Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Χασάν Ταξίν Πασάς 1845–1918





Οθωμανός στρατηγός, αλβανικής καταγωγής, που παρέδωσε την Θεσσαλονίκη στον αρχιστράτηγο διάδοχο Κωνσταντίνο στις 26 Οκτωβρίου 1912.
Ο Χασάν Ταξίν Πασάς γεννήθηκε το 1845 στην Μεσαριά της Ηπείρου (σημερινή Μόλιστα Ιωαννίνων). Γνώστης της ελληνικής, φοίτησε στην Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων και στην συνέχεια κατατάχθηκε στον Οθωμανικό στρατό ως υπαξιωματικός. Χάρη στις ικανότητές του ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και υπηρέτησε ως αξιωματικός για σαράντα χρόνια στην Κρήτη, τη Θεσσαλία (Ελληνο–Τουρκικός Πόλεμος του 1897), την Κωνσταντινούπολη, την Ήπειρο, την Αλβανία, τη Συρία και την Υεμένη.
Λίγο πριν από την έκρηξη των Βαλκανικών Πολέμων, υπηρετούσε ως διοικητής του 8ου Σώματος Στρατού στην Δαμασκό. Ο σχηματισμός του επρόκειτο να μεταφερθεί και να δράσει στην Μακεδονία, αλλά εμποδίστηκε από το ελληνικό στόλο. Τότε ο σουλτάνος του ανέθεσε τον σχηματισμό του 8ου προσωρινού Σώματος Στρατού με έδρα την Θεσσαλονίκη. Αποτελούνταν από την 22η Μεραρχία της Κοζάνης και δύο εφεδρικές μεραρχίες.
Μετά την έκρηξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου και την προέλαση του ελληνικού στρατού βαθιά μέσα στο έδαφος της Μακεδονίας, οι δυνάμεις του αντέταξαν μια τελευταία γραμμή άμυνας στα Γιαννιτσά. Η νίκη των ελληνικών όπλων άνοιξε τον δρόμο προς την Θεσσαλονίκη, γεγονός που κατέστησε τον αγώνα του μάταιο. Έτσι στις 26 Οκτωβρίου 1912 αποδέχθηκε τους όρους του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου και παρέδωσε την Θεσσαλονίκη.
Ο ίδιος μεταφέρθηκε ως αιχμάλωτος στην Αθήνα και διέμενε στο ξενοδοχείο «Ακταίο» του Νέου Φαλήρου. Από την πατρίδα του θεωρήθηκε προδότης και καταδικάστηκε σε θάνατο από στρατοδικείο. Λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του, η ελληνική κυβέρνηση του επέτρεψε να μεταβεί στο εξωτερικό, πρώτα στην Γαλλία και στην συνέχεια στην Λωζάνη της Ελβετίας, όπου πέθανε το 1918, σε ηλικία 73 ετών. Μετά από πολλές περιπέτειες τα οστά του βρίσκονται θαμμένα στο Μουσείο των Βαλκανικών Πολέμων στην Γέφυρα Θεσσαλονίκης.
Ο Χασάν Ταξίν Πασάς ήταν νυμφευμένος με εξισλαμισμένη ελληνίδα και απέκτησε επτά παιδιά. Ένας από τους γιους του ο ζωγράφος Κενάν Μεσαρέ (1889-1965) εγκαταστάθηκε στα Γιάννινα και απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα, ενώ ένας δεύτερος γιος του ο Κεμάλ Μεσαρέα ακολούθησε καριέρα δημοσίου υπαλλήλου στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος και υπηρέτησε ως πρεσβευτής της Αλβανίας στην Ελλάδα την διετία 1933-1934.