Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Πρωταπριλιά


Συγκομιδή... σπαγγέτι στην Ιταλία (BBC, 1957)

Κάθε χρόνο την 1η Απριλίου αναβιώνει το έθιμο με τα αθώα ψέματα. Πρόκειται για μία παιγνιώδη συνήθεια των ανθρώπων, με παγκόσμια διάσταση. Το έθιμο έλκει την καταγωγή του από τη Δύση και οι ρίζες του ανιχνεύονται στους αρχαίους Κέλτες, οι οποίοι συνήθισαν την Πρωταπριλιά που καλυτέρευε ο καιρός να βγαίνουν για ψάρεμα. Τις περισσότερες φορές γύριζαν με άδεια χέρια, αλλά οι ψεύτικες ιστορίες τους για μεγάλα ψάρια έδιναν κι έπαιρναν.
Τον Μεσαίωνα, οι Γάλλοι γιόρταζαν την Πρωτοχρονιά την 1η Απριλίου, λόγω του Πάσχα. Το 1560 ή το 1564 ο βασιλιάς Κάρολος Θ’ μετέθεσε την αρχή του έτους από την 1η Απριλίου στην 1η Ιανουαρίου για να συμβαδίζει η χώρα του ημερολογιακά με τις άλλες χώρες. Η αλλαγή αυτή δημιούργησε προβλήματα στο λαό, καθώς ό,τι έχει σχέση με την οργάνωση του χρόνου δημιουργεί συναισθηματικές φορτίσεις και αντιδράσεις. Όσοι, λοιπόν, από τους υπηκόους του βασιλιά αποδέχτηκαν την ημερολογιακή αλλαγή πείραζαν εκείνους που συνέχιζαν να τηρούν την παλιά πρωτοχρονιά (1η Απριλίου), λέγοντάς τους περιπαικτικά ψέματα ή κάνοντάς τους ψεύτικα πρωτοχρονιάτικα δώρα.
Από τους Κέλτες και τους Γάλλους το έθιμο μεταλαμπαδεύτηκε σ’ όλο τον κόσμο, με προεξάρχουσες τις εφημερίδες στις αρχές του 20ου αιώνα και στη συνέχεια τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, που συχνά μεταδίδουν πολύ επιτυχημένες ειδήσεις - φάρσες. Με την εξάπλωση του Ίντερνετ, η Πρωταπριλιά έχει γίνει πλέον καθημερινή συνήθεια. Τα λεγόμενα «hoax» είναι οι πιο συνηθισμένες διαδικτυακές φάρσες. Πρόκειται για κατασκευασμένες ιστορίες με περίτεχνο τρόπο που μπορούν να ξεγελάσουν ακόμη κι ένα γνώστη του θέματος, το οποίο πραγματεύονται.
Στον ελληνικό χώρο το έθιμο πρέπει να ήταν γνωστό από την εποχή των Σταυροφοριών. Η συνήθεια να λένε ψέματα δεν είναι άγνωστη στην Ελλάδα. Μάλιστα, αποτελεί, όπως υποστηρίζει ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας, συνήθη μηχανισμό στην προσπάθεια εξασφάλισης της επιτυχίας μιας μαγικής ενέργειας ή ενός δύσκολου έργου, βάσει της αντίληψης ότι η ψευδολογία ξεγελά και εμποδίζει τις βλαπτικές δυνάμεις. Και το ψέμα της Πρωταπριλιάς είναι «ένα σκόπιμο ξεγέλασμα των βλαπτικών δυνάμεων που θα εμπόδιζαν την αγροτική παραγωγή», σύμφωνα με το λαογράφο Δημήτριο Λουκάτο.
















Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Η δήλωση Σεφέρη κατά της χούντας





Στις 28 Μαρτίου του 1969 ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) αποφασίζει να λύσει τη σιωπή του και να μιλήσει ανοιχτά κατά της χούντας των συνταγματαρχών. Μαγνητοφωνεί μία δήλωση, στην οποία, μεταξύ άλλων, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου στο στρατιωτικό καθεστώς για την τραγωδία στην οποία οδηγούσε την Ελλάδα.
Η κασέτα φθάνει λαθραία στο Λονδίνο και αυθημερόν η δήλωσή του μεταδίδεται από την Ελληνική Υπηρεσία του BBC, ενώ αναμεταδίδεται από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Παρισιού και την «Ντόιτσε Βέλε».

Η Δήλωση Σεφέρη

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ώς τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:
Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.
Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.
Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.
Η Χούντα, φανερά ενοχλημένη από την εξέλιξη αυτή, θα αφαιρέσει από τον Σεφέρη τον τίτλο του πρέσβεως επί τιμή και το δικαίωμα χρήσης του διπλωματικού διαβατηρίου του. Θα δικαιολογήσει την πράξη της αυτή με το επιχείρημα ότι ή δήλωσή του μεταδόθηκε από τη ραδιοφωνία της Σοβιετικής Ένωσης και άρα συνιστά αντεθνική προπαγάνδα. Στον χορό θα μπει και ο φιλικός της Τύπος, που θα γράψει ότι ο Σεφέρης «πούλησε την Κύπρο για να πάρει το Νόμπελ», ενώ θα τον χαρακτηρίσει κρυφοκομμουνιστή και μίσθαρνο όργανο ξένων κυβερνήσεων.














Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

25η Μαρτίου και Εθνική Επέτειος















Ο Όρκος της Αγίας Λαύρας, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη (1851)
Κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου τιμούμε και γιορτάζουμε τον ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων κατά του Τούρκου δυνάστη για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Εκ των πραγμάτων είναι η πιο σημαντική ημερομηνία στην ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, ως αφετηρία της εθνικής παλιγγενεσίας.
Τι συνέβη, άραγε, στις 25 Μαρτίου του 1821 και την έχουμε αναδείξει ως την ημέρα της εθνικής μας εορτής; Τίποτα απολύτως λένε οι ιστορικοί. Ή σχεδόν τίποτα, για να είμαστε ακριβείς, πέρα από κάποιες αψιμαχίες. Κανένα σπουδαίο πολεμικό γεγονός που να δικαιολογεί αυτή την επιλογή. Ούτε καν η ύψωση του λαβάρου της Μονής της Αγίας Λαύρας και η ορκωμοσία των παλληκαριών από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό.
Το περιστατικό της Αγίας Λαύρας είναι ένας εθνικός μύθος. Τον οφείλουμε στον γάλλο περιηγητή και ιστορικό Φρανσουά Πουκεβίλ (1770-1838), ο οποίος συνέγραψε την τετράτομη Ιστορία της Αναγεννήσεως της Ελλάδος (1824). Η ιστορία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά και μέσω του πίνακα Ο Όρκος της Αγίας Λαύρας (1851) του σημαντικού έλληνα ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη (1814-1878).
Άλλωστε και ο ίδιος ο Παλαιών Γερμανός δεν αναφέρει λέξη για το περιστατικό στα απομνημονεύματά του. Είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι εκείνη την ημέρα δεν βρισκόταν στη Μονή της Αγίας Λαύρας, αλλά στην Πάτρα, όπου όντως όρκισε τους επαναστάτες της περιοχής στην Πλατεία του Αγίου Γεωργίου.
Η επέτειος να γιορτάζουμε τον εθνικό ξεσηκωμό στις 25 Μαρτίου καθιερώθηκε στις 15 Μαρτίου 1838 από τον βασιλιά Όθωνα, προκειμένου να συνδεθεί με το εκκλησιαστικό γεγονός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Ήταν και επιθυμία του Αλέξανδρου Υψηλάντη και της Φιλικής Εταιρείας να συνδεθεί η έναρξη της επανάστασης με μια μεγάλη εκκλησιαστική εορτή για να τονωθεί το φρόνημα των υπόδουλων Ελλήνων.
Στην πραγματικότητα, η Επανάσταση δεν ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου 1821, αλλά λίγες μέρες νωρίτερα στην Πελοπόννησο, μία περιοχή με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς και μικρή στρατιωτική παρουσία των Τούρκων. Ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής της Πελοποννήσου (Μόρα Βαλεσί) Χουρσίτ Πασάς βρισκόταν στα Γιάννινα για να εξοντώσει τον Αλή Πασά, ο οποίος είχε αυτονομηθεί από την Υψηλή Πύλη. Πριν από την αναχώρησή του, ο Χουρσίτ είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τους προεστούς του Μοριά ότι οι φήμες που κυκλοφορούσαν για τον επικείμενο ξεσηκωμό των ραγιάδων ήταν ανυπόστατες.
Αχαιοί και Μανιάτες ερίζουν για το ποιος έριξε την πρώτη τουφεκιά του εθνικού ξεσηκωμού. Στις 21 Μαρτίου αρχίζει η πολιορκία των Καλαβρύτων από τον Σωτήρη Χαραλάμπη και τους Πετμεζαίους. Είναι η πρώτη πολεμική ενέργεια της Επανάστασης και θα λήξει νικηφόρα μετά από πέντε ημέρες.
Στις 23 Μαρτίου οι Μανιάτες υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τη συνεπικουρία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καταλαμβάνουν την Καλαμάτα και με διακήρυξή τους κάνουν γνωστό στη διεθνή κοινότητα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Την ίδια ημέρα, οι άνδρες του Αντρέα Λόντου θέτουν υπό τον έλεγχό τους τη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο), ενώ επαναστατικός αναβρασμός επικρατεί στην Πάτρα. Από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Άγιο Όρος αναχωρεί ο σερραίος έμπορος και φλογερός πατριώτης Εμμανουήλ Παππάς, προκειμένου να ξεκινήσει την Επανάσταση στη Μακεδονία.
Η 23η Μαρτίου είναι ο πρώτος σημαντικός σταθμός του εθνικού αγώνα και θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει τη θέση της 25ης Μαρτίου στο εορταστικό καλεντάρι της χώρας μας.






















Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Παγκόσμια Ημέρα για το Νερό






Η Παγκόσμια Ημέρα για το Νερό καθιερώθηκε στη συνδιάσκεψη του ΟΗΕ σχετικά με το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, που πραγματοποιήθηκε στο Ρίο Ντε Ζανέιρο της Βραζιλίας το 1992. Τη σχετική απόφαση πήρε η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 22 Δεκεμβρίου του 1992, που όρισε την 22α Μαρτίου ως Παγκόσμια Ημέρα για το Νερό.
Το θιέμα του φετινού εορτασμού(2016) «Νερό και δουλειές» επικεντρώνεται στο πώς η ποσότητα και ποιότητα του νερού μπορεί να αλλάξει τη ζωή και τα μέσα διαβίωσης των εργαζομένων, αλλά  και να μεταμορφώσει προς το καλύτερο τις κοινωνίες και τις οικονομίες.
Το Νερό, ο επονομαζόμενος και λευκός χρυσός, πηγή ζωής για τον άνθρωπο, βρίσκεται ανισομερώς κατανεμημένο στον πλανήτη.
  • Το 1/6 του πληθυσμού της γης, δηλαδή πάνω από 1 δισεκατομμύριο ψυχές, δεν έχουν πρόσβαση σε υδάτινες πηγές.
  • 1,1 δισεκατομμύρια άνθρωποι πίνουν νερό από μη ασφαλείς πηγές.
  • 2,5 δισεκατομμύρια στερούνται και των πλέον βασικών συνθηκών υγιεινής.
  • 400.000.000 εκατομμύρια παιδιά, σχεδόν το 1/5 των παιδιών του κόσμου, στερούνται ακόμη και την ελάχιστη ποσότητα καθαρού νερού που χρειάζονται για να ζήσουν.
  • 5 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από ασθένειες σχετιζόμενες με μολυσμένα ύδατα, 10 φορές περισσότεροι από αυτούς που σκοτώνονται κάθε χρόνο σε πολέμους.
  • 300 σημεία σ' όλο τον πλανήτη είναι δυνητικά πεδία συγκρούσεων σχετικά με το νερό, σύμφωνα με τον ΟΗΕ.










Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Παγκόσμια Ημέρα για το Σύνδρομο Down





Η Παγκόσμια Ημέρα για το Σύνδρομο Down καθιερώθηκε το 2006, με πρωτοβουλία του συμπατριώτη μας γιατρού Στυλιανού Αντωναράκη, καθηγητή Γενετικής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, προκειμένου να ευαισθητοποιήσει και να ενημερώσει τη διεθνή κοινότητα για το σύνδρομο Down.
Το σύνδρομο Down είναι μια γενετική κατάσταση, που οφείλεται στο επιπλέον χρωμόσωμα που εμφανίζεται στο 21ο ζευγάρι, εξ ου και η ταξινόμησή του ως Τρισωμία 21. Προέρχεται κατά 90-95% από το ωάριο και 5-10% από το σπερματοζωάριο και επηρεάζει περίπου μία στις 600-700 γεννήσεις παιδιών.
Η πρώτη παρατήρηση του συνδρόμου έγινε το 1866 από τον John Langdon Down. Ο άγγλος γιατρός παρατήρησε ότι μερικά νεογνά που γεννιούνται έχουν εξωτερική όψη παρόμοια με αυτή των Μογγόλων, απ' όπου προήλθε και η ονομασία μογγολισμός, που στις μέρες μας έχει εγκαταλειφθεί.
Τα παιδιά με σύνδρομο Down αντιμετωπίζουν νοητική υστέρηση και μαθησιακή δυσκολία, ενώ είναι επιρρεπή σε μια σειρά από ασθένειες. Με την κατάλληλη εκπαίδευση και τη συνεργασία γονιών και δασκάλων, μπορούν να γίνουν ενεργά μέλη της κοινωνίας.
Ως Παγκόσμια Ημέρα για το Σύνδρομο Down καθιερώθηκε η 21η Μαρτίου κάθε χρόνο, από τα αριθμητικά δεδομένα που συνθέτουν το σύνδρομο (3ο χρωμόσωμα στο 21ο ζεύγος=3.21).




















Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

Επίσημη πρώτη για την Ανοιξη- Στις 12:29 η εαρινή ισημερία



Το μεσημέρι της Δευτέρας 20 Μαρτίου και συγκεκριμένα στις 12:29 ώρα Ελλάδας θα υπάρξει εαρινή ισημερία. Θα αρχίσει έτσι και επίσημα η 'Ανοιξη του 2017 στο βόρειο ημισφαίριο, στο οποίο ανήκει και η χώρα μας.

Αντίστροφα, στο νότιο ημισφαίριο θα ξεκινήσει το φθινόπωρο. Τη Δευτέρα ο Ήλιος θα λάμπει κάθετα πάνω από τον Ισημερινό της Γης και η διάρκεια της μέρας και της νύχτας θα είναι περίπου ίδια. Μετά τις 20 Μαρτίου, στο βόρειο ημισφαίριο (και στην Ελλάδα) η μέρα θα μεγαλώνει συνεχώς σε βάρος της νύχτας έως το θερινό ηλιοστάσιο, ενώ το αντίστροφο θα συμβεί στο νότιο ημισφαίριο.

Οι ισημερίες -η εαρινή και η φθινοπωρινή- καθορίζουν την έναρξη της άνοιξης και του φθινοπώρου, ενώ τα ηλιοστάσια -το θερινό και το χειμερινό- προσδιορίζουν την έναρξη του καλοκαιριού και του χειμώνα αντίστοιχα. Η άνοιξη δεν έχει σταθερή ημερομηνία έναρξης και η πρώτη μέρα της ποικίλει ανάμεσα στις 19 (πιο σπάνια), στις 20 (συνήθως) και στις 21 Μαρτίου, ανάλογα με το έτος.




















Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Νικόλας Άσιμος 1949 – 1988






Ο τραγουδοποιός Νικόλας Άσιμος γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1949 στη Θεσσαλονίκη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Ασημόπουλος. Οι γονείς του ήταν από την Κοζάνη, όπου ο Νικόλας έζησε τα παιδικά του χρόνια και τελείωσε το σχολείο. Ως έφηβος, ασχολήθηκε με τον αθλητισμό. Διακρίθηκε στο άλμα εις ύψος, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση στους μαθητικούς αγώνες σχολείων της Μακεδονίας το 1965, καθώς και στο ποδόσφαιρο. Μάλιστα, του έγινε επίσημη πρόταση από την ομάδα της Κοζάνης, αλλά τελικά η συμφωνία ναυάγησε.
Στα δεκαοχτώ του έφυγε για τη Θεσσαλονίκη, για να σπουδάσει στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής. Αρχικός στόχος του ήταν να περάσει στο τμήμα δημοσιογραφίας, την οποία άσκησε ερασιτεχνικά παράλληλα με τις σπουδές του. Σε κάποιο άρθρο του σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ψευδώνυμο Άσιμος κι έκτοτε το καθιέρωσε. Παράλληλα, ασχολήθηκε και με το θέατρο. Έφτιαξε ένα φοιτητικό θεατρικό εργαστήρι, παίζοντας Αριστοφάνη, Μένανδρο, Μολιέρο.
Τότε αγόρασε και την πρώτη του κιθάρα. Σχεδόν από την Α' Γυμνασίου έγραφε στιχάκια και ποιήματα, αλλά ποτέ δεν είχε εκδηλώσει καμία έφεση προς τη μουσική. Αυτοδίδακτος μουσικός, άρχισε εμφανίσεις σε μικρές μπουάτ. Ανυπότακτος, αγνόησε όλες τις προειδοποιήσεις της λογοκρισίας για τα τραγούδια του και τα λεγόμενά του. Συνελήφθη και κρατήθηκε στην Ασφάλεια. Όταν τον άφησαν, η ταυτότητά του είχε χαθεί. Δεν έβγαλε άλλη, παρά μόνο 18 χρόνια αργότερα, οπότε κατάφερε να του εκδώσουν μία ταυτότητα στο όνομα Άσιμος, με τη «διευκρίνιση» στο σημείο του θρησκεύματος: Άνευ θρησκεύματος.
Το 1973, και χωρίς πτυχίο, κατέβηκε στην Αθήνα. Εμφανίστηκε σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα, σε συνεργασία με τραγουδιστές, ηθοποιούς και συνθέτες, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα με μουσική, κείμενα, σκετς και ντοκουμέντα κόντρα στο κατεστημένο: «5η εποχή», «11η εντολή», «Χνάρι», «Μουσικό Θέατρο Φτώχειας», «Σούσουρο». Ανάμεσα στους τότε συνεργάτες του, πολλά και γνωστά ονόματα: Γκαϊφύλιας, Τραντάλης, Πανυπέρης, Φινίκης, Μουζακίτης, Σπυρόπουλος κ.α.
Το 1975 κυκλοφόρησε τα πρώτα του τραγούδια σ' ένα δισκάκι 45 στροφών (Ρωμιός- Μηχανισμός). Παράλληλα άρχισε την έκδοση «παράνομων» κασετών, που ηχογραφούσε και διακινούσε μόνος του στα Προπύλαια, στο Πολυτεχνείο, στα Εξάρχεια, στο Μοναστηράκι, στο Λυκαβηττό. Δημιούργησε την «Exarchia Square Band» και συμμετείχε σε συναυλίες, κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις, μουσικοθεατρικά σχήματα, θέατρο του δρόμου, διάφορα δρώμενα. Κατά καιρούς, συνεργάστηκε με πολλά σχήματα και καλλιτέχνες.
Το 1977 φυλακίστηκε για δύο μήνες, μαζί με άλλους πέντε εκδότες - συγγραφείς, με επίσημη κατηγορία: «εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν αρνητικά το κοινωνικό σύνολο». Το 1981 έγραψε το βιβλίο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» και το 1982 κυκλοφόρησε τον πρώτο του μεγάλο δίσκο, με τίτλο «Ξαναπές το», σε τέσσερα τραγούδια του οποίου συμμετείχαν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Χαρούλα Αλεξίου.
Περίπου ένα χρόνο αργότερα άνοιξε ένα μαγαζάκι στα Εξάρχεια, στην οδό Καλλιδρομίου. Ήταν ο «Χώρος Προετοιμασίας» όπως το ονόμασε, αλλά και διαμονής, αφού αυτό ήταν και το σπίτι του. Εκεί έγραφε, συνέθετε τα τραγούδια του, πουλούσε βιβλία, παιχνίδια για παιδιά, πρόχειρα κοσμήματα κατασκευής γνωστών του, κασέτες δικές του κυρίως, φωτιστικά, πήλινα, κάρτες παλιές και πολλά άλλα.
Το 1987 οδηγήθηκε βιαίως σε ψυχοθεραπευτική κλινική και λίγο αργότερα στις φυλακές Κορυδαλλού, με την κατηγορία του βιασμού. Αποφυλακίστηκε με χρηματική εγγύηση, αλλά δεν κατάφερε να ξεπεράσει τη μεγάλη του πίκρα γι' αυτή την αβάσιμη κατηγορία, που δεν τεκμηριώθηκε ποτέ. Η εκκρεμούσα δίκη, μαζί με τ' άλλα προβλήματα που ήταν πολλά, συσσωρεύτηκαν μέσα του... Μετά από δύο ανεπιτυχείς απόπειρες αυτοκτονίας, στις 17 Μαρτίου του 1988 βρέθηκε κρεμασμένος στο σπίτι του.
Μετά θάνατον, κυκλοφόρησαν δύο ακόμη δίσκοι του: «Το φανάρι του Διογένη» με τη συμμετοχή της Σωτηρίας Λεονάρδου και το «Γιουσουρούμ - Στο φαλιμέντο του κόσμου», με τη συμμετοχή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου.






















Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Καρλ Μαρξ 1818 – 1883




Γερμανός φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και οικονομολόγος, εισηγητής του επιστημονικού σοσιαλισμού και του κομουνισμού. Όπλισε την εργατική τάξη με δύο σπουδαία θεωρητικά κείμενα για τους αγώνες της, το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» και «Το Κεφάλαιο». Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους και επιδραστικότερους διανοητές στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Ο Καρλ Μαρξ (Karl Marx) γεννήθηκε στις 5 Μαΐου 1818 στην πόλη Τριρ (Τρέβηροι στην εξελληνισμένη ονομασία της) της Πρωσικής Ρηνανίας. Ήταν το δεύτερο από τα επτά παιδιά του νομικού Χέρσελ Μορντεκάι (1777-1838), γόνου οικογενείας ραβίνων και της ολλανδοεβραίας Χενριέτα Πρέσμπουργκ (1788 - 1863). Δύο χρόνια πριν από τη γέννηση του Καρλ, ο πατέρας του βαπτίστηκε χριστιανός, προσχωρώντας στην Ευαγγελική Εκκλησία της Πρωσίας κι έλαβε το όνομα Χάινριχ Μαρξ. Στην κίνησή του αυτή δεν τον ακολούθησε η σύζυγός του, η οποία παρέμεινε πιστή στην ιουδαϊκή θρησκεία.
Η οικογένεια Μαρξ ζούσε σ’ ένα απλό, αλλά άνετο ιδιόκτητο σπίτι στην οδό Μπρίγκεργκασετ, που χρόνο με το χρόνο γινόταν κέντρο συνάντησης πλουσίων εμπόρων, πελατών του δικηγόρου Χάινριχ Μαρξ. Το 1824, όταν ο Καρλ ήταν έξι ετών, τα αδέλφια του βαφτίστηκαν ομαδικά χριστιανοί. Η μητέρα του και πάλι δεν ακολούθησε την απόφαση του συζύγου της.
Ο μικρός Καρλ άρχισε να προσκολλάται και να θαυμάζει τον πατέρα του, ενώ τη μητέρα του, που δεν είχε ιδιαίτερη παιδεία, την κορόιδευε για την ολλανδική προφορά της και για τα λάθη της στη γερμανική γλώσσα. Τον περιγράφουν ως χαρακτήρα «δύστροπο, επίμονο, απότομο, αυταρχικό, προσηλωμένο σε ό,τι κάθε φορά του καρφωνόταν στο κεφάλι», καλό μαθητή, με άμεμπτη διαγωγή, που θεωρούσε τους συνομηλίκους του «μικρούς».
Ο Καρλ Μαρξ σε νεαρή ηλικία
Ο Καρλ βιαζόταν να μπει στον κύκλο των μεγαλυτέρων του. Ιδιαίτερο σεβασμό, συμπάθεια και εκτίμηση έτρεφε προς τον φίλο του πατέρα του και βασιλικό σύμβουλο Λούντβιχ φον Βεστφάλεν, τον άνθρωπο που έμελλε να του καθορίσει τη ζωή. Ο φον Βεστφάλεν είχε μία ωραία κόρη, την Τζένη (1814-1881), στενή φίλη της αδελφή του Σοφίας. Η όμορφη Τζένη και οι συζητήσεις με τον πατέρα της, τον είχαν κάνει σχεδόν οικότροφο στο σπίτι του βασιλικού συμβούλου.

Το σκούρο χρώμα της επιδερμίδας του νεαρού Καρλ του «κόλλησε» το παρατσούκλι «Μαύρος». «Ο Μαύρος σας με έστυψε για άλλη μία φορά σαν λεμόνι στην κουβέντα μας» έλεγε ο φον Βεστφάλεν στον πατέρα Μαρξ, καμαρόνοντας για την πνευματική εξέλιξη του Καρλ. Είναι η εποχή που ο «Μαύρος» τελειώνει το σχολείο και ανακαλύπτει ότι θέλει να γίνει ποιητής. Όνειρό του είναι «με τα έργα και τη φαντασία του να κατακτήσει τον κόσμο». Όπως κάθε «καθωσπρέπει» νεαρός Γερμανός των ημερών του, ο Καρλ πίστευε ότι κρύβεται μέσα του ένας Χάινε. Βαθύτατα επηρεασμένος από τον επίσης εβραίο ποιητή, συγκινημένος από τη μουσική των Σούμπερτ, Σούμαν και Μέντελσον και με μούσα την όμορφη Τζένη, αρχίζει να γράφει στίχους ακατάπαυστα.
Το 1835 αποφοιτά με αρκετά καλούς βαθμούς, αλλά και με ένα δηλητηριώδες σχόλιο του καθηγητή του Βίτενσμπαχ στο απολυτήριο: «Περιπίπτει εις το αδιόρθωτον σφάλμα να καταφεύγη εις πολλάς μεταφορικάς παραστάσεις και να χρησιμοποιή εξεζητημένο και παράδοξόν πως ύφος». Ένα χρόνο μετά εγγράφεται στη Νομική Σχολή της Βόννης - και όχι του Βερολίνου, όπως θα ήθελε ο πατέρας του - για να βρίσκεται κοντά στην όμορφη φίλη της αδελφής του.
Το πρώτο έτος σπουδών ήταν συμφορά και για τις επιδόσεις του και για το οικογενειακό κομπόδεμα. Το πατρικό επίδομα ξοδευόταν σε γλέντια. Όπως έγραφε μάλιστα αργότερα στον φίλο του Ένγκελς, η αστυνομία τον είχε συλλάβει «επί μέθη και διαταράξει της νυχτερινής ησυχίας». Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς αρραβωνιάζεται κρυφά από τους γονείς του τη Τζένη Βεστφάλεν.
Ως φοιτητής δεν αναμειγνύεται στην πολιτική, αν και οι ιδέες του Τζουζέπε Ματσίνι για τη «Νέα (ελεύθερη, ανεξάρτητη και ενιαία) Ιταλία» κερδίζουν έδαφος σε όλη την Ευρώπη. Στο Βερολίνο νοικιάζει το σπίτι, όπου κάποτε είχε διαμείνει ο ποιητής Λέσινγκ. Εισχωρεί σύντομα στους κύκλους της γερμανικής διανόησης, όπου εκείνη την εποχή κυριαρχεί «ο παγκόσμιος φιλόσοφος, ο φωτεινός φάρος και το κόσμημα του Πανεπιστημίου του Βερολίνου» Γκέοργκ Χέγκελ (Ο Έγελος των Ελλήνων).
Εγκαταλείπει τον έκλυτο βίο της Βόννης και συνεχίζει να γράφει. Στο δωμάτιό του έβρισκε κανείς παντού χειρόγραφα και τετράδια με ποιήματα, όπως «Τα Βιβλία του Έρωτα», αφιερωμένα - φυσικά - στην Τζένη φον Βεστφάλεν. Ανάμεσα στα έργα που γράφει είναι και μία κωμική νουβέλα, στην οποία δίνει τον τίτλο «Ο Σκορπιός και ο Ευτύχιος». Οι στίχοι του φθάνουν στα γραφεία εκδοτικών οίκων και περιοδικών, αλλά επιστρέφονται με την ίδια παρατήρηση του γυμνασιακού καθηγητή Βίτενσμπαχ.
Το 1838, σε ηλικία 20 ετών, χάνει τον πατέρα του. Ο θάνατος αυτός και η ποιητική αποτυχία τον οδηγούν σε βαριά μελαγχολία και κατάθλιψη. Δεν παρακολουθεί πια τα μαθήματα, απλώς συχνάζει στις συνεδριάσεις του «Κύκλου των Καθηγητών». Ασχολείται πια σχεδόν αποκλειστικά με τη φιλοσοφία. Οι απουσίες από τα μαθήματα τον οδηγούν σε «εξ αποστάσεως» αποφοίτηση από το Πανεπιστήμιο της Ιένας. Ο τίτλος της πτυχιακής του εργασίας φέρει τον τίτλο «Περί της διαφοράς της περί φύσεως φιλοσοφίας του Δημοκρίτου και του Επικούρου» και την υπογράφει στα λατινικά ως Carolus Enricus Marx Trevirensis.
Είναι δύσκολο να βρει απασχόληση, τα οικονομικά της οικογενείας είναι σε δεινή θέση. Ο φίλος του Μπρούνο Μπάουερ του έχει υποσχεθεί θέση υφηγητή στη Βόννη, εφόσον εκείνος καταλάμβανε έδρα καθηγητή. Αλλά και ο Άρνολντ Ρούγκε του είχε δώσει μία υπόσχεση: να εκδώσουν μαζί ένα περιοδικό, το «Αρχείον Αθεΐας». Ο αθεϊσμός, όμως, στον οποίον είναι προσκολλημένος, βάζει τέλος στα όνειρα για μια θέση υφηγητή. Οι πόρτες του πανεπιστημίου γι’ αυτόν κλείνουν οριστικά.
Αρχίζει να αναζητεί οποιαδήποτε αξιοπρεπή εργασία για βιοπορισμό. Σανίδα σωτηρίας, η πρόταση δύο φίλων από τον «Κύκλο των Καθηγητών». Ο Γιουνγκ και ο Οπενχάιμ τον καλούν το 1842 να εργασθεί ως δημοσιογράφος στην «Εφημερίδα του Ρήνου» («Rheinische Zeitung»). Πέντε μήνες προσπαθεί να γράψει το πρώτο του άρθρο, το οποίο τελικά δημοσιεύεται ανυπόγραφο και περνά απαρατήρητο. Οι φίλοι που τον πρότειναν αρχίζουν να απογοητεύονται από την αδράνειά του.
Εν τω μεταξύ, το κυκλοφοριακό φιάσκο της «Εφημερίδας του Ρήνου» (800 φύλλα έναντι 8.000 της αντιπάλου «Εφημερίδας της Κολωνίας») τον οδηγεί στη θέση του διευθυντή. Πρώτη ενέργεια του πρώην ράθυμου συντάκτη και νυν διευθυντή της «Εφημερίδας του Ρήνου» είναι να διαμαρτυρηθεί για τη λογοκρισία. Τα αντίπαλα έντυπα αρχίζουν να του επιτίθενται με κακεντρεχή σχόλια του τύπου «τα παιδιά των πλουσίων εμπόρων της Koλωνίας επεδίδοντο εις τον σνομπισμόν του κομμουνισμού για να σκοτώσουν την ώρα των εις βάρος των περιουσιών των γονέων των». Ένα δημοσίευμα περί διαζυγίου φέρνει τη ρήξη με το εκκλησιαστικό κατεστημένο και την αναστολή έκδοσης της εφημερίδας.
Το έτος 1843 βρίσκει τον Μαρ στο Παρίσι να εκδίδει τα «Γερμανογαλλικά Χρονικά» και να συγγράφει μια μελέτη περί ιουδαϊσμού, την «Εισαγωγή στην κριτική της φιλοσοφία του δικαίου του Χέγκελ» και το «Δοκίμιο κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας». Η ύλη, όμως, του πρώτου τεύχους των «Γερμανογαλλικών Χρονικών» οδηγεί σε κατάσχεση του εντύπου και στη σύλληψή του. Τότε ακριβώς είναι που συνδέεται με τον Φρίντριχ Ένγκελς, τον φίλο που θα τον στηρίξει με όλα τα μέσα ως τον θάνατό του.
Ο Ένγκελς «συμπληρωματικά» προς τη φιλοσοφική θεώρηση του Μαρξ διατυπώνει την αρχή ότι οι νόμοι της εξέλιξης των κοινωνιών οδηγούν αναπόφευκτα προς τον κομμουνισμό. Ο Μαρξ αρχίζει να παρακολουθεί τις συγκεντρώσεις των γερμανών εργατών στο Παρίσι και των «μυστικών εταιρειών», όπως ο «Σύνδεσμος των Δικαίων». Παρ’ ότι δεν εγγράφεται μέλος, γίνεται στόχος της γαλλικής αστυνομίας, η οποία αρχίζει να παρακολουθεί κάθε κίνησή του.

Το 1844 γνωρίζει τον Προυντόν και τον (κατόπιν άσπονδο αντίπαλό του) Μπακούνιν, με τους οποίους συνεργάζεται στην εφημερίδα «Vorwärts» («Εμπρός»). Οι γερμανοί ηγεμόνες αντιδρούν λυσσαλέα στα δημοσιεύματά του. Κάνουν το παν (και τα καταφέρνουν το 1845) να εκτοπισθεί στις Βρυξέλλες, όπου τον ακολουθεί και η - σύζυγός του πλέον - Τζένη. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, συνοδευόμενος από τον φίλο του Ένγκελς, πηγαίνει στην Αγγλία για να μελετήσει την κατάσταση των εργατών. Επιστρέφοντας και οι δύο στις Βρυξέλλες γράφουν το έργο «Η γερμανική ιδεολογία».
Αποπειρώνται να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο κομμουνιστικό κίνημα, αλλά ο γερμανός πρέσβης στο Βέλγιο, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο που εγκυμονούσε το δίδυμο Ένγκελς - Μαρξ για την ήδη εκρηκτική ατμόσφαιρα, ζητεί την εκτόπισή του. Ο Μαρξ βρίσκεται σε διαρκή επαφή με τις εργατικές οργανώσεις σε Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία. Τότε είναι που ο «Σύνδεσμος των Δικαίων» τον καλεί στο Λονδίνο για να αναδιοργανώσει αυτή τη «μυστική εταιρεία». Ο Μαρξ αποδέχεται την πρόσκληση και τον Ιούνιο του 1847 παρευρίσκεται στο συνέδριο του «Συνδέσμου των Δικαίων».
Από τις εργασίες του συνεδρίου προκύπτουν οι εξής αλλαγές: Ο Σύνδεσμος αντικαθιστά στην ονομασία του τη λέξη «Δικαίων» με τη λέξη «Κομμουνιστών» και το κεντρικό σύνθημα «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια» μετατρέπεται σε «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!». Έξι μήνες μετά ο Σύνδεσμος του αναθέτει τη σύνταξη του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», το οποίο ο Μαρξ ολοκληρώνει το 1848.
Ο Καρλ Μαρξ με τη σύζυγός του Τζένη
Την ίδια χρονιά συλλαμβάνεται στις Βρυξέλλες μαζί με τη σύζυγό του. Αποφυλακίζεται, όμως, σε λίγες ημέρες και μεταβαίνει στο Παρίσι, όπου έχει κηρυχθεί επανάσταση. Ο άνεμος των ταραχών φθάνει στην Αυστρία και στη Γερμανία, όπου ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ' αναγκάζεται να προβεί σε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και να συγκαλέσει εθνοσυνέλευση στη Φραγκφούρτη. Το κλίμα αυτό οδηγεί τα βήματα του Μαρξ στην Κολονία. Εκεί κατηγορείται για αδικήματα Τύπου και ένοπλη αντίσταση κατά της αρχής. Κατηγορείται όμως και από ορισμένα μέλη του Συνδέσμου ως «μυστικό όργανο της κεφαλαιοκρατικής αριστοκρατίας».
Τον Μάιο του 1849 καταφεύγει και πάλι στη Γαλλία, όπου πλέον η επανάσταση έχει κατασταλεί. Το 1850 η κόπωση από τους ατελέσφορους δεκαετείς αγώνες είναι εμφανής - και σ’ αυτόν και στο κίνημα. Αποχωρεί από τον Σύνδεσμο φτωχός και χωρίς δουλειά. Ζει πλέον από τη συγγραφή των έργων του και μόνον. Η γέννηση του τέταρτου παιδιού του τον βρίσκει σε άθλια οικονομική κατάσταση. Αποφεύγοντας πλέον κάθε ενεργό ανάμειξη στην πολιτική, αφιερώνεται αποκλειστικά στη συγγραφή του μεγαλύτερου έργου του, του «Κεφαλαίου».
Μετά τον θάνατο του βασιλιά της Πρωσίας (και μεγάλου διώκτη του) Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ', το 1861, επιστρέφει στη Γερμανία, αλλά το 1864 τον βρίσκει ξανά στο Λονδίνο να διαβάζει με ενθουσιασμό την προκήρυξη που έχει συντάξει στο Διεθνές Εργατικό Συνέδριο. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως της Α' Διεθνούς. Στις τάξεις του νέου κομματικού σχηματισμού, όμως, παρεισφρέουν αναρχικοί, με πρώτο και καλύτερο τον Μπακούνιν. Είναι τέτοιο το μένος του εναντίον του ρώσου αναρχικού, ώστε η εφημερίδα του δημοσιεύει ότι η Γεωργία Σάνδη «κατέχει έγγραφα, σύμφωνα με τα οποία ο Μπακούνιν είναι πράκτορας της μυστικής τσαρικής αστυνομίας».
Η Παρισινή Κομμούνα τον βρίσκει στο Λονδίνο, από όπου αποστέλλει στους επαναστάτες οδηγίες και συμβουλές. Στις 30 Μαΐου 1871 συντάσσει την προκήρυξη προς την Κομμούνα. Έχει διαβλέψει ήδη την αποτυχία της. Πιστεύει ότι το κίνημα έπρεπε να έχει στραφεί κατά της νομίμου κυβερνήσεως των Βερσαλλιών, ώστε να μην κλειστούν οι επαναστάτες στο Παρίσι, όπου τελικά και εξοντώθηκαν.
Το 1872 είναι 54 ετών, απογοητευμένος και με υγεία που έχει αρχίσει να κλονίζεται. Προτείνει τη μεταφορά της έδρας της Α' Διεθνούς στη Νέα Υόρκη, αποσύρεται και συνεχίζει τη συγγραφή του «Κεφαλαίου». Η ζωή του έχει κυλήσει με στερήσεις και ταλαιπωρίες, αλλά έχει μοναδικά στηρίγματά του την αγαπημένη του γυναίκα Τζένη Μαρξ και τον αφοσιωμένο φίλο του Φρίντριχ Ενγκελς. «Είμαι ερωτευμένος από την κορυφή ως τα νύχια» γράφει για την κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του σύζυγό του. Η Τζένη είναι η ζωή του. Θεωρεί ότι ο χρόνος δεν είναι σε θέση να πληγώσει την ομορφιά της, η οποία «παραμένει έκπαγλος παρά την προχωρημένη ηλικία». Μαζί της θα αποκτήσει συνολικά επτά παιδιά, από τα οποία μόνο τα τρία θα φθάσουν ως την ενηλικίωση. Το 1878, όμως, η Τζένη πεθαίνει από καρκίνο. «Ο θάνατός της σκότωσε κάθε κίνητρο ζωής γι’ αυτόν» έγραφε ο Ένγκελς.
Ο Καρλ Μαρξ πέθανε στις 14 Μαρτίου 1883 στο Λονδίνο, απογοητευμένος, χωρίς καμία ιδιαίτερη αναγνώριση ή ένδειξη ότι αργότερα θα χαρακτηριζόταν «ο προφήτης φιλόσοφος που σφράγισε την πορεία της ανθρωπότητας». Τάφηκε ως άπατρις, τρεις μέρες αργότερα, στο νεκροταφείο του Χαϊγκέιτ στο Βόρειο Λονδίνο.























Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Γεώργιος Κουντουριώτης 1782 – 1858




Υδραίος καραβοκύρης και πολιτικός κατά την Επανάσταση του 1821 και κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα. Διετέλεσε Πρόεδρος του Εκτελεστικού (πρωθυπουργός) από τις 6 Ιανουαρίου 1824 έως τις 12 Απριλίου 1826 και Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου (πρωθυπουργός) από τις 8 Μαρτίου έως τις 15 Οκτωβρίου 1848. Συνεισέφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για τις ανάγκες του Αγώνα, αλλά διέπραξε σημαντικά πολιτικά σφάλματα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.
Ο Γεώργιος Κουντουριώτης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1782 και ήταν γιος του έμπορου Ανδρέα Κουντουριώτη (? - 1799) και της Μαρίας Κοκκίνη, κόρης του πλούσιου έμπορου Λάζαρου Κοκκίνη. Το πραγματικό επώνυμο της οικογένειάς του, που είχε αρβανίτικη καταγωγή, ήταν Ζέρβας. Το «Κουντουριώτης» ήταν παρατσούκλι, που επικράτησε τελικά ως οικογενειακό επώνυμο. Το έδωσαν οι συντοπίτες του σ’ ένα μέλος της, τον Χατζηγιώργη Ζέρβα, που έζησε για μεγάλο διάστημα στα Κούντουρα Μεγαρίδας και μετά την επιστροφή του στην Ύδρα εξακολουθούσε να φορά την τοπική ενδυμασία του χωριού.
Μετά τη δολοφονία του πατέρα του το 1799, ο Γεώργιος Κουντουριώτης, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Λάζαρο, ασχολήθηκε με το εμπόριο και τον εφοπλισμό. Κατά τις παραμονές της Επανάστασης του 1821 η οικογένειά τους διέθετε τα μισά από τα εμπορικά πλοία της Ύδρας και ο ίδιος εθεωρείτο ο πιο πλούσιος Έλληνας της εποχής του.

Στα χρόνια της Επανάστασης

Όπως και οι περισσότεροι καραβοκύρηδες της Ύδρας, ο Κουντουριώτης θεωρούσε πρόωρη και παρακινδυνευμένη την έκρηξη της Επανάστασης. Όταν, όμως, ξεσηκώθηκε ο λαός του νησιού στις 27 Μαρτίου 1821, υποχρεώθηκε να προσχωρήσει και μάλιστα να ανεχθεί τη βραχύβια λαϊκή εξουσία που εγκαθίδρυσε ο πλοίαρχος Αντώνης Οικονόμου και να διαθέσει μεγάλα ποσά και τα πλοία του για τις ανάγκες του Αγώνα.
Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, αν και υστερούσε σε ηγετικά προσόντα έναντι του αδελφού του Λάζαρου, διακρίθηκε στην πολιτική. Συμμετείχε ως πληρεξούσιος της Ύδρας στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823), στη Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) και στη Δ’ Εθνοσυνέλεση του Άργους (1829).
Στο πολιτικό προσκήνιο εμφανίστηκε στα τέλη του 1823, όταν είχαν ξεσπάσει οι εμφύλιες συγκρούσεις ανάμεσα στους επαναστατημένους Έλληνες. Με προτροπή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου έγινε μέλος του νέου Εκτελεστικού (κυβέρνησης) στις 19 Δεκεμβρίου και στις 6 Ιανουαρίου 1824 ανέλαβε επίσημα την προεδρία του σώματος.
Χρησιμοποιώντας τα χρήματά του, καθώς και την πρώτη δόση των αγγλικών δανείων, απέκτησε ουσιαστική υπεροχή έναντι των αντιπάλων του. Στις 12 Ιουνίου 1824 και αφού είχαν προηγηθεί αιματηρές αδελφοκτόνες συγκρούσεις, η κυβέρνησή του εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Μεγάλο μέρος των χρημάτων από τα δάνεια κατασπαταλήθηκαν στις εμφύλιες συγκρούσεις, στην ικανοποίηση απαιτήσεων των πολιτικών του φίλων, καθώς και μελών της οικογένειάς του.
Κατά το διάστημα της προεδρίας του ελάχιστα μέτρα πάρθηκαν για την ενίσχυση των επαναστατημένων περιοχών. Αντίθετα, το 1824 εξουδετερώθηκε η επανάσταση στην Κρήτη από τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα, ενώ τον ίδιο χρόνο καταστράφηκαν η Κάσος και τα Ψαρά. Μετά την απόβαση του Ιμπραήμ στη Μεθώνη (26 Φεβρουαρίου 1825), αντί να διορίσει έναν έμπειρο στρατιωτικό (ΚαραϊσκάκηςΚολοκοτρώνης κ.ά.), ονόμασε κάποιον θαλασσινό συμπατριώτη του, τον πλοίαρχο Κυριάκο Σκούρτη, επικεφαλής του στρατού που στάλθηκε κατά των Αιγυπτίων.
Ο ίδιος ο Κουντουριώτης με γελοία πομπή και ανατολίτικη ραθυμία ξεκίνησε για τη Μεσσηνία, προκειμένου να βρεθεί κοντά στους οπλαρχηγούς και να συντονίσει τις ενέργειές τους. Καβάλα σ’ ένα ωραίο άλογο έκανε τρεις μέρες να φθάσει από το Ναύπλιο στην Τρίπολη. Καθώς δεν ήξερε να ιππεύει, δύο Αιγύπτιοι αιχμάλωτοι, που εκτελούσαν χρέη ιπποκόμου, τον κρατούσαν από τα πλάγια για να μην πέσει, ενώ πίσω του ακολουθούσαν πλήθος σωματοφυλάκων και υπηρετών. Αμάθητος καθώς ήταν από χερσαία ταξίδια αρρώστησε και μόλις στις 5 Απριλίου μπόρεσε να συνεχίσει την πορεία του και να στρατοπεδεύσει στο χωριό Σκάλα, δέκα ώρες απόσταση από το θέατρο των επιχειρήσεων.
Μετά την καταστροφική ήττα των Ελλήνων από τον Ιμπραήμ στο Κρεμμύδι (7 Απριλίου 1825), ο Κουντουριώτης επέστρεψε στο Ναύπλιο άδοξα και κάτω από τη γενική κατακραυγή. Μετά την αυτοθυσία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι (20 Μαΐου 1825) αναγκάστηκε να αποφυλακίσει τον Κολοκοτρώνη, που ήταν ο μόνος σε θέση να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ.
Ιδιαίτερα καθοριστική κρίνεται η απραξία της κυβέρνησης Κουντουριώτη κατά την τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου και η αδυναμία της να εφοδιάσει έστω και στοιχειωδώς την ηρωική φρουρά της πόλης. Μετά την Έξοδο, όμως, η έκδηλη χρεωκοπία της υποχρέωσε τον Κουντουριώτη να παραιτηθεί στις 12 Απριλίου 1826 και να αποσυρθεί δυσαρεστημένος στην Ύδρα.
Κατά τη διάρκεια της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Τροιζήνα (19 Μαρτίου - 5 Μαΐου 1827) εναντιώθηκε στην εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια, όπως και οι περισσότεροι πολιτικοί που, όπως κι εκείνος, ανήκαν στη «φιλογαλλική» μερίδα. Ωστόσο, μετά την άφιξη του Κυβερνήτη στην Ελλάδα, διορίστηκε στις 23 Ιανουαρίου 1828 πρόβουλος της Οικονομίας του Πανελληνίου (γνωμοδοτικό σώμα), θέση όμως που δεν διατήρησε για πολύ, επειδή σύντομα εντάχθηκε στην αντιπολίτευση. Στη συνέχεια αρνήθηκε να ανταποκριθεί στην έκκληση του Καποδίστρια να συνεισφέρει οικονομικά στην ανόρθωση της χώρας, ενώ επανειλημμένα προέβαλλε απαιτήσεις για αποζημίωση, με τον ισχυρισμό ότι δαπάνησε σημαντικά ποσά για τις ανάγκες του Αγώνα.

Μετά την Απελευθέρωση

Στις 14 Αυγούστου 1829 διορίστηκε από τον Καποδίστρια μέλος της νεοσύστατης 27μελούς Γερουσίας, αλλά δεν αποδέχθηκε τη νέα του θέση. Πήρε ενεργό μέρος στις αντιπολιτευτικές ενέργειες κατά του Καποδίστρια το 1831 και πρωτοστάτησε στην αποστασία της Ύδρας. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη (27 Σεπτεμβρίου 1831) διορίστηκε από τη Γερουσία μέλος της Διοικητικής Επιτροπής, που την αποτελούσαν εκπρόσωποι όλων των πολιτικών παρατάξεων, αποσύρθηκε όμως τον Αύγουστο 1832.
Στα χρόνια του Όθωνα διορίστηκε αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας (πολιτικό και όχι δικαστικό σώμα, όπως είναι σήμερα) και ακολούθησε μετριοπαθέστερη πολιτική. Κατά τη συνταγματική εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν μέλος της Επιτροπής του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην οποία είχαν ανατεθεί οι επαφές με τον βασιλιά.
Στη συνέχεια έγινε γερουσιαστής και από τις 26 Σεπτεμβρίου 1844 έως τις 8 Απριλίου 1847 διετέλεσε πρόεδρος του σώματος. Στις 8 Μαρτίου 1848 διορίστηκε από τον Όθωνα πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου (πρωθυπουργός) και ανέλαβε και το Υπουργείο των Ναυτικών. Η κυβέρνησή του, που αποτελούσε ουσιαστικά συνασπισμό του Γαλλικού και του Ρωσικού Κόμματος, είχε να αντιμετωπίσει μία σειρά από εσωτερικές εξεγέρσεις, καθώς και όξυνση των σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Διατηρήθηκε στην εξουσία έως τις 15 Οκτωβρίου 1848, όταν ο Κουντουριώτης παραιτήθηκε, κατηγορώντας το αυλικό περιβάλλον για παρεμβάσεις στο έργο του.
Πικραμένος, αποσύρθηκε στην Ύδρα, όπου πέθανε στις 13 Μαρτίου 1858, σε ηλικία 76 ετών. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης ανήκε στους πολιτικούς άνδρες που είχαν μπει στον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων πλούσιοι και βγήκαν φτωχότεροι. Μετά τον θάνατό του χρειάστηκε να δοθεί τιμητική σύνταξη στην άπορη οικογένειά του.






















Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Ντένις ο Τρομερός




Χάρτινος ήρωας, με μεγάλη καριέρα σε όλα τα μέσα, που γεννήθηκε από το πενάκι του σκιτσογράφου Χανκ Κέτσαμ (1920-2001).
Ο Ντένις Μίτσελ είναι ένα ξανθό αγοράκι, ηλικίας πεντέμισι ετών. Ντύνεται με φόρμες και στην κωλότσεπή του έχει πάντα μία σφεντόνα. Είναι αξιαγάπητος, αλλά και σκανδαλιάρης. Αυτός που κυρίως την πληρώνει από τα καμώματά του είναι ο ηλικιωμένος γείτονάς του, ο κύριος Τζορτζ Γουίλσον, ένας συνταξιούχος ταχυδρομικός, που το μόνο που θέλει είναι η ησυχία του.
Ο Χανκ Κέτσαμ εμπνεύστηκε τον ήρωά του από τον γιο του, Ντένις, ένα ζωηρό πιτσιρίκι ηλικίας 4 χρόνων. Η μητέρα του Άλις δεν μπορούσε να τα βγάλει εύκολα πέρα μαζί του και μια μέρα φώναξε αγανακτισμένη στον πατέρα του «Your son is a menace!». Έτσι, η φιγούρα που σχεδίασε ο Κέτσαμ πήρε το όνομα Dennis the menace (Διονύσης η συμφορά) ή όπως τον γνωρίζουμε στα ελληνικά Ντένις ο Τρομερός.
Ο Ντένις ο Τρομερός πρωτοεμφανίστηκε ως κόμικς σε 16 εφημερίδες των ΗΠΑ στις 12 Μαρτίου 1951. Αμέσως γνώρισε μεγάλη επιτυχία και οι ιστορίες του μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Η πιο γνωστή μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη έγινε το 1993 από τον σκηνοθέτη Νικ Καστλ με τον Γουόλτερ Ματάου στο ρόλο του Τζορτζ Γουίλσον.
Από το 1994 ο Χανκ Κέτσαμ άφησε το σχεδιασμό και την υλοποίηση των ιστοριών του Ντένις του Τρομερού στους βοηθούς του Ρον Φέρντιναντ και Μάρκους Χάμιλτον, οι οποίοι συνεχίζουν το έργο του και μετά το θάνατό του το 2001. Στις μέρες μας, οι ιστορίες του έχουν μεταφραστεί σε 19 γλώσσες και δημοσιεύονται σε 48 χώρες του κόσμου από 1.200 εφημερίδες.
Στο διαδίκτυο ο Ντένις έχει τον δικό του χώρο, που βρίσκεται στη διεύθυνση www.dennisthemenace.com .


















Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

Αλεξάντερ Φλέμινγκ 1881 – 1955






Ο βιολόγος Αλεξάντερ Φλέμινγκ (Alexander Fleming) γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου του 1881, σ’ ένα μικρό αγρόκτημα του Λόκφιλντ της Σκοτίας. Ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά της οικογένειας.
Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο του Λονδίνου το 1897, βρήκε μια δουλειά γραφείου, όπου παρέμεινε ως το 1901, οπότε αποφάσισε να σπουδάσει Ιατρική στο Νοσοκομείο «St. Mary». Τα επόμενα χρόνια εργάστηκε ως βοηθός στην ερευνητική ομάδα του Άλμροθ Ράιτ, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη βακτηριολογία.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ της Μ. Βρετανίας και της Αγγλίας, ο Φλέμιγκ κατατάχθηκε στο ιατρικό σώμα του βασιλικού στρατού. Εργάστηκε για την ανάπτυξη μιας θεραπείας που θα μείωνε τους θανάτους στρατιωτών από τις διάφορες μολύνσεις, υποστηρίζοντας ότι τα αντισηπτικά δεν ήταν αρκετά αποτελεσματικά. Ωστόσο, το εγχείρημά του απορρίφθηκε, κυρίως λόγω έλλειψης κονδυλίων.
Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Φλέμινγκ επέστρεψε στο νοσοκομείο «St. Mary» και στις 15 Σεπτεμβρίου του 1928 έκανε τυχαία τη μεγάλη ανακάλυψη. Λίγο πριν καταστρέψει έναν δοκιμαστικό σωλήνα με την καλλιέργεια κάποιων βακτηριδίων, παρατήρησε ότι είχε αναπτυχθεί ένα είδος μπλε μούχλας, που φάνηκε να είναι σε θέση να σκοτώσει τους επιβλαβείς μικροοργανισμούς. Μια σειρά πειραμάτων απέδειξε αργότερα τα συμπεράσματά του και οδήγησε στην ανακάλυψη της πενικιλίνης. Δυστυχώς, η έρευνά του έπρεπε να σταματήσει, καθώς δεν κατόρθωσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον της ιατρικής κοινότητας.
Το έργο του ολοκλήρωσαν άλλοι επιστήμονες στα τέλη της δεκαετίας του ’30, οπότε αμερικανικές και βρετανικές φαρμακοβιομηχανίες άρχισαν τη μαζική παραγωγή πενικιλίνης. Το νέο φάρμακο χρησιμοποιήθηκε ευρέως στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για την αντιμετώπιση πολλών μολύνσεων.
Όταν ο Φλέμινγκ βραβεύτηκε το 1945 με το Νόμπελ Ιατρικής δήλωσε ταπεινά: «Η φύση δημιούργησε την πενικιλίνη. Εγώ απλώς τη βρήκα». Στην πραγματικότητα, η ανακάλυψή του έφερε τα πάνω κάτω στη σύγχρονη ιατρική, αφού άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία πολλών αντιβιοτικών και την αντιμετώπιση δεκάδων ασθενειών.
Πέθανε, από καρδιακή προσβολή, στις 11 Μαρτίου του 1955.




















Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Γιώργος Ζαμπέτας 1925 – 1992






Συνθέτης, βάρδος του λαϊκού τραγουδιού και δεξιοτέχνης στο μπουζούκι. Γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου του 1925 στην Αθήνα. Τα πρώτα μαθήματα στο μπουζούκι τα πήρε από τον κουρέα πατέρα του και από το 1950 άρχισε να εργάζεται επαγγελματικά σε λαϊκά κέντρα. Στη δισκογραφία μπήκε το 1953.
Το 1959 ο Μάνος Χατζιδάκις τον έκανε «σολίστ» στις συνθέσεις του. Τα επόμενα χρόνια, ο Γιώργος Ζαμπέτας «κέντησε» με τις ξεχωριστές πενιές του τις εισαγωγές και τα τραγούδια των Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Πλέσσα, Μαρκόπουλου, Μαρκέα, Καπνίση και πολλών άλλων συνθετών. Έγραψε ακόμα τραγούδια με τους Πυθαγόρα, Καγιάντα, Πρετεντέρη, Παπαδόπουλο, Τζεφρώνη, Μπακογιάννη και Παπαγιαννοπούλου, ενώ συνεργάστηκε στενά με τον κορυφαίο στιχουργό Χαράλαμπο Βασιλειάδη - Τσάντα, τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και τον Αλέκο Σακελλάριο.
Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται πάνω από 250 τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία έγιναν επιτυχίες, όπως Πατέρα κάτσε φρόνιμαΡωμιός αγάπησε ΡωμιάΣταλιά-σταλιάΤι σου ’κανα και μ’ εγκατέλειψεςΤι γλυκό να σ’ αγαπούνΟ πενηντάρηςΜάλιστα κύριεΟ πιο καλός ο μαθητής κ.ά. Με τα τραγούδια του ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά τραγουδιστών: Τόλης Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Δημήτρης ΜητροπάνοςΒίκυ Μοσχολιού, Σταμάτης Κόκοτας, Δούκισσα κ.α.
Πήρε μέρος σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες (Κόκκινα ΦανάριαΛόλαΟδός Ονείρων κ.ά.).
Πηγαίος, αθυρόστομος, χιουμορίστας, αλλά και μάγκας, αποκριθείς σε ερώτηση δημοσιογράφου για τη σχέση του με το χασίσι, απάντησε: «Αν έχω φουμάρει χασίσι; Λιβααααάδια. "Μάλιστα κύριε" (τίτλος τραγουδιού του Γ. Ζαμπέτα, με ερμηνεία δική του και στίχους του Αλέξανδρου Καγιάντα)».
Πέθανε στις 10 Μαρτίου του 1992.















Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας





Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (International Women's Day) γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 8 Μαρτίου, σε ανάμνηση μιας μεγάλης εκδήλωσης διαμαρτυρίας που έγινε στις 8 Μαρτίου του 1857 από εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Υόρκη, οι οποίες ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Η πρώτη Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας γιορτάστηκε το 1909 με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ και υιοθετήθηκε δύο χρόνια αργότερα από τη Σοσιαλιστική Διεθνή.
Μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, η φεμινίστρια Αλεξάνδρα Κολοντάι έπεισε τον Λένιν να καθιερώσει την 8η Μαρτίου ως επίσημη αργία. Γρήγορα, όμως, η Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας έχασε το πολιτικό της υπόβαθρο και εορτάζεται ως έκφραση συμπαθείας των ανδρών προς τις γυναίκες, με προσφορά λουλουδιών και δώρων.
Η άνοδος του φεμινιστικού κινήματος στη Δύση τη δεκαετία του '60 αναζωογόνησε τη Διεθνή Ημέρα της Γυναίκας, που από το 1975 διεξάγεται υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με αιχμή του δόρατος την ανάδειξη των γυναικείων προβλημάτων και δικαιωμάτων.





















Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα



Ο αντιναύαρχος Περικλής Ιωαννίδης υπογράφει το πρωτόκολλο παράδοσης των Δωδεκανήσων.

Τα Δωδεκάνησα (για την ακρίβεια είναι 14) ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων δεμένα με τις τύχες του Ελληνισμού. Εν τούτοις, μόλις το 1947 ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος.
Εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης δέχθηκαν καταστρεπτικές επιδρομές από τους Πέρσες, τους Σαρακηνούς, τους Βενετούς, τους Γενουάτες, τους Σταυροφόρους και τους Τούρκους (Σελτζούκους και Οθωμανούς). Από το 1309 περιήλθαν στην εξουσία των Ιωαννιτών Ιπποτών και έμειναν υπό την κυριαρχία τους έως το 1522, οπότε καταλήφθηκαν από τους Οθωμανούς Τούρκους. Με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821, τα Δωδεκάνησα επαναστάτησαν, αλλά το 1830 επιστράφηκαν μαζί με τη Σάμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αντάλλαγμα την Εύβοια, η οποία ενσωματώθηκε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος.
Η κατάληψη των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς το 1912 αναπτέρωσε τις ελπίδες των κατοίκων τους ότι σύντομα τα νησιά θα ενταχθούν στον εθνικό κορμό. Πράγματι, με τη συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) τα Δωδεκάνησα παραχωρούνταν στην Ελλάδα, με εξαίρεση τη Ρόδο, που θα παρέμενε για ένα διάστημα υπό ιταλική διοίκηση. Όμως, η ατυχής έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας έδωσε την ευκαιρία στους Ιταλούς να υπαναχωρήσουν και με την άνοδο του Μουσολίνι προσπάθησαν να τα εξιταλίσουν. Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών (1943), κύριοι των Δωδεκανήσων έγιναν οι Γερμανοί και μετά την παράδοση της Χιτλερικής Γερμανίας (Μάιος 1945), η Μεγάλη Βρετανία.
Ήταν η χρυσή ευκαιρία για την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στο ελληνικό κράτος, την οποία η ελληνική διπλωματία δεν έπρεπε να αφήσει να πάει χαμένη. Ήταν απαίτηση του ελληνικού λαού και είχε χυθεί άφθονο ελληνικό αίμα για την εκδίωξη των Γερμανών από τα Δωδεκάνησα. Το θέμα θα λυνόταν οριστικά από τη Διάσκεψη Ειρήνης των νικητριών δυνάμεων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, που θα συνερχόταν στο Παρίσι.
Υποστολή της αγγλικής σημαίας στη Ρόδο και έπαρση της ελληνικής.
Η Ελλάδα δια του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Τσαλδάρη διαμήνυσε ότι θα έθετε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ως εθνικές διεκδικήσεις την πρόσκτηση της Βορείου Ηπείρου και των Δωδεκανήσων, τη διευθέτηση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, ενώ σκόπευε να θέσει και το ζήτημα της Κύπρου στη Μεγάλη Βρετανία. Από τις τέσσερις αυτές εθνικές διεκδικήσεις, μόνο το θέμα των Δωδεκανήσων ευοδώθηκε, χωρίς δυσκολίες και περιπλοκές.

Είναι γνωστό ότι ο Στάλιν και ο Τσόρτσιλ, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, προσπάθησαν να δελεάσουν την Τουρκία, προσφέροντάς της ορισμένα παράκτια νησιά του Αιγαίου, προκειμένου να την πείσουν να βγει στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων ή τουλάχιστον να παραμείνει αυστηρά ουδέτερη. Επιπροσθέτως, ο Στάλιν είχε συνδέσει το θέμα των Δωδεκανήσων με την Τριπολίτιδα (σημερινή Λιβύη), για την οποία η Σοβιετική Ένωση είχε διατυπώσει το αίτημα να της ανατεθεί η εντολή.
Όμως, σε μια απρόσμενη στροφή της πολιτικής της, η Σοβιετική Ένωση συγκατατέθηκε να αποδοθούν τα Δωδεκάνησα στη Ελλάδα, στη συνεδρίαση των Υπουργών Εξωτερικών που προετοίμαζε τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Η δήλωση έγινε στις 27 Ιουνίου 1946 από τον Υπουργό Εξωτερικών Βιατσεσλάβ Σκριάμπιν, γνωστότερο ως Μολότοφ, με μοναδικό όρο την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Έτσι, προτού καν συνέλθει η Διάσκεψη Ειρήνης, το θέμα των Δωδεκανήσων είχε λάβει ευνοϊκή τροπή για την Ελλάδα.
Η είδηση για την απόδοση των Δωδεκανήσων στη Ελλάδα χαιρετίστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό, σε μια περίοδο που η χώρα βρισκόταν στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου. Η Διάσκεψη της Ειρήνης συνήλθε στο Παρίσι από τις 29 Ιουλίου έως τις 11 Οκτωβρίου 1946, όπου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς και τα θέματα της Βορείου Ηπείρου και της διευθέτησης των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, χωρίς επιτυχία, αφού οι ΗΠΑ δεν θέλησαν να δυσαρεστήσουν τη σύμμαχό τους Σοβιετική Ένωση και τους δορυφόρους της Αλβανία και Βουλγαρία. Η προσπάθεια της Τουρκίας να διεκδικήσει το Καστελόριζο και τη Σύμη έπεσαν στο κενό.
Στις 10 Φεβρουαρίου 1947 υπογράφηκε στο Παρίσι η Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία, σύμφωνα με την οποία τα Δωδεκάνησα αποδίδονταν στην Ελλάδα, ενώ η Ιταλία υποχρεωνόταν σε αποζημίωση ύψους 105 εκατομμυρίων δολαρίων προς τη χώρα μας. Με επιμονή της σοβιετικής πλευράς, οριζόταν στο κείμενο ότι τα νησιά θα παρέμεναν αποστρατιωτικοποιημένα, πρόβλεψη που θα επικαλεστεί η Τουρκία κατά τρόπο καταχρηστικό μετά το 1974. Από την τουρκική ερμηνεία του κειμένου της ελληνοϊταλικής συνθήκης του 1947, σε συνδυασμό με τις ιταλοτουρκικές συμφωνίες του 1932, θα προκύψει και το ζήτημα των «γκρίζων ζωνών», που έθεσε η Άγκυρα μετά την Κρίση των Ιμίων το 1996.
Η τελετή παράδοσης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα από τις βρετανικές αρχές έγινε στις 31 Μαρτίου 1947 στη Ρόδο μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα. Πρώτος διοικητής των Δωδεκανήσων ανέλαβε ο αντιναύαρχος Περικλής Ιωαννίδης, με πολιτικό σύμβουλο τον πανεπιστημιακό και δικαστικό Μιχαήλ Στασινόπουλο, μετέπειτα πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η επίσημη τελετή της ενσωμάτωσης έγινε στις 7 Μαρτίου 1948 και το 1955 τα Δωδεκάνησα έγιναν νομός με πρωτεύουσα τη Ρόδο.