Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Σπύρος Λούης 1872 – 1940



Σπύρος Λούης

Έλληνας μαραθωνοδρόμος. Υπήρξε ο πρώτος αθλητικός θρύλος της νεώτερης Ελλάδας και από τις μορφές των Α' Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Ο Σπύρος Λούης γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1872 στο Μαρούσι της Αττικής, από φτωχή αγροτική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν νερουλάς και ο νεαρός Σπύρος τον βοηθούσε κουβαλώντας το νερό. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας διακρίθηκε για την αντοχή του, γεγονός που εξέπληξε τους ανωτέρους του. Θρυλείται ότι έτρεξε από την Αθήνα στο Μαρούσι και τούμπαλιν για να φέρει το πηλήκιο που είχε ξεχάσει στο σπίτι του, ώστε να είναι τέλειος στην αναφορά του τάγματος.

Εξαιτίας των αγωνιστικών του προσόντων, ο Λούης μπήκε από το «παράθυρο» στον αγώνα του Μαραθωνίου των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας (29 Μαρτίου 1896), με την προτροπή του διοικητού του ταγματάρχη Παπαδιαμαντόπουλου, που ήταν και αθλητικός κριτής. Ο Λούης έτρεξε χωρίς καμία προετοιμασία και κατόρθωσε να επικρατήσει των αντιπάλων του, επευφημούμενος από 80.000 θεατές που είχαν κατακλύσει το Καλλιμάρμαρο.

Οι φήμες που κυκλοφόρησαν ότι κατά τη διάρκεια του Μαραθωνίου είχε «κλέψει», πραγματοποιώντας μέρος της διαδρομής πάνω σε κάρο, δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Ο Λούης μετά τον θρίαμβό του δεν ξανάτρεξε ποτέ κι έζησε μία ήρεμη ζωή στο Μαρούσι, εργαζόμενος ως αγρότης, κηπουρός, νερουλάς και αργότερα ως τοπικός αστυνομικός. Παντρεύτηκε κι έκανε οικογένεια.

Ο θρύλος του παρέμεινε αναλλοίωτος με το πέρασμα του χρόνου. Συχνά τον καλούσαν σε αθλητικούς αγώνες ως επίσημο προσκεκλημένο και το κοινό τού έδειχνε την αγάπη του με επευφημίες. Αυτός εμφανιζόταν ντυμένος φουστανελάς και με το χρυσό μετάλλιο στο στήθος. Όπως συνέβη και την 1η Αυγούστου 1936, όταν προσκλήθηκε από το Χίτλερ στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου. Συναντήθηκε μαζί του, φωτογραφήθηκε και προσέφερε στον Φύρερ ένα κλαδί ελιάς ως σύμβολο της ειρήνης, που ήδη είχε αρχίσει να μπαίνει σε δοκιμασία. Ο Λούης δεν τον χαιρέτησε με τον γνωστό ναζιστικό τρόπο, όπως έκαναν τα υπόλοιπα μέλη της ελληνικής αποστολής.

Το 1926 κατηγορήθηκε για πλαστογραφία στρατιωτικού εγγράφου, προφυλακίστηκε για σχεδόν ένα χρόνο, αλλά αθωώθηκε πανηγυρικά. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα έφερνε δύσκολα και εξαιτίας της σοβαρής ασθένειας της συζύγου του.

Ο Σπυρίδων Λούης πέθανε πάμπτωχος στο Μαρούσι, στις 26 Μαρτίου 1940.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/625#ixzz43zbfcwNT
























Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Ρήγας Φεραίος - θούριος




Ο Ρήγας Βελεστινλής ή Ρήγας Φεραίος θεωρείται εθνομάρτυρας και πρόδρομος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ο ίδιος υπέγραφε ως «Ρήγας Βελεστινλής» ή «Ρήγας ο Θεσσαλός» και ουδέποτε «Φεραίος», κάτι που ίσως να είναι δημιούργημα μεταγενέστερων λογίων. Γεννήθηκε στο Βελεστίνο, τις αρχαίες Φερές, το 1757, από εύπορη οικογένεια. Από τη νεανική του ζωή τα μόνα γνωστά είναι ότι ο πατέρας του ονομαζόταν Γεώργιος Κυριαζής (μια πληροφορία που αμφισβητείται, ενώ η μητέρα του ονομαζόταν Μαρία και φέρεται πως είχε μία αδελφή, την Ασήμω. Ο Pouqeville αναφέρει πως είχε και ένα αδελφό, τον Κωστή, ο οποίος μάλιστα συμμετείχε στην επανάσταση του 1821. Η οικογένεια του υπήρξε από τα θύματα της τουρκικής μανίας. Από αυτούς διασώθηκαν μόνο η μητέρα του με τον αδερφό του και μεταφέρθηκαν στη Βλαχία, όπου συντηρούνταν από το Ρήγα.

Βίος και επανάσταση

Τα νεανικά χρόνια του Ρήγα Φεραίου είναι δύσκολο να ανιχνευθούν τα πραγματικά γεγονότα, όπως και ένα μεγάλο μέρος από τις δραστηριότητές του αργότερα. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τα άτομα με τα οποία συνεργαζόταν συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν, αλλά και οι περισσότερες από τις προκηρύξεις του καταστράφηκαν. Αργότερα η ανάγκη δημιουργίας εθνικών ηρώων του υπόδουλου έθνους, σε συνδυασμό με την έλλειψη σχετικής ιστοριογραφίας ανήγαγε πολλούς θρύλους περί του προσώπου του. Οι βασικότερες πληροφορίες για τον ίδιο και την οικογένειά του παρέχει ο Χριστόφορος Περραιβός που υπήρξε συνεργάτης του και συναγωνιστής.

Τα πρώτα του γράμματα λέγεται ότι τα διδάχθηκε από ιερέα του Βελεστίνου και κατόπιν στη Ζαγορά.Καθώς διψούσε για μάθηση, ο πατέρας του τον έστειλε στα Αμπελάκια για περαιτέρω μόρφωση.Όταν επέστρεψε, έγινε δάσκαλος στην κοινότητα Κισσού Πηλίου.Στην ηλικία των είκοσι ετών σκότωσε στο Βελεστίνο έναν Τούρκο πρόκριτο, επειδή του είχε συμπεριφερθεί δεσποτικά, και κατέφυγε στο Λιτόχωρο του Ολύμπου, όπου κατατάχθηκε στο σώμα των αρματολού θείου του Σπύρου Ζήρα.Αργότερα βρίσκεται στο Άγιο Ορος, φιλοξενούμενος του ηγουμένου της μονής Βατοπεδίου, Κοσμά με τον οποίο και ανέπτυξε στενή φιλία. Στο Αγιον Ορος έμεινε πολύ λίγο.Ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, μετά από πρόσκληση του Πρέσβη της Ρωσίας για σπουδές, στην οικία του οποίου γνώρισε τον Πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη.Στην Πόλη διεύρυνε τις σπουδές του στη Γαλλική και τη Γερμανική γλώσσα. Όταν ο Υψηλάντης έφυγε για το Ιάσιο, προκειμένου να γίνει ηγεμόνας της Μολδαβίας, ο Ρήγας τον ακολούθησε. Διαφωνώντας με τον Υψηλάντη έγινε γραμματέας του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικόλαου Μαυρογένη και ταξίδεψε για το Βουκουρέστι, όντας πλέον στην ηλικία των 30 χρόνων.Μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο και την ήττα της Τουρκίας ο Μαυρογένης αποκεφαλίστηκε ως υπαίτιος της ήττας και ο Ρήγας κατέφυγε στη Βιέννη, την οποία έκανε έδρα της επαναστατικής δράσης του.Στη Βιέννη συνεργάτες του ήσαν κυρίως Έλληνες έμποροι ή σπουδαστές, αλλά οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν οι αδελφοί Πούλιου, από τη Σιάτιστα της Μακεδονίας, τυπογράφοι.Στο τυπογραφείο τους τύπωσε την επαναστατική του προκήρυξη σε χιλιάδες αντίτυπα, προκειμένου να μοιραστούν στους Έλληνες των υπόλοιπων φιλελεύθερων περιοχών των Βαλκανίων.Ο Ρήγας απέβλεπε στην απελευθέρωση και ενοποίηση όλων των Βαλκανικών λαών και φυσικά όλου του ελληνικού στοιχείου που ήταν διασκορπισμένο στην Ανατολή και τα ευρωπαϊκά κέντρα. Επηρεασμένος από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, πίστεψε βαθιά στην ανάγκη της επαφής των Ελλήνων με τις νέες ιδέες που σάρωναν την Ευρώπη και αυτό τον ώθησε στη συγγραφή ή μετάφραση βιβλίων σε δημώδη γλώσσα και τη σύνταξη της Χάρτας, ενός μνημειώδους για την εποχή του χάρτη, διαστάσεων 2,07 x 2,07 μ, που αποτελείτο από επί μέρους τμήματα.





Ως πότε παλληκάρια, θα ζούμε στα στενά, 
μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, 
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά, 
να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, 
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς, 
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, 
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψένουν, καθ’ ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθείς
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθείς.

Δουλεύεις όλη ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πει, 
κι αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιει.
Ο Σούτζος, κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν’ να ιδείς.

Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί, 
σκοτώθηκαν κι αγάδες, με άδικον σπαθί.
Κι αμέτρητοι άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί, 
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμιά αφορμή.


Ελάτε με έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν, 
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.

Οι νόμοι να ’ ν ’ ο πρώτος, και μόνος οδηγός, 
και της πατρίδος ένας, να γένει αρχηγός.
Γιατί κι η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά, 
να ζούμε σαν θηρία, είν’ πιο σκληρή φωτιά.

Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν
ας πούμ’ απ’ την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.

Ω βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε Σε, 
στην γνώμην των τυράννων, να μην έλθω ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ, 
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.

Εν όσο ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός, 
για να τους αφανίσω, θε να `ναι σταθερός.
Πιστός εις την πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν, 
αχώριστος για να `μαι, υπό τον στρατηγόν.

Κι αν παραβώ τον όρκον, ν’ αστράψ’ ο ουρανός, 
και να με κατακόψει, να γένω σαν καπνός.

Σ’ ανατολή και δύση, και νότον και βοριά, 
για την πατρίδα όλοι, να `χωμεν μια καρδιά.
Στην πίστην του καθ’ ένας, ελεύθερος να ζει, 
στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.

Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί, 
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή, 
Για την ελευθερίαν, να ζωσωμεν σπαθί, 
πως είμαστ’ αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθεί.

Όσοι απ’ την τυραννίαν, πήγαν στην ξενιτιά
στον τόπον του καθ’ ένας, ας έλθει τώρα πια.
Και όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν
Εδώ ας τρέξουν όλοι, τυρράνους να νικούν.

Η Ρούμελη τους κράζει, μ’ αγκάλες ανοιχτές, 
τους δίδει βιό και τόπον, αξίες και τιμές.
Ως ποτ’ οφικιάλιος, σε ξένους Βασιλείς;
έλα να γένεις στύλος, δικής σου της φυλής.

Κάλλιο για την πατρίδα, κανένας να χαθεί
ή να κρεμάσει φούντα, για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πια εχθροί, 
αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κι εθνικοί.

Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν, 
εκείνοι και δικοί μας, αν είναι, ας χαθούν.
Σουλιώτες και Μανιάτες, λιοντάρια ξακουστά
ως πότε στες σπηλιές σας, κοιμάστε σφαλιστά;

Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί, 
κι Αγράφων τα ξεφτέρια, γεννήστε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μια, 
και αίμα των τυράννων, ρουφήξτε σαν θεριά.

Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Χριστιανοί, 
με τα άρματα στο χέρι, καθ’ ένας ας φανεί, 
Το αίμα σας ας βράσει, με δίκαιον θυμόν, 
μικροί μεγάλοι ομώστε, τυράννου τον χαμό

Λεβέντες αντρειωμένοι, Μαυροθαλασσινοί, 
ο βάρβαρος ως πότε, θε να σας τυραννεί.
Μην καρτερείτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί, 
χωθείτε στο μπογάζι, μ’ εμάς και σεις μαζί.

Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών, 
σαν αστραπή χυθείτε, χτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης και της Νύδρας, θαλασσινά πουλιά, 
καιρός είν’ της πατρίδος, ν’ ακούστε την λαλιά.

Κι όσ’ είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά, 
οι νόμοι σας προστάζουν, να βάλετε φωτιά.
Με εμάς κι εσείς Μαλτέζοι, γενείτε ένα κορμί, 
κατά της τυραννίας, ριχθείτε με ορμή.

Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί, 
ζητά την συνδρομήν σας, με μητρική φωνή.
Τι στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.

Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς, 
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλεις να νικάς.
Συλήστρα και Μπραίλα, Σμαήλι και Κιλί, 
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.

Στρατεύματα σου στείλε, κι εκείνα προσκυνούν
γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν μπορούν.
Γκιουρντζή πια μη κοιμάσαι, σηκώσου με ορμήν, 
τον Προύσια να μοιάσεις, έχεις την αφορμήν.

Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς
πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανείς.
Με τα στρατεύματά σου, ευθύς να σηκωθείς, 
στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθείς.

Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά, 
δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά.
Χαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλη ας μη φανεί, 
για να ψοφήσει ο λύκος, όπου σας τυραννεί.


Με μια καρδιά όλοι, μια γνώμη, μια ψυχή, 
χτυπάτε του τυράννου, την ρίζα να χαθεί.
Να ανάψουμε μια φλόγα, σε όλην την Τουρκιά, 
να τρέξει από την Μπόσνα, και ως την Αραπιά.

Ψηλά στα μπαϊράκια, σηκώστε τον σταυρόν, 
και σαν αστροπελέκια, χτυπάτε τον εχθρόν.
Ποτέ μη στοχαστείτε, πως είναι δυνατός, 
καρδιοχτυπά και τρέμει, σαν τον λαγόν κι αυτός.

Τριακόσιοι Γκιρτζιαλήδες, τον έκαμαν να ιδεί, 
πως δεν μπορεί με τόπια, μπροστά τους να εβγεί.
Λοιπόν γιατί αργείτε, τι στέκεστε νεκροί;
ξυπνήστε μην είστε ενάντιοι κι εχθροί.

Πως οι προπάτορές μας, ορμούσαν σαν θεριά, 
για την ελευθερία, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτσι κι ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξουμε για μια 
τα άρματα, και να βγούμεν απ’ την πικρή σκλαβιά.

Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν, 
και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς και του πελάγου, να λάμψει ο σταυρός, 
και στην δικαιοσύνην, να σκύψει ο εχθρός.

Ο κόσμος να γλιτώσει, απ’ αύτην την πληγή, 
κι ελεύθεροι να ζωμεν, αδέλφια εις την γη.


















Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

25η Μαρτίου και Εθνική Επέτειος





Κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου τιμούμε και γιορτάζουμε τον ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων κατά του Τούρκου δυνάστη για ελευθερία και  αυτοδιάθεση. Εκ των πραγμάτων είναι η πιο σημαντική ημερομηνία στην ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, ως αφετηρία της εθνικής παλιγγενεσίας.

Τι συνέβη, άραγε, στις 25 Μαρτίου του 1821 και την έχουμε αναδείξει ως την ημέρα της εθνικής μας εορτής; Τίποτα απολύτως λένε οι ιστορικοί. Ή σχεδόν τίποτα, για να είμαστε ακριβείς, πέρα από κάποιες αψιμαχίες. Κανένα σπουδαίο πολεμικό γεγονός που να δικαιολογεί αυτή την επιλογή. Ούτε καν η ύψωση του λαβάρου της Μονής της Αγίας Λαύρας και η ορκωμοσία των παλληκαριών από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό.

Το περιστατικό της Αγίας Λαύρας είναι ένας εθνικός μύθος. Τον οφείλουμε στον γάλλο περιηγητή και ιστορικό Φρανσουά Πουκεβίλ (1770-1838), ο οποίος συνέγραψε την τετράτομη Ιστορία της Αναγεννήσεως της Ελλάδος (1824). Η ιστορία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά και μέσω του πίνακα Ο Όρκος της Αγίας Λαύρας (1851) του σημαντικού έλληνα ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη (1814-1878).

Άλλωστε και ο ίδιος ο Παλαιών Γερμανός δεν αναφέρει λέξη για το περιστατικό στα απομνημονεύματά του. Είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι εκείνη την ημέρα δεν βρισκόταν στη Μονή της Αγίας Λαύρας, αλλά στην Πάτρα, όπου όντως όρκισε τους επαναστάτες της περιοχής στην Πλατεία του Αγίου Γεωργίου.

Η επέτειος να γιορτάζουμε τον εθνικό ξεσηκωμό στις 25 Μαρτίου καθιερώθηκε στις 15 Μαρτίου 1838 από τον βασιλιά Όθωνα, προκειμένου να συνδεθεί με το εκκλησιαστικό γεγονός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Ήταν και επιθυμία του Αλέξανδρου Υψηλάντη και της Φιλικής Εταιρείας να συνδεθεί η έναρξη της επανάστασης με μια μεγάλη εκκλησιαστική εορτή για να τονωθεί το φρόνημα των υπόδουλων Ελλήνων.

Στην πραγματικότητα, η Επανάσταση δεν ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου 1821, αλλά λίγες μέρες νωρίτερα στην Πελοπόννησο, μία περιοχή με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς και μικρή στρατιωτική παρουσία των Τούρκων. Ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής της Πελοποννήσου (Μόρα Βαλεσί) Χουρσίτ Πασάς βρισκόταν στα Γιάννινα για να  εξοντώσει τον Αλή Πασά, ο οποίος είχε αυτονομηθεί από την Υψηλή Πύλη. Πριν από την αναχώρησή του, ο Χουρσίτ είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τους προεστούς του Μοριά ότι οι φήμες που κυκλοφορούσαν για τον επικείμενο ξεσηκωμό των ραγιάδων ήταν ανυπόστατες.
Αχαιοί και Μανιάτες ερίζουν για το ποιος έριξε την πρώτη τουφεκιά του εθνικού ξεσηκωμού. Στις 21 Μαρτίου αρχίζει η πολιορκία των Καλαβρύτων από τον Σωτήρη Χαραλάμπη και τους Πετμεζαίους. Είναι η πρώτη πολεμική ενέργεια της Επανάστασης και θα λήξει νικηφόρα μετά από πέντε ημέρες.
Στις 23 Μαρτίου οι Μανιάτες υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τη συνεπικουρία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καταλαμβάνουν την Καλαμάτα και με διακήρυξή τους κάνουν γνωστό στη διεθνή κοινότητα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Την ίδια ημέρα, οι άνδρες του Αντρέα Λόντου θέτουν υπό τον έλεγχό τους τη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο), ενώ επαναστατικός αναβρασμός επικρατεί στην Πάτρα.  Από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Άγιο Όρος αναχωρεί ο σερραίος έμπορος και φλογερός πατριώτης Εμμανουήλ Παππάς, προκειμένου να ξεκινήσει την Επανάσταση στη Μακεδονία.
Η 23η Μαρτίου είναι ο πρώτος σημαντικός σταθμός του εθνικού αγώνα  και θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει τη θέση της 25ης Μαρτίου στο εορταστικό καλεντάρι της χώρας μας.














Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Χάρι Χουντίνι 1874 – 1926









Ο θρυλικός μάγος Χάρι Χουντίνι (Harry Houdini) γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου του 1874 στη Βουδαπέστη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Έριχ Βάις. Το 1878 η οικογένειά του μετανάστευσε στις ΗΠΑ και ο πατέρας του έγινε ο πρώτος ραβίνος του Άπλετον στο Ουισκόνσιν. Ο ίδιος, από μικρή ηλικία, συνεισέφερε οικονομικά, πουλώντας εφημερίδες και γυαλίζοντας παπούτσια.

Σε ηλικία δεκατριών ετών ακολούθησε τους γονείς του στη Νέα Υόρκη, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Εκεί έμαθε και το πρώτο του μαγικό κόλπο, ανακαλύπτοντας έναν νέο κόσμο που τον σαγήνευσε.

Το 1891 έγινε επαγγελματίας μάγος και άλλαξε το όνομά του σε Χάρι Χουντίνι, το οποίο το εμπνεύστηκε από τον διάσημο γάλλο μάγο Ζαν Εζέν Ρομπέρ Ουντέν. Ήδη ήταν γνωστός ως ο «Βασιλιάς της Τράπουλας». Το 1893 γνωρίστηκε με την τραγουδίστρια και χορεύτρια Μπέατρις «Μπες» Ράνερ, με την οποία παντρεύτηκε δύο εβδομάδες αργότερα. Ως το τέλος της καριέρας του, η Μπες αποτελούσε τη βοηθό του επί σκηνής. Μαζί περιόδευσαν για περισσότερα από 30 χρόνια σ’ όλη την Αμερική και την Ευρώπη.

Ο Χουντίνι έγινε θρύλος, ως ο άνθρωπος που δραπετεύει από ζουρλομανδύες, σχοινιά, χειροπέδες, αλυσίδες, ακόμα και από κελιά φυλακών. Το 1913 πραγματοποίησε ίσως το πιο γνωστό του νούμερο. Κατάφερε να απελευθερωθεί από έναν γυάλινο θάλαμο, γεμάτο με νερό, μέσα στον οποίο ήταν κρεμασμένος ανάποδα. Πέντε χρόνια αργότερα εξαφάνισε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Νεοϋορκέζων έναν ελέφαντα 10 τόνων!

Το 1916 ο Χάρι Χουντίνι έκανε την πρώτη εμφάνισή του στη μεγάλη οθόνη. Μέσα σε επτά χρόνια πρωταγωνίστησε σε πέντε ταινίες του βωβού κινηματογράφου και απέκτησε το δικό του αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας, στο Χόλιγουντ.

Το 1926 ο Χάρι Χουντίνι επισκέφτηκε ένα τοπικό πανεπιστήμιο στο Μόντρεαλ του Καναδά, προκειμένου να δώσει μία διάλεξη για τον πνευματισμό. Ζήτησε από έναν εθελοντή να τον χτυπήσει στην κοιλιά για ν’ αποδείξει την αντοχή του στον πόνο. Πριν προλάβει να προετοιμαστεί,
σωριάστηκε στο έδαφος από τη γροθιά ενός αθλητή του μποξ. Πολλοί πιστεύουν ότι ο πόνος του χτυπήματος κάλυψε αυτόν της σκωληκοειδίτιδας, η οποία δεν διεγνώσθη ποτέ. Ο θρυλικός μάγος πέθανε από περιτονίτιδα λίγες ημέρες αργότερα, στις 31 Οκτωβρίου, ανήμερα της γιορτής του Χάλογουιν.






















Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Η Ώρα της Γης







Οι πολίτες όλου του κόσμου καλούνται να σβήσουν τα φώτα για μία ώρα για να στείλουν αποφασιστικό μήνυμα συμμετοχής στην προστασία του περιβάλλοντος. Η εκδήλωση διοργανώνεται τις πρώτες βραδινές ώρες μιας ημέρας στα τέλη του Μαρτίου.
Ώρα της Γης (Earth Hour) γεννήθηκε το 2007 στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, όταν δύο εκατομμύρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις ύψωσαν τη φωνή τους ενάντια στην κλιματική αλλαγή, σβήνοντας τα φώτα για μία ώρα. Η πρωτοβουλία ανήκε στην περιβαλλοντική οργάνωση WWF και τη διαφημιστική εταιρεία Leo Burnett.
Το 2016 η Ώρα της Γης θα λάβει χώρα από τις 8:30 μ.μ. έως τις 9:30 μ.μ. της 19ης Μαρτίου


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/worldays/256#ixzz43Jf7V7U9













Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Ελευθέριος Βενιζέλος 1864 – 1936




Ελευθέριος Βενιζέλος

Ο μεγαλύτερος πολιτικός της νεώτερης Ελλάδας, που συνέδεσε το όνομά του με το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας. Δέσποσε στην πολιτική ζωή της χώρας από το 1910 έως το 1936. Η πολιτική του δράση προκάλεσε εντονότατα πάθη για πολλά χρόνια και αποτυπώνονται στις έννοιες «Βενιζελισμός» και «Αντιβενιζελισμός». Διετέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, συνολικά επί δώδεκα χρόνια και πέντε μήνες.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου (11 Αυγούστου με το παλαιό ημερολόγιο) του 1864 στις Μουρνιές Χανίων και ήταν το πέμπτο παιδί του εμπόρου Κυριάκου Βενιζέλου και της Στυλιανής Πλουμιδάκη. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη το 1866, επειδή είχε αναμιχθεί στην επανάσταση εναντίον των Τούρκων. Έτσι, ο μικρός Ελευθέριος αναγκάστηκε να μάθει τα πρώτα του γράμματα στη Σύρο, όπου κατέφυγε η οικογένειά του. Τις γυμνασιακές του σπουδές τελείωσε στην Αθήνα και στα Χανιά, όπου επέστρεψε μετά την επανάσταση. Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει έμπορο, αλλά το νεαρό παιδί ήθελε να διευρύνει τους ορίζοντές του και προτίμησε να σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1886 αναγορεύτηκε σε διδάκτορα Νομικής με βαθμό άριστα και αμέσως επέστρεψε στα Χανιά, όπου άρχισε να δικηγορεί και να αναμιγνύεται στην τοπική πολιτική.
Στη Βουλή της Κρήτης, όπου τον έστελνε τακτικά από το 1887 ως αντιπρόσωπό του ο λαός των Χανίων, διακρίθηκε για τη ρητορική του ευγλωττία και τις πολιτικές του ιδέες. Ανήκε στην παράταξη των Φιλελευθέρων, το «κόμμα των Ξυπόλητων», όπως ήταν γνωστό στην Κρήτη, επειδή το υποστήριζαν οι λαϊκές τάξεις του νησιού. Από τότε ο Βενιζέλος δεν έλειψε από καμία επαναστατική ενέργεια κατά των Τούρκων. Όταν το 1898, οι τέσσερις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Ρωσία) κήρυξαν την αυτονομία της Κρήτης με Ύπατο Αρμοστή τον πρίγκηπα Γεώργιο της Ελλάδας, ο Βενιζέλος διορίστηκε Σύμβουλος (Υπουργός) Δικαιοσύνης της Κρητικής Πολιτείας. Αργότερα, όμως, ήλθε σε σύγκρουση με τον Γεώργιο. Το 1901 αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να κηρύξει την επανάσταση του Θερίσου (10 Μαρτίου 1905), με σκοπό την απομάκρυνση του πρίγκηπα από την Κρήτη και την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα.
Τον Ιανουάριο του 1891 νυμφεύθηκε στα Χανιά τη Μαρία Κατελούζου (1870 - 1894). Η παρουσία στο γάμο του των προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων φανέρωνε το κύρος και τις σχέσεις που είχε αναπτύξει ο εικοσιεπτάχρονος δικηγόρος. Μετά το γάμο, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο επιβλητικό σπίτι της Χαλέπας και απόκτησε δύο παιδιά, τον εφοπλιστή Κυριάκο Βενιζέλο (1892-1942) και τον στρατιωτικό και πολιτικό Σοφοκλή Βενιζέλο (1894-1964), που έφτασε μέχρι την πρωθυπουργία της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του ‘50.
Η γέννηση, όμως, του Σοφοκλή το 1894 έμελλε να είναι μοιραία για την εικοσιτετράχρονη Μαρία, η οποία πέθανε αναπάντεχα από επιλόχεια μόλυνση. Ο πρόωρος θάνατός της συγκλόνισε τον Βενιζέλο, που βρέθηκε ξαφνικά με δύο βρέφη, χωρίς την αγαπημένη του γυναίκα. Απαρηγόρητος από το τραγικό γεγονός, χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να ξεπεράσει την απώλεια της συντρόφου του. Έκτοτε και για όλη του τη ζωή, διατήρησε τη χαρακτηριστική γενειάδα, σε ένδειξη πένθους.
Η πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα, συνεπεία του στρατιωτικού κινήματος στου Γουδή (15 Αυγούστου 1909), τον φέρνει στην Αθήνα με πρόσκληση του «Στρατιωτικού Συνδέσμου». Ο κρητικός πολιτικός έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό από τον αθηναϊκό λαό και στις βουλευτικές εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, ως αρχηγός του νεοϊδρυθέντος Κόμματος των Φιλελευθέρων, επικράτησε με ευκολία, αφού η παλαιά πολιτική τάξη δήλωσε αποχή από την εκλογική διαδικασία. Αμέσως, ο Βενιζέλος έθεσε σε εφαρμογή ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς, που όμοιό του δεν είχε δει η χώρα στα ογδόντα χρόνια του ελεύθερου βίου της. Η εκσυγχρονιστική πολιτική βούληση του αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα του 1911.
Με την αναδιοργάνωση του στρατού που έκανε με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τη σύναψη της Βαλκανικής Συμμαχίας κέρδισε τους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-1913 κατά των Τούρκων (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος) και των Βουλγάρων (Β’ Βαλκανικός Πόλεμος). Νωρίτερα, ο λαός επικροτώντας τις επιλογές του, του έχει χαρίσει μία ακόμα εκλογική νίκη στις 11 Μαρτίου 1912.
Το αναδημιουργικό του έργο ήλθε να διακόψει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Βενιζέλος διαφώνησε με το βασιλιά Κωνσταντίνο για το εάν έπρεπε να αναμιχθεί η χώρα μας αμέσως στον πόλεμο ή να παραμείνει ουδέτερη. Ο αγγλόφιλος Βενιζέλος υποστήριζε την άμεσα εμπλοκή της χώρας μας στον πόλεμο, ενώ ο γερμανόφιλος βασιλιάς προτιμούσε την ουδετερότητα. Είναι η εποχή του βαθύτατου «Εθνικού Διχασμού», που θα επισωρεύσει στην Ελλάδα τραύματα και πληγές, που θα αργήσουν πολύ να επουλωθούν.
Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία δύο φορές μέσα στο 1915 και αφού είχε κερδίσει πανηγυρικά της εκλογές της 31ης Μαΐου. Η διαμάχη των δύο ανδρών κορυφώθηκε τον Νοέμβριο του 1916 με την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την ανάληψη εκ νέου της πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που οδήγησε στην έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.
Μετά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου», ο Βενιζέλος επιτυγχάνει ένα ακόμη διπλωματικό θρίαμβο με την υπογραφή στο Παρίσι της Συνθήκης των Σεβρών (27 Ιουλίου 1920), με την οποία δημιουργείται η μεγάλη Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Την ώρα, όμως, που ετοιμαζόταν να επιστρέψει θριαμβευτής στην Ελλάδα, έγινε απόπειρα δολοφονίας του στο Παρίσι από φανατικούς του αντιπάλους, η οποία απέτυχε (30 Ιουλίου).
Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο Βενιζέλος ηττήθηκε και απογοητευμένος αναχώρησε από την Ελλάδα, ανακοινώνοντας ότι εγκαταλείπει την πολιτική. Κλήθηκε, όμως, να συνεισφέρει με τη διπλωματική του εμπειρία και το αναμφισβήτητο διεθνές κύρος που διέθετε, στη διαμόρφωση της Συνθήκης της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923), στην οποία σύρθηκε η ηττημένη Ελλάδα στα πεδία των μαχών της Μικράς Ασίας. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1921 νυμφεύθηκε στο Λονδίνο, για δεύτερη φορά, την Έλενα Σκυλίτση (1874-1959), κόρη πλούσιας οικογένειας της Αγγλίας με καταγωγή από τη Χίο.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 1928, μετά από μία μεγάλη περίοδο πολιτικής αστάθειας και κέρδισε τις εκλογές της 19ης Αυγούστου. Κυβέρνησε έως το 1932 σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την παγκόσμια οικονομία («Κραχ» του 1929). Θα επιτελέσει σημαντικό έργο σε πολλούς τομείς (Ίδρυση Αγροτικής Τράπεζας, Συμβουλίου της Επικρατείας και Εθνικού Θεάτρου, ανέγερση 3.000 σχολικών αιθουσών), αλλά θα χρεωθεί τη χρεωκοπία της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1932. Στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας συνήψε σύμφωνα φιλίας με την Ιταλία και τη Σερβία κι έθεσε τις βάσεις της ελληνοτουρκικής φιλίας με τον Κεμάλ Ατατούρκ (30 Οκτωβρίου 1930).
Τον Ιανουάριο του 1933 σχηματίζει την τελευταία του κυβέρνηση. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου οι Φιλελεύθεροι ηττώνται και την επομένη ακολουθεί το αποτυχημένο φιλοβενιζελικό κίνημα Πλαστήρα. Στις 6 Ιουνίου έγινε νέα απόπειρα δολοφονίας του από πολιτικούς του αντιπάλους, η οποία και πάλι απέτυχε. Μετά το νέο αποτυχημένο κίνημα των οπαδών του κατά της κυβερνήσεως του Λαϊκού Κόμματος την 1η Μαρτίου 1935, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να μην επιστρέψει ποτέ. 
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι στις 18 Μαρτίου 1936 από εγκεφαλική συμφόρηση. Η σορός του μεταφέρθηκε κατ’ ευθείαν στην Κρήτη, υπό τον φόβο επεισοδίων στην Αθήνα, και ενταφιάστηκε στη γνώριμη γη του Ακρωτηρίου Χανίων, που συνδέθηκε άρρηκτα με την αγωνιστική του παρουσία για την πραγματοποίηση των οραμάτων του.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/939#ixzz43ENZT3mj



















Οδυσσέας Ελύτης 1911 – 1996




Οδυσσέας Ελύτης


Οδυσσέας Ελύτης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές μας, που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979. Αποτέλεσε ένα από τα επίλεκτα μέλη της λεγόμενης «γενιάς του τριάντα» στον χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν ο μικρότερος από τα έξι παιδιά του Λέσβιου επιχειρηματία Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της συμπατριώτισσάς του Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του εγκαταστάθηκε το 1895 στο Ηράκλειο, όπου ίδρυσε εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελουργίας, και δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τη μητέρα του.
Με την έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης μεταφέρει την επιχειρηματική του δραστηριότητα στην Αθήνα και εγκαθίσταται με την οικογένειά του στην οδό Σόλωνος 98α. Σε ηλικία έξι ετών ο Οδυσσέας εγγράφεται στο ιδιωτικό Λύκειο Μακρή, που βρισκόταν τότε στην οδό Ιπποκράτους. Το 1918 πεθαίνει η μεγαλύτερη αδελφή του Μυρσίνη, σε μόλις ηλικία 20 ετών. Το 1923, ένα έτος μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένεια Αλεπουδέλη ταξιδεύει στο εξωτερικό (Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία, Γιουγκοσλαβία). Το 1924 θα γνωρίσει στη Λωζάνη τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που αποτελούσε το πολιτικό ίνδαλμα της οικογένειάς του.
Το φθινόπωρο του 1924 μετεγγράφεται στο Γ' Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και τον επόμενο χρόνο χάνει τον πατέρα του. Σ’ αυτή την περίοδο των μαθητικών του χρόνων εκδηλώνονται τα πρώτα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Συνεργάζεται με το περιοδικό Διάπλασις των Παίδων, διαβάζει ελληνική και γαλλική λογοτεχνία και το 1927 έρχεται σε επαφή με την ποίηση τουΚαβάφη. Το 1928 παίρνει το απολυτήριο του τότε Γυμνασίου και γνωρίζει την ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη. Όλα αυτά τα χρόνια ο Οδυσσέας επισκεπτόταν σχεδόν κάθε καλοκαίρι κάποιο από τα νησιά του Αιγαίου, γεγονός που θα επηρεάσει το λυρικό υπόστρωμα της ποίησής του.

Το 1929 αποτελεί καθοριστικό έτος για την ποιητική του διαδρομή. Ανακαλύπτει τον σουρεαλισμό και διαβάζει Λόρκα και Ελιάρ. Γράφει τα πρώτα του ποιήματα και τα στέλνει με ψευδώνυμο σε περιοδικά. Το 1930 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και η οικογένειά του μετακομίζει στην οδό Μοσχονησίων 146 (Πλατεία Αμερικής). Το 1933 γίνεται μέλος της Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του Πανεπιστημίου και συμμετέχει σε εκδηλώσεις και συζητήσεις με τους Ιωάννη Συκουτρή, Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνο Τσάτσο.
Το 1935 θα γνωρίσει τον ποιητή και ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο, που θα επηρεάσει καθοριστικά την ποίησή του, όπως και τη λαϊκή ζωγραφική του Θεόφιλου,  η οποία θα ασκήσει σημαντική επίδραση στον εικονιστικό προσανατολισμό της ποίησής του. Τον ίδιο χρόνο, ο φίλος και ομότεχνός του Γιώργος Σαραντάρης τον φέρνει σε επαφή με τη λογοτεχνική συντροφιά, που εξέδιδε το πρωτοποριακό περιοδικό Νέα Γράμματα. Την αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, οι Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Θεοτοκάς, Γιώργος Κατσίμπαλης και Ανδρέας Καραντώνης. Στα Νέα Γράμματα θα δημοσιευτεί το πρώτο του δόκιμο ποίημα με τίτλο Του Αγαίου, με την υπογραφή: Ελύτης.
Το 1936 γνωρίζεται με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο και από τότε θα τους συνδέσει μια μακρόχρονη και στενή φιλία. Στην παρέα τους εντάσσονται οι ζωγράφοι Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και Γιάννης Μόραλης, καθώς και ο ποιητής Νίκος Καρύδης, δημιουργός του εκδοτικού οίκου Ίκαρος, ο οποίος θα εκδώσει τα περισσότερα από τα βιβλία του Ελύτη. Τον ίδιο χρόνο θα διακόψει τις σπουδές του στη Νομική και θα στρατευθεί. Θα απολυθεί ως έφεδρος αξιωματικός το 1938.
Τον Δεκέμβριο του 1939, όταν ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ξεσπάσει, θα εκδώσει σε 300 αντίτυπα την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Προσανατολισμοί, μια φωτεινή αχτίδα μέσα «στη συννεφιά του κόσμου». Το 1940 η οικογένεια Αλεπουδέλη μετακομίζει στην οδό Ιθάκης 31 και την ίδια χρονιά ο Σάμουελ Μπο-Μποβί μεταφράζει τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη στα γαλλικά.
Με την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου (28 Οκτωβρίου 1940) επιστρατεύεται ως ανθυπολοχαγός και ο παγωμένος χειμώνας του '40, τον βρίσκει στην πρώτη γραμμή του πυρός. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 προωθείται με το λόχο του εντός του αλβανικού εδάφους. Στις αρχές του 1941 παθαίνει κοιλιακό τύφο και μεταφέρεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Γλυτώνει τον θάνατο ως εκ θαύματος και μεταφέρεται στην Αθήνα. Η μακριά του ανάρρωση συμπίπτει με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και την επακολουθήσασα Κατοχή.
Το 1943 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα, μια αλληγορική αντίσταση μέσα στην Κατοχή, καμουφλαρισμένη σε μια υπερρεαλιστική φόρμα, όπως η Αμοργός του Γκάτσου και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, που κυκλοφορούν την ίδια χρονιά.
Το 1945 συνεργάζεται με το υπερρεαλιστικό περιοδικό Τετράδιο. Δημοσιεύει μεταφράσεις ποιημάτων του Λόρκα κι ένα δικό του έργο, την ελεγεία Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Την ίδια χρονιά, με εισήγηση του Γιώργου Σεφέρη, τοποθετείται διευθυντής προγράμματος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), θέση από την οποίαπαραιτείται μετά από λίγο. Την περίοδο αυτή ασχολείται με τη ζωγραφική, που ήταν μια παλιά του απασχόληση, συμπληρωματική της ποίησης του.
Το 1948 φεύγει από την Ελλάδα, που δοκιμάζεται από τον Εμφύλιο Πόλεμο, για την Ελβετία και από εκεί στο Παρίσι, όπου εγκαθίσταται. Εκεί γνωρίζεται με την πρωτοπορία της γαλλικής διανόησης (Μπρετόν, Ελιάρ, Τζαρά, Καμί) και έρχεται σε επαφή με εικαστικούς καλλιτέχνες, όπως οι Πικάσο, Ματίς, Σαγκάλ και Τζιακομέτι. Το 1950 επισκέπτεται την Ισπανία και στο τέλος του ίδιου χρόνου εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου συνεργάζεται με το BBC.
Το 1952 επιστρέφει στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο επανακάμπτει στο ΕΙΡ ως διευθυντής προγράμματος, θέση που θα κρατήσει για ένα μονάχα χρόνο. Το 1959 κυκλοφορεί το Άξιον Εστί, μια κορυφαία στιγμή της ελληνικής λογοτεχνίας. Ο ποιητής καταδύεται στις ρίζες του ελληνικού μύθου και αντλεί υλικό και μορφές, εικόνες και ήχους, επιτυγχάνοντας μια δραματική σύνθεση, στην οποία το λυρικό «εγώ» ταυτίζεται με το επικό «εμείς» και η σύγχρονη γραφή συνδυάζεται με μια περιουσία, αρχαία βυζαντινή και νεώτερη. Το έργο αυτό του Ελύτη θα γνωρίσει πλατιά αναγνώριση και θα γίνει «κτήμα του Λαού», όταν θα μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1964.
Το 1967 το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου τον βρίσκει να μεταφράζει αποσπάσματα της Σαπφούς, στη νέα του κατοικία επί της οδού Σκουφά 23. Το 1969 φεύγει για δεύτερη φορά από την Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου θα παραμείνει έως το 1971, οπότε επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα. Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίζεται πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 - 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στο ψηφοδέλτιο των βουλευτών Επικρατείας, ο Ελύτης αρνείται, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνείται, επίσης, την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.
Το 1979 έρχεται η μεγάλη στιγμή για τον ποιητή. Στις 18 Οκτωβρίου η Σουηδική Ακαδημία ανακοινώνει ότι θα του απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, που με βάθρο την ελληνική παράδοση περιγράφει με αισθητική δύναμη και υψηλή πνευματική διακριτικότητα, τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για την ελευθερία και τη δημιουργία». Στην ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας επισημαίνεται ότι το Άξιον Εστί αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της ποίησης του 20ου αιώνα. Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής στις 10 Δεκεμβρίου 1979 στη Στοκχόλμη, παραλαμβάνοντας το βραβείο από τον βασιλιά της Σουηδίας Κάρολο Γουσταύο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα.
Τα επόμενα χρόνια θα είναι αρκούντως δημιουργικά για τον Ελύτη, με σημαντικές εκδόσεις έργων του στην ποίηση, το δοκίμιο και τη μετάφραση. Οι διακρίσεις και οι τιμές για το έργο του, εντός και εκτός της Ελλάδας, θα συνεχιστούν και θα ενταθούν. Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης θα φύγει από τη ζωή στις 18 Μαρτίου 1996, σε ηλικία 85 ετών.
Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του τριάντα, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ' την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος».

























Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ





Το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά είναι ένα νεοκλασικό κτήριο που χτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτοναΙωάννη Λαζαρίμου κι εγκαινιάστηκε στις 9 Απριλίου του 1895.[1] To θέατρο έχει χωρητικότητα 600 θέσεων[2] και βρίσκεται στο κεντρικότερο σημείο της πόλης του Πειραιά.[3]
Ειδικότερα για την εποχή που αποφασίστηκε να ανεγερθεί, στα τέλη του 19ου αιώνα, θεωρείται οραματική η ιδέα και μόνο της δημιουργίας ενός τέτοιου μεγέθους θεάτρου - οι κάτοικοι του Πειραιά το 1883, όταν λήφθηκε η σχετική απόφαση, έφθαναν μόλις τους 27.000 εκ των οποίων ζήτημα ήταν αν οι 200 θεωρούνταν μορφωμένοι και άλλοι τόσοι να γνώριζαν στοιχειώδη γραφή και ανάγνωση

Ανέγερση

Η απόφαση για την ανέγερση του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά πάρθηκε επί Δημάρχου Τρύφωνα Μουτζόπουλου και με Δημοτικό Συμβούλιο που το αποτελούσαν οι Ι. Μελετόπουλος, Α. Ζωγράφος, Σ. Αναστασόπουλος, Γ. Καψαμπέλης, Ι Χριστοφίδης, Γ. Βραχνός, Δ. Πικιώνης, Κ. Παναγιωτόπουλος, Α. Βολανάκης, Αρ. Σκυλίτσης, Α. Πεπεμούντας, Ι. Σκλαβούνος, Γ. Σεργόπουλος, Χ. Ριζιώτης, Α. Μανίνας, Α. Δαμάσκος και Β. Τσάτσης, το 1883, τελευταία χρονιά της δημαρχιακής περιόδου.
Στις επόμενες εκλογές (1883), Δήμαρχος αναδείχθηκε ο Αριστείδης Σκυλίτσης - Ομηρίδης με δημοτικούς συμβούλους τους Γ. Λυμπεράκη, Α. Μελετόπουλο, Β. Οριγώνη, Α. Δαμάσκο, Ι. Ζίζηλα, Ν. Χριστοφίδη, Γ. Ζωγράφο, Α. Αντωνιάδη, Κ. Βασιλειάδη, Α. Ρετσίνα, Ν. Παγκώστα, Γ. Λυμπεράκη, Χρ. Σταμόπουλο και Ι. Σκλαβούνο, οι οποίοι υιοθέτησαν το ζήτημα και επίσπευσαν τον ίδιο χρόνο τις σχετικές εργασίες επιψηφίζοντας δάνειο 200.000 δραχμών για την ανέγερση, προκηρύσσοντας σχετικές δημοπρασίες.
Στις 23 Οκτωβρίου του 1883 οι αθηναϊκές εφημερίδες αναδημοσιεύουν σχόλιο της πειραϊκής εφημερίδας "Σφαίρα" που πρώτη κοινοποίησε περιγραφή του εγκριθέντος τελικά σχεδίου του "αναγερθησομένου δημοτικού θεάτρου" του Πειραιά. Σύμφωνα με αυτήν
το μήκος του θέλει είναι 45 μέτρων, 34 δε το πλάτος και 30 το ύψος, διηρημένον ανά 10 μέτρα εις την σκηνήν τον υπ΄ αυτήν χώρον και τον υπέρ την σκηνήν. Θα περιέχη τρεις σειράς θεωρείων, εκάστην ανά 23 και υπερώον μετά τριών σειρών βαθμίδων, αμφιθεατρικώς. Ούτω θα δύναται να εμπεριλάβη ανέτως 1154, εν ανάγκη 1400 θεατάς. Έχει επτά εν συνόλω εξόδους, δύο δια τους εν τη σκηνή και πέντε δια τους εν πλατεία και τοις θεωρείοις. Η κεντρική δε του θεάτρου είσοδος έσται ευρεία και πολυτελής. Η θέρμανση αυτού θέλει γίνεσθαι κατά το σύστημα όπερ εφήρμοσαν εν θεάτρω της Βιέννης. Εν τω ισοπέδω της πλατείας θέλουσιν είναι, εις την διάθεσιν των θεατών, δύο ευρύχωρα καφενεία, υπεράνω δε αυτών, δια τους εν τοις θεωρείοις, δύο όμοιαι αίθουσαι. Έξωθεν επί των παροδίων του θεάτρου θέλουσι κατασκευασθή οκτώ αποθήκαι διατιθέμεναι υπό του Δήμου επί ενοικίω. Υπολογίζονται τα υπέρ αυτού κατά μέσον όρον ετησίως έσοδα εις 42.000 δραχμές, περίπου, το ποσόν δε τούτο προς 7% ανταποκρίνεται εις κεφάλαιον 600.000 δραχμών.
Έτσι ξεκίνησε η κατασκευή του μεγάλου και υπέροχου έργου στο οικόπεδο που χωροθετήθηκε επί δημαρχίας του Αρ. Σκυλίτση (1883-87) σε κεντρικό στην πλατεία Κοραή σε σχέδια που εκπόνησε ο Πειραιώτης αρχιτέκτονας Ι. Λαζαρίμος, καθηγητής του Πολυτεχνείου[5] με προϋπολογισθείσα δαπάνη 450.000 δραχμές που τελικά ανήλθε, παρά τις χαρακτηριστικές περικοπές της αρχιτεκτονικής πρόσοψης στο διπλάσιο, από τις οποίες οι 200.000 δραχμές είχαν διατεθεί μόνο για την εντυπωσιακή διακόσμηση.
Το όλο όμως οικοδόμημα δεν ολοκληρώθηκε στην ίδια δημαρχιακή περίοδο, αλλά μετά από δώδεκα χρόνια, επί δημαρχίας Θεοδώρου Ρετσίνα, το 1895.

Εγκαίνια Θεάτρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελικά οι εργασίες ανέγερσης ολοκληρώθηκαν το 1895 και τα εγκαίνια αν και προγραμματίστηκαν για την Δευτέρα του Πάσχα του έτους εκείνου, έγιναν την Κυριακή του Θωμά στις9 Απριλίου 1895 στις 10.30 μετά "περισσής λαμπρότητος". Μετά την τελετή του Αγιασμού που τέλεσε ο αρχιμανδρίτης Ιερ. Βλαχάκης, έβγαλε πανηγυρικό λόγο ο Δήμαρχος Θ. Ρετσίνας και ακολούθησε απαγγελία από τον ποιητή Γ. Στρατήγη. Στο τέλος και μέχρι το απόγευμα η φιλαρμονική του Δήμου έπαιζε διάφορα από τα γνωστότερα μουσικά κλασικά κομάτια μπροστά στο χώρο του θεάτρου που είχε διαμορφωθεί ανάλογα ημικυκλικά έτσι ώστε να αράζουν οι "βικτώριες άμαξες" και τα λεγόμενα "Βιζ-α-βί", λεωφορεία της εποχής.

Περιγραφή

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Λεπτομέρειες της νεοκλασσικής πρόσοψης.
Μορφολογικά, το Δημοτικό Θέατρο εκπροσωπεί την αμιγή κλασικιστική παράδοση και είναι επηρεασμένο από τη γερμανική σχολή που εκπροσωπούσε ο Ερνέστος Τσίλλερ. Το κτίριο του θεάτρου είναι ορθογώνιου σχήματος, με διαστάσεις 34 Χ 45 μ. Η ήρεμη και σχετικά συντηρητική αισθητική[6] της όψης του τονίζεται από το πρόπυλο της κύριας εισόδου του, το οποίο αποτελείται από τέσσερεις κορινθιακούς κίονες και αέτωμα. Στη στέγη του κτιρίου υπάρχει δώμα με στέγη, η οποία έχει κι αυτή αέτωμα στην πρόσοψη.
Στο εσωτερικό, η πεταλόσχημη αίθουσα κοινού, με πλατεία, θεωρεία και εξώστες σε τέσσερα επίπεδα, έχει χωρητικότητα περίπου 1.300 θέσεων. Την αίθουσα φώτιζε τεράστιος πολυέλαιος (σώζεται και σήμερα) που λειτουργούσε με γκάζι. Για τους ηθοποιούς είχαν προβλεφθεί άνετα καμαρίνια και ένα πολυτελές καθιστικό. Η σκηνή του θεάτρου διασώζεται σχεδόν αλώβητη: θεωρείται ένα από τα ελάχιστα ανάλογα σωζόμενα δείγματα της εποχής μπαρόκ στην Ευρώπη. Έχει διαστάσεις 20 Χ 14 μ. και διαθέτει προσκήνιο και χώρο ορχήστρας. Γύρω από το πέταλο της αίθουσας βρίσκεται το διώροφο φουαγιέ, στο οποίο αρχικά δίνονταν χοροεσπερίδες φιλανθρωπικών συλλόγων και διάφορες εκθέσεις σπουδαίων ζωγράφων. Επίσης, το θέατρο φιλοξένησε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και τη Δημοτική Πινακοθήκη του Πειραιά.
Εξαιτίας της κλίμακας και της μνημειακής εμφάνισής του, το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά θεωρείται το κορυφαίο σωζόμενο ελληνικό θεατρικό κτίριο του 19ου αι