Μετα τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών, η Κέρκυρα αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα κέντρα υποδοχής Ελλήνων προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη (1922-1932).[1] Η έλλειψη δυνατότητας επαγγελματικής αποκατάστασης ήταν ο κυριότερος από τους λόγους οι οποίοι ανάγκασαν τους πρόσφυγες να φύγουν από αυτήν, αναζητώντας κάποιο καταλληλότερο μέρος, για οριστική εγκατάσταση, στην υπόλοιπη Ελλάδα. Έτσι, από τους 30.000 περίπου πρόσφυγες που κατέφυγαν στο νησί, μέχρι το 1930 απέμειναν περίπου 2.000.[2] Ανάμεσα στους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα ήταν και ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης.

Το 1923 υπήρξε κρίση στην Κέρκυρα. Με αφορμή τις δολοφονίες, από άγνωστους, Ιταλών στρατιωτών στα ελληνοαλβανικά σύνορα, οι οποίοι είχαν αποσταλεί προκειμένου να συμμετάσχουν ως μέλη της Διεθνούς Επιτροπής για τη διευθέτηση των προβλημάτων μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, η Φασιστική Ιταλία καταλαμβάνει την Κέρκυρα. Χάρις όμως στην Κοινωνία των Εθνών, το νησί απελευθερώνεται λίγες μέρες αργότερα.

Στην Κατοχή, η Ιταλία επανακαταλαμβάνει την Κέρκυρα το 1941, ενώ το 1943 περνά στην κατοχή των Γερμανών























Η Μάχη της Χαιρώνειας



Μία από τις πολυσυζητημένες μάχες της αρχαιότητας. Διεξήχθη στις 2 Αυγούστου 338 π.Χ. στην πεδιάδα του Βοιωτικού Κηφισού, κοντά στην οχυρή πόλη της Χαιρώνειας, ανάμεσα στους Μακεδόνες του Φιλίππου Β’ και στις συμμαχικές δυνάμεις των Θηβαίων και των Αθηναίων. Ο Φίλιππος επικράτησε και αναδείχθηκε κυρίαρχος του ελληνικού χώρου.

Το 339 π.Χ. ο Φίλιππος βρήκε την αφορμή να επέμβει στη Νότιο Ελλάδα. Το αμφικτιονικό συνέδριο των Δελφών κατηγόρησε τους Λοκρούς της Άμφισσας ότι σφετερίστηκαν γη του Μαντείου και ζήτησαν την κήρυξη ιερού πολέμου για την τιμωρία τους. Οι εκπρόσωποι των πόλεων, χωρίς τη συμμετοχή της Αθήνας και της Θήβας, όρισαν αρχιστράτηγο τον Φίλιππο.

Ο Φίλιππος, με 30.000 πεζούς και 2000 ιππείς, με επικεφαλής τον 18χρονο γιο του Αλέξανδρο, εξόρμησε στη Νότια Ελλάδα και αφού πέρασε τις Θερμοπύλες, κατέλαβε την Ελάτεια, όπου και στρατοπέδευσε, ενώ τμήμα του στρατού του κατέστρεψε την Άμφισσα. Η κατάληψη της Ελάτειας παρείχε στον Φίλιππο τον έλεγχο της οδού προς τη Βοιωτία και την Αττική και η κίνησή του έδειχνε πως ήταν αποφασισμένος να τελειώνει τους λογαριασμούς του με την Αθήνα και τη Θήβα. Η είδηση αυτή προκάλεσε ταραχή στους δυο «προαιώνιους» εχθρούς, οι οποίοι με πρωτοβουλία του ρήτορα Δημοσθένη (ηγέτη της αντιμακεδονικής μερίδας στην Αθήνα) παραμέρισαν τις διαφορές τους και συνέπηξαν συμμαχία.

Οι δυο αντίπαλες στρατιές έλαβαν θέση μάχης στην πεδιάδα της Χαιρώνειας στις 2 Αυγούστου 338 π.Χ. Οι Μακεδόνες παρέταξαν 30.000 πεζούς και 2000 ιππείς, ενώ οι σύμμαχοι 30.000 άνδρες και 500 ιππείς. Επικεφαλής των Αθηναίων ήταν οι στρατηγοί Στρατοκλής, Χάρης και Λυσικλής, ενώ των Θηβαίων ο Θεαγένης. Ο στρατός του Μακεδόνων με επικεφαλής τον Φίλιππο υπερτερούσε σε συνοχή και πολεμική πείρα. Επιπλέον, διέθετε ηγήτορες υψηλού επιπέδου, όπως ο Αλέξανδρος, ο Αντίπατρος και ο Παρμενίων, ενώ οι στρατηγοί των συμμάχων ήταν περιορισμένων ικανοτήτων, με ελάχιστη πολεμική εμπειρία. Εξαίρεση στην πολεμική μετριότητα της συμμαχικής δύναμης οι επίλεκτοι Θηβαίοι του Ιερού Λόχου.

Ο Φίλιππος ηγείτο της δεξιάς πτέρυγας και ήταν αντιμέτωπος των Αθηναίων, ενώ ο Αλέξανδρος ήταν επικεφαλής του ιππικού και ήταν αντιμέτωπος με τους Θηβαίους. Με την έναρξη της μάχης, ο Φίλιππος τήρησε αμυντική στάση έναντι των Αθηναίων, ενώ ο Αλέξανδρος ανάγκασε σε υποχώρηση τους Θηβαίους, όταν οι ιερολοχίτες, που μάχονταν με πείσμα, έπεσαν μέχρις ενός. Τότε στράφηκε προς τα δεξιά και πλευροκόπησε τους Αθηναίους, οι οποίοι βαλλόμενοι από δύο σημεία υποχώρησαν. Η μάχη σ’ αυτό το σημείο είχε κριθεί. Οι Αθηναίοι έχασαν 1000 άνδρες, ενώ 2000 αιχμαλωτίσθηκαν. Ανάλογες ήταν και οι απώλειες των Θηβαίων.

Μετά τη μάχη, ο Φίλιππος έδειξε επιείκεια στους Αθηναίους, αφού ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους τους και δεν προχώρησε στην κατάκτηση της πόλης τους. Απαίτησε, όμως, να αναγνωρίσουν την ηγεμονία του. Αντίθετα, συμπεριφέρθηκε σκληρά στους Θηβαίους. Θανάτωσε ή εξανδραπόδισε όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους και επανέφερε τους εξόριστους φίλους του. Στην Καδμεία εγκατέστησε μακεδονική φρουρά. Μετά τη βαριά ήττα τους στην Χαιρώνεια, οι Θηβαίοι έθαψαν τους νεκρούς του «ιερού λόχου» σ’ ένα κοινό τάφο κι έστησαν στον χώρο αυτό, πάνω σε ψηλό βάθρο, ένα μαρμάρινο λιοντάρι. Είναι ο γνωστός «Λέων της Χαιρωνείας», ο οποίος σήμερα έχει αναστηλωθεί.

Ο Φίλιππος εγκατέστησε μακεδονικές φρουρές στη Χαλκίδα, στην Αμβρακία, τα Μέγαρα και την Κόρινθο, ενώ συνήψε συνθήκες με τους Ηλείους, Αρκάδες και Μεσσηνίους, ενώ τους Σπαρτιάτες τους περιόρισε στην πόλη τους. Έχοντας κατά νου την ένωση των Ελλήνων και την εκστρατεία κατά των Περσών, ο Φίλιππος συγκάλεσε το 337 π.Χ. στην Κόρινθο συνέδριο των Ελλήνων. Όλες οι πόλεις έστειλαν αντιπροσώπους τους εκτός από τη Σπάρτη. Το Συνέδριο αποφάσισε τη διάλυση όλων των συνασπισμών, την επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των πόλεων από διαιτητικό δικαστήριο υπό την προεδρία του Φιλίππου και τη διενέργεια της εκστρατείας στην Περσία υπό την ηγεσία του μακεδόνα στρατηλάτη.

Για πολλούς αιώνες, η Μάχη της Χαιρώνειας οριοθετούσε στην ιστορική αντίληψη και θεώρηση του αρχαίου κόσμου το τέλος τής ελληνικής «πόλεως» και της ελευθερίας. Ας σημειώσουμε εδώ ότι στη Χαιρώνεια συγκρούστηκαν η Μακεδονία υπό μοναρχικό καθεστώς και οι πόλεις της Νότιας Ελλάδας, που άλλες είχαν δημοκρατικό και άλλες ολιγαρχικό πολίτευμα. Για πολλούς, η Χαιρώνεια ήταν το τέλος της πιο αξιόλογης εποχής της ελληνικής ιστορίας, της κλασικής. Πόσοι μετά τον Δημοσθένη πολιτικοί, ιστορικοί και φιλόλογοι δεν θρήνησαν για την ταφόπετρα της Ελλάδας που μπήκε στη Χαιρώνεια! Με μεγαλύτερη νηφαλιότητα και με ευρύτερη προοπτική κρινόμενη η μάχη αυτή μετά τον 19ο αιώνα (καθοριστική η συμβολή του γερμανού ελληνιστή Κ. Γ. Ντρόιζεν), φαίνεται να αποβάλλει μεγάλο μέρος της δραματικότητας που της είχε αποδοθεί και να θεωρείται πια ως ένα γεγονός που ανοίγει μια νέα εποχή, την Ελληνιστική, με ηγεμονεύουσα δύναμη τώρα τον Μακεδονικό Ελληνισμό.