Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Η Κρίση των Ιμίων


Τούρκοι δημοσιογράφοι υποστέλλουν την ελληνική σημαία και υψώνουν την τουρκική.
Η κρίση των Ιμίων κορυφώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Ιανουαρίου 1996, σε μια εποχή που η κυβέρνηση Σημίτη έκανε τα πρώτα της βήματα, φέρνοντας Ελλάδα και Τουρκία στα πρόθυρα ένοπλης αντιπαράθεσης.
Το επεισόδιο εντάσσεται στο πλαίσιο των ελληνο- τουρκικών διαφορών στο Αιγαίο, που εμφανίσθηκαν δυναμικά στο προσκήνιο μετά τη Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα αναγνωρίζει ως μόνη διαφορά της με τη γείτονα την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, ενώ η Τουρκία θέτει τα θέματα του εναερίου χώρου (αναγνωρίζει 6 και όχι 10 μίλια), του FIR Αθηνών, της αποστρατιωτικοποίησης των νήσων του Αιγαίου και με την κρίση των Ιμίων το καθεστώς κάποιων βραχονησίδων («Γκρίζες Ζώνες»).
Τα Ίμια (Καρντάκ στα τουρκικά) είναι δύο μικρές ακατοίκητες βραχονησίδες μεταξύ του νησιωτικού συμπλέγματος των Δωδεκανήσων και των νοτιοδυτικών ακτών της Τουρκίας. Απέχουν 3,8 ναυτικά μίλια από το Μποντρούμ (Αλικαρνασσός) της Τουρκίας, 5,5 ν.μ. από την Κάλυμνο και 2,5 ν.μ. από το πλησιέστερο ελληνικό έδαφος, τη βραχονησίδα Καλόλιμνος.
Τα Ίμια παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα από την Ιταλία το 1947 με τη Συνθήκη των Παρισίων, ακολουθώντας την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το Τουρκικό κράτος είχε αποδεχτεί το καθεστώς επικυριαρχίας της Ελλάδας στα νησιά αυτά. Η αμφισβήτηση της ελληνικότητας των Ιμίων ξεκίνησε από ένα ναυτικό ατύχημα που συνέβη στις 25 Δεκεμβρίου 1995. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να εφαρμόσουν για την περίσταση τη δική τους ερμηνεία στη Συνθήκη της Λωζάνης (1923), με την οποία είχαν παραχωρηθεί τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία στο σύνολό τους και όχι ονομαστικά, και να αμφισβητήσουν την ελληνική κυριαρχία κάποιων βραχονησίδων.

Το Χρονικό της Κρίσης

25 Δεκεμβρίου 1995: Το τουρκικό φορτηγό πλοίο «Φιγκέν Ακάτ» προσαράζει σε αβαθή ύδατα κοντά στην Ανατολική Ίμια και εκπέμπει σήμα κινδύνου. Ο πλοίαρχός του αρνείται βοήθεια από το Λιμενικό, υποστηρίζοντας ότι βρισκόταν σε τουρκική περιοχή και ότι οι μόνες αρμόδιες είναι οι αρχές της χώρας του.
26 Δεκεμβρίου 1995: Το Λιμεναρχείο Καλύμνου ενημερώνει το Υπουργείο Εξωτερικών και αυτό με τη σειρά του το Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών ότι αν δεν παρέμβει ρυμουλκό, το τουρκικό πλοίο θα κινδυνεύσει.
27 Δεκεμβρίου 1995: Το Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών ενημερώνει την ελληνική πρεσβεία ότι, ανεξαρτήτως του ποιος θα ανελάμβανε τη διάσωση του πλοίου, υπήρχε θέμα γενικότερα.
28 Δεκεμβρίου 1995: Δύο ελληνικά ρυμουλκά αποκολλούν το τουρκικό φορτηγό και το οδηγούν στο λιμάνι Κιουλούκ της Τουρκίας. Το πρωί της ίδιας μέρας ένα τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος συντρίβεται στα ελληνικά χωρικά ύδατα, στην περιοχή της Λέσβου, ύστερα από εμπλοκή με ελληνικά μαχητικά. Με ελληνική βοήθεια, ο τούρκος πιλότος διασώζεται.
29 Δεκεμβρίου 1995: Το Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών εκμεταλλεύεται την κατάσταση και επιδίδει ρηματική διακοίνωση στο αντίστοιχο ελληνικό, στην οποία αναφέρεται ότι οι βραχονησίδες Ίμια είναι καταχωρισμένες στο κτηματολόγιο Μουγκλά του νομού Μπουντρούμ (Αλικαρνασσού) και ανήκουν στην Τουρκία.
9 Ιανουαρίου 1996: Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών απαντά με καθυστέρηση, απορρίπτοντας τη διακοίνωση.
15 Ιανουαρίου 1996: Παραιτείται ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, που νοσηλεύεται στο «Ωνάσειο».
16 Ιανουαρίου 1996: Το Υπουργείο Εξωτερικών αντιλαμβανόμενο το παιγνίδι των Τούρκων και ζητά αυξημένα μέτρα επαγρύπνησης στην περιοχή των Ιμίων από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
19 Ιανουαρίου 1996: Η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ εκλέγει νέο πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Σημίτη.
26 Ιανουαρίου 1996: Ο δήμαρχος Καλύμνου, Δημήτρης Διακομιχάλης, θορυβημένος από το γεγονός της αμφισβήτησης της ελληνικότητας των Ιμίων, υψώνει την ελληνική σημαία σε ένα από τα δύο νησιά, συνοδευόμενος από τον αστυνομικό διευθυντή Καλύμνου, τον ιερέα και δύο κατοίκους του νησιού. Θα κατηγορηθεί αργότερα από τους συντρόφους του στο ΠΑΣΟΚ ότι ήταν αυτός που έριξε λάδι στη φωτιά.
27 Ιανουαρίου 1996: Δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας «Χουριέτ» στη Σμύρνη μεταβαίνουν με ελικόπτερο στη Μεγάλη Ίμια. Υποστέλλουν την ελληνική σημαία και υψώνουν την τουρκική. Η όλη επιχείρηση βιντεοσκοπείται και προβάλλεται από το τηλεοπτικό κανάλι της «Χουριέτ».
28 Ιανουαρίου 1996: Το περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού «Αντωνίου» κατεβάζει την τουρκική σημαία και υψώνει την ελληνική. Το βράδυ έλληνες βατραχάνθρωποι αποβιβάζονται στη Μεγάλη Ίμια, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τα παραπλέοντα εκεί τουρκικά πολεμικά. Η πολιτική εντολή προς τους έλληνες στρατιωτικούς είναι να αποφευχθεί κάθε κλιμάκωση της έντασης.
29 Ιανουαρίου 1996: Ο νέος πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, στις προγραμματικές του δηλώσεις στη Βουλή, στέλνει μήνυμα προς τη Τουρκία, ότι σε οποιαδήποτε πρόκληση η Ελλάδα θα αντιδράσει άμεσα και δυναμικά. Η πρωθυπουργός της Τουρκίας Τανσού Τσιλέρ ζητά διαπραγματεύσεις για το καθεστώς των βραχονησίδων του Αιγαίου. Τουρκικά πολεμικά παραβιάζουν τα ελληνικά χωρικά ύδατα και πλησιάζουν τα Ίμια. Γίνονται διαβήματα από την Ελλάδα σε Ε.Ε. και ΗΠΑ.
30 Ιανουαρίου 1996: Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έχει τηλεφωνική επικοινωνία με τον αμερικανό πρόεδρο Μπιλ Κλίντον. Του εκφράζει την ελληνική θέση ότι η χώρα μας δεν επιθυμεί την ένταση, αλλά εφόσον προκληθεί θα αντιδράσει δυναμικά. Η κυβέρνηση δηλώνει έτοιμη να αποσύρει το άγημα, όχι όμως και την ελληνική σημαία. Στα Ίμια σπεύδουν τα πολεμικά πλοία «Ναυαρίνο» και «Θεμιστοκλής». Ο τούρκος Υπουργός Εξωτερικών δηλώνει ότι υπάρχουν και άλλα νησιά του Αιγαίου με ασαφές νομικό καθεστώς και δεν αποδέχεται την ελληνική πρόταση (αποχώρηση του αγήματος, όχι και της σημαίας).
31 Ιανουαρίου 1996
00:00 Συγκαλείται σύσκεψη στο γραφείο του Πρωθυπουργού. Ο Υπουργός Εξωτερικών, Θεόδωρος Πάγκαλος, φθάνει καθυστερημένα, επειδή παίρνει μέρος σε τηλεοπτική εκπομπή.
01:40 Στο ΓΕΕΘΑ καταφθάνουν πληροφορίες ότι τούρκοι κομάντος αποβιβάζονται στη Μικρή Ίμια.
04:30 Ελικόπτερο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού απονηώνεται από τη φρεγάτα «Ναυαρίνο» για να επιβεβαιώσει την πληροφορία. Επικρατούν άσχημες καιρικές συνθήκες.
04:50 Το πλήρωμα του ελικοπτέρου αναφέρει ότι εντόπισε περί τους 10 τούρκους κομάντος με τη σημαία τους. Δίνεται εντολή να επιστρέψει στη βάση του κι ενώ πετά μεταξύ των βραχονησίδων Πίτα και Καλόλιμνος αναφέρει βλάβη και χάνεται από τα ραντάρ. Αργότερα θα ανασυρθούν νεκρά και τα τρία μέλη του πληρώματος, ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός, σκοτώθηκαν. Σχετικά με τις αιτίες πτώσης του ελικοπτέρου έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις. Η επίσημη άποψη του ελληνικού κράτους ήταν ότι το σκάφος κατέπεσε λόγω κακοκαιρίας και απώλειας προσανατολισμού του πιλότου. Ωστόσο, στην Ελλάδα υπάρχει ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι το ελικόπτερο καταρρίφθηκε είτε από το Τουρκικό Ναυτικό είτε από τους τούρκους καταδρομείς που υπήρχαν πάνω στο νησί και ότι το γεγονός αποκρύφθηκε, προκειμένου να λήξει η κρίση και να μην οδηγηθούν οι δύο χώρες σε γενικευμένη σύρραξη ή ακόμα και σε πόλεμο.
06:00 Οι αμερικανοί διά του Υφυπουργού Εξωτερικών Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ επιβάλλουν και στις δύο πλευρές τη θέληση τους. «No ships, no troops, no flags» διαμηνύουν ή σε πιο κομψή διπλωματική γλώσσα να ισχύσει το status quo ante. Μέχρι το μεσημέρι της 31ης Ιανουαρίου 1996 τα πλοία, οι στρατιώτες και οι σημαίες είχαν αποσυρθεί από τα Ίμια.
Η Κρίση των Ιμίων δεν είχε συνέπειες ως προς το καθεστώς των νησιών. Ωστόσο, έδωσε αφορμή στην Τουρκία να θέσει ζήτημα «Γκρίζων Ζωνών» στο Αιγαίο, αμφισβητώντας την κυριαρχία της Ελλάδας σε αρκετά νησιά και να θέσει ένα ακόμη θέμα στην ατζέντα των ελληνοτουρκικών διαφορών. Παρόλα αυτά, η ελληνική πλευρά δεν αποδέχτηκε ποτέ την ύπαρξη τέτοιου θέματος, επικαλούμενη τις διεθνείς συνθήκες.
Τα γεγονότα στα Ίμια κλόνισαν την αξιοπιστία της ελληνικής κυβέρνησης, ειδικά όταν ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης ευχαρίστησε από το βήμα της Βουλής τους Αμερικανούς για τον καταλυτικό τους ρόλο στην αποκλιμάκωση της έντασης.




















Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Μαχάτμα Γκάντι 1869 – 1948





Ινδός πνευματικός ηγέτης και πολιτικός, η επιρροή του οποίου ξεπέρασε τα όρια της χώρας του. Θεωρείται ο πατέρας του Ινδικού εθνικισμού και ο κήρυκας της μη βίας στον 20ο αιώνα. Υπήρξε ο καταλύτης για την κατάρρευση της αποικιοκρατίας τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869 στο Πορμπαντάρ της υπό αγγλική κυριαρχία Ινδικής επαρχίας Γκουτζαράτ. Είναι γνωστός ως «Μαχάτμα» («Μεγάλη Ψυχή» στα σανσκριτικά), χαρακτηρισμό που φέρεται να του απέδωσε το 1915 ο συμπατριώτης του νομπελίστας ποιητής και στοχαστής Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.
Ο Γκάντι ήταν το μικρότερο παιδί του Καραμτσάντ Γκάντι, κυβερνήτη σ’ ένα από τα πριγκιπάτα του Γκουτζαράτ και της τετάρτης συζύγου του Πουτλιμπάι. Η οικογένειά του λάτρευε τον θεό Βισνού και ήταν επηρεασμένη από το θρησκευτικό κίνημα των Ζαϊνιστών, οι οποίοι αρνούνταν να σκοτώσουν ακόμη και μυρμήγκι.
Οι οικογενειακές αρχές της χορτοφαγίας, του μη τραυματισμού οποιουδήποτε ζώντος οργανισμού, της νηστείας ως μεθόδου αυτοκάθαρσης και της ανοχής προς το διαφορετικό, επηρέασαν βαθιά τον Γκάντι. Δεν τον εμπόδισαν, όμως, να κηρύξει τη δική του επανάσταση όταν ήταν έφηβος. Πέρασε μία περίοδο κατά την οποία δήλωνε άθεος, επιδιδόταν σε μικροκλοπές, κάπνιζε κρυφά και - το χειρότερο - έτρωγε κρέας. Οι γονείς του τον πάντρεψαν 13 ετών με ένα ακόμη μικρότερο κορίτσι, την Καστουρμπάι.
Ο Γκάντι στη Νότια Αφρική το 1895.
Όταν τελείωσε το σχολείο, η οικογένειά του αποφάσισε να τον στείλει στο Λονδίνο για να σπουδάσει νομικά. Στην Αγγλία, την οποία φανταζόταν ως «χώρα φιλοσόφων και ποιητών, το ίδιο το κέντρο του πολιτισμού», αγωνίστηκε σκληρά για να προσαρμοστεί στον δυτικό τρόπο ζωής. Η χορτοφαγία του γινόταν συχνά αντικείμενο χλευασμού από τους συμφοιτητές του, αλλά το ότι αναγκαζόταν να υπερασπίζεται τις αξίες του τον έκανε να βγει από το καβούκι του και να αποκτήσει μαχητικότητα. Έγινε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Συλλόγου Χορτοφάγων του Λονδίνου, στην οποία ανήκε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, συμμετείχε στις συνεδριάσεις τους και αρθρογραφούσε στο περιοδικό τους. Γνώρισε δυναμικούς άνδρες και γυναίκες, που τον μύησαν στη Βίβλο και την Μπαγκαβατγκίτα (Bhagavadgita), την πιο εκλαϊκευμένη έκφραση του ινδουϊσμού.

Μετά την επιστροφή του στην Ινδία το 1891, ο Γκάντι δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά, γι’ αυτό δέχθηκε με ανακούφιση μία πρόταση να εργαστεί σε ινδική εταιρεία στη Νότια Αφρική. Οι εμπειρίες του στην έντονα ρατσιστική νοτιοαφρικανική κοινωνία ήταν καθοριστικές για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Αφού ξυλοκοπήθηκε από τον λευκό οδηγό μιας άμαξας, επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σ’ έναν λευκό επιβάτη, αφού αποχώρησε από την αίθουσα ενός δικαστηρίου, επειδή ο λευκός δικαστής απαίτησε να βγάλει το τουρμπάνι του, αποφάσισε ότι από τότε και στο εξής δεν θα δεχόταν την αδικία.
Επί πολλά χρόνια, αγωνίστηκε υπέρ των δικαιωμάτων των Ινδών μεταναστών στη Νότια Αφρική και εμπνεύστηκε την πολιτική της μη βίας ως μέσο αντίστασης στους καταπιεστές. Όπως, όμως, αναφέρουν οι βιογράφοι του, «αυτά που έκανε εκείνος για τη Νότια Αφρική ήταν λιγότερο σημαντικά απ’ ό,τι έκανε η Νότια Αφρική για εκείνον». Εκεί μετατράπηκε από δικηγόρος σε πολιτικό ηγέτη.
Το 1915 επέστρεψε στην Ινδία και δεν έφυγε ξανά από τη χώρα του, εκτός από ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη το 1931. Στην αρχή κράτησε χαμηλό προφίλ, αλλά ως το 1920 είχε γίνει η κυριότερη πολιτική φυσιογνωμία της Ινδίας. Επί των ημερών του το Ινδικό Εθνικό Κόμμα του Κογκρέσου έγινε μια μαζική πολιτική οργάνωση, που άπλωνε τις ρίζες της σε κάθε πόλη και χωριό της Ινδίας. Το μήνυμα του Γκάντι ήταν απλό: δεν την κρατούσαν υπόδουλη τα βρετανικά όπλα, αλλά οι ατέλειες των ίδιων των Ινδών.
Ο Γκάντι το 1931
Ο Γκάντι έγινε κήρυκας του ινδικού εθνικισμού και της ειρηνικής άρνησης συνεργασίας με τους βρετανούς αποικιοκράτες. Η στάση των Βρετανών απέναντί του ήταν ένα κράμα θαυμασμού, θυμηδίας, αμηχανίας, καχυποψίας και μνησικακίας. Τα ίδια συναισθήματα έτρεφαν και αρκετοί από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Όσο, όμως, οι Ινδοί συνειδητοποιούσαν ότι μπορούσαν να αντισταθούν στη Μεγάλη Βρετανία, τόσο αυξανόταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες της αχανούς χώρας, τους ινδουιστές και τους μουσουλμάνους. Το φθινόπωρο του 1924 ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας τριών εβδομάδων για να τους παροτρύνει να ακολουθήσουν τον δρόμο τής μη βίας. Αυτή ήταν μία από τις κυριότερες «δημόσιες νηστείες» του.
Το 1930 εφάρμοσε την πιο σημαντική από τις πολιτικές του: την αντίσταση κατά του φόρου στο αλάτι που επέβαλλαν οι Βρετανοί, οι οποίοι δεν δίσταζαν να τον φυλακίζουν με κάθε ευκαιρία. Στη φυλακή ο Γκάντι ξεκίνησε άλλη μία απεργία πείνας για να αποκτήσουν δικαιώματα οι «παρίες», που ήταν σε θέση χειρότερη και από εκείνη της χαμηλότερης κάστας. Συγχρόνως, δεν έπαυε να ζητεί την ανεξαρτησία της Ινδίας.
Μετά την νίκη του Εργατικού Κόμματος στις βρετανικές εκλογές του 1945 άρχισαν τριμερείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη βρετανική κυβέρνηση, στους ινδουιστές του Κογκρέσου και του Συνδέσμου των Μουσουλμάνων υπό τον δικηγόρο Μοχάμετ Τζίνα, οι οποίες κατέληξαν στο σχέδιο Μαουντμπάτεν (3 Ιουνίου 1947) και στην ίδρυση δύο νέων κυρίαρχων κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν (15 Αυγούστου 1947), προς μεγάλη απογοήτευση του Γκάντι, ο οποίος προσπάθησε μάταια να συμβιβάσει τις δύο πλευρές.
Το αποτέλεσμα ήταν να τον μισήσουν και οι δύο. Στις 30 Ιανουαρίου 1948, ενώ ο Γκάντι κατευθυνόταν προς τον τόπο της βραδινής του προσευχής στο Δελχί, δολοφονήθηκε από τον 39χρονο φανατικό ινδουιστή Νατουράμ Γκότσε, αυτός ο υπέρμαχος της μη βίας.
Ο Γκάντι με πολιτική και πνευματική στάση του πυροδότησε τρεις από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα: την επανάσταση κατά της αποικιοκρατίας, των φυλετικών διακρίσεων και της βίας. Μεταξύ των προσωπικοτήτων που επηρεάστηκαν από τη δράση του αξίζει να αναφέρουμε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στις ΗΠΑ και τον Νέλσον Μαντέλα στη Νότιο Αφρική. Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγονται ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, ο οποίος έβλεπε στην πολιτική της μη βίας τού Γκάντι το πιθανό αντίδοτο στη μαζική βία που εξαπολύθηκε με τη διάσπαση του ατόμου, και o σουηδός νομπελίστας οικονομολόγος Γκούναρ Μίρνταλ, που χαρακτηρίζει τον Γκάντι «φωτισμένο φιλελεύθερο σε όλα σχεδόν τα πεδία».

















Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2017

Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης 1939 – 2008





Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος, κατά κόσμος Χρήστος Παρασκευαΐδης, γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1939 στην Ξάνθη και σπούδασε Νομικά και Θεολογία. Διδάκτωρ Θεολογίας, πτυχιούχος γαλλικής και αγγλικής γλώσσας, γνώστης ιταλικής και γερμανικής, χειροτονήθηκε διάκονος το 1961 και πρεσβύτερος το 1965.
Εννέα χρόνια ήταν ιεροκήρυκας στο ναό της Κοιμήσεως Θεοτόκου Φαλήρου, ενώ διετέλεσε επί επτά χρόνια γραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Νεότατος, μόλις 35 ετών, το 1974 εξελέγη μητροπολίτης Δημητριάδος, απ' όπου αναχώρησε, όταν εξελέγη αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Πήρε μέρος σε πολλές εκκλησιαστικές αποστολές στο εξωτερικό, ενώ συνέγραψε πλήθος επιστημονικών και εποικοδομητικών κειμένων. Αρθρογράφησε στον εκκλησιαστικό Τύπο, αλλά και σε εφημερίδες.
Το 1998, μετά το θάνατο του αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, τρεις ήταν οι επικρατέστεροι υποψήφιοι: ο Δημητριάδος Χριστόδουλος, ο Θηβών Ιερώνυμος και ο Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος. Εξελέγη αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο από Δημητριάδος Χριστόδουλος, ο οποίος προκάλεσε αίσθηση στην κοινή γνώμη, από την πρώτη στιγμή που άρχισε να διαβάζει τον «επιβατήριο» λόγο του στον κατάμεστο μητροπολιτικό ναό Αθηνών.
Πολύ γρήγορα, όλοι μιλούσαν για τον Αρχιεπίσκοπο, που καλούσε τη νεολαία να πλησιάσει την Εκκλησία, «ακόμα και με το σκουλαρίκι», ζητούσε συγγνώμη από τους νέους για όσα δεν έγιναν από τους μεγαλύτερους, ενώ άρχισε αμέσως να ασχολείται με την αναζωογόνηση όλων των υπηρεσιών της Εκκλησίας και κυρίως του φιλανθρωπικού τομέα.
Υπό την ηγεσία του, προάγεται το έργο της Εκκλησίας σε ολόκληρο τον κοινωνικό τομέα. Ιδρύονται νέοι οργανισμοί που καλύπτουν τομείς, όπως η βιοηθική, η μέριμνα για τους τοξικομανείς, την κακοποιημένη γυναίκα, την άγαμη μητέρα. Τέλος, ίδρυσε τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση «Αλληλεγγύη», μέσω της οποίας γίνεται παρέμβαση με ανθρωπιστική βοήθεια, σε παγκόσμια κλίμακα.
Ίδρυσε την υπηρεσία Διαδικτύου, δημιουργώντας συγχρόνως ψηφιακή βιβλιοθήκη σε 9 γλώσσες, πινακοθήκη, μουσικοθήκη και πύλη πολιτιστικών ειδήσεων στα ελληνικά και αγγλικά.
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος με το λόγο του προκάλεσε αντιδράσεις. Σχολιάσθηκε θετικά, αλλά και αρνητικά. Δύο μεγάλα γεγονότα σημάδεψαν τα πρώτα χρόνια της ποιμαντορίας του: η σύγκρουση με την κυβέρνηση Κ. Σημίτη για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, που άρχισε την άνοιξη του 2000 και απασχόλησε για περίπου δύο χρόνια την κοινή γνώμη, ενώ αμέσως μετά άρχισε και η κρίση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο που κράτησε ως το 2004 και έληξε μετά την παρέμβαση της υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου.
Για πρώτη φορά στα χρονικά, το 2001 αρχίζει να διαφαίνεται ότι ο Αρχιεπίσκοπος θα δεχθεί στην Αθήνα τον τότε Πάπα Ιωάννη Παύλο Β', γεγονός που πριν συμβεί φαινόταν αδιανόητο. Υπήρξαν κάποιες αντιδράσεις, υπήρξαν ανακοινώσεις από φανατικούς, όμως ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος καταφέρνει και πείθει πρωτίστως τους ιεράρχες και ο Πάπας επισκέπτεται την Αθήνα, κατόπιν προσκλήσεως του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλου.
Στο αρχιεπισκοπικό Μέγαρο, και παρουσία των μελών της Ιεράς Συνόδου, ο Ποντίφηκας ζήτησε συγγνώμη για τα δεινά του παρελθόντος. Ο Αρχιεπίσκοπος αρχίζει πρώτος να τον χειροκροτεί και ακολουθούν οι συνοδικοί Ιεράρχες. Ο πάγος μεταξύ των δύο Εκκλησιών εκείνη τη στιγμή άρχισε να λιώνει. Πέντε χρόνια αργότερα, το Δεκέμβριο του 2006, ο Αρχιεπίσκοπος θα ανταποδώσει την επίσκεψη του Πάπα, πηγαίνοντας στο Βατικανό, και συναντώντας πλέον το νεοεκλεγέντα Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ'.
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εκοιμήθη στις 28 Ιανουαρίου 2008, έπειτα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο.



















Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

Ντέμης Ρούσσος 1946 – 2015




Διεθνούς φήμης έλληνας τραγουδιστής, που γνώρισε παγκόσμια επιτυχία, κυρίως τη δεκαετία του ‘70. Οι πωλήσεις των δίσκων του ξεπερνούν τα 60 εκατομμύρια.
Ο Αρτέμιος Βεντούρης - Ρούσσος, όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1946 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του μηχανικού και κλασσικού κιθαρίστα Γιώργου Ρούσσου και της συζύγου του Όλγας. Από μικρός σπούδασε μουσική και εντάχθηκε στην εκκλησιαστική χορωδία της ενορίας του. Μετά την Κρίση στο Σουέζ το 1956, η οικογένειά του έχασε τα πάντα και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα, συμμετείχε σε διάφορα μουσικά συγκροτήματα, ξεκινώντας από τους «The Idols» σε ηλικία 17 χρόνων. Αργότερα εντάχθηκε στους «We Five», αλλά έγινε γνωστός μέσα από τους «Aphrodite's Child», το ελληνικό συγκρότημα, που βρέθηκε στην πρωτοπορία του προοδευτικού ροκ (progressive rock). Σχηματίστηκε το Φεβρουάριο του 1968 από τους Βαγγέλη Παπαθανασίου (κίμπορντς), Ντέμη Ρούσσο (φωνητικά, μπάσο), Αργύρη Κουλούρη (κιθάρες) και Λουκά Σιδερά (ντραμς).
Με έδρα το Παρίσι κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά το άλμπουμ «The End of the World», από το οποίο ξεχώρισε το «Rain and Tears», διασκευή του κλασσικού «Κανόνα» του Πάχελμπελ, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία και ταυτίστηκε με τη νεανική εξέγερση του Μάη του ‘68. Ακολούθησε το «It's Five O' Clock» με την ομώνυμη μεγάλη επιτυχία, ενώ η κορυφαία στιγμή του συγκροτήματος ήταν το άλμπουμ «666», με πηγή έμπνευσης την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη. Κυκλοφόρησε το 1972, πούλησε πάνω από 20 εκατομμύρια δίσκους και θεωρείται ένα από τα πρώτα κόνσεπτ άλμπουμ (concept album, δίσκος με ενιαία θεματολογία).
Παράλληλα με τους «Aphrodite's Child» και μετά τη διάλυσή τους ακολούθησε σόλο καριέρα, με διαβατήριο τη σπουδαία τενόρο φωνή του, με τη χαρακτηριστική βραχνάδα και το εκκεντρικό του ντύσιμο (ενδυματολογικό σήμα - κατετεθέν η κελεμπία), που προανήγγειλε το κιτς του γκλαμ-ροκ (glam-rock). Πρώτη του μεγάλη επιτυχία, το τραγούδι «We Shall Dance». Ακολούθησαν τα  «White Sails» (αγγλική διασκευή του τραγουδιού «Άσπρα, Κόκκινα, Κίτρινα, Μπλε» του Δήμου Μούτση), «Forever And Ever», «My Friend the Wind», «My Reason», «Velvet Mornings», «Goodbye My Love, Goodbye», «Someday Somewhere» και «Lovely Lady of Arcadia», όλα τη δεκαετία του ‘70.
Τα επόμενα χρόνια παρέμεινε μουσικά ενεργός. Πραγματοποίησε μεγάλες περιοδείες και ηχογράφησε τις μεγάλες του επιτυχίες σε διάφορες γλώσσες, που εξάπλωσαν τη φήμη του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Υδρογείου. Το 2010 έδωσε μία μεγάλη συναυλία στο Ηρώδειο, μετά από 37 χρόνια απουσίας από τα συναυλιακά δρώμενα της Ελλάδας.
Για πολλά χρόνια ο Ντέμης Ρούσσος έδινε μάχες με την παχυσαρκία που τον ταλαιπωρούσε. Τον Ιούνιο του 1980, όταν ζύγιζε 147 κιλά, ξεκίνησε ένα αυστηρό πρόγραμμα δίαιτας, με αποτέλεσμα μέσα σε δέκα μήνες να χάσει 50 κιλά. Το 1982 εξέδωσε το βιβλίο «A Question of Weight» («Είναι θέμα βάρους»), μαζί με τη φίλη του φωτογράφο Βερονίκ Σκαβίνσκα, στο οποίο με πάσα ειλικρίνεια περιέγραψε το πρόβλημά του με την παχυσαρκία και πώς την καταπολέμησε.
Στις 14 Ιουνίου 1985 βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, όταν έπεσε θύμα αεροπειρατείας, κατά τη διάρκεια της πτήσης 847 της TWA από την Αθήνα στη Ρώμη. Οι λιβανέζοι αεροπειρατές της «Χεζμπολάχ» και της «Ισλαμικής Τζιχάντ», μόλις τον αναγνώρισαν, γιόρτασαν τα γενέθλιά του την επομένη και τον απελευθέρωσαν μαζί με άλλους τέσσερις επιβάτες πέντε ημέρες αργότερα.
Στην προσωπική του ζωή νυμφεύθηκε τρεις φορές και απέκτησε δύο παιδιά. Τον Σεπτέμβριο του 2013, παρασημοφορήθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής, σε τελετή που έγινε στην πρεσβεία της Γαλλίας στην Αθήνα. Μετά τη βράβευση δήλωσε: «Αυτό το μετάλλιο αντιπροσωπεύει την πρώτη χώρα μου, την Ελλάδα και τη δεύτερη, τη Γαλλία. Ευχαριστώ και τις δυο χώρες στις οποίες ανήκω».
Ο Ντέμης Ρούσσος πέθανε στις 25 Ιανουαρίου 2015 στην Αθήνα, ύστερα από μακρά νοσηλεία στο νοσοκομείο «Υγεία».





















Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Γουίνστον Τσόρτσιλ 1874 – 1965




Άγγλος πολιτικός, στρατιωτικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1953 για το πεντάτομο έργο του «Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος». Έμεινε στην ιστορία ως ο «πατέρας της νίκης» για τη σημαντική συμβολή του στη συμμαχική επικράτηση στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας για 9 χρόνια (1940-1945, 1951-1955). Το 2002 σε δημοψήφισμα του BBC ανακηρύχθηκε ο μεγαλύτερος Βρετανός όλων των εποχών.
Ο Γουίνστον Λίοναρντ Σπένσερ-Τσέρτσιλ (Winston Leonard Spencer-Churchill) – Τσώρτσιλ ή Τσόρτσιλ επικράτησε να λέγεται στα ελληνικά – γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1874 στο ανάκτορο Μπλένιμ της Οξφόρδης. Γόνος εύπορης οικογένειας ευγενών, ήταν ο δευτερότοκος γιος του πολιτικού Ράντολφ Τσόρτσιλ και της αμερικανίδας Τζένι Τζέρομ, κόρης του Λέοναρντ Τζέρομ, τραπεζίτη και ιδιοκτήτη των Τάιμς της Νέας Υόρκης.
Ο άνθρωπος που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των διεθνών συσχετισμών στη μεταπολεμική περίοδο και συνάρπαζε τα πλήθη, υπήρξε από κακός έως μέτριος μαθητής και χρειάστηκε να δώσει εξετάσεις δύο φορές για να περάσει μετά βίας στη Στρατιωτική Ακαδημία του Σάντχερστ (1892). Σύντομα, εν τούτοις, ο νεαρός Γουίνστον έγινε η πιο ξεχωριστή φυσιογνωμία της τάξης του και αποφοίτησε όγδοος σε σύνολο εκατόν πενήντα σπουδαστών.
Στα 21 του χρόνια έγινε αξιωματικός του ιππικού και στρατιωτικός παρατηρητής. Τα αμέσως επόμενα χρόνια τον βρίσκουν να έχει ενταχθεί στα βρετανικά στρατεύματα των Ινδιών, της Αιγύπτου και της Νότιας Αφρικής, εκτελώντας παράλληλα καθήκοντα πολεμικού ανταποκριτή. Η πρώτη του απόπειρα να διεκδικήσει βουλευτική έδρα ως υποψήφιος των Συντηρητικών το 1899 στέφθηκε από παταγώδη αποτυχία.
Ο Τσόρτσιλ δεν το έβαλε κάτω κι ένα χρόνο αργότερα κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος, από το οποίο διαφωνώντας θα αποχωρήσει το 1904 για να ενταχθεί στους Φιλελευθέρους. Η παρουσία του στη Βουλή των Κοινοτήτων είναι έντονη και χαρακτηρίζεται από σχολαστικά προπαρασκευασμένους λόγους, που αναδεικνύουν τη ρητορική του δεινότητα.
Το μεταρρυθμιστικό του πνεύμα θα επιβεβαιωθεί σε περισσότερους από έναν τομείς (ως υφυπουργός Αποικιών και ως υπουργός Εμπορίου και Εσωτερικών), ενώ ως υπουργός Εφοδιασμού το 1917 εργάζεται για τη μαζική παραγωγή αρμάτων που κρίνουν ως ένα βαθμό την τελική επιτυχή έκβαση του A’ Παγκοσμίου Πολέμου. Προηγουμένως, είχε παραιτηθεί από το αξίωμα του λόρδου του Ναυαρχείου, δεχόμενος επικρίσεις για την αποτυχημένη εκστρατεία των Δαρδανελίων (1915), που στοίχισε τη ζωή σε χιλιάδες στρατιώτες της Κοινοπολιτείας.
Η πρώτη μεγάλη περίοδος αφοσίωσής του στη συγγραφή (1922-1924) ξεκινά μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης συνασπισμού του Λόιντ Τζορτζ. Για δέκα χρόνια παραμένει απλό μέλος της Βουλής των Κοινοτήτων, έχοντας επιστρέψει στο Συντηρητικό Κόμμα, και δημοσιεύει πλήθος έργα του. Την εποχή εκείνη δεν παραλείπει σε κάθε ευκαιρία να επισημαίνει τους κινδύνους επικράτησης των Ναζιστών στη Γερμανία. Η συνάντηση του Τσόρτσιλ με το πεπρωμένο του, όπως ο ίδιος λέει, δεν γίνεται παρά όταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι μία πραγματικότητα και η πασιφιστική κυβέρνηση Τσάμπερλεν καταρρέει. Από μία υποσημείωση σε κάποιο ιστορικό βιβλίο, το όνομα Τσόρτσιλ θα γραφτεί με ολόχρυσα γράμματα στις χρυσές δέλτους της ιστορίας.
Στην πρώτη του ομιλία ως πρωθυπουργός στη Βουλή των Κοινοτήτων (αξίωμα που ανέλαβε στις 10 Μαΐου 1940) ξεκαθαρίζει στους συμπατριώτες του: «Δεν έχω τίποτε να σας προσφέρω, εκτός από αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα». Και θέτει ως μοναδικό στόχο της κυβέρνησής του την ολοκληρωτική νίκη επί του εχθρού. Σε δύσκολες στιγμές κατορθώνει να ανεβάσει το κλονισμένο ηθικό των συμπατριωτών του και καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου να χτίσει καλές σχέσεις με τον αμερικανό πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ.
Η συμμαχία Βρετανίας, ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης θεμελιώνεται το 1942 και χαράσσεται κοινή πολεμική προσπάθεια, η οποία οδηγεί τελικά στη νίκη επί των δυνάμεων του Άξονα το 1945. Αναφορικά με το ελληνικό πρόβλημα, ο Τσόρτσιλ παρεμβαίνει ανοικτά το 1944 εναντίον του ΕΑΜ και συμβάλλει στη σύναψη των συμφωνιών του Λιβάνου (20 Μαΐου) και της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου). Μετά την απελευθέρωση της Αθήνας (12 Οκτωβρίου), υποστηρίζει ενόπλως τις κυβερνητικές δυνάμεις. Έρχεται ο ίδιος στην Αθήνα και καθορίζει την έκβαση της εμφύλιας αναμέτρησης των «Δεκεμβριανών».
Το Φεβρουάριο του 1945 ο Τσόρτσιλ παίρνει μέρος στη Διάσκεψη της Γιάλτας και αποφασίζει μαζί με τους Ρούζβελτ και Στάλιν την κατανομή των περίφημων «σφαιρών επιρροής» στο μεταπολεμικό κόσμο. Μολονότι θεωρείται μεγάλος ηγέτης σε καιρό πολέμου, δεν κρίνεται ο κατάλληλος για να οικοδομήσει μία καλύτερη Βρετανία σε καιρό ειρήνης. Η ευκολία του να αλλάζει κόμματα δεν του συγχωρείται. Αλλά ακόμη και όταν χάνει τις εκλογές του 1945, παραμένει ο σφριγηλός ηγέτης που εργάζεται για τον συνασπισμό δυτικών χωρών (αργότερα ΝΑΤΟ). Σε ηλικία 77 ετών, αναλαμβάνει την πρωθυπουργία στις εκλογές του 1951, για να παραιτηθεί τέσσερα χρόνια αργότερα και να λάβει τα τελευταία χρόνια της ζωής του πολλές υψηλές τιμητικές διακρίσεις.
Από τη βουλευτική του, όμως, ιδιότητα δεν παραιτείται, παρά μόνο λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, τον Ιούλιο του 1964. Θα πεθάνει έξι μήνες αργότερα, χτυπημένος από εγκεφαλικό, στις 24 Ιανουαρίου 1965, και θα αναπαυθεί στο χωριό Μπλάντον της Οξφόρδης, κοντά στη γενέτειρά του. Από το 1908 ήταν νυμφευμένος με την Κλημεντίνη Χόζιερ, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά.

















Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Παντελής Ζερβός 1908 – 1982




Ο δημοφιλής ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου Παντελής Ζερβός γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1908 στο Λουτράκι. Σπούδασε στη σχολή Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν και πρωτοεμφανίστηκε το 1935 στη Λαϊκή Σκηνή με την Ερωφίλη.
Συνεργάστηκε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, το Θέατρο Τέχνης, το Κρατικό Θεσσαλονίκης, την Ελληνική Σκηνή, και διακρίθηκε σε ρόλους κλασσικού και νεοελληνικού ρεπερτορίου (ΑλκηστιςΒυσσινόκηποςΑγριόπαπιαΒολπόνεΜάκμπεθΘεσμοφοριάζουσεςΦιλάργυροςΑντιγόνηΟ ΒασιλικόςΠλούτος κ.ά.)
Στον κινηματογράφο, τον οποίο υπηρέτησε για περίπου 40 χρόνια, συμμετείχε σε περισσότερες από 70 ταινίες. Ξεχωρίζουν: Πικρό ψωμί (1951), Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας (1955), Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες (1960), Ζητείται Ψεύτης (1961), Ο Ατσίδας (1962), Λόλα (1964), Ο μεθύστακας του λιμανιού (1967), Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά (1969), Η Μαρία της σιωπής (1973).
Για τη θεατρική του προσφορά τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α’, ενώ το 1960, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, πήρε το Βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του στην ταινία Μανταλένα του Ντίνου Δημόπουλου.
Πέθανε στις 23 Ιανουαρίου του 1982.


















Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Η Διάσκεψη της Βάνζεε



Ράινχαρντ Χάιντριχ
Εξοντώστε τους Εβραίους! Αυτό ήταν το σαφέστατο μήνυμα που δόθηκε στη γραφειοκρατία της Ναζιστικής Γερμανίας από τον αρχι-Ναζί Ράινχαρντ Χάιντριχ, που προήδρευσε διάσκεψης στο προάστιο Βάνζεε (Wannsee) του Βερολίνου, σχετικά με την τελική λύση που έπρεπε να δοθεί στο Εβραϊκό ζήτημα, δηλαδή για την οργανωμένη εξόντωση του Εβραϊκού πληθυσμού της Ευρώπης. Η Διάσκεψη της Βάνζεε, όπως έμεινε στην ιστορία, έγινε στις 20 Ιανουαρίου 1942 και πολλά από αυτά που συζητήθηκαν έγιναν γνωστά μετά την κατάρρευση του Τρίτου Ράιχ.
Ένα από τα μείζονα προβλήματα για τον Χίτλερ το καλοκαίρι του 1941 ήταν το πρακτέο για τα εκατομμύρια Εβραίων που ζούσαν στις γερμανοκρατούμενες χώρες της Ευρώπης. Η αναμενόμενη για τους Γερμανούς κατάληψη της Σοβιετικής Ένωσης μεγέθυνε το πρόβλημα. Σε μια συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 16 Ιουλίου 1941 ο Φύρερ ανακοίνωσε ότι η Σοβιετική Ένωση δυτικά των Ουραλίων θα γίνει ο «γερμανικός κήπος της Εδέμ» και ότι η αχανής αυτή περιοχή θα πρέπει να ειρηνεύσει το ταχύτερο δυνατό. «Αυτό θα επιτευχθεί ταχύτερα αν ξεπαστρέψουμε όποιον μας πάει κόντρα» είπε στους υπουργούς του.
Ο στρατάρχης Χέρμαν Γκέριγκ και ο αρχηγός των SS Χάνριχ Χίμλερ ερμήνευσαν τα λόγια του αρχηγού ως πράσινο φως για να προχωρήσουν με πιο γοργά βήματα προς την τελική λύση του εβραϊκού προβλήματος, που συνίστατο στην εκδίωξη όλων των Εβραίων από τα γερμανικά εδάφη. Στις 31 Ιουλίου 1941 ο Γκέρινγκ έγραψε στον Ράινχαρντ Χάιντριχ, αρχηγό των υπηρεσιών ασφαλείας του Τρίτου Ράιχ, «να αναλάβει όλες εκείνες τις πρωτοβουλίες για την ολοκληρωτική λύση του Εβραϊκού Ζητήματος σε όλα τα εδάφη με γερμανική επιρροή». Τον διέταζε να «συντονίσει όλες τις εμπλεκόμενες κυβερνητικές υπηρεσίες» και «να του υποβάλει ένα προσχέδιο για την τελική λύση του Εβραϊκού προβλήματος». Ο Χάιντριχ γνώριζε πολύ καλά ότι ο Γκέρινγκ ήταν η φωνή του Χίτλερ.
Τους επόμενους μήνες ο Χάιντριχ και οι επιτελείς του επεξεργάστηκαν τις προτάσεις που θα υπέβαλαν στον Γκέρινγκ, που περιλάμβαναν την εκδίωξη όλων των Εβραίων από τη Γερμανία και τις κατεχόμενες χώρες και την εγκατάστασή τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, είτε στην Πολωνία, είτε σε περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης. Το φθινόπωρο του 1941 η ευφορία για τη γρήγορη κατάληψη της Σοβιετικής Ένωσης είχε δώσει τη θέση της στον σκεπτικισμό. Οι επιχειρήσεις είχαν βαλτώσει και οι επιτελείς του Χίτλερ ανέμεναν έναν μακράς διάρκειας πόλεμο. Τα τρόφιμα δεν έφθαναν για να θρέψουν τον πληθυσμό και το μυαλό του Χίτλερ πήγε κατευθείαν στους παρίες του Τρίτου Ράιχ, στους Εβραίους: «Μου λένε να μην τους στείλω στο βούρκο. Ποιος νοιάζεται για τον λαό μας; Είναι ωραίο να κυριαρχεί ο τρόμος, όταν εξοντώνουμε τους Εβραίους. Γράφουμε ιστορία από φυλετική άποψη». Ο Χίμλερ και ο Χάιντριχ, που άκουγαν τα λόγια αυτά του αρχηγού τους, δεν είχαν καμία αμφιβολία για τις προθέσεις του Φύρερ.
Στις 29 Νοεμβρίου 1941, ο Χάιντριχ έστειλε προσκλήσεις σε αξιωματούχους του καθεστώτος για τη σύσκεψη που είχε προγραμματίσει για τις 9 Δεκεμβρίου στο θέρετρο του Βερολίνου Βάνζεε. Θα τους εξέθετε τις απόψεις του για την «τελική λύση» και θα άκουγε τις δικές τους. Στην πρόσκληση βρισκόταν εσώκλειστη και η επιστολή του Γκέρινγκ για να μην υπάρξει η παραμικρή αμφισβήτηση για τη σοβαρότητα της σύσκεψης. Τα κακά μαντάτα από το ανατολικό μέτωπο, η επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ και η έξοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο δημιούργησαν εκρηκτικό κλίμα στο Βερολίνο και οδήγησαν στην αναβολή της σύσκεψης.
H βίλα όπου έλαβε χώρα η διάσκεψη
Πραγματοποιήθηκε, τελικά, στις 20 Ιανουαρίου του 1942 σε μία βίλα της Βανζέε, που ήταν κέντρο αναψυχής των Ναζί. Στη σύσκεψη συμμετείχαν 14 ανώτατοι αξιωματούχοι του Τρίτου Ράιχ υπό την προεδρία του Χάινριχ. Στην αρχή τους μοίρασε δύο λίστες με τις χώρες της Ευρώπης και τον προς εξόντωση αριθμό των Εβραίων καθεμιάς. Στη λίστα Α, που αφορούσε τις κατακτημένες χώρες, αναφέρεται και η Ελλάδα με σύνολο Εβραίων 69.600. Τους καταλόγους είχε συντάξει ο συνεργάτης του, ο διαβόητος Άντολφ Άιχμαν.

Ο Χάιντριχ μίλησε για μία ώρα. Πρώτα έκανε έναν απολογισμό για τα μέτρα που έχει πάρει το καθεστώς κατά των Εβραίων από το 1933 που ήλθε στη εξουσία. Ανέφερε ότι έως το 1941, 530.000 Εβραίοι είχαν μεταναστεύσει εκτός Γερμανίας και Αυστρίας και απέμεναν μόλις 170.000. Ο Χάιντριχ συνέχισε, λέγοντας ότι οι συνθήκες είναι δύσκολες για τη μετανάστευση των υπολοίπων και έριξε στο τραπέζι ιδέες για τη μεταφορά τους στην Ανατολή και για την παροχή καταναγκαστικής εργασίας, «που θα προκαλούσε τον θάνατό τους από φυσικές αιτίες». Για όσους επιζήσουν, και αυτοί θα είναι οι πιο σκληροτράχηλοι, θα πρέπει να τους συμπεριφερθούμε ανάλογα, επειδή αν τους αφήσεις ελεύθερους θα αποτελέσουν τον σπόρο για την Εβραϊκή Αναγέννηση». Όλοι οι παριστάμενοι κατάλαβαν επακριβώς το τι εννοούσε ο Χάιντριχ. Άλλωστε, οι 8 από τους 15 προσφωνούνταν «δόκτωρ», δηλαδή είχαν διδακτορικό.
Ο Χάιντριχ τους είπε, ακόμη, ότι για να αποφύγουν νομικές και πολιτικές περιπλοκές θα πρέπει να γνωρίζουν ποιοι Εβραίοι είναι ικανοί για «εκτόπιση». Εξαιρούνται οι άνω των 65 ετών γερμανοεβραίοι, όσοι έχουν τραυματισθεί πολεμώντας για τη Γερμανία και έχουν τιμηθεί με ανώτατα παράσημα και οι Εβραίοι, που έχουν παντρευτεί Γερμανίδες και αντιστρόφως, και τα τέκνα που προέρχονται από ένα τέτοιο γάμο. Την ομιλία του Χάιντριχ ακολούθησαν διευκρινιστικές ερωτήσεις και τοποθετήσεις από τους συμμετέχοντες στη σύσκεψη, οι οποίοι στη συνέχεια γεύτηκαν τον πλούσιο μπουφέ και ανάμεσα σε γερές δόσεις κονιάκ μίλησαν για σκοτωμούς και εκκαθαρίσεις με τον πιο φυσικό τρόπο, όπως ανέφερε ο Άιχμαν στη δίκη του το 1961.
Στη συνέχεια γνωρίζουμε το τι επακολούθησε. 5.500.000 Εβραίοι εξολοθρεύτηκαν μέχρι το 1945 από τους Ναζί στη μεγαλύτερη γενοκτονία της παγκόσμιας ιστορίας («Ολοκαύτωμα»).























Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

Βασίλης Τσιτσάνης 1915 – 1984




Συνθέτης, στιχουργός, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και τραγουδιστής· από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και γενικά της ελληνικής λαϊκής μουσικής του 20ου αιώνα.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας στις 18 Ιανουαρίου 1915. Οι γονείς του ήταν Ηπειρώτες κι εκτός από τον Βασίλη είχαν άλλα τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Αργότερα, οι φίλοι του οι ρεμπέτες του κόλλησαν το παρατσούκλι «Ο Βλάχος», επειδή ήταν ο μόνος  ρεμπέτης με στεριανή προέλευση.

Ο πατέρας του, τσαρουχάς στο επάγγελμα, είχε ένα μαντολίνο, με το οποίο έπαιζε κλέφτικα τραγούδια. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη, μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία. Παρότι τον συνέπαιρνε η μουσική, πρωτόπιασε όργανο στα χέρια του μετά το θάνατο του πατέρα του το 1926. Ήταν ένα μαντολίνο, που κάποιος ντόπιος οργανοποιός είχε μετατρέψει σε μπουζούκι.

Στα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να αποκτά κάποιες γνώσεις μουσικής, μαθαίνοντας βιολί. Με αυτό συμμετείχε και σε κάποιες τοπικές εκδηλώσεις, προκειμένου να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του. Αν και δεν είχε εμφανιστεί ακόμα δημοσίως με το μπουζούκι, καθώς ήταν απαγορευμένο και χωρίς καμία κοινωνική καταξίωση, έγραψε τα πρώτα του τραγούδια πάνω σ’ αυτό, σε ηλικία μόλις 15 ετών.

 Με τη Καίτη ΓκρέυΤο φθινόπωρο του 1936 κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική και προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά του έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Μπιζέλια». Τον επόμενο χρόνο γνώρισε τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πήγε στη δισκογραφική εταιρεία «Οντεόν»,  όπου ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» (1937). Η «Αρχόντισσα», από τα σπουδαιότερα τραγούδια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, ήταν ένα από τα δεκάδες που ακολούθησαν. Την ίδια περίοδο, τραγούδια του, όπως «Να γιατί γυρνώ», «Παλάτια Χρυσοστόλιστα», «Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ» και «Γι' αυτά τα μαύρα μάτια σου», ερμήνευσαν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στέλιος Κερομύτης, αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Βρισκόμαστε στον αστερισμό της δικτατορίας Μεταξά και η εποχή επιβάλλει εμβατήρια, ενώ απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου, όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Ο Τσιτσάνης απαντά με το μπόλιασμα του ρεμπέτικου με δυτικά μελωδικά στοιχεία κι έτσι προσεγγίζει τις ευρύτερες μάζες. Τον Μάρτιο του 1938 υπηρετεί τη στρατιωτική θητεία του στο Τάγμα Τηλεγραφητών, στη Θεσσαλονίκη. Παίρνει άδειες και ποτέ δεν γυρνά στην ώρα του, γεγονός που εξοργίζει τους διοικητές του. Περνά πολλές μέρες στο πειθαρχείο, όπου γράφει ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του, την «Αρχόντισσα». Στη Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει και τη μελλοντική σύζυγό του, τη Ζωή Σαμαρά, με την οποία θα αποκτήσει δύο παιδιά, τη Βικτωρία και τον Κώστα.

Τα χρόνια της Κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου ανοίγει ένα δικό του κουτούκι, το «Ουζερί Τσιτσάνη», στην οδό Παύλου Μελά 22. Παράλληλα, γράφει ορισμένες από τις μεγάλες επιτυχίες του («Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα», «Συννεφιασμένη Κυριακή»), που θα ηχογραφήσει μετά τον πόλεμο, όταν θα ανοίξουν και πάλι τα εργοστάσια δίσκων.

Με τη Μαρίκα ΝίνουΤο 1946 κατεβαίνει ξανά στην Αθήνα. Η εποχή του εμφυλίου αποτελεί άλλη μία πηγή έμπνευσης για τον Τσιτσάνη. Τα τραγούδια του, όμως, λογοκρίνονται και πάλι. Ορισμένα καταφέρνει και τα εκδίδει, επινοώντας διάφορα τεχνάσματα, πολλά κυκλοφόρησαν αρκετά χρόνια μετά, ενώ κάποια δεν εκδόθηκαν ποτέ. Το τέλος του εμφυλίου σημαίνει ταυτόχρονα και την πλήρη αποδοχή του Βασίλη Τσιτσάνη. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 μεσουρανεί στο μουσικό στερέωμα. Μερικά από τα τραγούδια αυτής της περιόδου είναι τα: «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Όμορφη Θεσσαλονίκη», «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Καβουράκια», «Ξημερώνει και βραδιάζει».

Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές, που δένονται μαζί του, όπως η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Ακόμα, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, η Καίτη Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κ.ά. ερμηνεύουν τα διαχρονικά τραγούδια του: «Ίσως αύριο» (1958), «Τα λιμάνια» (1962), «Τα ξένα χέρια» (1962), «Μείνε αγάπη μου κοντά μου» (1962), «Κορίτσι μου όλα για σένα» (1967), «Με παρέσυρε το ρέμα» «Απόψε στις ακρογιαλιές» (1968), «Κάποιο αλάνι» (1968), «Της Γερακίνας γιος» (1975), «Δηλητήριο στη φλέβα» (1979).

Το 1980, με πρωτοβουλία της ΟΥΝΕΣΚΟ, ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα», όπως λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας και της ζωής του. Σ’ αυτό το δίσκο παίζει μία σειρά από κλασικά του τραγούδια, αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι. Με την έκδοσή του στη Γαλλία, το 1985, παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας «Σαρλ Γκρο». Όμως, στο μεταξύ, ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα...

Ο Βασίλης Τσιτσάνης άφησε την τελευταία του πνοή ανήμερα των γενεθλίων του, στις 18 Ιανουαρίου 1984, στο νοσοκομείο «Μπρόμπτον» του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του εμφανιζόταν κανονικά στο «Χάραμα» και δούλευε καινούργια τραγούδια.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης έβαλε τη δική του ανεξίτηλη σφραγίδα στην ελληνική λαϊκή μουσική. Μπόλιασε το ρεμπέτικο με δυτικά μελωδικά στοιχεία και το έβγαλε από το περιθώριο, που το είχαν τάξει τα «αντικοινωνικά» και ανατολίτικα στοιχεία του. Εμπλούτισε τη λαϊκή ορχήστρα με νέα ηχοχρώματα, προσθέτοντας το πιάνο κι επιβάλλοντας το ακορντεόν ως όργανο της κομπανίας. Καινοτόμησε στο στίχο, με την απομάκρυνσή του από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου και της ομοιοκαταληξίας και επισημοποίησε και γενίκευσε το ρόλο του ρεφρέν. Με τον Τσιτσάνη, το ρεμπέτικο γίνεται «τέχνη» και η ρήξη με την παράδοση αρχίζει να γίνεται ορατή.





















Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Δημήτρης Χορν 1921 – 1998




Ο κορυφαίος ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου Δημήτρης Χορν γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου του 1921 στην Αθήνα. Πατέρας του ήταν ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας Παντελής Χορν. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου (νυν Εθνικού), όπου έκανε το ντεμπούτο του το 1940, στην οπερέτα του Στράους «Η Νυχτερίδα».

Αμέσως μετά εμφανίστηκε στο «Θέατρο Ρεξ» της Μαρίκας Κοτοπούλη, ως πρωταγωνιστής σε έργα, όπως «Ο πρωτευουσιάνος», «Αλάτι και πιπέρι», «Η κυρία με τις καμέλιες» κ.ά. Την περίοδο 1943 - 1944 συμμετείχε στο θίασο της Κατερίνας, με την οποία συμπρωταγωνίστησε στο «Σύζυγοι με δοκιμή». Το 1944 συγκρότησε δικό του θίασο μαζί με τη Μαίρη Αρώνη και λίγο αργότερα συνέπραξε με τη Βάσω Μανωλίδου. Το 1945 συνεργάστηκε με τον θίασο Μελίνας Μερκούρη και Νίκου Χατζίσκου, ενώ την περίοδο 1946 - 1950 επέστρεψε στο «Βασιλικό Θέατρο».

Ύστερα από απουσία δύο ετών στο εξωτερικό, επιστρέφει στην Ελλάδα και το 1953 γνωρίζει την Έλλη Λαμπέτη. Ο δεσμός τους επισπεύδει το διαζύγιο της Λαμπέτη με τον Μάριο Πλωρίτη και μαζί γράφουν μία από τις πιο αστραφτερές σελίδες στην υποκριτική τέχνη. Συγκροτούν δικό τους θίασο, μαζί με τον Γιώργο Παππά, ανεβάζοντας έργα, όπως: «Ο βροχοποιός», «Νυφικό Κρεβάτι» και «Το παιχνίδι της Μοναξιάς». Οι δρόμοι τους χώρισαν το 1959 και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ στο θεατρικό σανίδι.

Μεγάλη ήταν η συμβολή του Δημήτρη Χορν και στον κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε μόνο σε 10 ταινίες, δίνοντας όμως ανεπανάληπτες ερμηνείες, όπως στην «Κάλπικη λίρα» (1954), στο «Μια ζωή την έχουμε» (1955) και «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956).

Έντονη ήταν και η ραδιοφωνική παρουσία του. Εκτός από τις μαγνητοφωνήσεις δεκάδων θεατρικών έργων, είχε «περάσει» στον κόσμο με ιδιαίτερο κέφι και φινέτσα ένα «αεράκι» εβδομαδιαίων πεντάλεπτων εκπομπών, που έγραφε ο Κώστας Πρετεντέρης. Με μια σουρεαλιστική ειρωνεία στη φωνή του, διάβαζε φανταστικά γράμματα ακροατών στην εκπομπή «Ο Ταχυδρόμος έφτασε».

Διετέλεσε γενικός διευθυντής της ΕΡΤ την περίοδο 1974 -1975, ενώ το 1980 ίδρυσε με τη σύζυγό του Άννα Γουλανδρή το Ίδρυμα Γουλανδρή - Χορν, σκοπός του οποίου είναι η μελέτη του ελληνικού πολιτισμού. Η Πολιτεία του απένειμε το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α'.

Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου του 1998, ύστερα από πολύμηνη ασθένεια.













Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Άγκαθα Κρίστι 1890 – 1976




Η Άγκαθα Κρίστι (Agatha Christie), η πιο διάσημη συγγραφέας έργων μυστηρίου, γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1890 ως Μαίρη Κλαρίσα Άγκαθα Μίλερ, στο Ντέβον της Αγγλίας. Μεγάλωσε στο Άσφιλντ, όπου έβγαλε το σχολείο και στη συνέχεια σπούδασε τραγούδι στο Παρίσι.
Το 1914, πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παντρεύτηκε τον συνταγματάρχη Άρτσιμπαλντ Κρίστι, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη. Όταν ο σύζυγός της αποστρατεύτηκε, η ίδια εργάστηκε ως βοηθός σε φαρμακείο, όπου έμαθε για τα δηλητήρια.
Άρχισε να γράφει με την ενθάρρυνση της αδερφή της και στο πρώτο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε το 1920 υπό τον τίτλο «Η μυστηριώδης υπόθεση στο Στάυλς», παρουσίασε για πρώτη φορά τον θρυλικό ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό, ένα χαρακτήρα που εμφανίστηκε σε περισσότερα από 25 ακόμα μυθιστορήματά της. Το δεύτερο βιβλίο της («Η Δολοφονία του Ρότζερ Ακρόυντ» - 1926) βρέθηκε στην κορυφή του πίνακα πωλήσεων και η ίδια μεταξύ των δημοφιλέστερων συγγραφέων.
Παρά τη μεγάλη επιτυχίας της, μετά το θάνατο της μητέρας και του συζύγου της, η Άγκαθα Κρίστι εισήλθε σε μία περίοδο συναισθηματικής αναταραχής. Εξαφανίστηκε για 11 ημέρες και τελικά εντοπίστηκε σε ιαματικά λουτρά.
Το 1930 παντρεύτηκε έναν αρχαιολόγο, το σερ Μαξ Μάλοουαν, τον οποίο συνόδευε στις αποστολές του στη Μέση Ανατολή, όπου κι εξελίχθηκαν πολλά από τα μυθιστορήματά της. Εκεί δημιουργήθηκε και η Μις Μαρπλ, μία από τις πιο αγαπημένες της ηρωίδες.
Συνολικά, η Άγκαθα Κρίστι έγραψε περίπου 80 μυθιστορήματα, 30 συλλογές διηγημάτων και 15 θεατρικά έργα, καθώς και 6 αισθηματικά ρομάντζα με το ψευδώνυμο Μαίρη Γουέστμακοτ. Μέχρι το θάνατό της, στις 12 Ιανουαρίου του 1976, είχαν πωληθεί πάνω από 400 εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων της, σε περισσότερες από 100 γλώσσες.

Προτεινόμενα Έργα

  • Δέκα Μικροί Νέγροι (Λιβάνη)
  • Ποντικοπαγίδα (Λυχνάρι)
  • Έγκλημα στο Νείλο (Λυχνάρι)
  • Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές (Μίνωας)
  • Έγκλημα τα Χριστούγεννα (Λιβάνης)
  • Ο φόνος του Ρότζερ Ακρόυντ (Άγρα)
  • Ο πλωτός ναύαρχος (Άγρα)
  • Πέντε μικρά γουρουνάκια (Λυχνάρι)
  • Η αυτοβιογραφία μου (Λυχνάρι)


















Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Η Στάση του Νίκα


Ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός

Με αυτή την ονομασία έμεινε στην ιστορία η λαϊκή εξέγερση που συνέβη στο Βυζάντιο την εποχή του Ιουστινιανού και πνίγηκε στο αίμα από τον αυτοκράτορα. Πληροφορίες από «πρώτο χέρι» μας δίνει ο σύγχρονος του Ιουστινιανού, ιστορικός Προκόπιος, στο βιβλίο του «Η ιστορία των Πολέμων» (εκδόσεις Λιβάνη).
Πρωταγωνιστές της εξέγερσης ήταν οι δήμοι των «Πράσινων και «Βένετων» (μπλε), οργανώσεις φιλάθλων με λαϊκή καταγωγή, που ζούσαν για τις αρματοδρομίες στις εξέδρες του Ιππόδρομου της Κωνσταντινούπολης. Οι «Ρούσσοι» και οι «Λευκοί» υπολείπονταν αρκετά σε δημοτικότητα των άλλων δύο δήμων. Οι αρματοδρομίες ήταν ένα ιδιαίτερα δημοφιλές άθλημα εκείνη την περίοδο, όπως σήμερα είναι το ποδόσφαιρο.
Θα λέγαμε ότι οι «Βένετοι» και οι «Πράσινοι» θύμιζαν αρκετά σε πάθος και αφοσίωση τους σημερινούς συνδέσμους φιλάθλων, ιδιαίτερα τη «Θύρα 7» του Ολυμπιακού και τη «Θύρα 13» του Παναθηναϊκού. Οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν του δήμους κάτι ανάμεσα σε συμμορία και πολιτικό κόμμα, καθώς συχνά προσπαθούσαν να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις.
Το 531, ένας «βένετος» και ένας «πράσινος» συλλαμβάνονται με την κατηγορία της δολοφονίας και καταδικάζονται σε θάνατο διά απαγχονισμού. Ο Ιουστινιανός, 

δεδηλωμένος οπαδός των Βένετων, μετατρέπει τη θανατική ποινή σε φυλάκιση. Οι «Πράσινοι» και «Βένετοι» αξιώνουν την πλήρη απαλλαγή τους. Ο αυτοκράτωρ, όμως, τους αγνοεί.
Στις 11 Ιανουαρίου του 532 ξεσηκώνονται, πυρπολούν κτίρια, πολιορκούν το παλάτι και προξενούν ζημιές ακόμη και στην Αγία Σοφία. Η ιαχή «Νίκα» δονεί την ατμόσφαιρα. Είναι το σύνθημα που φώναζαν στον Ιππόδρομο για να εμψυχώσουν τους αρματοδρόμους.
Το πλήθος των εξεγερμένων όλο και μεγαλώνει, καθώς ο λαός δυσφορούσε για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του αυτοκράτορα, τη βαριά φορολογία και την κρατική αυθαιρεσία. Απαιτεί την παραίτηση του Ιωάννη Καππαδόκη (Υπουργού Οικονομικών της εποχής) και του διάσημου νομομαθούς Τριβωνιανού.
Την κατάσταση επιχειρούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους οι συγκλητικοί και οι ευγενείς, που έβλεπαν τα δικαιώματά τους να ψαλλιδίζονται από τις μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού. Συγκεντρώνονται στον Ιππόδρομο και ανεβάζουν στο θρόνο τον Υπάτιο, ανιψιό του πρώην αυτοκράτορα Αναστάσιου.
Ο Ιουστινιανός αδυνατεί να ελέγξει την κατάσταση. Είναι καινούργιος στην εξουσία και έχει ένα σωρό σκοτούρες, με τους Πέρσες στα ανατολικά της αυτοκρατορίας. Για μια στιγμή περνά από το νου να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοκρατορική σύζυγος, η δυναμική και αποφασιστική Θεοδώρα, γρήγορα τον μεταπείθει και οι στρατηγοί Βελισάριος και Μούνδος αναλαμβάνουν δράση. Εγκλωβίζουν τους επαναστάτες στον Ιππόδρομο και κυριολεκτικά τους κατασφάζουν. Η καταστολή της «Στάσης του Νίκα» στις 18 Ιανουαρίου του 532 άφησε πίσω της 30.000 νεκρούς.
Ο Ιουστινιανός πατούσε πλέον γερά στα πόδια του και την επομένη μέρα έδωσε εντολή να εκτελεσθούν ο σφετεριστής του θρόνου Υπάτιος και ο αδελφός του. Η περιουσία τους δημεύθηκε, όπως και πολλών ευγενών, που εξορίστηκαν, επειδή είχαν υποστηρίξει την εξέγερση. Η αυτοκρατορική θητεία μιας από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του Βυζαντίου, όπως ήταν ο Ιουστιανιανός, ξεκίνησε με τη χειρότερη περίοδο βίας και αναρχίας που γνώρισε η Βασιλεύουσα.