Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Μισιρλού





Τραγούδι που ξεκίνησε από την Ελλάδα ως ρεμπέτικο κι έγινε παγκόσμια επιτυχία, γνωρίζοντας διασκευές σε διαφορετικά μουσικά στυλ (τζαζ, οριεντάλ, κλέζμερ, σερφ-ροκ, γκαράζ-ροκ κ.ά.). Μισιρλού σημαίνει γυναίκα από το Μισίρι (Μισρ=Αίγυπτος στα αραβικά) και αναφέρεται σε μουσουλμάνα της Αιγύπτου, καθότι τη χριστιανή της περιοχής την ονομάζουμε Αιγυπτιώτισσα.
Η Μισιρλού είναι ένα αργό ζεϊμπέκικο, που πρωτακούστηκε στην Αθήνα γύρω στο 1927 από την κομπανία του Δημήτρη Πατρινού, ενός σμυρνιού μουσικού, που ήρθε στην πρωτεύουσα με το κύμα των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το τραγούδι αναφέρεται στον έρωτα ενός χριστιανού για μια μουσουλμάνα, θέμα - ταμπού για εκείνη την εποχή και όχι μόνο. Η μελωδία είτε προϋπήρχε και ήταν οικείο άκουσμα στον ευρύτερο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είτε αποτελεί ομαδική δουλειά της κομπανίας του Πατρινού. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Πατρινός έγραψε τους στίχους.
Η διεθνής πορεία του τραγουδιού ξεκίνησε το 1930 από τις ΗΠΑ, με την κυκλοφορία του από τη δισκογραφική εταιρεία Orthophonic του ελληνοαμερικανού Τίτου Δημητριάδη. Το 1941 ένας άλλος ελληνοαμερικανός, ο μουσικός Νίκος Ρουμπάνης του άλλαξε τον τόνο και τη μελωδία, δίνοντάς του τον ανατολίτικο ήχο με τον οποίο είναι γνωστό σήμερα. Φρόντισε, μάλιστα, να κατοχυρώσει το όνομά του ως συνθέτης του τραγουδιού. Καθώς κανείς δεν του αμφισβήτησε το δικαίωμα αυτό, ο Ρουμπάνης εμφανίζεται ως συνθέτης της Μισιρλούς σε όλο τον κόσμο εκτός από την Ελλάδα.
Αμέσως μετά τη διασκευή του Ρουμπάνη, το τραγούδι εντάχθηκε στο ρεπερτόριο μεγάλων ορχηστρών της εποχής του σουίνγκ, όπως του Χάρι Τζέιμς, του Γούντι Χέρμαν και του Ξαβιέ Κούγκατ. Όμως, η μεγάλη επιτυχία για τη Μισιρλού ήλθε στις αρχές της δεκαετίας του '60 από καλλιτέχνες του Surf-Rock. Την αρχή έκανε ο κιθαρίστας Ντικ Ντέιλ, ένας μουσικός με λιβανέζικες ρίζες (Ρίτσαρντ Μανσούρ το πραγματικό του όνομα), όταν ένας θαμώνας στο κλαμπ που εμφανιζόταν τον προκάλεσε να παίξει ένα σόλο με μία μόνο χορδή της κιθάρας. Αυτός διάλεξε τη Μισιρλού για να ανταποκριθεί στην πρόκληση. Το 1963, οι σπουδαίοι The Beach Boys παρουσίασαν στο άλμπουμ τους Surfin' USA μια εκτέλεση του τραγουδιού παρόμοια με αυτή του Ντέιλ, κάνοντας έτσι τη Μισιρλού τμήμα της surf παράδοσης, αλλά και της αμερικάνικης ποπ κουλτούρας.
Το 1994 η Μισιρλού στην εκτέλεση του Ντικ Ντέιλ ήλθε και πάλι στο προσκήνιο, καθώς ακουγόταν στην καλτ ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο Pulp Fiction, ενώ το 2006 ξανάγινε δημοφιλής, όταν αποτέλεσε τη βάση για το τραγούδι των Black Eyed Peas, Pump it. Αξιοσημείωτη είναι και η εκδοχή του γνωστού κουαρτέτου εγχόρδων The Kronos Quartet, που συμπεριέλαβε τηΜισιρλού στο άλμπουμ τους Caravan (2000) με τον τίτλο Misirlou Twist.
Στην Ελλάδα, τη Μισιρλού έχουν τραγουδήσει αρκετοί καλλιτέχνες, όπως η Δανάη, η Σοφία Βέμπο, ο Νίκος Γούναρης, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, το ροκ συγκρότημα των Last Drive (άλμπουμ Underworld Shakedown του 1986) και η γκαράζ μπάντα των Sound Explosion (Misirlou the Greek).
Το 2004, η Μισιρλού επιλέχτηκε από την οργανωτική επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας ως ένα από τα πιο γνωστά ελληνικά τραγούδια όλων των εποχών, και ακούστηκε στην τελετή λήξης από την Άννα Βίσση. Στο τεύχος Μαρτίου 2005 το αγγλικό μουσικό περιοδικό Q δημοσίευσε έναν κατάλογο με τα 100 κορυφαία 100 κιθαριστικά τραγούδια. ΗΜισιρλού στη διασκευή του Ντικ Ντέιλ κατέλαβε την 89η θέση.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/306#ixzz3l7mXKYLb
















Η Ναυμαχία των Σπετσών








Μετά την πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κωνσταντίνο Κανάρη στ' ανοιχτά της Χίου και τον θάνατο του Καρα Αλή (7 Ιουνίου 1822), ο σουλτάνος ετοίμασε νέες επιχειρήσεις, που θα στηρίζονταν στη στενότερη συνεργασία του τουρκικού με τον αιγυπτιακό στόλο. Στις 20 Ιουλίου 1822 ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος, αποτελούμενος από 84 πλοία, βρέθηκε στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, αφού είχε διαπλεύσει ανενόχλητος το Αιγαίο και το Ιόνιο. Απέτυχε να καταλάβει το Βασιλάδι, το φυσικό προπύργιο του Μεσολογγίου και στη συνέχεια προσπάθησε να ανεφοδιάσει το πολιορκούμενο από τους Έλληνες Ναύπλιο.
Από ελληνικής πλευράς, η οικονομική δυσπραγία εμπόδιζε την επαναστατική κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τις βασικές δαπάνες κίνησης του ελληνικού στόλου. Στις 10 Αυγούστου, πάντως, τα πλοία του τρινησίου στόλου (Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών), που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού στόλου, ειδοποίησαν την κυβέρνηση ότι ήταν έτοιμα να αναλάβουν δράση κατά του εχθρού.
Στις 29 Αυγούστου, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος εθεάθη στη θάλασσα των Κυθήρων και αμέσως σήμανε συναγερμός στα ελληνικά πλοία. Σχηματίστηκε μία γραμμή από την Αντίμηλο έως τη Μονεμβασιά για να εμποδισθεί το πέρασμά του προς τις ανατολικές ακτές της Πελοποννήσου και κυρίως προς τον Αργολικό Κόλπο. Όμως, ο ελληνικός στόλος ήταν ασυντόνιστος, καθώς δεν βρισκόταν υπό ενιαία διοίκηση. Όπως έγραφε ο Μιαούλης προς τους προκρίτους της Ύδρας: «Ημείς είμεθα σε μεγάλη ακαταστασίαν, δεν εικακουόμεθα· το αυτό και οι Ψαριανοί. Είμεθα 50 καράβια, και ποτές δεν εσυμφωνήσαμε να μαζωχτούμε τα μισά, αλλά πότε 5, πότε 10, πότε 3».

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1822 η τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα φάνηκε στην είσοδο του στενού που χωρίζει τις Σπέτσες από την Ερμιονίδα. Προφανώς, στόχος του εχθρού ήταν πρώτα η προσβολή της νήσου των Σπετσών, που δεσπόζει στο στόμιο του Αργολικού Κόλπου και στη συνέχεια ο ανεφοδιασμός του Ναυπλίου. Ο Ανδρέας Μιαούλης, που είχε αναλάβει την ηγεσία του ελληνικού στόλου, διέταξε τα πλοία να τον ακολουθήσουν μέσα στο στενό, όπου θα ήταν ευκολότερο να συγκρουσθούν με τον εχθρό.
Τέσσερα πλοία, όμως, του Αντώνιου Κριεζή, του Ανάργυρου Λεμπέση, του Λεονάρδου Θεοδωρή και του Λάζαρου Παναγιώτα, μάλλον από κακή συνεννόηση, παράκουσαν και έπλευσαν ανατολικότερα από τα υπόλοιπα ελληνικά πλοία, με συνέπεια να βρεθούν ανάμεσα σε εχθρικά πλοία. Αμέσως, ο Αντώνιος Κριεζής άρχισε να κανονιοβολεί τα εχθρικά πλοία, τα οποία συνέχισαν τον πλου τους. Η ναυμαχία είχε αρχίσει.
Από εκείνο το σημείο η σύγκρουση έγινε χωρίς σχέδιο από την ελληνικά πλευρά, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Μιαούλη. «Έκαστος των πλοιάρχων ενήργει αυτομάτως ό,τι του εφαίνετο σωτηριωδέστερον δια την πατρίδα, και μόνη η γενναιότης και η φιλοπατρία, κοιναί ούσαι εις άπαντας, ωδήγουν έκαστον εις τα κινήσεις του» γράφει ο ιστορικός Αναστάσιος Κ. Ορλάνδος εις τα «Ναυτικά» του.
Ο πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης
Αρχικά, ο Πιπίνος προσπάθησε να κολλήσει το πυρπολικό του σ’ ένα αιγυπτιακό πλοίο, αλλά απέτυχε, καθώς 50 μέλη του πληρώματός του πήδηξαν στο πυρπολικό και πρόφτασαν να το ξεκολλήσουν από το πλοίο τους. Δεν πρόφτασαν, όμως, να σώσουν τη ζωή τους, γιατί το πυρπολικό είχε αρπάξει φωτιά. Η απόπειρα του Πιπίνου ανάγκασε τον εχθρικό στόλο να απομακρυνθεί από τη δυτική πλευρά του πορθμού και να συνεχίσει τη ναυμαχία προς την απέναντι πλευρά της Ερμιονίδας.

Κι ενώ βράδιαζε και η ναυμαχία συνεχιζόταν αμφίρροπη, ο πυρπολητής Δήμος Μπαρμπάτσης όρμησε με το πυρπολικό του κατά της τουρκικής ναυαρχίδας. Το πλήρωμά της με τη θέα του πυρπολικού καταλήφθηκε από πανικό. Άρχισε να πυροβολεί κατά του πυρπολικού και παράλληλα να εκτελεί κινήσεις υποχώρησης. Τη ναυαρχίδα ακολούθησαν σε άτακτη φυγή και τα υπόλοιπα πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Η ναυμαχία των Σπετσών είχε κριθεί υπέρ των ελληνικών όπλων.
Τις επόμενες ημέρες οι δύο στόλοι συνέχισαν τους ελιγμούς τους μεταξύ Ύδρας και Σπετσών. Στις 12 Σεπτεμβρίου ξανασυναντήθηκαν κοντά στη Σπετσοπούλα, αλλά η τρίωρη ναυμαχία δεν έφερε αποτέλεσμα. Τρεις ημέρες αργότερα, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος ανοίχτηκε στο Αιγαίο, εγκαταλείποντας το εγχείρημα ανεφοδιασμού του Ναυπλίου. Δυόμισι μήνες αργότερα, το Ναύπλιο έπεφτε στα χέρια των Ελλήνων (30 Νοεμβρίου 1822).

Σχετικά

Κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή μετά τις 8 Σεπτεμβρίου γίνεται στην πόλη των Σπετσών η αναπαράσταση της ναυμαχίας, όπου κυριαρχεί η πυρπόληση ομοιώματος καραβιού. Ο εορτασμός της Αρμάτας, όπως ονομάζεται, πλαισιώνεται από αθλητικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/826#ixzz3l7huak67