Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Αντώνης Οικονόμου 1775 – 1821





Υδραίος πλοίαρχος, πρωτεργάτης της λαϊκής εξέγερσης στην Ύδρα, που σηματοδότησε την κάμψη των αντιρρήσεων των προκρίτων και τη συμμετοχή του νησιού στην επανάσταση του 1821.
Ο Αντώνης Οικονόμου γεννήθηκε το 1775 στην Ύδρα και από νεαρή ηλικία ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα. Όταν το πλοίο του ναυάγησε στο Γιβραλτάρ, ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολη, με σκοπό την εξεύρεση δανείου για την αγορά καινούργιου. Εκεί συνάντησε τον Παπαφλέσσα, ο οποίος τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία το 1820.
Αμέσως μετά επέστρεψε στην Ύδρα για να οργανώσει την προετοιμασία της επανάστασης στο νησί. Βρήκε συμπαράσταση από άνεργους ναυτικούς, τους οποίους στρατολόγησε με χρήματα Πελοποννήσιων φίλων του. Εκείνη την περίοδο, μεγάλο μέρος του ναυτικού πληθυσμού της Ύδρας, που ανερχόταν σε 10.000 άτομα, παρέμενε χωρίς δουλειά, μετά τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων και την ειρήνευση στην Ευρώπη.
Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, ο Οικονόμου προσπάθησε να συνεγείρει την άρχουσα τάξη του νησιού, αλλά οι πρόκριτοι και οι καραβοκύρηδες της Ύδρας δίσταζαν να πάρουν μέρος στην Επανάσταση και ζητούσαν εγγυήσεις για τη σοβαρότητα του εγχειρήματος. Τότε, ο Αντώνης Οικονόμου δεν έχασε χρόνο και με τους άνδρες του κατέλαβε την καγκελαρία και εκδίωξε τον διοικητή Νικόλαο Κοκοβίλα, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη διακυβέρνηση του νησιού.
Οι προεστοί, που αιφνιδιάστηκαν από την εξέλιξη αυτή, αναγκάστηκαν αναγνωρίσουν την εξουσία του και κάτω από τη λαϊκή πίεση να συνδράμουν χρηματικά στον εξοπλισμό του στόλου. Έτσι, στις 16 Απριλίου του 1821, με καθυστέρηση ενός μήνα, ο Οικονόμου κήρυξε την επανάσταση στο νησί και ανέθεσε στον Γιακουμάκη Τομπάζη την αρχηγία του υδραίικου στόλου, τον οποίο έθεσε στη διάθεση του Αγώνα.
Γρήγορα, όμως, ο Οικονόμου απώλεσε το κύρος του μεταξύ των υποστηρικτών του, οι οποίοι ήταν κυρίως ναύτες και μικροκαραβοκύρηδες, επειδή απαγόρευσε την πειρατεία και θέσπισε αυστηρούς κανόνες για τη διανομή των πολεμικών λειών. Οι πρόκριτοι του νησιού, που είχαν χάσει την εξουσία τους, επωφελήθηκαν από τη διαμάχη των αντιπάλων του και οργάνωσαν συνωμοσία κατά του Οικονόμου. Στις 12 Μαΐου, μπράβοι των προεστών επιτέθηκαν στον Οικονόμου στην Καγκελαρία της Ύδρας, με σκοπό να τον σκοτώσουν. Στη σύντομη συμπλοκή που ακολούθησε υπήρξαν θύματα και από τις δύο πλευρές. Ο Οικονόμου κατόρθωσε να διαφύγει με πλοίο, αλλά περικυκλώθηκε από τους εχθρούς του και συνελήφθη. Κάποιοι από τους συγγενείς του κατόρθωσαν να τον απελευθερώσουν και να τον φυγαδεύσουν στην απέναντι ακτή της Αργολίδας.

Ο Οικονόμου παρέμενε επικίνδυνος για τους προκρίτους της Ύδρας, που είχαν επανακτήσει την εξουσία στο νησί. Όταν ο πρόκριτος των Καλαβρύτων Σωτήρης Θεοχαρόπουλος ζήτησε από τους Υδραίους να στείλουν πλοία για το έλεγχο του Κορινθιακού Κόλπου, αυτοί για να στέρξουν στο αίτημά του ζήτησαν πρώτα τη σύλληψη του Οικονόμου. Πράγματι, ο Θεοχαρόπουλος τον συνέλαβε και τον έθεσε υπό περιορισμό, πρώτα στη Μονή της Αγίας Βαρβάρας Καλαβρύτων και στη συνέχεια στη Μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού (γνωστή και Μονή «του Φονιά»), στερώντας έτσι από την Επανάσταση ένα πολύτιμο μαχητή και ηγέτη.
Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1821 ο Οικονόμου δραπέτευσε από το μοναστήρι και με 14 άνδρες του κατευθύνθηκε προς το Άργος, όπου παρεπιδημούσαν αρκετοί σύνεδροι της Α' Εθνοσυνέλευσης, ανάμεσά τους και οι εκπρόσωποι της Ύδρας. Στο άκουσμα ότι ο Οικονόμου με τους άνδρες του κατευθύνονται προς το Άργος, οι Υδραίοι πρόκριτοι καταθορυβήθηκαν. Τότε, με σύμφωνη γνώμη του Δημήτριου Υψηλάντη, που ήταν ο αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων, οι Αχαιοί πρόκριτοι Ανδρέας Λόντος και Σωτήρης Χαραλάμπης συγκρότησαν μια ομάδα από 70 άνδρες, με σκοπό την εξόντωσή του.
Ο Κολοκοτρώνης, που πληροφορήθηκε το γεγονός, εξέφρασε την αντίθεσή του και έστειλε τον φρούραρχο του Άργους Δημήτριο Τσώκρη με 200 άνδρες να προστατεύσει τον Οικονόμου. Όμως, ο Τσώκρης ενεπλάκη σε αψιμαχία με τους Τούρκους και καθυστέρησε να εκτελέσει την εντολή του Κολοκοτρώνη. Οι άνδρες του Λόντου συνάντησαν τον Οικονόμου ανάμεσα στο Κουτσοπόδι και το Άργος και τον σκότωσαν στις 16 Δεκεμβρίου του 1821, ύστερα από σύντομη συμπλοκή. Ο Τσώκρης, που έφθασε εκεί μετά από λίγο, το μόνο που έκανε ήταν να θάψει το πτώμα του Οικονόμου.















Λεμονάδικα Πειραιά




Ο όρμος που σχηματίζεται στο κέντρο του λιμανιού ονομάζεται Ακτή Τζελέπη. Η Ακτή Τζελέπη οφείλει την ονομασία της στον Γιαννακό Τζελέπη ο οποίος υπήρξε από τους πρώτους κατοίκους του νεώτερου Πειραιά. Το 1829 ο Τζελέπης, φέρεται ότι έχτισε στην περιοχή «οικία περιωπής».
Μεταξύ της πλατείας Καραϊσκάκη, Ακτής Τζελέπη απέναντι από τον ηλεκτρικό σταθμό του Πειραιά ονομάστηκε η περιοχή Λεμονάδικα γιατί ξεφόρτωναν τα καΐκια από τα νησιά. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου έγραψε και το γνωστό ρεμπέτικο «Kάτω στα Λεμονάδικα» ενώ ο μεγάλος ρεμπέτης του Πειραιά Γιώργος Τσωρός, γνωστός ως Γιώργος Μπάτης ή Αμπάτης ήταν από τους πρώτους «μάγκες» και ρεμπέτες του Πειραιά. Το 1931 ο Γιώργος Μπάτης άνοιξε έναν καφενέ, το «Ζώρζ Μπατέ», στα Λεμονάδικα του Καραϊσκάκη (Ακτή Τζελέπη). Επίσης δημιούργησε το πρώτο Ρεμπέτικο συγκρότημα μαζί με τον Μήτσο Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα, το Στέλιο Κερομύτη και άλλους που δίδαξαν το μπουζούκι και το ρεμπέτικο τραγούδι.

Η γνωστή οπωραγορά του Πειραιά που καταλάμβανε μέρος της Ακτής Τζελέπη (από Πλατεία Καραϊσκάκη) κατά μήκος της παραλίας μέχρι λίγο πριν από τον Ηλεκτρικό Σταθμό του Η.Σ.Α.Π.

Εκεί από την εποχή ακόμα που οι οδικές μεταφορές ήταν ανύπαρκτες λόγω έλλειψης οδικού δικτύου και μεταφορικών μέσων, κατέφθαναν καΐκια από όλα τα μέρη φορτωμένα φρούτα και λαχανικά. Στο ίδιο σημείο συγκεντρώνονταν έμποροι, μεταπράτες, λογιστές, αγοραστές και πωλητές. Από την πλευρά του δρόμου πλήθος αμαξών συγκεντρώνονταν για την μεταφορά των φορτίων που ξεφόρτωναν τα καΐκια. Αναμεσά τους περιφέρονταν και πλήθος ατόμων που εκμεταλλευόμενοι την απρόσμενη συνάθροιση πλήθους, άρπαζαν την ευκαιρία είτε να πωλήσουν την πραμάτεια τους (σαλέπι, μπουγάτσες, κουλούρια, λαχεία, τσιγάρα, χάνδρες και κομπολόγια) είτε μικροαπατεώνες που ευελπιστούσαν να αρπάξουν πάνω στον συνωστισμό κάποιο πορτοφόλι ή να εκμεταλλευτούν με κάποια μικροαπατεωνιά που είχαν εκ του προτέρου σκαρφιστεί, κάποιον περιπλανώμενο αγαθό τύπο, που βρέθηκε στην πλώρη τους.

Γέμιζε λοιπόν ο τόπος από φωνές, καυγάδες, συμπλοκές, διαφωνίες αλλά και πετυχημένα αλισβερίσια εμπόρων. Τα καΐκια κατέφθαναν πριν ακόμα ξημερώσει φορτωμένα με τα φρούτα και τα λαχανικά και όλη η διαδικασία έπρεπε να γίνει πολύ γρήγορα ώστε να διοχετευθούν εγκαίρως στην αγορά. Στην προβλήτα ανάμεναν οι εργάτες του λιμανιού (φορτοεκφορτωτές) να ξεφορτώσουν τα σακιά και τα καλάθια μέσα σε καροτσάκια χειρομεταφοράς. Αυτά τα καρότσια μετά τα πήγαιναν και τα ξεφόρτωναν λίγα μέτρα πιο κάτω στα υπόστεγα των εμπόρων. Οι πωλητές πριν ακόμα φθάσουν τα καρότσια στα υπόστεγα τα είχαν κοζάρει και έτρεχαν να δώσουν το καπάρο για το κλείσιμο…

Και να οι τσακωμοί που αποτελούσαν την χαρά των μικροαπατεώνων που μέσα σε αυτούς μπορούσαν να κάνουν την κατεργαριά τους ανενόχλητα, αφού οι φωνές και τα σπρωξίματα κάλυπταν τις ύποπτες κινήσεις τους.
Μετά το καπάρο από τον αγοραστή στο υπόστεγο του εμπόρου, έρχονταν ο ζυγιστής με το καντάρι και ζύγιζε τα σακκιά. Το μέτρημα τότε γίνονταν φυσικά σε οκάδες. Το ζύγι καταγράφονταν και ακολουθούσε η φόρτωση των ζυγισμένων προϊόντων από τα υπόστεγα προς τα μεταφορικά μέσα, που σε λίγο θα έπαιρναν τον δρόμο για τα μαγαζιά ή τις αγορές. 
Τα Λεμονάδικα έγιναν πλέον γνωστά από το γνωστό τραγούδι του Παπάζογλου. Άλλοι γνωστοί ερμηνευτές του υπήρξαν οι Εσκενάζυ, Περπινιάδης, Ρούκουνας, Μπέλλου κι ο Ζαγοραίος, χωρίς να αποκλείσουμε βέβαια και τόσους άλλους που το έχουν ερμηνεύσει.

Κάτω στα Λεμονάδικα
Έγινε φασαρία,
Δυό Λαχανάδες πιάσανε
Που κάναν την κυρία!..


Οι πορτοφολάδες (Λαχανάδες) δούλευαν πάντα δύο. Ο ένας (ο χρυσοδάκτυλος) έπαιρνε τα λεφτά (λάχανα ονόμαζαν τα μεγάλα προπολεμικά χαρτονομίσματα, ενώ το πορτοφόλι το έλεγαν παντόφλα) και τα έδινε αμέσως στον άλλο, ώστε εάν είχε γίνει ορατός από κάποιον, να μην βρίσκονταν τα χρήματα πάνω του. Ο δεύτερος είχε κρυψώνα που τα εξαφάνιζε μέχρι να βεβαιωθούν ότι δεν τους πήραν είδηση. Για τους σεσημασμένους βεβαίως (αυτούς δηλαδή που είχαν συλληφθεί πολλές φορές στο παρελθόν και είχαν μητρώο) η μη εύρεση του πορτοφολιού ή των χρημάτων πάνω τους δεν αποτελούσε αιτία απαλλαγής, καθώς μια και μόνο μαρτυρία κατηγορίας, ήταν αρκετή να τους στείλει μέσα! Η απόκρυψη του πορτοφολιού είχε να κάνει μόνο με την υπόληψη του δράστη, ως μάγκα λαχανά, αφού μετά την αποφυλάκισή του, θα μπορούσε να εμφανισθεί ξανά στα Λεμονάδικα με το κεφάλι ψηλά, λέγοντας ότι η Αστυνομία δεν κατάφερε να βρει δικό του κλεμμένο.  Οι παρακάτω στίχοι του ίδιου τραγουδιού το αναφέρουν:

Κυρ αστυνόμε μη βαράς, γιατί κι εσύ το ξέρεις
Πως η δουλειά μας είναι αυτή
Και ρέφα μη γυρεύεις

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1934, αλλά ο δημιουργός του ο Παπάζογλου, ζούσε αυτές τις εμπειρίες από την καταστροφή του ’22 και μετά που κατέφθασε πάμπτωχος στον Πειραιά. Ο ίδιος τραγουδούσε στα Λεμονάδικα με ανταμοιβή το φιλοδώρημα των περαστικών, που πετούσαν χρήματα σε δίσκο που είχε μπροστά του