Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά


Το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά είναι ένα νεοκλασικό κτήριο που χτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτοναΙωάννη Λαζαρίμου κι εγκαινιάστηκε στις 9 Απριλίου του 1895.[1] To θέατρο έχει χωρητικότητα 600 θέσεων[2] και βρίσκεται στο κεντρικότερο σημείο της πόλης του Πειραιά.[3]
Ειδικότερα για την εποχή που αποφασίστηκε να ανεγερθεί, στα τέλη του 19ου αιώνα, θεωρείται οραματική η ιδέα και μόνο της δημιουργίας ενός τέτοιου μεγέθους θεάτρου - οι κάτοικοι του Πειραιά το 1883, όταν λήφθηκε η σχετική απόφαση, έφθαναν μόλις τους 27.000 εκ των οποίων ζήτημα ήταν αν οι 200 θεωρούνταν μορφωμένοι και άλλοι τόσοι να γνώριζαν στοιχειώδη γραφή και ανάγνωση.[4]
Η απόφαση για την ανέγερση του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά πάρθηκε επί Δημάρχου Τρύφωνα Μουτζόπουλου και με Δημοτικό Συμβούλιο που το αποτελούσαν οι Ι. Μελετόπουλος, Α. Ζωγράφος, Σ. Αναστασόπουλος, Γ. Καψαμπέλης, Ι Χριστοφίδης, Γ. Βραχνός, Δ. Πικιώνης, Κ. Παναγιωτόπουλος, Α. Βολανάκης, Αρ. Σκυλίτσης, Α. Πεπεμούντας, Ι. Σκλαβούνος, Γ. Σεργόπουλος, Χ. Ριζιώτης, Α. Μανίνας, Α. Δαμάσκος και Β. Τσάτσης, το 1883, τελευταία χρονιά της δημαρχιακής περιόδου.
Στις επόμενες εκλογές (1883), Δήμαρχος αναδείχθηκε ο Αριστείδης Σκυλίτσης - Ομηρίδης με δημοτικούς συμβούλους τους Γ. Λυμπεράκη, Α. Μελετόπουλο, Β. Οριγώνη, Α. Δαμάσκο, Ι. Ζίζηλα, Ν. Χριστοφίδη, Γ. Ζωγράφο, Α. Αντωνιάδη, Κ. Βασιλειάδη, Α. Ρετσίνα, Ν. Παγκώστα, Γ. Λυμπεράκη, Χρ. Σταμόπουλο και Ι. Σκλαβούνο, οι οποίοι υιοθέτησαν το ζήτημα και επίσπευσαν τον ίδιο χρόνο τις σχετικές εργασίες επιψηφίζοντας δάνειο 200.000 δραχμών για την ανέγερση, προκηρύσσοντας σχετικές δημοπρασίες.
Στις 23 Οκτωβρίου του 1883 οι αθηναϊκές εφημερίδες αναδημοσιεύουν σχόλιο της πειραϊκής εφημερίδας "Σφαίρα" που πρώτη κοινοποίησε περιγραφή του εγκριθέντος τελικά σχεδίου του "αναγερθησομένου δημοτικού θεάτρου" του Πειραιά. Σύμφωνα με αυτήν
το μήκος του θέλει είναι 45 μέτρων, 34 δε το πλάτος και 30 το ύψος, διηρημένον ανά 10 μέτρα εις την σκηνήν τον υπ΄ αυτήν χώρον και τον υπέρ την σκηνήν. Θα περιέχη τρεις σειράς θεωρείων, εκάστην ανά 23 και υπερώον μετά τριών σειρών βαθμίδων, αμφιθεατρικώς. Ούτω θα δύναται να εμπεριλάβη ανέτως 1154, εν ανάγκη 1400 θεατάς. Έχει επτά εν συνόλω εξόδους, δύο δια τους εν τη σκηνή και πέντε δια τους εν πλατεία και τοις θεωρείοις. Η κεντρική δε του θεάτρου είσοδος έσται ευρεία και πολυτελής. Η θέρμανση αυτού θέλει γίνεσθαι κατά το σύστημα όπερ εφήρμοσαν εν θεάτρω της Βιέννης. Εν τω ισοπέδω της πλατείας θέλουσιν είναι, εις την διάθεσιν των θεατών, δύο ευρύχωρα καφενεία, υπεράνω δε αυτών, δια τους εν τοις θεωρείοις, δύο όμοιαι αίθουσαι. Έξωθεν επί των παροδίων του θεάτρου θέλουσι κατασκευασθή οκτώ αποθήκαι διατιθέμεναι υπό του Δήμου επί ενοικίω. Υπολογίζονται τα υπέρ αυτού κατά μέσον όρον ετησίως έσοδα εις 42.000 δραχμές, περίπου, το ποσόν δε τούτο προς 7% ανταποκρίνεται εις κεφάλαιον 600.000 δραχμών.
Έτσι ξεκίνησε η κατασκευή του μεγάλου και υπέροχου έργου στο οικόπεδο που χωροθετήθηκε επί δημαρχίας του Αρ. Σκυλίτση (1883-87) σε κεντρικό στην πλατεία Κοραή σε σχέδια που εκπόνησε ο Πειραιώτης αρχιτέκτονας Ι. Λαζαρίμος, καθηγητής του Πολυτεχνείου[5] με προϋπολογισθείσα δαπάνη 450.000 δραχμές που τελικά ανήλθε, παρά τις χαρακτηριστικές περικοπές της αρχιτεκτονικής πρόσοψης στο διπλάσιο, από τις οποίες οι 200.000 δραχμές είχαν διατεθεί μόνο για την εντυπωσιακή διακόσμηση.
Το όλο όμως οικοδόμημα δεν ολοκληρώθηκε στην ίδια δημαρχιακή περίοδο, αλλά μετά από δώδεκα χρόνια, επί δημαρχίας Θεοδώρου Ρετσίνα, το 1895.
Τελικά οι εργασίες ανέγερσης ολοκληρώθηκαν το 1895 και τα εγκαίνια αν και προγραμματίστηκαν για την Δευτέρα του Πάσχα του έτους εκείνου, έγιναν την Κυριακή του Θωμά στις9 Απριλίου 1895 στις 10.30 μετά "περισσής λαμπρότητος". Μετά την τελετή του Αγιασμού που τέλεσε ο αρχιμανδρίτης Ιερ. Βλαχάκης, έβγαλε πανηγυρικό λόγο ο Δήμαρχος Θ. Ρετσίνας και ακολούθησε απαγγελία από τον ποιητή Γ. Στρατήγη. Στο τέλος και μέχρι το απόγευμα η φιλαρμονική του Δήμου έπαιζε διάφορα από τα γνωστότερα μουσικά κλασικά κομάτια μπροστά στο χώρο του θεάτρου που είχε διαμορφωθεί ανάλογα ημικυκλικά έτσι ώστε να αράζουν οι "βικτώριες άμαξες" και τα λεγόμενα "Βιζ-α-βί", λεωφορεία της εποχής.

Περιγραφή

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Λεπτομέρειες της νεοκλασσικής πρόσοψης.
Μορφολογικά, το Δημοτικό Θέατρο εκπροσωπεί την αμιγή κλασικιστική παράδοση και είναι επηρεασμένο από τη γερμανική σχολή που εκπροσωπούσε ο Ερνέστος Τσίλλερ. Το κτίριο του θεάτρου είναι ορθογώνιου σχήματος, με διαστάσεις 34 Χ 45 μ. Η ήρεμη και σχετικά συντηρητική αισθητική[6] της όψης του τονίζεται από το πρόπυλο της κύριας εισόδου του, το οποίο αποτελείται από τέσσερεις κορινθιακούς κίονες και αέτωμα. Στη στέγη του κτιρίου υπάρχει δώμα με στέγη, η οποία έχει κι αυτή αέτωμα στην πρόσοψη.
Στο εσωτερικό, η πεταλόσχημη αίθουσα κοινού, με πλατεία, θεωρεία και εξώστες σε τέσσερα επίπεδα, έχει χωρητικότητα περίπου 1.300 θέσεων. Την αίθουσα φώτιζε τεράστιος πολυέλαιος (σώζεται και σήμερα) που λειτουργούσε με γκάζι. Για τους ηθοποιούς είχαν προβλεφθεί άνετα καμαρίνια και ένα πολυτελές καθιστικό. Η σκηνή του θεάτρου διασώζεται σχεδόν αλώβητη: θεωρείται ένα από τα ελάχιστα ανάλογα σωζόμενα δείγματα της εποχής μπαρόκ στην Ευρώπη. Έχει διαστάσεις 20 Χ 14 μ. και διαθέτει προσκήνιο και χώρο ορχήστρας. Γύρω από το πέταλο της αίθουσας βρίσκεται το διώροφο φουαγιέ, στο οποίο αρχικά δίνονταν χοροεσπερίδες φιλανθρωπικών συλλόγων και διάφορες εκθέσεις σπουδαίων ζωγράφων. Επίσης, το θέατρο φιλοξένησε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και τη Δημοτική Πινακοθήκη του Πειραιά.
Εξαιτίας της κλίμακας και της μνημειακής εμφάνισής του, το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά θεωρείται το κορυφαίο σωζόμενο ελληνικό θεατρικό κτίριο του 19ου αι.

Επισκευές - Αναστήλωση

Προς τιμή των εκάστοτε δημοτικών αρχόντων του Πειραιά που δεν παράλειψαν να δείχνουν το ενδιαφέρον τους για το αρχιτεκτονικό αυτό κόσμημα της πόλης, πολλές ήταν οι επισκευές, ανακαινίσεις, εξωραϊσμοί κ.λπ. προκειμένου να διατηρείται η πολιτισμένη και άψογη σύγχρονη κατά εποχή εμφάνισή του.
Το 1927 επί δημαρχίας Τ. Παναγιωτόπουλου έγιναν οι πρώτες επισκευές μετά από μεγάλες φθορές που είχε υποστεί όταν σ΄ αυτό είχε επιτραπεί με κυβερνητική τότε εντολή η εγκατάσταση οικογενειών προσφύγων από την Τουρκία. Τότε έγινε και η διαρρύθμιση της εξωτερικής πλατείας του θεάτρου.
Το 1946-1947 επί δημαρχίας Γ. Χαραλαμπόπουλου έγινε η δεύτερη μεγάλη επισκευή του θεάτρου.
Το 1952 επί δημαρχίας Γ. Ανδριανόπουλου το Δημοτικό Θέατρο απέκτησε σύγχρονες φωτιστικές και μηχανικές εγκαταστάσεις.
Το 1962 επί δημαρχίας Π. Ντεντιδάκη αντικαταστάθηκαν τα θορυβώδη ξύλινα καθίσματα της πλατείας του θεάτρου με βελούδινα.
Το 1968 επί δημαρχίας Αρ. Σκυλίτση έγινε ο ολοκληρωτικός εξωραϊσμός του θεάτρου (εξωτερικός και εσωτερικός) ως και του φουαγιέ.
Τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες αναστήλωσης. Το 1980, ανακηρύχθηκε με υπουργική απόφαση, προστατευόμενο μνημείο ως «έργο τέχνης». Υπέστη ζημιές από τους σεισμούς του 1981 και του 1999. Τον Ιανουάριο του 2006, το έργο της συνολικής εκ βάθρων (για πρώτη φορά) αποκατάστασης εντάχθηκε στα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα Αττικής (Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης) υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού. Κατά την επισκευή του θεάτρου εντοπίστηκαν παλαιότερα στοιχεία όπως και η αρχική ξύλινη σκηνή, μία εντυπωσιακή κατασκευή από τις λίγες σωζόμενες στην Ευρώπη, καθώς και τα εντυπωσιακού ανοίγματος ξύλινα ζευκτά της στέγης[7]. Οι εργασίες αποκατάστασης άρχισαν το 2008 και το έργο παραδόθηκε τον Οκτώβριο του 2013.[8

Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη της Φτώχειας









Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κήρυξε την 17η Οκτωβρίου «Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Φτώχειας» το 1993.
Ο ΟΗΕ και πολλές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις καλούν την παγκόσμια κοινότητα σε επαγρύπνηση για την εξάλειψη της φτώχειας και μας υπενθυμίζουν τις προσπάθειες για την επίτευξη ενός από τους «Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας», του φιλόδοξου προγράμματος του ΟΗΕ για τη μείωση της φτώχειας στο μισό ως το 2015.
Με βάση έκθεση του ΟΗΕ, ένα παιδί πεθαίνει κάθε τρία δευτερόλεπτα από τη φτώχεια, ενώ 1,2 δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα.
Στη χώρα μας, το 20% του πληθυσμού απειλείται σήμερα από τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, έναντι 15% που είναι ο μέσος κοινοτικός όρος. Η Κομισιόν κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι απειλούνται από τη φτώχεια κοινωνικές ομάδες, όπως οι άνεργοι, οι μονογονικές και πολύτεκνες οικογένειες και οι ηλικιωμένοι.
Σύμφωνα με υπολογισμούς της Ε.Ε, το όριο της φτώχειας ενός μονομελούς νοικοκυριού αντιστοιχεί σε ετήσιο εισόδημα 4.800 ευρώ, ενώ για ένα 4μελές νοικοκυριό ανέρχεται στα 10.800 ευρώ (τιμές 2002).






















ΜΙΚΡΟΛΙΜΑΝΟ



Αποτέλεσμα εικόνας για μικρολιμανο

Το Μικρολίμανο ή Φανάρι ή λιμένας Κουμουνδούρου, πρώην Τουρκολίμανο και στην αρχαιότητα Λιμένας Μουνιχίας, αποτελεί σήμερα τουριστική τοποθεσία και περιλαμβάνεται στην ευρύτερη συνοικία της Καστέλλας. Βρίσκεται στα βορειοανατολικά της Πειραϊκής χερσονήσου συνορεύοντας με την συνοικία του Νέου Φαλήρου. Σήμερα, λόγω των καφετεριών και των κέντρων νυχτερινής διασκέδασης έχει δώσει ώθηση στην εντατικοποίηση της νυκτερινής διασκέδασης.
Με το όνομα Φανάρι φέρονταν κατά τους βυζαντινούς χρόνους πιθανώς από την ύπαρξη φάρου ή φανού στην είσοδό του.Τουρκολίμανο λέγονταν από τους χρόνους της ελληνικής επανάστασης του 1821 και μετά, ενώ λιμένας Κουμουνδούρου λεγόταν στους νεότερους χρόνους επειδή στο νότιο άκρο του υπήρχε η έπαυλη του Κουμουνδούρου μετά την κατεδάφιση της οποίας ανεγέρθηκε οΝαυτικός Όμιλος Ελλάδος.
Το 1925 η ειδική επιτροπή που συστάθηκε τότε για την διόρθωση τοπωνυμιών και σημείων του Πειραιά ονομάτισε επίσημα τον λιμένα αυτόν επαναφέροντας την αρχαία ονομασία Λιμένας Μουνιχίας. Η νέα όμως ονομασία δεν κατάφερε να καθιερωθεί, λόγω του κακόηχου στη νεοελληνική, έναντι του επικρατέστερου Τουρκολίμανο μέχρι το 1967 όταν ο τότε δήμαρχος Αριστείδης Σκυλίτσης με απόφασή του καθιέρωσε το νέο όνομα Μικρολίμανο μετά και από παρασχεθείσα συνδρομή Υπηρεσιών (Ταχυδρομείου, Τηλεγραφείου κ.κλπ) που έπαψαν από τότε να εξυπηρετούν την περιοχή με προγενέστερη ονομασία.

Ο Λιμένας Μουνιχίας είναι ο τρίτος και μικρότερος φυσικός λιμένας του Πειραιά. Η σύγχρονη ονομασία του είναιΜικρολίμανο. Έχει ωοειδές σχήμα και βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του Πειραιά με θέα την είσοδο του Σαρωνικού.
Στην αρχαιότητα, όπως και οι άλλοι δύο λιμένες του Πειραιά, (Ζέας και τμήμα του Κεντρικού), χαρακτηριζόταν πολεμικός λιμένας (δηλαδή σημερινός ναύσταθμος) της αρχαίας Αθήνας. Γύρω από τη λιμενική λεκάνη, και σε απόσταση 60 μέτρων από την προκυμαία, υπήρχε περιφρακτικό τείχος για την προστασία των τότε δημοσίων λιμενικών εγκαταστάσεων. Δεν υπάρχουν λεπτομέρειες για την περίφρακτη αυτή λιμενική ζώνη. Ο λιμένας αυτός εισέδυε εντός του λόφου της Μουνιχίας εκ της οποίας και έλαβε το όνομά του παρέχοντας μεγάλη προστασία σε βόρειους, νότιους και δυτικούς ανέμους(¹).
Τότε είχε άνοιγμα εισόδου 37 μ., με ισχυρούς λιμενοβραχίονες, στά άκρα των οποίων υπήρχαν πύργοι που ενώνονταν με την περιτείχιση του Πειραιά. Ήταν λιμένας "κλειστός" όπως και οι άλλοι δύο λιμένες, δηλαδή από τους δύο πύργους κλείνονταν με ανελκόμενη κάθε φορά αλυσίδα. Έτσι ολόκληρος ο λιμένας αυτός βρισκόταν εντός των Πειραϊκών τειχών. Το ότι ο λιμένας Μουνιχίας ήταν πολεμικός, εξάγεται τόσο από επιγραφές που έχουν βρεθεί όσο και από ομολογία του Ισαίου. Το ότι ήταν μικρότερος των δύο άλλων το μαρτυρά ο μικρός αριθμός των νεωσοίκων που ήταν μόνο 82 (κατά επιγραφές που βρέθηκαν). Οι νεώσοικοι αυτοί που ήταν γύρω από τον λιμένα είχαν μήκος ο καθένας 37 μ. και πλάτος 6,25 μ. και καταλάμβαναν κατά πλευρά μήκος προκυμαίας 512 μ., (το συνολικό μήκος της ήταν περίπου 600 μ.). Το υπόλοιπο τμήμα θα πρέπει να θεωρείται ως αναγκαίος χώρος επισκευών και ναυπήγησης των αρχαίων πολεμικών σκαφών. Στο χώρο αυτό θα πρέπει να φανταστούμε ότι θα πρέπει να υπήρχαν αποβάθρες ή τα λεγόμενα τότε "χώματα" για την απο-επιβίβαση των πληρωμάτων και την φορτοεκφόρτωση υλικών.
Επί της παραλίας του λιμένα Μουνιχίας φαίνεται πως υπήρχε κτίσμα αποθήκης υλικού (²), ως ένα είδος μικρής Σκευοθήκης για την εξυπηρέτηση των αναγκών των πλοίων. Στον λιμένα αυτό λιμενίζονταν τα αρχαία "ιερά πλοία" όπως η Πάραλος, η Σαλαμινία κ.α. κατά τις γιορτές των Μουνιχίων. Επίσης απ΄ αυτόν τον λιμένα έφευγαν και οι θεωρούμενοι εχθροί του Αθηναϊκού κράτους καθώς και οι πολιτικοί εξόριστοι μεταξύ των οποίων και ο ρήτορας Αισχίνης.
Σημειώνεται πως στη θέση του λιμένα της Μουνιχίας, οι σύγχρονοι πρώτοι ερευνητές τοποθετούσαν το Φάληρο. Τη γνώμη αυτή υποστήριξαν με φανατισμό εκτός των ξένων ιστορικών αρχαιολόγων και πολλοί Έλληνες. Σήμερα η άποψη αυτή δεν υποστηρίζεται από κανέναν. Τελευταίος υποστηρικτής εκείνης της άποψης ήταν ο Perret G. το 1887 που αποπειράθηκε να ορίσει έτσι ως λιμένα Μουνιχίας τον λιμένα Ζέας, η γνώμη όμως αυτή ως τελείως αστήρικτη έμεινε άνευ συνέχειας.