Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Γεώργιος Γεννηματάς 1939 – 1994






Έλληνας πολιτικός, ιδρυτικό μέλος και ηγετικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Υπήρξε  εμπνευστής του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ).
Ο Γεώργιος Γεννηματάς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 1939. Πατέρας του ήταν ο Μανιάτης Θεόδωρος Γεννηματάς, δικηγόρος και οικονομολόγος, που διετέλεσε γενικός διευθυντής της UNRRA (ανθρωπιστικής οργάνωσης του ΟΗΕ) στην Ελλάδα, σύμβουλος της Αμερικανικής Οικονομικής Αποστολής και αργότερα της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Ελλάδα. Αδελφός του πατέρα του ήταν ο αντιστράτηγος και αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, Ιωάννης Γεννηματάς. Από τη μητέρα του, Φωτεινή, ήταν δισεγγονός του μεγάλου ευεργέτη της Σύμης και της Δωδεκανήσου, Γεωργίου Νικήτα Πετρίδη.
Μαθήτευσε στο Α’ Γυμνάσιο της Πλάκας και στη συνέχεια σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όπου ανέπτυξε σημαντική φοιτητική συνδικαλιστική δράση, οργανώνοντας πολλές διαδηλώσεις για την Κύπρο. Υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό ως σημαιοφόρος. Στη διάρκεια της θητείας του (1962), ασθένησε σοβαρά και διαγνώσθηκε με τη νόσο του Άντισον (Addison), από την οποία έπασχε και ο πρόεδρος Τζον Κένεντι.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του και των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, ίδρυσε και διηύθυνε την εταιρεία μελετών και κατασκευών «Αρχιτεχνική ΕΠΕ». Επίσης, διετέλεσε στέλεχος της Αγροτικής Τράπεζας στη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων έως το 1981, οπότε και παραιτήθηκε, έπειτα από 17 χρόνια. Πολλές γεωργικές βιομηχανίες έχουν την υπογραφή του στις κατασκευαστικές μελέτες τους, όπως το εργοστάσιο της Νεστλέ στο Πλατύ Ημαθίας, η Ελαιουργική στον Ασπρόπυργο, κτίσματα της Ένωσης Πεζών στην Κρήτη και άλλα. Όταν επετράπη ο συνδικαλισμός από τη δικτατορία, συμμετείχε σε συνδικαλιστικές ενώσεις μηχανικών και από το 1974 ως το 1978 διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδας.
Έγινε μέλος του ΠΑΣΟΚ από τη σύστασή του και ήταν υποψήφιος Α’ Περιφέρειας Αθηνών στις βουλευτικές εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974. Από το 1975 ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και στη συνέχεια του Εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ. Ο Γεννηματάς διακρινόταν για τα οργανωτικά του προσόντα και η επιρροή του στον κομματικό μηχανισμό και στη Νεολαία ΠΑΣΟΚ ήταν μεγαλύτερη κάθε άλλου στελέχους.
Μετά τη διαγραφή των μελών της Δημοκρατικής Άμυνας, ο Γιώργος Γεννηματάς έγινε ένα από τα μέλη της λεγόμενης «Τρόικας» (Τσοχατζόπουλος - Γεννηματάς - Λαλιώτης) που εξέφραζε και εκπροσωπούσε τον πρόεδρο σε όλα τα κεντρικά και περιφερειακά όργανα, και σε όλα τα επίπεδα του κόμματος. Έκτοτε, η καριέρα του, όπως και των Άκη Τσοχατζόπουλου και Κώστα Λαλιώτη, ήταν μετεωρική.
Ο Γεώργιος Γεννηματάς με την κόρη του Φώφη
Από το 1981 εκλεγόταν βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, αρχικά Επικρατείας, κατόπιν βουλευτής Μεσσηνίας (με τη λίστα, 1985) και, στη συνέχεια, Α’ Περιφέρειας Αθηνών (πρώτος σε σταυρούς, από το 1989 διαρκώς). Διετέλεσε Υπουργός Εσωτερικών (21 Οκτωβρίου 1981 - 17 Ιανουαρίου 1984), Υπουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων (21 Σεπτεμβρίου 1984 - 5 Ιουνίου 1985), Υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (5 Ιουνίου 1985 - 5 Φεβρουαρίου 1987) και Υπουργός Εργασίας (23 Σεπτεμβρίου 1987 - 2 Ιουλίου 1989). Ήταν κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ από τον Απρίλιο του 1989.

Στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα ήταν Υπουργός Εθνικής Οικονομίας (23 Νοεμβρίου 1989 - 13 Φεβρουαρίου 1990). Στις εκλογές της 10ης Οκτωβρίου 1993 εξελέγη πρώτος στην περιφέρεια Α’ Αθηνών και ορκίστηκε ξανά Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (13 Οκτωβρίου 1993 - 25 Φεβρουαρίου 1994).
Επί της θητείας του στο Υπουργείο Εσωτερικών αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση, ενώ το ηλικιακό όριο του εκλέγειν κατέβηκε από τα 21 χρόνια στα 18. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Υπουργείο Υγείας επέφερε τομή στη δημόσια υγεία με την καθιέρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) με τον νόμο 1397/83.
Τον Ιανουάριο του 1992, με αφορμή ένα κρυολόγημα υποβλήθηκε σε εξετάσεις και λίγες ημέρες αργότερα ο ίδιος ανακοίνωσε στους δημοσιογράφους ότι πάσχει από καρκίνο, λέγοντας: «Υπάρχουν μερικές στιγμές που το συναίσθημα ξεχειλίζει, δεν είμαι από μάρμαρο. Είναι γνωστό ότι έχω καρκίνο, αλλά θα προσπαθήσω». Τον Απρίλιο του 1992 υποβλήθηκε σε εγχείρηση στη Νέα Υόρκη, το ίδιο διάστημα που η σύζυγός του υποβάλλονταν σε θεραπευτική αγωγή για την ίδια ασθένεια.
Ο Γιώργος Γεννηματάς πέθανε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 1994. Η σύζυγός του Κάκια Βέργου είχε φύγει από τη ζωή έξι μήνες νωρίτερα. Μαζί από τα εφηβικά τους χρόνια απέκτησαν δύο κόρες, τη Φώφη, νυν πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, και τη Μαίρη. Για να τιμηθεί το έργο του Γιώργου Γεννηματά στον τομέα της δημόσιας υγείας, πολλά νοσηλευτικά ιδρύματα στην Ελλάδα φέρουν το όνομά του.













Η γενοκτονία των Αρμενίων






Η πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα, με τη συστηματική εξόντωση ενάμισυ εκατομμυρίου ανθρώπων από τις Οθωμανικές αρχές την τριετία 1915-1918. Υπήρξε ο προάγγελος του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Αρμένιοι, ένας πανάρχαιος χριστιανικός λαός της Εγγύς Ανατολής, μοιράζονταν μεταξύ της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην τσαρική Ρωσία ζούσαν κάτω από ένα σχετικά ανεκτικό καθεστώς (αν και δεν έλειπαν μαζικοί εκρωσισμοί), αλλά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υφίσταντο παντός είδους διωγμούς, όπως και οι άλλοι χριστιανικοί λαοί της αυτοκρατορίας (Έλληνες, Ασσύριοι κλπ).
Με την ανάδυση των εθνικισμών, ο Σουλτάνος τούς υποπτευόταν για αποσχιστικές τάσεις, ενώ και οι Ρώσοι, που εποφθαλμιούσαν εδάφη του «μεγάλου ασθενούς», υπέθαλπαν τις όποιες φιλοδοξίες τους. Έτσι, ο Αβδούλ Χαμίτ Β' δεν δίστασε να προβεί σε άγριους διωγμούς εναντίον των Αρμενίων της επικράτειάς του, με αποκορύφωμα τις σφαγές στο Σασούν (1894), τις μαζικές εκτελέσεις της διετίας 1895-1896, που στοίχισαν τη ζωή σε 300.000 Αρμενίους.
Η επικράτηση των Νεοτούρκων τον Ιούλιο του 1908, παρά τις αρχικές ελπίδες που γέννησε, δεν άλλαξε την κατάσταση για τους χριστιανούς της αυτοκρατορίας. Αντί για τον σεβασμό των συνθηκών και την πραγμάτωση των μεταρρυθμίσεων, όπως είχε υποσχεθεί, το νέο καθεστώς προέβη σε νέους διωγμούς των Αρμενίων τον Απρίλιο του 1909 στα Άδανα και την ευρύτερη περιοχή της Κιλικίας.
Η συστηματική, όμως, εξόντωση των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο σουλτάνος και ο τσάρος βρέθηκαν σε διαφορετικά στρατόπεδα. Το σχέδιο του Υπουργού Εσωτερικών, Ταλαάτ Πασά, μπήκε σε εφαρμογή στις 24 Απριλίου του 1915, με τη σύλληψη 250 επιφανών Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι εκτελέστηκαν το ίδιο βράδυ. Η 24η Απριλίου έχει καθιερωθεί ως Ημέρα Μνήμης για την Αρμενική Γενοκτονία και τιμάται κάθε χρόνο από την Αρμενική διασπορά.
Αμέσως μετά άρχισαν ομαδικές σφαγές του αρμενικού λαού στην Ανατολική Μικρά Ασία. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα του Ταλαάτ στις 28 Απριλίου 1915 προς τους νομάρχες των περιοχών αυτών: «Αποφασίσθηκε να τεθεί τέρμα στο ζήτημα των Αρμενίων με εκτόπισίν τους στις ερήμους και την εξόντωση αυτού του ξενικού στοιχείου». Έως το 1918 πάνω από ενάμισυ εκατομμύριο Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους ή αναγκάστηκαν να εκπατριστούν.
Η γενοκτονία του 1915 παρέμεινε ατιμώρητη από τη διεθνή κοινότητα, παρότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως σύμμαχος των Κεντρικών Δυνάμεων, βρισκόταν στους ηττημένους του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Αδόλφος Χίτλερ τη χρησιμοποίησε ως παράδειγμα για να δικαιολογήσει το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα. «Ποιος μιλάει σήμερα για τον αφανισμό των Αρμενίων;» διερωτήθηκε το 1939.
Η Αρμενική Γενοκτονία ήταν εν γνώσει των Γερμανών, συμμάχων των Οθωμανών στον Μεγάλο Πόλεμο, οι οποίοι όμως επέβαλαν καθεστώς λογοκρισίας στην πατρίδα τους. Ο μόνος πολιτικός που προσπάθησε μάταια να καταγγείλει την εξόντωση των Αρμενίων ήταν ο σοσιαλδημοκράτης Καρλ Λίμπκνεχτ, μετέπειτα ιδρυτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, στις 11 Ιανουαρίου 1916. Η ιστορική έρευνα έχει φέρει στο φως ντοκουμέντα ότι οι Γερμανοί ενθάρρυναν τους Οθωμανούς στην εξόντωση των Αρμενίων, επειδή τους θεωρούσαν προσκείμενους στους Ρώσους.
Μόλις το 2015 η Γερμανία υπαναχώρησε από τη σταθερή μέχρι τώρα άρνησή της να χρησιμοποιήσει τον όρο «γενοκτονία» για την εξόντωση των Αρμενίων από τους Οθωμανούς Τούρκους, υποκύπτοντας στις πιέσεις βουλευτών.«Η σφαγή των Αρμενίων πριν από 100 χρόνια υπήρξε γενοκτονία, το κλασικό παράδειγμα εθνοκάθαρσης, μαζικής καταστροφής και απέλασης», δήλωσε ο πρόεδρος της Γερμανίας Γιοακίμ Γκάουκ, κατά την διάρκεια επιμνημόσυνης δέησης που έγινε σε ναό του Βερολίνου στις 23 Απριλίου.
Η Τουρκία, ως διάδοχο κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ποτέ δεν παραδέχτηκε τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Υποστηρίζει ότι επρόκειτο για μία επιχείρηση καταστολής κατά εκείνων των Αρμενίων, που είχαν συνεργαστεί με τις ρωσικές δυνάμεις εισβολής στην ανατολική Τουρκία και ότι οι νεκροί δεν ξεπερνούσαν τις 300.000. Η δήλωση συγγνώμης του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογκάν προς τα εγγόνια των θυμάτων στις 23 Απριλίου του 2014, ίσως να είναι το προμήνυμα αλλαγής της στάσης της Άγκυρας.
Μέχρι το 2015, 25 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων (Αργεντινή, Βέλγιο, Καναδάς, Χιλή, Κύπρος, Ελλάδα, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λιθουανία, Λίβανος, Ολλανδία, Πολωνία, Ρωσία, Σλοβακία, Σουηδία, Ελβετία, Ουρουγουάη, Βατικανό, Βενεζουέλα, Αρμενία, Αυστρία, Βολιβία, Τσεχία, Συρία) και διεθνείς οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) ,το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Κοινή Αγορά του Νότου (Mercosur). Τη Γενοκτονία των Αρμενίων έχουν αναγνωρίσει, επίσης, οι 43 από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ, τέσσερις περιοχές της Ισπανίας (Βασκωνία, Καταλονία, Βαλεαρίδες Νήσοι, Ναβάρα), η Σκωτία, η Ουαλία και η Βόρειος Ιρλανδία από τη Μεγάλη Βρετανία και δύο περιοχές της Αυστραλίας (Νέα Νότιος Ουαλία και Νότια Αυστραλία).