Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Ο βομβαρδισμός του Πειραιά














Ο βομβαρδισμός του Πειραιά, τον Ιανουάριο του 1944, από αμερικανικά και βρετανικά αεροπλάνα, αποτελεί ένα από τα λησμονημένα σήμερα γεγονότα της Κατοχής. Ο συγγραφέας Χρ. Χρηστίδης αναφέρει σχετικά στο βιβλίο του «Χρόνια Κατοχής 1941-44» (Αθήνα 1971, σελ. 467): «11/1/1944, μέρα Τρίτη, έγινε τρομαχτικός βομβαρδισμός του Πειραιά από τη συμμαχική αεροπορία. Μεγάλες καταστροφές στο κέντρο της πόλης –καταστράφηκε κι ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Σπυρίδωνα. Χειρότερο όμως, χιλιάδες ήταν τα θύματα, οι νεκροί κι οι τραυματίες. Επί πολλές μέρες οι εφημερίδες δημοσίευαν καταλόγους νεκρών και τραυματιών που ενταφιάζονταν, δίχως ν’ αναγνωριστούν, στα νεκροταφεία του Πειραιά και των συνοικισμών. Το νόημα αυτού του μακελειού έμεινε ανεξήγητο. Μάλλον θα επρόκειτο για στραβομάρα των αεροπόρων επιδρομέων που είχαν σκοπό να βομβαρδίσουν πλοία στο λιμάνι. Οι Πειραιώτες πανικόβλητοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τον Πειραιά».
Ο τραγικός επίλογος

Κατά τον βομβαρδισμό δεν επλήγησαν δημόσια κτίρια ή εγκαταστάσεις των Γερμανών αλλά εργατικές συνοικίες και εκκλησίες! Φαίνεται ότι αυτό ακριβώς επιζητούσαν οι Βρετανοί και οι Σύμμαχοι: να προκαλέσουν θύματα, να σπείρουν τον πανικό και την ανασφάλεια και να δημιουργήσουν τέτοιες καταστροφές, ώστε να εξεγερθούν οι πολίτες κατά των Γερμανών, που όφειλαν βάσει των διεθνών νόμων να παράσχουν προστασία και ασφάλεια στον πληθυσμό. Η τακτική αυτή εφαρμόστηκε και σε άλλους μαζικούς βομβαρδισμούς στην Ελλάδα (Ζάκυνθο, Βόλο, Χίο κ.α.), όπου και πάλι τα θύματα ήταν Έλληνες πολίτες και γυναικόπαιδα. Στην περίπτωση μάλιστα του βομβαρδισμού της Χίου τον Φεβρουάριο του 1944, ο άμεσος στόχος ήταν τότε το σουηδικό πλοίο «Βίριλ» του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, την ώρα που ξεφόρτωνε τρόφιμα και ενώ είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι της Χίου εκατοντάδες γυναικόπαιδα.

Ακόμη και η εξόριστη Κυβέρνηση Τσουδερού από το Κάιρο διαμαρτυρήθηκε τότε έντονα εναντίον εκείνων που αποφάσισαν να πλήξουν τον λαό του Πειραιά, ωστόσο ποτέ δεν έλαβε μια σαφή εξήγηση για το ποιος ακριβώς ευθυνόταν για εκείνη την ενέργεια. Οι μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις ενδιαφέρθηκαν να ερευνήσουν την υπόθεση και τα εκατοντάδες θύματα του βομβαρδισμού καταχωρήθηκαν απλά ως «θύματα της γερμανικής Κατοχής».






Η Στάση του Νίκα



Ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός
Με αυτή την ονομασία έμεινε στην ιστορία η λαϊκή εξέγερση που συνέβη στο Βυζάντιο την εποχή του Ιουστινιανού και πνίγηκε στο αίμα από τον αυτοκράτορα. Πληροφορίες από «πρώτο χέρι» μας δίνει ο σύγχρονος του Ιουστινιανού, ιστορικός Προκόπιος, στο βιβλίο του «Η ιστορία των Πολέμων» (εκδόσεις Λιβάνη).

Πρωταγωνιστές της εξέγερσης ήταν οι δήμοι των «Πράσινων και «Βένετων» (μπλε), οργανώσεις φιλάθλων με λαϊκή καταγωγή, που ζούσαν για τις αρματοδρομίες στις εξέδρες του Ιππόδρομου της Κωνσταντινούπολης. Οι «Ρούσσοι» και οι «Λευκοί» υπολείπονταν αρκετά σε δημοτικότητα των άλλων δύο δήμων. Οι αρματοδρομίες ήταν ένα ιδιαίτερα δημοφιλές άθλημα εκείνη την περίοδο, όπως σήμερα είναι το ποδόσφαιρο.

Θα λέγαμε ότι οι «Βένετοι» και οι «Πράσινοι» θύμιζαν αρκετά σε πάθος και αφοσίωση τους σημερινούς συνδέσμους φιλάθλων, ιδιαίτερα τη «Θύρα 7» του Ολυμπιακού και τη «Θύρα 13» του Παναθηναϊκού. Οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν του δήμους κάτι ανάμεσα σε συμμορία και πολιτικό κόμμα, καθώς συχνά προσπαθούσαν να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις.

Το 531, ένας «βένετος» και ένας «πράσινος» συλλαμβάνονται με την κατηγορία της δολοφονίας και καταδικάζονται σε θάνατο διά απαγχονισμού. Ο Ιουστινιανός, δεδηλωμένος οπαδός των Βένετων, μετατρέπει τη θανατική ποινή σε φυλάκιση. Οι «Πράσινοι» και «Βένετοι» αξιώνουν την πλήρη απαλλαγή τους. Ο αυτοκράτωρ, όμως, τους αγνοεί.

Στις 11 Ιανουαρίου του 532 ξεσηκώνονται, πυρπολούν κτίρια, πολιορκούν το παλάτι και προξενούν ζημιές ακόμη και στην Αγία Σοφία. Η ιαχή «Νίκα» δονεί την ατμόσφαιρα. Είναι το σύνθημα που φώναζαν στον Ιππόδρομο για να εμψυχώσουν τους αρματοδρόμους.

Το πλήθος των εξεγερμένων όλο και μεγαλώνει, καθώς ο λαός δυσφορούσε για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του αυτοκράτορα, τη βαριά φορολογία και την κρατική αυθαιρεσία. Απαιτεί την παραίτηση του Ιωάννη Καππαδόκη (Υπουργού Οικονομικών της εποχής) και του διάσημου νομομαθούς Τριβωνιανού.

Την κατάσταση επιχειρούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους οι συγκλητικοί και οι ευγενείς, που έβλεπαν τα δικαιώματά τους να ψαλλιδίζονται από τις μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού. Συγκεντρώνονται στον Ιππόδρομο και ανεβάζουν στο θρόνο τον Υπάτιο, ανιψιό του πρώην αυτοκράτορα Αναστάσιου.

Ο Ιουστινιανός αδυνατεί να ελέγξει την κατάσταση. Είναι καινούργιος στην εξουσία και έχει ένα σωρό σκοτούρες, με τους Πέρσες στα ανατολικά της αυτοκρατορίας. Για μια στιγμή περνά από το νου να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοκρατορική σύζυγος, η δυναμική και αποφασιστική Θεοδώρα, γρήγορα τον μεταπείθει και οι στρατηγοί Βελισάριος και Μούνδος αναλαμβάνουν δράση. Εγκλωβίζουν τους επαναστάτες στον Ιππόδρομο και κυριολεκτικά τους κατασφάζουν. Η καταστολή της «Στάσης του Νίκα» στις 18 Ιανουαρίου του 532 άφησε πίσω της 30.000 νεκρούς.

Ο Ιουστινιανός πατούσε πλέον γερά στα πόδια του και την επομένη μέρα έδωσε εντολή να εκτελεσθούν ο σφετεριστής του θρόνου Υπάτιος και ο αδελφός του. Η περιουσία τους δημεύθηκε, όπως και πολλών ευγενών, που εξορίστηκαν, επειδή είχαν υποστηρίξει την εξέγερση. Η αυτοκρατορική θητεία μιας από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του Βυζαντίου, όπως ήταν ο Ιουστιανιανός, ξεκίνησε με τη χειρότερη περίοδο βίας και αναρχίας που γνώρισε η Βασιλεύουσα.