Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Μπλόκο της Κοκκινιάς



1944-Το μπλόκο της Κοκκινιάς

Το καλοκαίρι του 1944 το παιχνίδι είναι χαμένο για τη Γερμανία. Οι σύμμαχοι προελαύνουν και στην Ελλάδα οι εφημερίδες δημοσιεύουν τις γερμανικές ανακοινώσεις για την ηρωική αντίσταση των στρατευμάτων τους. Δημοσιεύουν όμως και χάρτες. Κι ένας βλάκας μπορεί να καταλάβει τι γίνεται. Η αντίσταση γίνεται όλο και προς τα πίσω.

Griechenland, griechische Soldaten
Ανδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας σε… εξόρμηση στην περιφέρεια
Η κυβέρνηση Ράλλη έχει δημιουργήσει τα Τάγματα Ασφαλείας για να χτυπήσει το ΕΑΜ. Στόχος του δεν είναι μόνο η βοήθεια στους Γερμανούς που σε λίγο θα φύγουν αλλά η… επόμενη μέρα.

Η Ασφάλεια και τα Τάγματα Ασφαλείας όλο το καλοκαίρι χτυπούν γειτονιές της Αθήνας που σχεδόν ήταν αυτόνομες εξ αιτίας της έντονης παρουσίας του ΕΛΑΣ.

4
Ταγματασφαλίτες στον Άγνωστο Στρατιώτη.
Η Κοκκινιά λεγόταν και  «Μόσχα».  Στις 15 και 16 Αυγούστου στο συνοικισμό Κιλικιανών άρχισαν οι πρώτες συγκρούσεις. Το ίδιο και στα Μανιάτικα. Κανείς όμως δεν περίμενε αυτό που θα ακολουθούσε.
Είναι 2.30 τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Αυγούστου. Δυνάμεις του  1ου Συντάγματος Ευζώνων, διμοιρία του Μηχανοκίνητου της Αστυνομίας, μαζί με Γερμανούς της 11ης Μεραρχίας κυκλώνουν μια τεράστια περιοχή που περικλείει τη Κοκκινιά, τη Νίκαια, τον Κορυδαλλό.

Στις 6 το πρωί ακούγονται τα… χωνιά των συνεργατών των Γερμανών:

«Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άντρες από 14 έως 60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου».

Στις 9 το πρωί η πλατεία έχει γεμίσει με κόσμο. Ο καυτός Αυγουστιάτικος ήλιος δημιουργεί λιποθυμίες. Εκεί συνεργάτες των Γερμανών, κάτοικοι της περιοχής, υποδεικνύουν τους οργανωμένους στο ΕΑΜ. Ενας από τους καταδότες είναι πρώην μέλος της ΟΠΛΑ.

Εντοπίζονται σχεδόν αμέσως  στελέχη όπως ο λοχαγός του ΕΛΑΣ και γραμματέας της ΚΟΒ Κιλικιανών Αποστόλης Χατζηβασιλείου, ο γραμματέας της ΚΟΒ Κοκκινιάς και αρχηγός της ΟΠΛΑ Παναγιώτη Ασμάνη, ο Θοδωρής Περιβνόλας, αλλά και μαχήτριες όπως η Διαμαντώ Κουμπάκη, η Αθηνά Μαύρου κ.ά

Πίσω από την πλατεία βρίσκεται ένα παλιό εργοστάσιο. Εκεί στη «μάντρα» βασανίζονται και εκτελούνται  από τους Γερμανούς 50 άτομα. Ο δήμιος πίνει ούζο και πυροβολεί.

6
Παρέλαση των Ταγμάτων Ασφαλείας
Στα Αρμένικα μια μικτή μονάδα του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ μετά από μάχη καταφέρνει να διαφύγει. Στην ανταλλαγή πυρών τραυματίζεται ένας Γερμανός και μερικοί Ελληνες συνεργάτες τους. Σε αντίποινα μεταφέρονται εκεί  από την πλατεία Οσίας Ξένης κι εκτελούνται 40 άνδρες και γυναίκες. Καίνε και μερικά σπίτια. Κι η περιοχή πήρε το όνομα «Καμμένα του Καραβά».

Οι συγκεντρωμένοι στην πλατεία της Οσίας Ξένης μεταφέρονται στο Χαϊδάρι και πολλοί από αυτούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Οι Ταγματασφαλίτες φωνάζουν: . «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ, η Γερμανία είναι εδω.  Πάρτε το χαμπάρι, θα πεθάνετε όλοι σας».
Οι Γερμανοί στις επίσημες αναφορές τους κάνουν λόγο για 104 νεκρούς και 3.000 ομήρους. Πηγές της Αντίστασης ανεβάζουν τους νεκρούς στους 200.

Την επόμενη μέρα άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας συλλαμβάνουν κι εκτελούν τον 18χρονο Στέλιο Σπανό (Καρδάρα), ομαδάρχη της ΟΠΛΑ. Την ίδια μέρα στην Καισαριανή  άνδρες του ΕΛΑΣ αναγνωρίζουν και εκτελούν δύο αστυφύλακες του μηχανοκίνητου της Αστυνομίας. Σε αντίποινα Γερμανοί και Ταγματασφαλίτες συλλαμβάνουν 35 κι εκτελούν τους πέντε από αυτούς. Άνδρες της ΟΠΛΑ και κάτοικοι της περιοχής σκοτώνουν με τη σειρά τους δύο αιχμαλώτους Εύζωνες.

Ο κύκλος της βίας θα αργούσε πολύ να σταματήσει.

Ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές του μπλόκου της Κοκκινιάς; Και τι απέγιναν;

Από την Ειδική Ασφάλεια παρόντες ήταν  οι αξιωματικοί Μπατράνης, Βακαλόπουλος, Παρθενίου, Τηλέμαχος Μόρφης, Τσανακαλιώτης, Μητρόπουλος, Γκίνος, Τσιμπίδαρος, Παπαγεωργίου και ένας διερμηνέας  με το όνομα  Ανθόπουλος.
Το γενικό πρόσταγμα  της επιχείρησης το είχε ο συνταγματάρχης των Ταγμάτων Ασφαλείας  Γιώργος Πλυτζανόπουλος. Μετά την Κατοχή ο Πλυτζανόπουλος προήχθη σε υποστράτηγο του Ελληνικού Στρατού, ενώ ο ανιψιός του έγινε δήμαρχος Κοκκινιάς επι χούντας
Δεξί του χέρι ήταν ο ταγματάρχης  Γιώργος Σγούρος. Συνοδεύεται μάλιστα κι από τον γιο του, τον «μπέμπη» όπως τον φώναζε Θόδωρο.Μετά την κατοχή  καταδικάστηκε αλλά αφέθηκε ελεύθερος και συνέχισε να υπηρετεί ως Ταγματάρχης. Διορίστηκε αργότερα Διοικητής στο 3ο Τάγμα Μακρονήσου
Επικεφαλής του μηχανοκίνητου της Αστυνομίας Πόλεων, ήταν ο Νίκος Μπουραντάς., οποίος απολογούμενος στο Δικαστήριο Δωσιλόγων, απάντησε : «Εγώ τρώγω ένα ξεροκόμματο, βουτηγμένο στο αίμα! Αλλά ρέει στις φλέβες μου άφθονο ελληνικό αίμα»

.Από κοντά και οι… πρόθυμοι. Οι καταδότες. Άνθρωποι που συνεργάζονταν στενά με την αστυνομία όπως ο  Κιρκόρ Μπαταβιάν, Γρηγόρης Ιωαννίδης, Μπεμπέκογλου, Μεϊμάρης, Λυκουρέζος



















Βίκυ Μοσχολιού 1943 – 2005






Η Βίκυ Μοσχολιού γεννήθηκε στις 17 Μαΐου του 1943 στο Μεταξουργείο και έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Αιγάλεω. Χρόνια στερημένα, αλλά γεμάτα αγάπη και μουσική, καθώς ο πατέρας της δεν αποχωριζόταν το γραμμόφωνο και την πλούσια συλλογή του από λαϊκά δισκάκια της εποχής.

Για να βοηθήσει την οικογένεια της, δεκατριάχρονο κοριτσάκι ακόμα, πιάνει δουλειά σε εργοστάσιο ως κορδελιάστρα. Πάντα, όμως, είτε ανάμεσα στις κλωστές και τα καρούλια, είτε στις ανθισμένες μυγδαλιές της Αγίας Βαρβάρας, η Βίκυ έχει ένα τραγούδι στο στόμα. Οι αυστηρών αρχών γονείς της, όμως, δεν της επιτρέπουν να δουλέψει νύχτα. Με την παρέμβαση της ξαδέρφης της, Έφης Λίντα, πείθονται τελικά και το 1962, Κυριακή του Πάσχα, η Βίκυ κάνει την πρεμιέρα της στο πάλκο, δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δούκισσα, στην Τριάνα του Χειλά.

Εκεί, δύο χρόνια μετά, την ακούει τυχαία ο Σταύρος Ξαρχάκος που αναζητά εκείνη την περίοδο μια νέα φωνή για να ερμηνεύσει το θρυλικό πλέον τραγούδι Χάθηκε το φεγγάρι στην ταινία Λόλα, με το Νίκο Κούρκουλο και την Τζένη Καρέζη. Είναι η αρχή μιας λαμπρής καριέρας, καθώς ακολουθούν αμέτρητες συνεργασίες, σχεδόν με όλους τους κορυφαίους συνθέτες και στιχουργούς: τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Δήμο Μούτση, τον Άκη Πάνου, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Κουγιουμτζή, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Μάρκο
Βαμβακάρη.

Τα τρένα που φύγαν, Τα δειλινά, Οι μετανάστες, Τα αρχοντορεμπέτικα είναι μερικές μόνο επιτυχίες από το πλούσιο ρεπερτόριό της, που ξεκινά από το ρεμπέτικο και το λαϊκό για να καταλήξει στο ελαφρολαϊκό και το έντεχνο, γιατί η σπουδαία, ιδιαίτερη δωρική φωνή της με τη χαρακτηριστική βραχνάδα και τις απεριόριστες δυνατότητες δεν χώρεσε ποτέ ταμπέλες.

Στις αρχές της δεκαετίας του '60 η Βίκυ Μοσχολιού αρχίζει συναυλίες με το Σταύρο Ξαρχάκο και το Γρηγόρη Μπιθικώτση σ' όλη την Ελλάδα, ενώ το 1968 πραγματοποιεί με δικά της έξοδα την πρώτη μεγάλη συναυλία έλληνα καλλιτέχνη στην Κύπρο.

Το 1972 είναι η πρώτη λαϊκή τραγουδίστρια που εγκαταλείπει τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα και τα υψηλά νυχτοκάματα για να κατέβει στην πλάκα, αρχικά στο Ζουμ και μετά στο Ζυγό, δημιουργώντας ένα εναλλακτικό τρόπο διασκέδασης, με άλλο ήθος και ύφος. Έξι συνεχείς σεζόν η Μοσχολιού τραγουδά στις μπουάτ Μούτση, Μαρκόπουλο, Θεοδωράκη και Σπανό και παράλληλα δισκογραφεί μερικά από τα σημαντικότερα τραγούδια της, όπως το Έτσι είναι η ζωή, Μια βραδιά στη Λάρισα, Μεσόγειος, Η Ρόζα η ναζιάρα, Άνθρωποι Μονάχοι.


Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η Βίκυ Μοσχολιού εμφανίστηκε στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης το Ρόαγιαλ Άλμπερτ Χολ του Λονδίνου και το θέατρο Ολυμπιά του Παρισιού. Γιατί με τη σεμνότητα και την απλότητα που την διακατείχε ελάχιστες φορές μιλούσε για τους θριάμβους της.

Την ίδια διακριτικότητα επέδειξε και στην προσωπική της ζωή, κρατώντας την πάντα μακριά από το φως της δημοσιότητας κι ας οργίαζε ο κοσμικός τύπος της εποχής για το φλογερό της ειδύλλιο με τον μετέπειτα σύζυγό της, για 18 ολόκληρα χρόνια, τον θρύλο των γηπέδων, Μίμη Δομάζο, με τον οποίο απέκτησε δύο κόρες.

Η Βίκυ Μοσχολιού πέθανε, χτυπημένη από την επάρατο νόσο, στις 16 Αυγούστου του 2005.
















Η ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων






Οι Ολυμπιακοί Αγώνες πρωτάρχισαν το 776 π.Χ. στην Ολυμπία της Ήλιδας, με τη συμμετοχή αθλητών απ’ όλο τον ελληνικό κόσμο της αρχαιότητας. Κατά τη διάρκεια των Αγώνων κηρυσσόταν εκεχειρία και οι πολεμικές επιχειρήσεις διακόπτονταν. Κατείχαν τόσο σημαντική θέση στη ζωή των Ελλήνων, ώστε το μεταξύ τους διάστημα, η Ολυμπιάδα, χρησιμοποιήθηκε ως βάση του χρονολογικού συστήματός τους. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες πέρασαν από διάφορες φάσεις ακμής και παρακμής, έως ότου καταργήθηκαν από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδόσιο τον Μέγα το 393 μ.Χ. ως ειδωλολατρικοί. 1503 χρόνια αργότερα αναβίωσαν, χάρις στις ενέργειες δύο ανθρώπων, του γάλλου βαρώνου Πιερ Ντε Κουμπερτέν (1836-1937) και του έλληνα λόγιου και επιχειρηματία Δημητρίου Βικέλα (1835-1908).

Το αρχαιολογικό ενδιαφέρον των Γάλλων αρχικά και των Γερμανών μετέπειτα για τους θησαυρούς της Αρχαίας Ολυμπίας, σε συνδυασμό με την ανάγκη των λαών για παγκόσμια άμιλλα και ει­ρήνη, αναθέρμαναν τον 19ο αιώνα την ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπια­κών Αγώνων. Το 1834 και το 1836, σουηδοί φίλαθλοι, εμπνεόμενοι από την αρχαία Ελλάδα, οργάνωσαν Ολυμπιακούς Αγώνες στην πόλη Χέλσινμποργκ.

Τον Οκτώβριο του 1850 ο βρετανός χειρουργός Γουίλιαμ Μπρουκς διοργάνωσε τους ετήσιους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Γουένλοκ της κομητείας του Σροπσάιρ, με αγωνίσματα δρόμων, αρχαίο πένταθλο, ιππασία, κρίκετ κ.ά. Μεταξύ του Μπρουκς και της Ελλάδας υπήρξε στενός δεσμός, καθώς ο τότε βασιλιάς Γεώργιος Α’ έστειλε στον Μπρουκς ένα ασημένιο έπαθλο κι αυτός με τη σειρά του προσέφερε ειδικό έπαθλο σε έλληνα αθλητή που διακρίθηκε στο δρόμο, κατά την Α’ Ζάππεια Ολυμπιάδα του 1859
Το 1833 ο ποιητής Παναγιώτης Σούτσος αναφέρεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες και δύο χρόνια αργότερα παροτρύνει τις ελληνικές κυβερνήσεις να αναβιώσουν τα αρχαία Ολύμπια. Το 1838 γίνεται η πρώτη προσπάθεια τέλεσης Ολυμπιακών Αγώνων από τον γειτονικό στην Ολυμπία Δήμο Λετρίνων (σημερινός Πύργος Ηλείας) από μία ομάδα φωτισμένων αρχαιολατρών.

Το 1859, ο Ηπειρώτης εθνικός ευεργέτης Ευαγγέλης Ζάππας αναλαμβάνει με δικές του δαπάνες την ανα­βίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Στις 18 Οκτωβρίου, με την παρουσία της βασιλικής οικογένειας, γίνεται η έναρξη των Α' Ολυμπίων. Ο διε­θνής Τύπος χαιρέτισε την πρωτοβουλία, αλλά οι ελληνικές εφη­μερίδες τη σχολίασαν αρνητικά, λόγω της απειρίας των διοργα­νωτών, αλλά και της απόφασής τους να μην διεξαχθούν οι Αγώ­νες στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Η πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή πλατεία Εθνικής Αντίστασης, γνωστότερη ως Πλατεία Κοτζιά) δεν μπόρεσε να καλύψει τις ανάγκες μιας τέτοιας διοργάνωσης. Παρά την αποτυχία των Αγώνων, η προσπάθεια δεν πήγε χαμένη. Διεξήχθησαν ακόμη τρεις Ζάππειες Ολυμπιάδες ή «Ολύμπια» (1870, 1875, 1889), που ενίσχυσαν σημαντικά το αίτημα για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η ιδέα για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων κέρδιζε ολοένα και περισσότε­ρο έδαφος στην Ευρώπη. Την 25η Νοεμβρίου 1892 ο 29χρονος τότε βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν, μιλώντας στη Σορβόννη κατά τη διάρκεια του συ­νεδρίου της Ένωσης Αθλητικών Σωματείων της Γαλλίας, πρότεινε την ανασύσταση του θεσμού, σε διεθνές επίπεδο, αλλά συνάντησε γενική αδιαφορία.

Ο Κουμπερτέν δεν απογοητεύτηκε. Δύο χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 1894, έθεσε εκ νέου την πρότασή του στο Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο, που διοργάνωσε ο ίδιος στη Σορβόννη. Την Ελλάδα εκ­προσώπησε ο λόγιος Δημήτρης Βικέλας, ο οποίος αποδέχτηκε τη σχετική πρόταση του ιδρυτή του Πανελλήνιου Γυ­μναστικού Συλλόγου, Ιωάννη Φωκιανού. Ο Βικέλας, σε συνεργασία με τον Κουμπερτέν, παρουσίασε στο συνέδριο υπόμνημα, με μοναδικό θέμα την αναβίωση των Αγώνων.
Στις 23 Ιουνίου 1894 οι σύνεδροι ψήφισαν ομόφωνα την ανασύσταση του αρχαίου θεσμού, εκφράζοντας την ευχή για τον εορτασμό στην Αθήνα των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων το 1896. Ο Βικέλας ορίστηκε πρόεδρος της νεοσυσταθείσας Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και ο Κουμπερτέν γραμματέας της.