Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Άγιος Φανούριος






Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο άγιος Φανούριος στην κάμινο. Εικόνα δια χειρός Φίκου
Ο Άγιος Φανούριος είναι άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ιστορική ύπαρξή του αγνοήθηκε μέχρι και τον 14ο αιώνα, οπότε και ενευρέθη εικόνα του, στο νησί της Ρόδου. Σύμφωνα με την εικόνα του, ο άγιος ήταν νεαρός στρατιώτης ο οποίος υπέστη 12 μαρτύρια. Υπάρχει επίσης η υπόθεση από ερευνητές ότι ο άγιος συγχέεται με τον Άγιο Γεώργιο, καθώς η εικόνα φαίνεται να έχει αρκετές ομοιότητες με αυτή του Αγίου Γεωργίου.

Από την εύρεση της εικόνας θεωρείται προστάτης του νησιού της Ρόδου. Γρήγορα μάλιστα η φήμη τους ως αγίου του απλώθηκε στα Δωδεκάνησα, την Κύπρο, την Κρήτη, τη Χίο, τη Λέσβο και τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο. Σημερα υπάρχουν πολλές εκκλησίες κτισμένες στο όνομά του. Γιορτάζεται στις 27 Αυγούστου.

Η παρετυμολογική παρήχηση του ονόματός του με το φαίνω: φανερώνω τον έκανε δημοφιλή στη λαϊκή παράδοση για την φανέρωση χαμένων ανθρώπων, ζώων ή πραγμάτων. Οι χριστιανοί φτιάχνουν μια νηστίσιμη πίτα την εορταστική του ημέρα, την φανουρόπιτα, για να τους φανερώσει ο άγιος απολεσθέντα αντικείμενα, την τύχη των ανύπανδρων κοριτσιών ακόμα και εργασία στους ανέργους και διάφορα άλλα. Η πίτα είναι μικρή και στρογγυλή, καθώς και όσο την φτιάχνουν έχουν μια λαμπάδα αναμμένη. Γίνεται με εννέα υλικά, νηστίσιμα και αφού διαβαστεί και κοπεί σε σαράντα κομμάτια μοιράζεται στους πιστούς.

Μολονότι ο βίος του Αγίου Φανουρίου δεν έχει καμία σχέση με τη θεατρική τέχνη, ο Άγιος Φανούριος είναι ο Άγιος Προστάτης των Καραγκιοζοπαιχτών, ακριβώς επειδή τους "φανερώνει" δουλειές. Υπήρχε και λάβαρο του Πανελλήνιου Σωματείου Θεάτρου Σκιών με τον Άγιο Φανούριο, το οποίο λάβαρο δυστυχώς δεν διασώζεται σήμερα, παρά μόνο σε μεταπολεμικό ασπρόμαυρο φωτογραφικό υλικό με τους παλιούς καραγκιοζοπαίχτες Νίκο Ζαβραδινό, Κώστα Μάνο, Τάκη Μελλίδη, Μήτσο Μώρο, Ανδρέα Νικητόπουλο και Σωτήρη Σπαθάρη. Ο τελευταίος εικονίζεται καθιστός κάτω από το λάβαρ

























Γεώργιος Σουρής




Γεννήθηκε το 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει παπά. Όταν η οικογένειά του χρεοκόπησε, ο πατέρας του τον έστειλε υπάλληλο στο κατάστημα ενός θείου του σιτέμπορου στη Ρωσία. Ο Σουρής όμως, ξεκίνησε να γράφει κρυφά τους στίχους του στα κατάστιχα και μετά από δύο μήνες αποχώρησε. Όταν ήλθε στην Αθήνα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να πάρει πτυχίο μετά την απόρριψή του από τον καθηγητή του Σιμτέλο στο μάθημα της μετρικής, κατ΄ άλλους στα Λατινικά, γεγονός που του στοίχισε πολύ όπως διαπιστώνεται στους εκδικητικούς του στίχους. Για να βγάλει τον επιούσιο παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε.

Όπως σημείωνε τότε ο Σπύρος Μελάς, ο Σουρής είχε πλούσια πνευματικά προσόντα και πλούτο γνώσεων με συνέπεια να καταστεί εξαίρετος δημοσιογράφος της έμμετρης σάτιρας των γεγονότων της εποχής. Οι πρώτοι σατιρικοί του στίχοι δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά "Ασμοδαίος", "Μή χάνεσαι" του Βλάση Γαβριηλίδη και "Ραμπαγάς".

Στις 2 Απριλίου 1883, σε ηλικία 30 ετών έβγαλε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του, που ο Γεώργιος Δροσίνης τη βάφτισε «Ο Ρωμηός», που ήταν μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα. Τον Αύγουστο έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά κόπηκε «μετά πολλών επαίνων», όπως σατιρίζει, στη μετρική. Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε ως τις 17 Νοεμβρίου 1918 (τελευταίο φύλλο), λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη και 2 παραρτήματα. Το 1900, στο Δημοτικό Θέατρο των Αθηνών, παρουσιάστηκαν με επιτυχία οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνους, σε έμμετρη απόδοσή του. Έγραψε και αρκετές έμμετρες κωμωδίες, οι οποίες καυτηρίαζαν τα κακώς κείμενα της εποχής.

Το έργο του χαρακτηριζόταν από την ποιητική του γονιμότητα και την πληθώρα των στίχων του. Έγραφε πάντα καλοπροαίρετα σχολιάζοντας το λαό, τους άρχοντες, τους Βασιλείς, χωρίς ωστόσο να βρίζει. Συχνά αυτοσαρκαζόταν και έξοχο δείγμα αυτοσαρκασμού είναι το ποίημα «Η Ζωγραφιά μου». Η γλώσσα του είναι μικτή. Χρησιμοποιεί πολύ τη δημοτική, αλλά συχνά στα ποιήματά του υπάρχουν αρκετές λόγιες λέξεις και φράσεις, για λόγους είτε μετρικούς είτε σατιρικούς. Είχε άλλωστε συγκρουστεί εντονότατα με τον Γιάννη Ψυχάρη και τους μαχητικούς δημοτικιστές των αρχών του 20ού αιώνα[1]. Βεβαίως, κάποιοι τον είπαν στιχοπλόκο και κατηγόρησαν το έργο του υποστηρίζοντας πως στερείται ποιητικής αξίας ή ότι είναι εντελώς επιφανειακό.

Ο Σουρής προτάθηκε 5 χρονιές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας:

To 1907, από 9 μέλη της Ένωσης Ελλήνων Καλλιτεχνών, τον καθηγητή Φιλολογίας και Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιο Χατζιδάκη, τον Πρόεδρο της Βουλής Νικόλαο Λεβίδη με άλλους 100 βουλευτές.
Το 1908 (η πρόταση του 1908 φέρει δυσανάγνωστη υπογραφή).
Το 1909, από τον Φιλολογικό Όμιλο Παρνασσό και τους Δημήτριο Πατσόπουλο και Παύλο Καρολίδη.
Το 1911, από την Ελληνική Φιλολογική Εταιρεία (με έδρα την Κωνσταντινούπολη)
Το 1912, ξανά από τον Γεώργιο Χατζιδάκη.

Ο Γ. Σουρής παντρεύτηκε το 1881, σε ηλικία 28 ετών την Μαρή Κωνσταντινίδη, από τη Χίο, του γένους Αργέντη Ροδοκανάκη, με την οποία και πέρασε μια ευτυχισμένη ζωή αποκτώντας πέντε παιδιά. Η γυναίκα του επέμενε πως είχε έξι, συμπεριλαμβάνοντας και τον σύζυγό της που "καθώς ήταν αδέξιος και ανέμελος" είχε πραγματική ανάγκη μητρικής στοργής και φροντίδας.

Ο Γ. Σουρής πέθανε το 1919 στο Νέο Φάληρο και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού. Από τα πέντε του παιδιά ο Κρίτων και η Αλεξάνδρα δεν απέκτησαν παιδιά. Η Έλλη (Μοσχονά) έζησε στην Αγγλία όπου απέκτησε τρία παιδιά, την Μαρί (άκληρη), τον Χαράλαμπο (άκληρος)και την Λητώ (Carathers) που απέκτησε μια κόρη (εν ζωή) την Jill που ζει στην Αγγλία. Η Ηρώ (Χαλμούκου) απέκτησε δύο παιδιά την Ναυσικά και τον Τάκη που δεν απέκτησαν παιδιά. Η Μυρτώ παντρεύτηκε τον Νικόλαο Δουμπιώτη (της οικογένειας των αγωνιστών από τα Δουμπιά Χαλκιδικής),τον μετέπειτα γνωστό Μακεδονομάχο Καπετάν Αμύντα (και μετέπειτα στρατηγό). Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ιωάννη και την Ελισάβετ. Ο Ιωάννης κατετάγη εθελοντής στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και "χάθηκε" στο Αλβανικό μέτωπο. Η Ελισάβετ (Γιαννακοπούλου) απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτριο και τον Νικόλαο. Και οι δύο ζουν στην Αθήνα και έχουν ο μεν Δημήτριος τρία παιδιά (Αλέξης, Φίλιππος, Βεατρίκη), ο δε Νικόλαος τρία παιδιά (Ελισάβετ, Σμαράγδα, Γεώργιος).