Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Μάο Τσε Τουνγκ 1893 – 1976




Ο Μάο γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1893 στην περιοχή Σαοσάν του Δήμου Σιανγκτάν της Επαρχίας Χουνάν της Κίνας σε μια αγροτική οικογένεια.[2] Οι γονείς του Μάο κατείχαν ένα κτήμα έκτασης περίπου ενός εκταρίου. Βάσει της υπάρχουσας κατάστασης στην Κίνα, το κτήμα ήταν αρκετό για την κάλυψη αναγκών της οικογενείας. Η μητέρα του ήταν φανατική βουδίστρια ενώ ο πατέρα του ήταν καθόλα σκεπτικιστής. Ο Μάο, συνολικά, είχε 7 αδέλφια, επίσης ήταν ο μεγαλύτερος εξ αυτών. Η μητέρα του τον γέννησε σε ηλικία 27 ετών, ενώ εκ των εφτά αδελφών μόνο τα τρία αγόρια επιβίωσαν.[3]
Στο σπίτι του Μάο, η εξουσία ήταν ο πατέρας του, κάτι, πού έτσι κι αλλιώς, επέβαλλε η κομφουκιανική παράδοση. Πιο συγκεκριμένα, ο Μάο, είχε πει, το 1936, σε μία συνέντευξή του, για την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι του:[4]
Τα κόμματα στην οικογένεια ήταν δυο. Το ένα ήταν ο πατέρας μου: η εξουσία. Η αντιπολίτευση, αντίθετα, αποτελούνταν από εμένα, τη μητέρα μου, τον αδελφό μου και καμιά φορά από τον ξωμάχο. Παρόλα αυτά, το ενωμένο μέτωπο της αντιπολίτευσης συχνά διασπόνταν από διχογνωμίες. Η μητέρα μου υποστήριζε την πολιτική της έμμεσης επίθεσης: ήταν αντίθετη σε όλες τις ακραίες εκδηλώσεις των αισθημάτων μας, όπως και στις προσπάθειές μας για μια ανοιχτή εξέγερση ενάντια στην εξουσία. Έλεγε ότι αυτό δεν είναι ο κινέζικος τρόπος.
Αυτές οι οικογενειακές αναμνήσεις πήραν πολιτική μορφή αντιπαράθεσης.
Ο Μάο που δούλευε από τα 6 του στα χωράφια του πατέρα του, έμαθε ήδη να διαβάζει και να κάνει λογαριασμούς, σχετικούς με την επιχείρηση της οικογένειας. Παρόλα αυτά, ο πατέρας του Μάο, αφού προώθησε στην αγορά το σιτάρι του, επέβαλε στον Μάο να αφήσει τις σπουδές του και να ασχοληθεί αποκλειστικά με την επιχείρηση, σε ηλικία 13 ετών. Και όχι μόνο αυτό: η ωφελιμιστική νοοτροπία του πατέρα του Μάο, τον οδήγησε και στην κατάλληλη επιλογή της νύφης, καθότι ο Μάο, μπορούσε να θεωρηθεί πλέον ενήλικας (στα 13 του). Εν τέλει, το 1907, τελέστηκαν οι γάμοι, με μία κοπέλα 18 ετών, τη Λούο.[5] Ο γάμος δεν κράτησε πολύ, καθώς, περίπου, δύο χρόνια αργότερα πέθανε η Λούο.[6] Λέγεται πως αυτό ήταν ένα περιστατικό, που κινητοποίησε τον Μάο, να αφήσει την ύπαιθρο, ωστόσο, αυτή η απόφασή του συνδέεται με την ανάγνωση ενός βιβλίου του Τσέγκ Κουανγίνγκ, το Προειδοποιητικά λόγια σε μια ευλογημένη εποχή.[5] Αργότερα ο Μάο, θα παραδεχτεί πως αυτό το βιβλίο του αναρρίπισε τη θέληση για μόρφωση.[7]
Το 1910, πλέον, ο Μάο είχε εγκαταλείψει το Σάο-σαν και μετέβη πρώτα στη Σιάνγκταν, όπου δειλά δειλά άρχισε να φοιτά και πάλι στο σχολείο. Ο Μάο αυτήν την περίοδο θα διαβάσει λιβελογράφημα, στο οποίο, αργότερα, αποδίδει ως την πρώτη αναφορά για τη διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης.[7] Επιπροσθέτως, ο Μάο άρχισε να μυείται και στη μελέτη της δυτικής κουλτούρας: ΜοντεσκιέΡουσώΟυάσιγκτονΝαπολέων.[8] Μάλιστα, λέγεται, πώς από τους δύο τελευταίους εμπνεύστηκε αρκετά για τις στρατηγικές του.[9]
Το 1911, ο Μάο μετέβη στην Τανγκ-σα, πρωτεύουσα του Χουνάν, αποφασισμένος πλέον να γραφτεί σε κάποια σχολή. Ο αναβρασμός που επικρατούσε στη χώρα και συγκεκριμένα στην πόλη ήταν ορατός. Ο Μάο ενεπλάκη στην επαναστατική υπόθεση, πνευματικώς. Επίσης, ο Μάο, έκοψε το κοτσιδάκι του, εμφανής κίνηση αποδοκιμασίας προς τα ανάκτορα, καθώς το έθιμο επέβαλλε στα αρσενικά να έχουν αφήσει ένα.[8] Η τελειωτική κατάρρευση των Τσινγκ, ξεκίνησε με μία στρατιωτική ανταρσία στη Γουχάν, περί τον Οκτώβρη του 1911. Ο Μάο που πλέον ήθελε να ενταχθεί, στη Γουχάν, στον επαναστατημένο στρατό, απέτυχε, καθώς δε διέθετε ένα πρέπον ζευγάρι μπότες, καθώς έβρεχε ασταμάτητα εκείνη την εποχή. Ο Μάο, που, πλέον, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, χωρίς τον πρέποντα εξοπλισμό, έμεινε απλώς παρατηρητής, της επανάστασης που ξεδιπλωνόταν σε όλη τη χώρα. Η δυναστεία των Τσίνγκ έπεσε τον Φεβρουάριο του 1912. Ο Μάο, παρ'όλα αυτά, προσχώρησε στον τακτικό στρατό, ο οποίος είχε προδώσει τους Τσινγκ. Εκεί παρέμεινε περί τους 6 μήνες,[10] με σχεδόν μηδενική συμμετοχή σε μάχη. Οι ασχολίες του ήταν η μελέτη εφημερίδων, μυώντας τον στη σοσιαλιστική ιδέα. Ο φοιτητής τότε Μάο αρνιόταν ελέω αυτής της κατάστασής να πηγαίνει να φέρνει νερό από την πόλη ή να κάνει άλλες βαριές δουλειές, όπως είχε παραδεχτεί ο ίδιος. Αντίθετα βοηθούσε στα συγγραφή γραμμάτων σε οικογένειες στρατιωτών.[11]

Βιογραφία

Την άνοιξη του 1913 γράφτηκε στην Τέταρτη Παιδαγωγική Ακαδημία στην πρωτεύουσα της ίδιας επαρχίας, Τσανγκσά, από όπου αποφοίτησε το καλοκαίρι του 1918.
Ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα τον Απρίλιο του 1918 ως ιδρυτικό μέλος της Νέας Εταιρείας Λαϊκής Μόρφωσης, μιας προοδευτικής οργάνωσης, ενώ προσχώρησε στον κομμουνισμό τον Νοέμβριο του 1920, ιδρύοντας την κομμουνιστική ομάδα στην Τσανγκσά.
Τον χειμώνα του 1920, παντρεύτηκε την πρώτη από τις τρεις συζύγους του, Γιανγκ Καϊχούι, με την οποία απέκτησε αργότερα τρία παιδιά.
Στις 23 Ιουλίου 1921, συνήλθε το 1ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) στη Σαγκάη, στο οποίο συμμετείχαν 12 εκπρόσωποι των κομμουνιστικών ομάδων ολόκληρης της χώρας –ανάμεσά τους ήταν κι ο Μάο–, αλλά και δύο εκπρόσωποι-παρατηρητές από την έδρα της Γ΄ Διεθνούς. Κατά το ίδιο συνέδριο, ιδρύθηκε και επισήμως το ΚΚΚ.
Έως το 1927 υπήρξε επαγγελματίας πολιτικός.

Ανάληψη της κομματικής εξουσίας

Ο Μάο στην κομμουνιστική βάση της Επαρχίας Τζιανγκσί (1931).
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1927, ο Μάο ηγήθηκε της Εξέγερσης του Θερισμού στην Επαρχία Χουνάν, όμως αυτή απέτυχε παταγωδώς. Μετά την αποτυχία οι εξεγερθέντες αναγκάστηκαν να αποτραβηχτούν στο Όρος Τζινγκάνγκ. Εκεί ίδρυσε την πρώτη κομμουνιστική βάση, αλλά και τον Κόκκινο Στρατό.
Το φθινόπωρο 1928 παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, Χε Ζιζέν, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τα οποία όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει αργότερα σε αγροτική οικογένεια όταν ξεκίνησε η Μεγάλη Πορεία. Δεν τα ξαναείδε ποτέ.
Η τότε κινεζική κυβέρνηση υπό τον Τσιανγκ Κάι Σεκ προχώρησε σε πολλές εκστρατείες κατά της Βάσης Τζινγκάνγκ, την οποία κατάφερε να καταλάβει στις αρχές 1929. Ωστόσο, ο Μάο σύντομα ίδρυσε μια ακόμη μεγαλύτερη βάση στην Επαρχία Τζιανγκσί. Έως το καλοκαίρι 1934, έγιναν πολλές πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ Τζιανγκ Καϊσέκ και Μάο Τσετούνγκ. Περίοδος κατά την οποία ο Μάο τελειοποίησε την περίφημη θεωρία του ανταρτοπόλεμου.
Παρά τις επιτυχημένες αποκρούσεις των δυνάμεων καταστολής, ο Μάο κατηγορήθηκε από την τότε ηγεσία του ΚΚΚ για τις τακτικές τουανταρτοπόλεμου, ότι επρόκειτο για ατολμία, και απαλλάχτηκε από τα κομματικά και διοικητικά του καθήκοντα.
Τελικά οι μετωπικές συγκρούσεις και ο πόλεμος χαρακωμάτων που επέλεξε η νέα ηγεσία του Κόκκινου Στρατού, αποδείχτηκαν ολέθρια για τη Βάση, η οποία και καταλήφθηκε από τον κυβερνητικό στρατό τον Οκτώβριο 1934, οπότε και ξεκίνησε η Μεγάλη Πορεία.
Φτάνοντας ο Κόκκινος Στρατός στην πόλη Ζουενγί της Επαρχίας Γκουιζόου, έλαβε χώρα σύσκεψη του Πολίτμπιρο, κατά την οποία αποκαταστάθηκε η ορθότητα του Μάο. Από τότε απέκτησε τον έλεγχο του κόμματος.

Ανάληψη της κρατικής εξουσίας

Μετά τη Μεγάλη Πορεία η οποία τερματίστηκε επισήμως στις 20 Οκτωβρίου 1935, ο Μάο ίδρυσε νέα βάση στην Επαρχία Σαανσί.
Το φθινόπωρο 1937 ξέσπασε ολομέτωπα ο Β' Σινοϊαπωνικός Πόλεμος, μ’ αποτέλεσμα τα δύο μεγάλα εθνικά κόμματα της Κίνας, ΚΚΚ και Εθνικιστικό Κόμμα (ΕΚ) του Τζιανγκ Καϊσέκ, να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, η οποία και θα καταλήξει σε συμμαχία κατά της Ιαπωνίας.
Το 1938, παντρεύτηκε την τρίτη σύζυγό του, Τζιανγκ Τσινγκ, με την οποία απέκτησε μια κόρη. Η Τζινγκ ήταν γνωστή και ως επικεφαλής της Συμμορίας των Τεσσάρων.
Ο πόλεμος κράτησε έως τον Αύγουστο 1945, οπότε η Ιαπωνία παραδόθηκε άνευ όρων. Ήταν και η λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο στα μέσα Μαρτίου 1946 ξέσπασε ο Εμφύλιος Πόλεμος μεταξύ του ΚΚΚ και ΕΚ, ο οποίος ανέδειξε τελικά νικητή το πρώτο.
Στις 1 Οκτωβρίου 1949, ο Μάο κήρυξε την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας ως Πρόεδρος της χώρας.

Ως Πρόεδρος της Χώρας

Τον Ιούνιο 1950 το καθεστώς του Μάο εισέβαλε στο Θιβέτ.
Τον Οκτώβριο 1950, η Κίνα ενεπλάκη στον Κορεατικό Πόλεμο, ο οποίος τερματίστηκε τρία χρόνια αργότερα, με την υπογραφή της συνθήκης ανακωχής στις 23 Ιουλίου 1953, δημιουργώντας μια αποστρατικοποιημένη ζώνη στον 38ο Παράλληλο. Κατά τον πόλεμο, σκοτώθηκε ο πρωτότοκος γιος του Μάο Ανγίνγκ.
Το 1958 κήρυξε την έναρξη του κινήματος «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός», κατά το οποίο η χώρα σύρθηκε σ’ ένα πυρετό παραγωγής χάλυβα. Το Μεγάλο Άλμα, αλλά και σωρεία λαθών που διέπραξε το καθεστώς, είχαν ως άμεσο αντίκτυπο την οικονομική και οικολογική καταστροφή την τριετία 1959-1961, κατά την οποία η χώρα θρήνησε δεκάδες εκατομμύρια θύματα.
Το 1966 ο Μάο κήρυξε την έναρξη της Πολιτιστικής Επανάστασης, η οποία διήρκεσε έως και τον θάνατό του, το 1976. Η Πολιτιστική Επανάσταση βύθισε τη χώρα στο χάος. Εκδιώχθηκαν πολλοί διανοούμενοι, αλλά και πάλαι ποτέ στενοί συνεργάτες του, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Λιου Σάοτσι, δεύτερο τότε στην κομματική ιεραρχία, ο οποίος πέθανε φυλακισμένος και στην εξαθλίωση το 1969.

Ο θάνατός του

Ο Μάο πέθανε στις 00:10 της 9ης Σεπτεμβρίου του 1976 στο Πεκίνο σε ηλικία 82 ετών. Το κάπνισμα πιθανώς να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επιδείνωση της υγείας του καθώς ήταν βαρύς καπνιστής για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.[12] Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν κρατικό μυστικό το ότι έπασχε από πολλαπλά προβλήματα σε καρδιά και πνεύμονες,[13] ενώ υπήρχαν αναφορές πως έπασχε και από Πάρκινσον και αρτηριοσκλήρυνση.[14][15]
Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση ήταν στην 27 Μαΐου του 1976 όταν συνάντησε τον πρωθυπουργό του Πακιστάν, Ζούλφικαρ Άλι Μπούτο, κατά την επίσημη επίσκεψη του τελευταίου στο Πεκίνο.[16] Ο Μάο είχε 3 ισχυρές καρδιακές προσβολές το 1976, κατά τον Μάιο και Ιούλιο, και μια 3η στις 5 Σεπτεμβρίου η οποία τον ακινητοποίησε, πριν πεθάνει λίγες μέρες αργότερα στις 9 του μηνός κατά τις πρώτες πρωινές ώρες. Το κομμουνιστικό κόμμα της Κίνας ανήγγειλε τον θάνατο του αργότερα την ίδια ημέρα μέσω ραδιοφωνικού μηνύματος κάνοντας παράλληλα έκκληση για την ενότητα του κόμματος.[17]
Το ταριχευμένο σώμα του Μάο εκτέθηκε για μια εβδομάδα σε δημόσιο προσκύνημα,[18] κατά τη διάρκεια του οποίου τον αποχαιρέτησαν περίπου 1 εκατομμύριο άτομα, ανάμεσα τους και ξένες διπλωματικές αποστολές.[18][19] Στις 18 Σεπτεμβρίου τηρήθηκε 3λεπτη σιγή σε όλη τη χώρα ως τελική απόδοση τιμής.[20] Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, στο νότιο μέρος της πλατείας Τιεν-αν-μεν, απέναντι από την Απαγορευμένη Πόλη, κατασκευάστηκε ένα μαυσωλείο για την τοποθέτηση της σωρού του, όπου και βρίσκεται έκτοτε.[21]


















Λέλα Καραγιάννη 1898 – 1944





Ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης, που εκτελέστηκε από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στο Δαφνί για την εθνική δράση της στις 8 Σεπτεμβρίου 1944.
Η Λέλα Μηνοπούλου γεννήθηκε το 1898 στη Λίμνη Ευβοίας. Ήταν πρωτότοκη κόρη του Αθανασίου Μηνόπουλου και της Σοφίας Μπούμπουλη. Το 1916 παντρεύτηκε τον φαρμακοποιό Νικόλαο Καραγιάννη, με τον οποίο απέκτησε επτά παιδιά: την Ιωάννα, τον Γεώργιο, την Ηλέκτρα, τον Βύρωνα, τον Νέλσωνα, τη Νεφέλη και την Ελένη.
Η κατάληψη της Ελλάδας υπό των Ιταλογερμανών μεταμόρφωσε την ελληνίδα νοικοκυρά σε πρωτεργάτιδα της Εθνικής Αντίστασης. Από τις πρώτες ημέρες της Κατοχής έφτιαξε μία ομάδα με πυρήνα μέλη της οικογένειάς της και άρχισε το έργο της απόκρυψης και φυγάδευσης των βρετανών στρατιωτικών που είχαν εγκλωβιστεί στην Ελλάδα. Με την πάροδο του χρόνου, η μικρή οικογενειακή ομάδα διευρύνθηκε και εξελίχθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση «Μπουμπουλίνα», που αριθμούσε πάνω από 100 μέλη.
Η σύλληψη του γιου της Γεωργίου τον Ιούνιο του 1941 και των θυγατέρων της Ιωάννας και Ηλέκτρας δεν την πτόησαν. Κατόρθωσε να τους απελευθερώσει και να συνεχίσει το έργο της. Ακολούθησαν επιτυχείς ομαδικές φυγαδεύσεις στη Μέση Ανατολή, τις οποίες επέβλεπε προσωπικά η ίδια. Τακτικά από τα ραδιοφωνικά κύματα του Καΐρου ακουγόταν η φράση «Τζάκσον - Τζάκσον ευχαριστούμε για το άρωμα». Ήταν το συμπεφωνημένο σύνθημα για τη διάσωση της αποστολής.
Τον Οκτώβριο του 1941 συνελήφθη, κατόπιν προδοσίας, και κλείστηκε στις φυλακές Αβέρωφ με την κατηγορία της κατασκοπίας. Δικάσθηκε από ιταλικό στρατοδικείο, αλλά αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων.
Μετά την αποφυλάκισή της συνέχισε το αντιστασιακό της έργο, με μεγαλύτερη ένταση και μεθοδικότητα. Άπλωσε ένα ευρύ δίκτυο συνεργατών σε κάθε κατοχική υπηρεσία της Αθήνας και λάμβανε πολύτιμες πληροφορίες για κινήσεις και τα σχέδια των κατοχικών αρχών από έλληνες συνεργάτες τους, αλλά και από αντιχιτλερικούς γερμανούς και αντιφασίστες ιταλούς αξιωματικούς, τις οποίες διοχέτευε στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, μέλη της οργάνωσής της προέβαιναν σε πράξεις δολιοφθοράς κατά κατοχικών στόχων.
Στις 11 Ιουλίου 1944 κι ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, συνελήφθη από τους Γερμανούς. Την ίδια ημέρα συνελήφθησαν και πέντε από τα παιδιά της. Ο σύζυγός της και τα δύο παιδιά της Γεώργιος και Ελένη κατόρθωσαν να διαφύγουν.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στα μπουντρούμια των Ες-Ες στην οδό Μέρλιν και βασανίσθηκαν άγρια. Όχι μόνο δεν ομολόγησαν, αλλά η Καραγιάννη χτύπησε τον αιμοχαρή ανακριτή της Φριτς Μπέκερ. Τα βασανιστήρια που ακολούθησαν ήταν φρικτά. Την κρέμασαν και της εξάρθρωσαν τα χέρια, της έκαυσαν τα άκρα με ηλεκτρική μηχανή, την υπέβαλαν επί τριήμερο στο μαρτύριο της δίψας και τέλος της τρύπησαν τα πλευρά με το πόμολο της πόρτας.
Δεν εκάμφη ακόμα και όταν της διαμήνυσαν ότι θα εκτελούσαν τον γιο της Νέλσωνα, αν δεν ομολογούσε. Αυτή τους απάντησε υπερήφανα: «Ζητείτε από μία ελληνίδα μάνα να προδώσει τους συνεργάτες της και την πατρίδα της με την απειλή του τυφεκισμού των παιδιών της. Ε, λοιπόν, μάθετε ότι τα παιδιά μου ανήκουν στην Ελλάδα και το αίμα τους θα πνίξει τους Ούνους και όλη τη Γερμανία σας!»
Την αυγή της 8ης Σεπτεμβρίου 1944, η Λέλα Καραγιάννη οδηγήθηκε με άλλους πατριώτες στο Άλσος Δαφνίου. Λίγο πριν από την εκτέλεσή της, απευθυνόμενη στους άλλους μελλοθάνατους, φώναξε: «Ψηλά παιδιά τα κεφάλια να δουν οι Ούνοι πως ξέρουν να πεθαίνουν οι Έλληνες για την πατρίδα τους».
Το πτώμα της, διάτρητο από τις σφαίρες, παρελήφθη κρυφά από φίλους της οικογένειάς της και τάφηκε στο Β’ Νεκροταφείο Πατησίων. Την επομένη, 9 Σεπτεμβρίου1944, τα πέντε παιδιά της απελευθερώθηκαν με τη μεσολάβηση μιας γερμανίδας κατοίκου της Αθήνας, η οποία επωφελήθηκε από την αλλαγή διοίκησης στη Γερμανική Φρουρά Αθηνών.
Για τη δράση της και το μαρτυρικό και ηρωικό τέλος της, η Λέλα Καραγιάννη τιμήθηκε ως εθνική ηρωίδα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό όσο λίγοι αγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα. Στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα έχει στηθεί μπρούντζινη προτομή της και ανάμεσα στο Εθνικό Μουσείο και στο Πολυτεχνείο ολόσωμο μαρμάρινο άγαλμά της. Η Ακαδημία Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 30ης Δεκεμβρίου1947, της απένειμε το Βραβείο Αρετής και Αυτοθυσίας.