Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Κεραμεικός





Γενικά κεραμεικός χαρακτηρίζεται εκείνος που αναφέρεται είτε στον κεραμέα (τεχνίτη), είτε στην ίδια τη τέχνη της κεραμικής ή κεραμευτικής.

Ειδικότερα όμως με το όνομα Κεραμεικός φέρονταν στην Αρχαία Αθήνα δύο συνοικίες που βρίσκονταν στο βορειοδυτικό άκρο της τότε Αθήνας οι λεγόμενοι «Έξω Κεραμεικός» και ο «Έσω Κεραμεικός». Δηλαδή δύο Κεραμεικοί όπως λέει και ο Ησύχιος, ο μέν εκτός του τείχους, ο δε εντός. Την διάκριση αυτή μνημονεύουν επίσης ο Πλάτων, ο Θουκυδίδης και ο Πλούταρχος.Ο Κεραμεικός ήταν το πρώτο δημόσιο νεκροταφείο της αρχαίας Αθήνας.

Οι δύο αυτές αρχαίες συνοικίες αποτελούσαν τον δήμο των Κεραμέων[1], από την Ακαμαντίδα φυλή. Το όνομα του δήμου αυτού προήλθε κατ΄ άλλους από τον επώνυμο ήρωα Κέραμο ενώ κατ΄ άλλους από τους τεχνίτες κεραμείς (αγγειοπλάστες - αγγειογράφοι) και από τα εργαστήριά τους που ήταν αρχικά στη περιοχή αυτή. Οι δύο Κεραμεικοί χωρίζονταν μεταξύ τους από το Θεμιστόκλειο τείχος (479 π.Χ.)[2], και συνδέονταν από τη μεγάλη διπλή πύλη λεγόμενη «Δίπυλο» στην οποία εξωτερικά κατέληγαν η αρχαία οδός Πειραιώς, η Ιερά οδός, από και προς την αρχαία Ελευσίνα και η οδός προς την Ακαδημία Πλάτωνος. Εσωτερικά του Διπύλου ξεκινούσε μεγάλη λεωφόρος που διαμέσου της αρχαίας αγοράς και μεταξύ των λόφων της Πνύκας και του Αρείου Πάγου κατέληγε στην είσοδο της Ακρόπολης. Έτσι ο μεν Έξω Κεραμεικός είχε ταφικό χαρακτήρα, ενώ ο Έσω Κεραμεικός οικιστικό χαρακτήρα.

Από την ελληνιστική περίοδο μέχρι τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους (338 π.Χ. μέχρι τον 6ο αιώνα) το νεκροταφείο διαφαίνεται πως λειτουργούσε αδιάκοπα

Έξω Κεραμεικός

Επιτύμβια σήματα Κεραμεικού
Επιτύμβια σήματα Κεραμεικού
Την περιοχή του Έξω Κεραμεικού διέσχιζαν συγκλίνουσες όπως αναφέρθηκε παραπάνω τρεις μεγάλοι αρχαίοι οδοί (δρόμοι), η από Πειραιά λεγόμενη «Πειραιώς», η από την Ελευσίνα, λεγόμενη «Ιερά Οδός» και ο λεγόμενος «Δρόμος» γνωστός ως (η) Οδός των Παναθηναίων, από και προς την Ακαδημία του Πλάτωνα. Προ του τείχους και εκατέρωθεν της καθεμιάς των οδών αυτών βρίσκονταν οι τάφοι (νεκροταφεία) της αρχαίας Αθήνας με συνέπεια ολόκληρη η περιοχή να δίνει την εντύπωση μεγάλου νεκροταφείου το οποίο και ήλθε στο φως από τις αρχαιολογικές ανασκαφές που ξεκίνησαν δειλά το 1861, και επίσημα από το 1863 επί Βασιλέως Γεωργίου του Α΄, αρχικά από την Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία και στη συνέχεια από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών όπου και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.[1]
Το νεκροταφείο αυτό του Κεραμεικού βρίσκεται στη περιοχή της σημερινής εκκλησίας της Αγίας Τριάδας, επί της οδού Πειραιώς, στην ομώνυμη συνοικία της Αθήνας και βόρεια της παλαιάς λαχαναγοράς, περιοχής Γκάζι, που σήμερα ο χώρος έχει αποδοθεί και διαμορφωθεί σε πάρκο και πεζόδρομο όπου καταλήγει η οδός Ερμούστην οδό Πειραιώς. Το καλύτερα σωζώμενο σήμερα τμήμα του αρχαίου εξωτερικού Κεραμεικού είναι οι ιδιωτικοί τάφοι που βρίσκονται νότια της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας που πλαισίωναν το τέλος της Ιεράς οδού και μάλιστα εκείνοι της δεξιάς πλευράς του εισερχομένου από δυσμάς.
Οι αρχαιότεροι τάφοι του χώρου χρονολογούνται στην Εποχή του χαλκού. Από την Υπομυκηναϊκή περίοδο (1100-1000 π.Χ.) και έπειτα το νεκροταφείο Κεραμεικού αναπτύσσεται συνεχώς. Κατά την Γεωμετρική περίοδο (1000-700 π.Χ.) και ιδιαίτερα κατά την Αρχαϊκή περίοδο (700-480 π.Χ.) οι τάφοι πληθαίνουν και εντάσσονται σε ταφικούς τύμβους όπου και «σημαίνονται» με επιτάφια μνημεία.[1] Κατά την Κλασσική περίοδο (5ος - 4ος αιώνας π.Χ.) τις δύο οδούς που πλησίαζαν το Δίπυλο (εξωτερικά και δυτικά, δηλαδή η από Πειραιά και η Ιερά οδός), τις πλαισίωναν νεκροταφεία και ταφικά μνημεία, συνήθως οικογενειακά, που εξαίρονταν με ταφικά μνημεία. Σ΄ αυτόν τον χώρο και προς την οδό Ακαδημίας Πλάτωνα που πέρναγε δίπλα (βόρεια) από τον σημερινό ναό της Αγίας Τριάδας είχε δημιουργηθεί το «Δημόσιο Σήμα» όπου ήταν ο χώρος ταφής των επιφανών Αθηναίων καθώς και των «πεσόντων εν πολέμω», με χαρακτήρα στρατιωτικού κοιμητηρίου.

Δίπυλο

Το Δίπυλο (ονομασία εκ της διπλής κατασκευής) ήταν η κύρια πύλη (είσοδος) της αρχαίας Αθήνας. Αποκαλύφθηκε από τις ανασκαφές της Αρχαιολογικής εταιρείας κατά τα έτη 1872-1874. Βρίσκεται περί τα 150 μέτρα ανατολικά από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας και αποτελείται από την εξωτερική πύλη, τον διάδρομο (εισόδου – εξόδου) και την εσωτερική πύλη.
  1. Η εξωτερική πύλη του τείχους σύγκειται από δύο ανοίγματα πλάτους έκαστο 3,5 μέτρων και προστατεύεται από δύο εκατέρωθεν τετράγωνους πύργους που προεξέχουν του τείχους κατά 8 μέτρα.
  2. Ο διάδρομος αυλής έχει μήκος 47,40 μέτρα και σχηματίζεται από την προέκταση των δύο τοίχων (σκέλη) του τείχους, εσωτερικά της κύριας γραμμής του.
  3. Η εσωτερική πύλη που βρίσκεται στο τέλος της αυλής της εισόδου ίδια σχεδόν κατασκευαστικά με την εξωτερική πύλη, κατά τα ανοίγματα και τους προμαχώνες.
Εκτός όμως του Διπύλου υπήρχε ακόμη μια μικρότερη πύλη η Ιερά πύλη, νοτιοδυτικά του Διπύλου που ανήκε στις Κεραμεικές Πύλες του τείχους επίσης οχυρωμένη την οποία οΒίλελμ Ντέρπφελντ θεωρούσε ως άνοιγμα για τα νερά του αρχαίου χειμάρρου Ηριδανού.

Έσω Κεραμεικός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχή του Έσω Κεραμεικού
Ίσως το καλύτερα σωζόμενο τμήμα του Θεμιστοκλείου τείχους
Ανατολικά της εσωτερικής πύλης του Διπύλου και του Θεμιστοκλείου τείχους εκτείνεται ο Έσω Κεραμεικός, η συνοικία δηλαδή εκείνη της αρχαίας Αθήνας που αποτελούσε το σημαντικότερο τμήμα της, την οποία και διέσχιζε η μεγάλη οδός, η λεγόμενη οδός των Παναθηναίων, που ήταν η κεντρική οδική αρτηρία της πόλης, ο κατά τον Ιμέριο «ευθυτενής τε και λείος δρόμος, όστις καταβαίνων άνωθεν, σχίζει τας εκατέρωθεν αυτώ (Κεραμεικώ) παρατεταμένας στοάς εφ ών αγοράζουσι οι Αθηναίοι».
Κατά τις λεπτομερείς περιγραφές του χώρου αυτού από τον Παυσανία αμέσως μετά την εσωτερική πύλη του Διπύλου ήταν το Πομπείο και πολλά άλλα κτίσματα, ναοί, στοές, δημόσια ιδρύματα τα οποία βρίσκονταν στην Αρχαία Αγορά η οποία και αποτελούσε και το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο τμήμα του Έσω Κεραμεικού, τόσο ώστε το όνομα Κεραμεικός πολλές φορές στα κείμενα να ταυτίζεται με την Αρχαία Αγορά.

Αρχαιολογικός χώρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο εκτάσεως περίπου 40 στρεμάτων αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού καλυπτόταν μέχρι της ανασκαφής του από επιχώσεις ύψους 8-9 μέτρων, δηλαδή του σημερινού επιπέδου της οδού Ερμού. Σήμερα ο επισκέπτης του χώρου βαδίζει ακριβώς στο ίδιο επίπεδο που περπατούσαν οι Αθηναίοι στη κλασική εποχή.
Κατά την κατασκευή του σταθμού «Κεραμεικός» του μετρό βρέθηκαν περίπου 1.000 τάφοι του 4ου και του 5ου αιώνα π.Χ., στον αποκαλούμενο λάκκο της πανούκλας. Η αρχαιολόγος Έφη Μπαζιοτοπούλου-Βαλαβάνη, χρονολόγησε το νεκροταφείο στη περίοδο μεταξύ 430 και 426 π.Χ. Ο Θουκυδίδης περιέγραψε τον πανικό που προκλήθηκε από τηνπανούκλα, πιθανώς επιδημείας τυφοειδούς πυρετού η οποία έπληξε την πόλη το 430 π.Χ. Η επιδημία διήρκεσε δύο χρόνια και εκτιμάται πως σκότωσε το ένα τρίτο του πληθυσμού. Έγραψε πως άψυχα σώματα είχαν εγκαταλειφθεί σε ναούς και δρόμους, ώστε στη συνέχεια να συλλεχθούν και να θαφτούν βιαστικά. Η ασθένεια επανεμφανίστηκε τον χειμώνα του 427 π.Χ.
Πρόσφατα ευρήματα στον Κεραμεικό περιλαμβάνουν την εκσκαφή ενός Κούρου,[3] ύψους 2,1 μέτρων ο οποίος ανεσκάφη από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Βολφ-Ντίτριχ Νιμάιερ (Wolf-Dietrich Niemeier). Αυτός ο κούρος είναι διπλάσιος από αυτόν που εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, στηΝέα Υόρκη, ενώ αμφότεροι φιλοτεχνήθηκαν από τον ίδιο ανώνυμο γλύπτη, ο οποίος αποκαλούνταν «τεχνίτης του Δίπυλου». Μεγάλα τμήματα προσκείμενα σε αυτά που έχουν ήδη ανασκαφεί παραμένουν προς ανακάλυψη, καθώς βρίσκονται κάτω από τα οικοδομήματα της σύγχρονης Αθήνας. Η ανασκαφή αυτών των περιοχών έχει διακοπεί μέχρι να εξασφαλιστεί η ύπαρξη κονδυλίων.









Ρένα Βλαχοπούλου 1923 – 2004



Ρένα Βλαχοπούλου

Ανεπανάληπτη κωμικός, ταλαντούχα σόουγουμαν και εξαιρετική τραγουδίστρια. Γεννήθηκε το 1923 στην Κέρκυρα και σπούδασε στο Ωδείο του Δραματικού Συλλόγου της γένετειράς της, όπου έκανε και τις πρώτες της εμφανίσεις. Ανήλικη ακόμη, σε ηλικία δεκαέξι ετών, πρωτοδούλεψε ως επαγγελματίας σε ζαχαροπλαστείο στη Σπιανάδα. Εκεί, το καλοκαίρι του 1938 γνώρισε τον πρώτο άντρα της ζωής της, τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου, με τον οποίο παντρεύτηκε το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, παρουσία λίγων φίλων.

Το 1939 κατέβηκε στην Αθήνα. Τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα τα έκανε σε καφενεία και αναψυκτήρια, όπου την ανακάλυψε ο Μίμης Τραϊφόρος και την παρουσίασε ως νέο ταλέντο σ’ ένα πρόγραμμα βαριετέ που είχε ανεβάσει στο κέντρο «Όαση» του Ζαππείου. Το πρώτο τραγούδι που είπε ήταν το «Μικρή χωριατοπούλα» του Πολ Μενεστρέλ, το οποίο διασκευάστηκε αργότερα στο πασίγνωστο «Κορόιδο Μουσολίνι», από τον Γιώργο Οικονομίδη. Στην παράσταση αυτή την άκουσε ο Μακέδος και λίγο αργότερα την προώθησε στο σανίδι και συγκεκριμένα στο θέατρο «Μοντεάλ» της οδού Πανεπιστημίου, όπου έπαιξε με τις αδελφές Καλουτά και τραγούδησε ντουέτο με τη Σοφία Βέμπο.

Το χειμώνας του 1940 η Ρένα Βλαχοπούλου έχασε και τους δύο γονείς της, κατά το βομβαρδισμό της Κέρκυρας από τους Ιταλούς. Μεσούσης της Κατοχής, το 1942, παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τον Γιάννη Κωστόπουλο, γόνο καλής οικογένειας των Αθηνών. Τότε γνώρισε και τον μεγάλο πιανίστα της τζαζ Γιάννη Σπάρτακο, με τον οποίο συνεργάστηκε στο «Πάνθεον». Η συνεργασία αυτή έφερε και την επιτυχία «Θα σε πάρω να φύγουμε», που πρωτοτραγούδησε το καλοκαίρι του ’44, στην επιθεώρηση «Well come» των Αλέκου Σακελάριου και Δημήτρη Ευαγγελίδη, στο θέατρο «Κυβέλη».

Το 1946 έδωσε τέλος στο δεύτερο γάμο της κι ενώ είχε ήδη αναδειχθεί σε «βασίλισσα της τζαζ», δέχθηκε ν’ ακολουθήσει τον Σπάρτακο σε περιοδεία, στην Κύπρο, την Τουρκία, την Αίγυπτο και την Αμερική. Η πολυγλωσσία της -αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά- και η πολύ καλή προφορά της ήταν τα μεγάλα της πλεονεκτήματα.

Το καλοκαίρι του 1951 επέστρεψε στην Αθήνα, κάνοντας την πρώτη της επανεμφάνιση στο θέατρο «Σαμαρτζή», στην παράσταση «Φεστιβάλ στην Αθήνα», πλάι στους Άννα και Μαρία Καλουτά, Νίκο Σταυρίδη, Ορέστη Μακρή και Κούλη Στολίγκα. Το χειμώνα, κατόπιν πρόσκλησης τούρκου παραγωγού, συμμετείχε την ταινία «Ανατολίτικες νύχτες», στην οποία επανέλαβε το «Θα σε πάρω να φύγουμε» του Σπάρτακου. Η ταινία αυτή δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα.

Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν είχε εμφανιστεί ακόμη στο θέατρο ως ηθοποιός. Το 1952 ο Βασίλης Μπουρνέλης, ένας από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες του μουσικού θεάτρου της δεκαετίας του ’50, την κάλεσε να τραγουδήσει ένα ντουέτο με την Μπελίντα στην επιθεωρήση «Βασίλισσα της νύχτας» στο θέατρο «Ακροπόλ». Ακολούθησαν οι επιθεωρήσεις «Να τι θα πει Αθήνα», «Πουλιά στον αέρα», «Κι ο μήνας έχει εννιά».

Το καλοκαίρι του 1954 πήρε για πρώτη φορά θεατρικό ρόλο, στην επιθεώρηση «Σουσουράδα», δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη, με το νούμερο «Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια». Η πρόταση ήταν της Σοφίας Βέμπο. Τα κείμενα υπέγραφαν οι Μίμης Τραϊφόρος και Γιώργος Γιαννακόπουλος, τη μουσική ο Μενέλαος Θεοφανίδης και τη χορογραφία ο Γιάννης Φλερύ και η Αλίκη Βέμπο.

Το 1956 έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, παίζοντας δίπλα στον Νίκο Ρίζο και τον Στέφανο Στρατηγό, στην πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες» του Γιάννη Πετροπουλάκη.

Ορόσημο για την καριέρα της υπήρξε το 1962, όταν η συμμετοχή της στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, στο θέατρο «Μετροπόλιταν», έγινε αφορμή να την προσέξει ο Γιάννης Δαλιανίδης και να την κάνει πρωταγωνίστρια του μιούζικαλ «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1963). Μάλιστα ο ίδιος ο Φίνος, όταν την άκουσε να τραγουδά, φέρεται να της πρότεινε να υπογράψει ισόβιο συμβόλαιο με την εταιρεία του, με την οποία γύρισε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου.

Ορισμένες από τις ταινίες της Ρένας Βλαχοπούλου που ξεχωρίζουν: «Κάτι να καίει» (1963), «Ένα κορίτσι για δύο» (1963), «Η χαρτοπαίχτρα» (1964), «Κορίτσια για φίλημα» (1965), «Φωνάζει ο κλέφτη»ς (1965), «Η βουλευτίνα» (1966), «Ραντεβού στον αέρα» (1966), «Βίβα Ρένα» (1967), «Η ζηλιάρα» (1968), «Η Παριζιάνα» (1969), «Η θεία μου η χίπισσα» (1970), «Μια τρελλή, τρελλή σαραντάρα» (1970), «Ζητείται επειγόντως γαμπρό»ς (1971), «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι» (1971), «Η Ρένα είναι οφσάιντ» (1972), «Η Κόμισσα της Κέρκυρας» (1972).

Παράλληλα με την κινηματογραφική της καριέρα, συνέχισε τη σταδιοδρομία της στο θέατρο και στο τραγούδι. Το 1959 εμφανίστηκε στο Α’ Φεστιβάλ Τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, μ’ ένα τραγούδι του Κώστα Καπνίση και του Θάνου Σοφού, το «Είσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας». Την επόμενη χρονιά, τραγούδησε ντουέτο με τον Γιάννη Βογιατζή το «Πρώτο χελιδόνι». Με την αυγή της δεκαετίας του ’60, είχε μοιραστεί στα τρία: τα πρωινά ηχογραφήσεις και συνεργασίες με το ΕΙΡ (τραγούδια των Χατζιδάκι, Πλέσσα, Μουζάκη, Μωράκη, Αττίκ, Σπάθη, Ιακωβίδη, Κατσαρού), το βράδυ θέατρο και μετά την παράσταση, εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα.

Το καλοκαίρι του 1966 συγκρότησε θίασο με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και το Γιάννη Βογιατζή, ενώ το καλοκαίρι του 1967 ηγήθηκε του θιάσου Βλαχοπούλου - Κωνσταντίνου - Σαπουντζάκη, που ανέβασε τη «Λουλουδιασμένη Αθήνα». Την ίδια χρονιά έκανε και τον τρίτο γάμο της, με τον επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη.

Το 1976 ξεκίνησε καριέρα και στην τηλεόραση, πρωταγωνιστώντας στην τηλεοπτική σειρά του Αλέκου Σακελάριου «Μια Αθηναία στην Αθήνα», ενώ τελευταίες εμφανίσεις της στη μικρή οθόνη ήταν οι «Μάμα Μία» και «Μάλιστα Κύριε».

Το 1995 βραβεύτηκε με το Αναμνηστικό Μετάλλιο Δημήτρη Ψαθά για την ερμηνεία της στη «Χαρτοπαίχτρα» του Ψαθά, στο θέατρο Μπρόντγουεϊ, ενώ το 2003 τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

Πέθανε στις 29 Ιουλίου του 2004.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/116#ixzz4FlsAT5yX