Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Η ιστορία της στο πέρασμα των αιώνων - το έθιμo της Λαγάνας





Τα νηστίσιμα αλλά και τα θαλασσινά έχουν την τιμητική τους. Εκτός όμως από τον χαλβά, την φασολάδα και τις γαρίδες, δεν λείπει από το Σαρακοστιανό τραπέζι η πατροπαράδοτη λαγάνα.

Η ιστορία της Λαγάνας

Η λαγάνα είναι άζυμος άρτος, δηλ. παρασκευάζεται χωρίς προζύμι. Τέτοιος άρτος πρόχειρος χρησιμοποιήθηκε από τους Ισραηλίτες κατά τη νύχτα της Εξόδου τους από την Αίγυπτο υπό την αρχηγία του Μωυσή. Έκτοτε επιβαλλόταν από το Μωσαικό Νόμο για όλες τις ημέρες της εορτής του Πάσχα, μέχρι που ο Χριστός στο τελευταίο του Πάσχα ευλόγησε τον ένζυμο άρτο.

Η ιστορία της λαγάνας διατρέχει όλη τη διατροφική παράδοση από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ο Αριστοφάνης στις “Εκκλησιάζουσες” λέει “Λαγάνα πέττεται” δηλαδή “Λαγάνες γίνονται”.

Ο Οράτιος στα κείμενά του αναφέρει τη λαγάνα ως “Το γλύκισμα των φτωχών”. Το έθιμο της λαγάνας παρέμεινε αναλλοίωτο ανά τους αιώνες και συνηθίζεται να παρασκευάζεται με μεράκι από τον αρτοποιό της γειτονιάς, τραγανή λαχταριστή και σουσαμένια και καταναλώνεται κατά την Καθαρά Δευτέρα, την Πρωτονήστιμη Δευτέρα της Σαρακοστής.

Η ονομασία της “Καθαρά” προήλθε από τη συνήθεια που είχαν οι νοικοκυρές το πρωί της ημέρας αυτής, να πλένουν με ζεστό νερό και στάχτη όλα τα μαγειρικά σκεύη, ως “ημέρα κάθαρσης”. Στη συνέχεια τα κρεμούσαν στη θέση τους όπου και παρέμεναν μέχρι τη λήξη της νηστείας. Επίσης κατά την ημέρα αυτή εξέρχονταν όλοι οικογενειακώς στην ύπαιθρο και έστρωναν κάτω στη γη και έτρωγαν νηστίσιμα φαγητά όπως χαλβά, ελιές, ταραμά και λαγάνα.

Από την Καθαρά Δευτέρα προετοιμάζεται ο άνθρωπος μετά τις εορτές και την καλοφαγία των Απόκρεων, να καθαρίσει την ψυχή και το σώμα του για να φτάσει στο τέρμα δηλ. στο Πάσχα και να αναστηθεί ξανά με την Ανάσταση του Κυρίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λαγάνα που έχει το σχήμα της “κυρα-Σαρακοστής”,που παριστάνει μια μακριά γυναίκα που έχει ένα σταυρό στο κεφάλι, δεν έχει στόμα γιατί είναι όλο νηστεία.

Τα χέρια της είναι σταυρωμένα για τις προσευχές, έχει επτά πόδια που συμβολίζουν τις επτά εβδομάδες της νηστείας. Έθιμο που συνηθιζόταν για να μετρούν το χρόνο κατά την περίοδο της Σαρακοστής ήταν κάθε Σάββατο να κόβουν το ένα πόδι και το τελευταίο το έκοβαν το Μ.Σάββατο όπου το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο ή σε ένα καρύδι και όποιος το έβρισκε ήταν ο τυχερός της επόμενης χρονιάς.

Η νόστιμη και λαχταριστή για όλους μας λαγάνα είναι ένα προϊόν άξιο σεβασμού και με πραγματική πλούσια ιστορία, θα είναι μεγάλη απώλεια για τις επερχόμενες γενεές να ξεχάσουν τις παραδόσεις μας, να ξεχάσουν τις παλιές σαρακοστιανές μυρουδιές.

Οι αρτοποιοί της γειτονιάς πιστοί στις παραδόσεις μας παρασκευάζουν την Καθαρά Δευτέρα τη λαγάνα συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση του εθίμου, ώστε οι νέες γενεές να έχουν την ευκαιρία να ακούσουν, να μυρίσουν και να γευτούν τη Σαρακοστή γιατί οι Σαρακοστιανές μυρωδιές είναι έμμεσοι φορείς μιας βαθιάς πνευματικότητας.
















Χαλβάς





Με το όνομα χαλβάς βρίσκουμε μια ποικιλία από εντελώς διαφορετικά γλυκίσματα τα οποία συναντώνται σε διάφορες παραλλαγές σε όλες τις χώρες των Βαλκανίων, αρκετές της Μεσογείου και αρκετές της Μέσης Ανατολής (μέχρι και την Ινδία και το Πακιστάν). Πρώτες ύλες για τους χαλβάδες είναι συνήθως κάποια λιπαρή ουσία (βούτυρο, ελαιόλαδο, ηλιέλαιο, ταχίνι), άμυλο (νισεστές, σιμιγδάλι, ταχίνι), ενώ σε μερικές χώρες χρησιμοποιούν και υλικά όπως καρότο, ρεβίθι ή παπάγια) και γλυκαντικές ουσίες (ζάχαρη, μέλι, πετιμέζι, γλυκόζη, χαρουπόμελο). Για ποικιλία στις γεύσεις ή σαν διακόσμηση προστίθενται συνήθως διάφοροι ξηροί καρποί (κυρίως αμύγδαλα, σταφίδες) και αρωματίζεται με μπαχαρικά (βανίλια, γαρύφαλλα, κανέλα, κάρδαμο, κρόκος), μέλι, κακάο ή σοκολάτα, ξύσμα ξινών φρούτων ή/και κομματάκια από αυτά, χυμούς φρούτων ή άλλα φυσικά αρωματικά παρασκεύασματα (ροδόνερο, αφεψήματα λουλουδιών).

Η ονομασία του φαίνεται να προέρχεται από την αραβική ρίζα حلوى ή hulw (χαλβά) που σημαίνει γλυκό. Η προφορά της λέξης στις χώρες αυτές είναι περίπου ίδια, ωστόσο οι παραλλαγές ξεχωρίζονται από την όψη και την υφή. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς μπήκε στην Ελλάδα, πιθανολογείται ότι πέρασε στην ελληνική κουζίνα προς το τέλος του 12ου αιώνα. Τα σύγχρονα διατροφικά αδιέξοδα που δημιούργησε η τεχνολογία τροφίμων με την κατάχρηση συντηρητικών και χημικών υποκατάστατων, έστρεψαν και πάλι το ενδιαφέρον στις διατροφικές συνήθειες των περασμένων δεκαετιών και σε μία σειρά προϊόντων που αποτελούσαν τη βάση της διατροφής από αρχαιοτάτων χρόνων, ώστε άρχισαν να συζητιούνται το πετιμέζι, το ταχίνι και το σουσαμόλαδο.[1]

Από τους γνωστότερους χαλβάδες είναι ο σησαμένιος, ο σιμιγδαλένιος, ο φαρσαλινός ή παζαριώτικος, παραδοσιακός χαλβάς των Φαρσάλων, ο περσικός και ο κετέν χαλβάς. Ο χαλβάς από σησάμι (σωστότερα από ταχίνι) είναι νηστίσιμος, ανάλογα, όμως, με την τήρηση της νηστείας για το λάδι, νηστίσιμοι θεωρούνται και οι άλλοι δύο τύποι εφόσον έχουν παρασκευαστεί τοιουτοτρόπως.









Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

ΣΗΡΡΑΓΓΙΟΝ Εμεις το γνωριζουμε σπηλια του παρασκευα







1.300 π.Χ.  Οι Μινύες στη Μουνιχία. Σπηλιά της Αρετούσας. Σηράγγειο.
Οι  Μινύες ήταν ένας από  τους επιφανέστερους  λαούς  της ηρωικής εποχής με κέντρο τ6ν  Ορχομενό Βοιωτίας, και εκπροσωπούσαν την ναυτική εμπορική  δύναμη της προϊστορικής   Ελλάδας.
Οι  πρώτοι  αυτοί  κάτοικοι  του Πειραιά,  έφεραν τη λατρεία της  θεάς των  Θρακών     Βενδίοδος  (Εκάτης) και της Φεραίας   Αρτέμιδος, που  λατρευόταν στη  Μουνιχία – Καστέλα-  σαν  «Μουνιχία  Αρτεμις».

Η περιοχή  είχε ονομαστεί Μουνιχία από τον ήρωα Μούνιχο, γιο του Παντακλέους ή Πεντευκλέους  από το γένος των Μινύων, που μετοίκισε μαζί με τους οπαδούς του από τον Ορχομενό στην περιοχή αυτή, αφού μετά τον κατακλυσμό – καταποντισμό είχε μείνει ακατοίκητη.

Πιστεύεται   ότι το  ιερό της Μουνιχίας Αρτέμιδος  βρισκόταν  στην κορυφή του λόφου, εκεί που βρίσκεται     σήμερα  ο  να6ς  του  Προφήτη Ηλία.

Σαν κατοικία των Μινύων  αναφέρεται το Σηράγγειο, η γνωστή  «σπηλιά του Παρασκευά»,   που  πήρε το όνομα αυτό από τον επιχειρηματία Εμμ. Παρακευά, που είχε κέντρο εκεί. Λέγεται ακόμη και σπηλιά Λαλαούνη.

Το σπήλαιο αυτό είχε πολλά υπόγεια διαμερίσματα, κατασκευασμένα με  αρκετή δεξιοτεχνία

 ΤΟ ΣΗΡΑΓΓΕΙΟ




Το  Σηράγγειο, κατά μία εκδοχή θεωρείται  ως  Ασκληπιείο του Πειραιά, το υπόγειο  αυτό κατασκεύασμα  μέσα σε βράχους, της Καστέλας. Αποκαλύφθηκε, κατά τον Χρ. Πανάγο, το  1897 και, κατά τον Γ. Ζαννέτο το 1894. Το φυσικό «κοίλωμα» του Σηραγγείου  προϋπήρχε αλλά αξιοποιήθηκε, με την εκτέλεση ορισμένων έργων από τους  Μινύες. Η στοά του εισχωρεί 12 μέτρα μέσα στο βράχο, κάτω από τη λεωφόρο  Φαλήρου (Βασ. Παύλου). Αν και δεν έχουμε θετικές πληροφορίες για το σκοπό,  για τον οποίο κατασκευάσθηκε, πιθανολογείται ότι ήταν ιερό, αφιερωμένο  στον  τοπικό ήρωα Σήραγγο.  Θεωρείται   ότι  στους ιστορικούς χρόνους δεν  αποκλείεται να χρησιμοποιήθηκε ως  ασκληπιείο    και ως «Πορφυρείο», για την  κατεργασία των πολλών πορφυρούχων κοχυλιών που αφθονούσαν στην Πειραϊκή ακτή. Αργότερα, πάντως και ως τους ρωμαϊκούς χρόνους στο Σηράγγειο  λειτούργησε «βαλανείο» (δημόσιο λουτρό) και τότε κατασκευάστηκαν τα δύο  ψηφιδωτά που υπήρχαν εκεί και, κατά περίεργο τρόπο, εξαφανίστηκαν στην  περίοδο της Δικτατορίας (1967 - 1974). Ακόμη μέσα εκεί υπήρχε ένα ηρώο, δυο πανάρχαιοι τάφοι, και τα δύο ψηφιδωτά, ένα που παρίστανε το Σήραγγο σε άρμα, και ένα τη Σκύλλα. Μέσα στο σπήλαιο βρέθηκε και βωμός του Αποτρόπαιου  Απόλλωνα.










ΣΗΡΑΓΓΕΙΟΝ


Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Συνοικία Βούρλα - Η κακόφημη συνοικία του Πειραιά





   Ο  ΝΙΚΟΛΑΟΣ   ΜΠΟΜΠΟΛΑΣ, Ο  ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ
       ΤΩΝ  ΒΟΥΡΛΩΝ  ΚΑΙ  ΤΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ  ΤΟΥ ΣΕΞ
                                                                                                         
 
        Ο Πειραιάς, σαν λιμάνι,    από  τα  πρώτα  κιόλας  χρόνια της  σύστασης της πόλης,  είχε τις   κοινωνικές πληγές του.  Στις   από  κάθε τόπο  της   Ελλάδας  αφικνούμενες  γυναίκες  ήταν φυσικό, ανάμεσά  τους,   να  βρίσκονται  και εκείνες  που ασχολούνταν  με  το   πρώτο γυναικείο επάγγελ­μα,   της πόρνης.
    Βέβαια  οι γυναίκες αυτές  πάντοτε εξυπηρετούσαν μια κοινωνική ανάγκη, κι έτσι γλίτωναν από τις ενοχλήσεις  των διαφόρων, στρατιωτών και μη, τα κορίτσια  των καλών  οικογενειών.
    Παρ όλα  αυτά  η εμφάνιση  των κοινών γυναικών  στον Πειραιά, είχε σαν  αποτέλεσμα τις διαμαρτυρίες του νοικοκυρεμένου κοσμάκη, ο οποίος με υπομνήματα ζητούσε από την τό­τε Αστυνομία την  επέμβασή  της, για  την  απομάκρυνση  αυτών των  αμαρτωλών υπάρξεων από τις συνοικίες.
    Με   τη   βοήθεια   μαστροπών,   οι   γυναίκες   αυτές  έστηναν τα   στέκια τους  όπου τις βόλευε,   και λόγω της αμαρτωλής παρουσίας των,   οι   καυγάδες και   τα επεισόδια   ήταν  συνηθισμένη κατάσταση.
    Το   πρώτο   επίσημο      «σπίτι»,    ο   πρώτος    με άδεια   της   Αστυνομίας οίκος   ασωτίας,  λειτούργησε   λίγο πριν την  Αγγλογαλλική  Κατοχή, το 1852, μετά τον αποκλεισμό του Πειραιά από τους Αγγλους το 1950,   για  την   εξυπηρέτηση  των στρατιωτών και  των     πληρωμάτων  των   ξένων  στόλων.
     Αλλά και  μετά την Κατοχή   δημιουργήθηκαν άλλοι δύο.  Δηλαδή στα 1862   τρία ήταν  τα  «επίσημα»   αμαρτωλά σπίτια  στην πόλη του Πειραιά και  σε περιοχές όπου  ο κόσμος έκανε τον περίπατό του ή   οι εργάτες  και οι  εργάτριες περνούσαν για να πάνε ή να γυρίσουν από τη δουλειά τους.
     Οι  διαμαρτυρίες των δημοτών γι αυτή την κατάσταση ανάγκασαν   το  τότε Δημοτικό Συμβούλιο να  συζητήσει το θέμα της ανέγερσης οικήματος  για  τη   συγκέντρωση   όλων των  κοινών γυναικών  που  συνεχώς αυξάνονταν.
     Η άποψη του Δήμου  βρήκε απήχηση  στο Ιατροσυνέδριο   που  έδωσε την έγκρισή του,   διότι  δια  του μέτρου   αυτού θα ήταν δυνατή η παρακολούθηση   και περιστολή των αφροδισίων  ασθενειών.   Αυτά   συνέβαιναν  τα χρόνια 1867 – 1870.
     Αλλά  ο υπουργός Εσωτερικών  Επαμ. Δεληγιώργης  αντέκρουσε την  άποψη  του Δήμου  με το δικαιολογητικό ότι ούτε ο  Δήμος,  ούτε η  Κυβέρνηση, αρμόζει να αποδέχονται  τέτοιου είδους έργα,  τα οποία μπορεί  να είναι  κοινωνική ανάγκη, πρέπει  όμως να εξασκούνται   από ιδιώτες, ο δε Δήμος  και  η Κυβέρνηση  να ασκούν την εποπτεία.
  Στο  μεταξύ  όσο  ο  Πειραιάς μεγάλωνε, τόσο οι ιερόδουλες αυξάνονταν.
  Το  Μάιο  του 1872    ο Δήμος   Πειραιά ανέφερε με  έγγραφό του  στη Διεύθυνση Αστυνομίας  Αθηνών -  Πειραιώς,  ότι   «αποτραπείσης της  υπό του Δήμου εξασκήσεως  του   επαγγέλματος  της  πορνείας,  εξεύρομεν άλλον τρόπον   συμβιβάζοντα την αποχήν του δήμου  εκ των ανηθίκων επιχειρήσεων, αλλά και την περιστολήν   του κακού  δια του περιορισμού των κοινών γυναικών δια της ανεγέρσεως δι ιδιωτικής, αποκλειστικώς, δαπάνης των καταστημάτων  των κοινών   γυναικών».
    Αλλά  και πάλι η Κυβέρνηση  αντέδρασε  και συνέστησε  απαγόρευση  της λειτουργίας  κακόφημων  οίκων μέσα στην πόλη.
   Μα  τα  ημίμετρα αυτά δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν το κακό.

         
            Η ακατοίκητη Δραπετσώνα  όπως φαινόταν από το λιμάνι του Πειραιά στα   1890.
            Το "κατάστημα"  των  "Βούρλων"   έχει δημιουργηθεί.
Ετσι το Μάρτιο του 1873, η Κυβέρνηση παραχώρησε τα υπ αριθ. 5-6 τεμάχια των εθνικών γαιών στη  θέση  που λεγόταν «Βούρλα», και  που απείχε  80 μέτρα δυτικά του Αγίου Διονυσίου   για την ανέγερση  «καταστημάτων»  κοινών γυναικών.
   
     
    Μετά  την   υπογραφή  του  παραχω­ρητηρίου,  ο  Δήμος προέβη  σε διακήρυξη για την ανέγερση,  σε έκταση οκτώ στρεμμάτων,  συνοικισμού κοινών γυναικών, που θα περιλάμβανε  τέσσερα κτίσματα, χωριστά μεταξύ τους,  τα οποία  θα βρίσκονταν μέσα σε μάντρα, με του ακόλουθους όρους:
   « Ο  ανεγείρων ιδίαις δαπάναις τα  βάσει  εγκεκριμένου σχεδίου  οικήματα, θα καταβάλλη  εις    τον Δήμον  μετά   τριετίαν  από  της ιδρύσεως δρχ. 500 ετησίως δι' έκαστον τμήμα,  μετά  5ετίαν  δρχ 1.000  και    μετά εικοσαετίαν  δρχ. 2.500  δι' έκαστον τμήμα ετησίως. Μετά δε  πεντηκονταετίαν    η   περιοχή  του  κτήματος   μετά των  εν  αυτώ κτηρίων,   θα   περιέρχεται   εις   τον   Δήμον».
    Και   ενώ   αρχικά  παρουσιάστηκαν πολλοί εργολάβοι, τελικά  έμεινε μόνο  ο εργολάβος Ν. Μπόμπολας,  ο οποίος  αξίωσε  ότι ο χώρος  και  τα κτίρια που θα ανεγερθούν θα είναι υπό την πλήρη και τέλεια ιδιοκτησία  αυτού  και των απογόνων του.  Φαίνεται πως είχε  λαδώσει τους άλλους εργολάβους  και αποχώρησαν.
   Ο   Δήμος αναγκάστηκε   να  δεχτεί τον όρο  αυτό  με την  προϋπόθεση  ότι   εάν   τα   κτίρια  αυτά   χρησιμοποιηθούν  κάποτε  για άλλο σκοπό,  τότε  θα περιέρχονται  στην κυριότητα του  Δήμου.  Και  υπογράφτηκε το συμβόλαιο.
    Σύμφωνα  με το συμβόλαιο, θα έπρεπε  να μην επιτρέπεται  από τις τότε αστυνομικές αρχές, εκτός των Βούρλων, να λειτουργεί, εντός της πόλης, άλλος οίκος ανοχής, και  σε καμιά γυναίκα του συνοικισμού να μην εργάζεται   εκτός αυτού.
    Φαίνεται όμως ότι το συμμάζεμα ήταν δύσκολο, αν λάβουμε υπ   όψη μας  τις  κατά καιρούς   έγγραφες διαμαρτυρίες του Μπόμπολα,  προς το Δήμο και την Αστυνομία.  Διότι τα αστυνομικά όργανα δεν ενεργούσαν παράλληλα  να συγκεντρώσουν εντός των «Βούρλων»  όλες τις  ιερόδουλες και να εκλείψει ο ανταγωνισμός.
      Παρά τις δυσχέρειες η «επιχείρηση» είχε μπει σε καλό δρόμο, αφού το «κατάστημα «δεν εστερείτο πελατείας και λειτούργησε αδιάλειπτα για 60  χρόνια.
    Γυναίκες  κάθε μορφής  και κάθε ηλικίας, από 16 μέχρι 60, μέσα στα δωματιάκια που μύριζαν μούχλα ανακατεμένη με «πατσουλί», στο λιγοστό φως μιας λάμπας πετρελαίου, πρόσφεραν…. τις πρώτες βοήθειες στους πάσης φύσεως άντρες, στα πληρώματα  της κάθε εθνικότητας  των πλοίων που κατέπλεαν στον Πειραιά.
   Οι ίδιες αυτές γυναίκες, όπως  έγραψε ο χρονογράφος Θεόδωρος Βλάσσης στη «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» το 1969, τις ώρες της κάλμας, στην αυλή ή στον καφενέ του κτιρίου, με το τσιγάρο στο στόμα και υπό τους ήχους ενός γραμμοφώνου με χωνί, ψαρεύανε τον πελάτη  ή είχανε πάρε-δώσε με  τον αγαπητικό.
    Καμιά δεν ήταν χωρίς αγαπητικό, νταβατζή. Χωρίς συνεταίρο στις εισπράξεις.
    Ο  παλιός   ρεμπέτης Νίκος Μάθεσης, από τη Σαλαμίνα, αφηγήθηκε σχετικά:
«Χαμαιτυπεία  ο Πειραιάς  είχε μόνο στα Βούρλα που τώρα είναι φυλακές. Εκεί οι γυναίκες δεν βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον τρόπο τους και πηδάγανε τα μεσάνυχτα μέσα παρ' όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι! Αλλά καμία δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια οι γυναίκες αλλά όσοι εγκληματούσαν για την γυναίκα, αυτή ήταν υποχρεωμένη μέχρι να βγει απ' την φυλακή να τον συντηρεί. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα σκοτωνότανε απ' τους φίλους του. Αλλά και όταν έβγαινε, η πρώτη του δουλειά ήταν να την στεφανωθεί. Απαραίτητος κανών!!!
    Για πελατεία, δεν υπήρχε λόγος επιλογής. Στη  διάθεση  του μπεκρή, του άρρωστου, του μόρτη, του χασισωμένου, του σαμα­τατζή…...
    Υποχρεωτική για τις γυναίκες η παραμονή στα «Βούρλα», από τις εν­νέα το βράδυ μέχρι τις εννέα το πρωί. Και   η   έξοδος μετά   την πρωινή  επιθεώρηση  του γιατρού,  που γινόταν στις 8 το πρωί. Τότε ακουγόταν  το σύνθημα  « π…. κορίτσια  στα κρεβάτια  σας…» και ακολουθούσε   η εξέταση  από το γιατρό.
      Τα μεσάνυχτα  ασφαλιζόταν η κεντρική πόρτα   από την αστυνομική φρουρά που διέμενε  εκεί. Η  παρου­σία της ήταν αναγκαία, λόγω των συχνών και όχι  σπάνια αιματηρών   συμπλοκών.
    Υπήρχαν  κατηγορίες γυναικών, με ανάλογες  τιμές, σε   ξεχωριστά διαμερίσματα.
    Τρία ήταν τα φτηνά, τα λαϊκά, και  ένα το αριστοκρατικό  με το καλό «εμπόρευμα». Σ αυτό φιλοξενούνταν και γυναίκες των αθηναϊκών σπιτιών  που λόγω….κακής διαγωγής τις είχαν διώξει από την Αθήνα.  Τις έβαζαν τιμωρία 15 μέρες ή ένα μήνα:  « Κάτσε καλά γιατί θα  σε στείλω στα «Βούρλα».
      Σχετικά  με τα Βούρλα ο Μάρκος Βαμβακάρης αφηγείται:
«…Δεκαεννιά χρονών (το 1924) έγινα αγαπητικός στο μπορντέλο μιας Ειρήνης από τη Σύμη. Ήτανε στο δεύτερο διαμέρισμα των Βούρλων, η πρώτη μου ερωτική επαφή. Μεγαλύτερη είκοσι εφτά, είκοσι οκτώ χρονών, μου ’δινε και λεφτά και κουστούμια. Αγάπησα την άλλη, τη Μανιάτισσα, τη Ζιγκοάλα,(τη γυναίκα που παντρεύτηκε) και την απαράτησα…».
    Όταν  δημιουργήθηκαν τα  «Βούρλα» το 1875 η περιοχή ήταν ακατοίκητη. Όμως μετά 60 χρόνια, το 1932, και αφού είχαν  έρθει και οι πρόσφυγες από   τη Μικρά Ασία, ήταν κέντρο  πυκνοκατοικημένης περιοχής   και οι κάτοικοι  δεν ανέχονταν πια τα κακόφημα σπίτια. Γι αυτό και έκαναν συνεχείς διαμαρτυρίες προς την Κυβέρνηση.
     Τελικά  το 1937  τα κακόφημα σπίτια διαλύθηκαν και  στο χώρο εκείνο λειτούργησαν φυλακές. Και να δημιουργηθεί  στη συνέχεια  η Τρούμπα.







Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Πανελλήνια Ημέρα κατά της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού





Ο όρος εκφοβισμός και βία στο σχολείο (school bullying) περιγράφει την εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά με σκοπό την επιβολή και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε μαθητές από συμμαθητές τους, εντός και εκτός σχολείου.

Παρατσούκλια, σπρωξίματα, απειλές στους διαδρόμους, ηλεκτρονικοί εκβιασμοί. Όποια μορφή και αν παίρνει το bullying αποτελεί μορφή βίας, λεκτικής, σωματικής, ψυχολογικής. 

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Νικόλαος Τσελεμεντές 1878 – 1958




Νικόλαος Τσελεμεντές


Έλληνας αρχιμάγειρας (σεφ) και δάσκαλος της μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής. Ο «Οδηγός της Μαγειρικής και Ζαχαροπλαστικής», που εξέδωσε το 1926, «έσπρωξε την ελληνική κατσαρόλα στο σύγχρονο πολιτισμό», όπως έγραψε ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς. Από τότε, το όνομά του είναι συνώνυμο των οδηγών μαγειρικής.
Ο Νικόλαος Τσελεμεντές γεννήθηκε το 1878 στο χωριό Εξάμπελα της Σίφνου και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Αρχικά, δούλεψε σε συμβολαιογραφείο και στη συνέχεια ασχολήθηκε με τη μαγειρική, εργαζόμενος στο εστιατόριο του θείου του. Σπούδασε για ένα χρόνο μαγειρική στη Βιέννη και επιστρέφοντας εργάστηκε ως σεφ σε διάφορες πρεσβείες.
Έγινε γνωστός με το περιοδικό «Οδηγός Μαγειρικής», που άρχισε να εκδίδει το 1910 και το οποίο περιείχε εκτός από τις συνταγές, διατροφικές συμβουλές, διεθνή κουζίνα και νέα για τη μαγειρική. Το 1919 έγινε διευθυντής του ξενοδοχείου «Ερμής», ενώ τον επόμενο χρόνο έφυγε για την Αμερική, όπου δούλεψε σε μερικά απ’ τα ακριβότερα εστιατόρια του κόσμου, κάνοντας παράλληλα και ανώτερες σπουδές μαγειρικής, ζαχαροπλαστικής και διαιτολογίας.
Τον Απρίλιο του 1926 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Οδηγός Μαγειρικής και Ζαχαροπλαστικής», που ήταν ο πρώτος ολοκληρωμένος οδηγός μαγειρικής στη χώρα μας. Το βιβλίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία και ανατυπώθηκε πάνω από δεκαπέντε φορές τις επόμενες δεκαετίες. Επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα και ίδρυσε μία μικρή σχολή μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής. Το 1950 δημοσίευσε στα Αγγλικά ένα βιβλίο για την ελληνική μαγειρική («Greek Cookery»).
Επηρεασμένος απ’ τη γαλλική κουζίνα, ο Τσελεμεντές υπήρξε εκσυγχρονιστής της ελληνικής κουζίνας, καθώς χάρη σ’ αυτόν οι ελληνίδες νοικοκυρές έμαθαν τη μπεσαμέλ, τα πιροσκί και τη μπουγιαμπέσα, πράγμα που κατά μερικούς ισοδυναμούσε με νόθευση της ελληνικής κουζίνας.
Ο Νικόλαος Τσελεμεντές πέθανε στις 2 Μαρτίου του 1958 στην Αθήνα, σε ηλικία 80 ετών. Το όνομά του είναι σήμερα συνώνυμο των οδηγών μαγειρικής, ενώ χρησιμοποιείται και σαν πείραγμα προς κάποιον που ξέρει να μαγειρεύει πολύ καλά.
Τιμώντας τη μνήμη και την προσφορά του στην ελληνική γαστρονομία, ο δημοσιογράφος,
θεατρικός συγγραφέας και ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς, του αφιέρωσε μια υμνητική επιφυλλίδα στην εφημερίδα «Ελευθερία» στο φύλλο της 5ης Μαρτίου 1958.

Το έργο του Τσελεμεντέ

    Ο Νίκος Τσελεμεντές πέθανε. Ο Μπριγιά Σαβαρέν της Ελλάδος, ο συγγραφέας του μοναδικού μας γαστρονομικού μας κώδικος, δεν υπάρχει πια στη ζωή. Οι Γάλλοι εώρτασαν, εδώ και είκοσι χρόνια, με τον επισημότερο τρόπο, τον αυτοκράτορα της κουζίνας και της τραπέζης των. Εμείς, όσο τον είχαμε ζωντανό, τον αγνοήσαμε, δεν τον πανηγυρίσαμε ποτέ. Αδικία ιστορική. Ας τον ξεπροβοδίσουμε, τουλάχιστον, νεκρό, με τιμές που του ταιριάζουν.
    Ο Τσελεμεντές δε φεύγει έτσι. Ο μέγας αυτός ευεργέτης του ελληνικού νοικοκυριού, προ πάντων του νεοτεύκτου, άφησε ΄σύγγραμμα- ένα από τα τελειότερα νεοελληνικά βιβλία: Το «Οδηγό της Μαγειρικής». Είναι αληθινό μνημείο της «άρτε κουλινάρια», σανίδα σωτηρίας κάθε νέας νοικοκυράς, που μεταμορφώνει σε μαγείρισσα και την κοπέλλα, την πιο άγευστη μαγειρικής.
    Μ’ αυτό το βιβλίο έφτιαξε ο Τσελεμεντές το τραπέζι μας· κατήρτισε τον ουρανίσκο μας· ετακτοποίησε το στομάχι μας· έλυσε το τραγικό πρόβλημα του «τι θα φάμε σήμερα» και πρόσφερε υπηρεσία πραγματικά εθνική. Ένα έθνος κρίνεται και από την κουζίνα του. Πες μου πως τρως, να σου πω ποιος είσαι.
    Η αναρχία της ελληνικής κουζίνας είναι γνωστή: Ιταλική, τουρκική, αλλά προ πάντων κράμα όλων των πρωτογενών συστημάτων, εφυτοζωούσε σε μια κατάσταση μάλλον προϊστορική: Γιουβέτσι, φασολάδα, αρνάκι φρικασέ, μπακαλιάρος πλακί και το ψητό της σούβλάς- αυτό ήτανε, όλο κι όλο…το δραματολόγιό της. Ο Τσελεμεντές με την επιβλητική του πραγματεία, έσπρωξε την ελληνική κατσαρόλα στο σύγχρονο πολιτισμό.
    Αυτός ο άνθρωπος ήταν μάγειρος εκ γενετής. Νέος γνωστός, κομψός, έξυπνος, εύθυμος, καλοφαγάς, γλεντζές από οικογένεια ξενοδόχων (προ εξήντα ετών
λειτουργούσε εστιατόριο Τσελεμεντέ, στην ακτή Νέου Φαλήρου, όταν ήταν στις δόξες της) ο τύπος αυτός της παλιάς Αθήνας είχε μέσα του το δαιμόνιο. Ο μάγειρος γεννάται, όπως κι ο ποιητής. Η πείρα ήρθε ύστερα: Στην υπηρεσία διαφόρων πρεσβειών, που στα επίσημα γεύματά τους-μεγάλες μαγειρικές μάχες- ξεχώρισε σαν ασυγκράτητος μάγειρος.
    Τα ταξίδια τον τελειοποίησαν: Τουρκία, Ρωσία, Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, κι επιτέλους Αμερική. Μελέτησε όλες τις κουζίνες της γης. Και το βιβλίο του είναι πεμπτουσία παγκοσμίων γνώσεων. Δεν πιστεύω-τουλάχιστον στην Ελλάδα-να υπάρχη δεύτερο. Η νοικοκυρά μπορεί να μαγερέψη  μ’ αυτό ακριβά, μέτρια, φθηνά, όπως θέλει, αλλά θα είναι πάντα σύμφωνη με την υγιεινή και την καλλιτεχνία.
    Όταν ήτανε στην Αμερική, ο Οδυσσέας αυτός των μαγειρικών περιπλανήσεων, μια διάδοσι έφερε στην Αθήνα, ότι πέθανε. Η είδησι αυτή έφθασε, όταν ακριβώς κυκλοφορούσε η πρώτη έκδοσι της Μαγειρικής του (Απρίλης του 1926). Οι κριτικές που γράφτηκαν τότε ήτανε νεκρολογίες… Από τον άλλο κόσμο-δηλαδή το Νέο Κόσμο-έφθασε η απάντηση του Τσελεμεντέ, γεμάτη χιούμορ: «Για ένα πράγμα μόνον είμαι ευχαριστημένος-έγραφε-που δεν πέθανα: Το ότι απέκτησα και ανεψιόν: Τον κύριο Κώσταν Αθάνατον, όστις με αποκαλεί θείον. Λέξις δηλαδή που δεν είχε χαϊδεύσει την ακοήν μου δια το μη έχειν ανεψιούς. Δέον να προσθέσω, ότι θείους τουναντίον, εχω πολλούς· και εις εξ αυτών ήτο ο κάτοχος του εστιατορίου του Νέου Φαλήρου»…
    Όταν βγήκε ο «Οδηγός της Μαγειρικής» του έγραψα ειλικρινέστατο εγκώμιο: «Είναι- είπα, κάνοντας κι εγώ χιούμορ με τη σειρά μου-ο μεγαλύτερος συγγραφεύς της Ελλάδος. Δεν αστειεύομαι καθόλου. Αν γράφειν σημαίνη παρέχειν κάποιαν υπηρεσίαν εις τους ανθρώπους δια του γραπτού λόγου, ο Τσελεμεντές υπεραξίζει τον τίτλον αυτόν. Και του οφείλω ανεπιφύλακτον εγκώμιον. Ο Τσελεμεντές απαντά σ’ ένα καθημερινό ερώτημα της ζωής μας, πουένα πλήθος άνθρωποι άνθρωποι θάδιναν κι εγώ δεν ξέρω τι, για να έλειπε :Έχει καταστρώσει το μενού και των τριακοσίων εξηνταπέντε ημερών του έτους .Είναι απλούς, σαφής, αναλυτικός, γευστικός, ευκολοεφάρμοστος, φτιασμένος για την ελληνική κουζίνα…»
    Πόσα νέα νοικοκυριά δεν έχει σώσει από τις αφαιμάξεις των μαγειρισσών και προ πάντων από το διαζύγιο! Το κρεββάτι και το τραπέζι ενώνει, το κρεββάτι και το τραπέζι χωρίζει. Το νεαρό αντρόγυνο έχει το τραπέζι σήμερα χάρις στον Τσελεμεντέ. Αρκεί το κεφαλάκι της νεοπαντρεμένης μπεμπέκας να σκύβη πέντε λεπτά καθ΄εκάστην στον «Οδηγό», για να δρέπη συγχαρητήρια. Τάλαντο θεωρητικό, που ο Ύψιστος απέστειλε για να πειθαρχήση την ελληνική κουζίνα, να σώση το ελληνικό στομάχι και μετ’ αυτού το Έθνος. Γιατί, επί τέλους, ένα έθνος που δεν ξέρει να φάη, δεν μπορεί ούτε να σκεφθή ούτε να ζήση…
    Είμαι βέβαιος, ότι έπειτα από ένα τέτοιο έργο, θα του ανοίξη τώρα, που πέθανε στ’ αλήθεια-όχι σαν την άλλη φορά!-διάπλατα την πόρτα του Παραδείσου ο Άγιος Πέτρος, ο κλειδοκράτορας: Αρκεί να του υποσχεθή μια καλή κοτόπιττα!

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/796#ixzz41iabzcNf
























Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Η μάχη της Κοκκινιας 4-8 Μαρτίου 1944




Από τις 4 έως τις 8 Μάρτη 1944, η Κοκκινιά έζησε από τις πιο τραγικές μέρες της πολύχρονης ιστορίας της. Έγινε στόχος μεγάλων εχθρικών δυνάμεων. Δυνάμεων που αποτελούνταν από Ναζί, χωροφύλακες, ταγματασφαλίτες που είχαν συγκροτηθεί από τη δοσίλογη κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη και εξοπλιστεί από τους Γερμανούς καθώς και από τους τσολιάδες του Ι. Πλυντζανόπουλου, του Γ. Σγούρου, του Γκίνου, και του επικεφαλής του μηχανοκίνητου τμήματος της Αστυνομίας Ν. Μπουραντά.
 Φυσικά, η Κοκκινιά δεν έμεινε παθητική. Απάντησε ηρωικά, πατριωτικά, χάνοντας εκλεκτά παλικάρια της, μόνο και μόνο για να μην εγκατασταθούν κατακτητές στην πόλη.
 Την υπεράσπιση της πόλης είχε αναλάβει το 6ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Δίπλα στον ΕΛΑΣ βρίσκονταν τα μέλη του ΕΑΜ, οι ΕΠΟΝίτες και κυρίως η συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Κοκκινιάς. Η υπεράσπιση της Πόλης ήταν λοιπόν μια παλλαϊκή υπόθεση για τους Κοκκινιώτες. Οι επιδρομείς τρεις μέρες προσπαθούσαν να εισβάλουν και όλο αναχαιτίζονταν από τους ΕΛΑΣίτες. Έτσι κάθε μέρα οι επιδρομείς, επέστρεφαν με περισσότερες ενισχύσεις και κυρίως με περισσότερα πυρομαχικά και πιο βαρύ οπλισμό.



Σάββατο 4 Μάρτη 1944
 Η πόλη δέχεται πρωινή επιδρομή από δύο κατευθύνσεις. Οι επιδρομείς είναι χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες, Η πρώτη επίθεση γίνεται από τη Λεύκα με ένα καμιόνι γεμάτο χωροφύλακες που βρίσκει αμέσως αντίσταση από τις δυνάμεις του 1ου Τάγματος του 5ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Πειραιά, οι οποίες βρίσκονται στην περιοχή και περιπολούν. Οι επιδρομείς υποχωρούν και σκορπίζονται προς τον Πειραιά.
 Η δεύτερη επίθεση γίνεται από την οδό Κυδωνιών (Πέτρου Ράλλη) στο ύψος του Γ’ Νεκροταφείου. Στην πόλη προσπαθούν να εισβάλλουν δύο καμιόνια με χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Αυτή η είσοδος είναι η σημαντικότερη για να εισβάλλουν οι επιδρομείς στην Κοκκινιά. Είναι η είσοδος από την Αθήνα, γεγονός που σημαίνει αυτόματα την άμεση πρόσβαση ενισχύσεων και πυρομαχικών. Επίσης, η περιοχή είναι αραιοκατοικημένη πράγμα που καθιστά ευκολότερο τον έλεγχό της από τους επιδρομείς. Αυτή η είσοδος της πόλης όμως ευνοεί και τους αμυνόμενους ΕΛΑΣίτες γιατί οι ελιγμοί τους γίνονται ευκολότεροι λόγω της αραιής κατοίκησης. Στην επιδρομή αυτή απαντά το 3ο Τάγμα του ΕΛΑΣ Κοκκινιάς, με διοικητή και καπετάνιο τον Γιάννη Πισσάνο. Οι μάχες εξαπλώνονται από το Γ’ Νεκροταφείο μέχρι τις εργατικές πολυκατοικίες, στο σημερινό Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας. Οι επιδρομείς σκορπίζουν, κάποιοι οπισθοχωρούν προς την Αθήνα, ενώ ο κύριος όγκος τους κατευθύνεται άτακτα προς το Κουτσουκάρι, σημερινή περιοχή του Δήμου Κορυδαλλού στα όρια του Δήμου Νίκαιας κάτω από την οδό Τζουμαγιάς, την πλατεία Ελευθερίας και την οδό Ταξιαρχών.
 Κατά την άτακτη φυγή τους, με 12 τραυματίες, οι ταγματασφαλίτες πυροβολούν αδιακρίτως, τρομοκρατούν, βρίζουν, λεηλατούν. Από τις αδέσποτες σφαίρες των Ταγμάτων Ασφαλείας πέφτει νεκρός ένας λούστρος και ο παλιατζής που βρίσκονταν πάντα έξω από το μπακάλικο του Λαφαζάνη στην Κυδωνιών (συμβολή Πέτρου Ράλλη και Τερψιθέας).
 Το ίδιο βράδυ συγκαλείται κοινή σύσκεψη στην Κοκκινιά από στελέχη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και αποφασίζουν γενική επιφυλακή και ενημέρωση του λαού της πόλης. Η Κομματική Οργάνωση της Κοκκινιάς του ΚΚΕ , γραμματέας της οποίας ήταν ο Θανάσης Τάσιος, γνωστός με το ψευδώνυμο «Παράσχος», αποφασίζει να γίνει την επόμενη ημέρα συλλαλητήριο του λαού της Κοκκινιάς ενάντια στην τρομοκρατία των Ταγμάτων Ασφαλείας προς το λαό της πόλης. Στόχος ήταν να απαιτηθεί και η παροχή συσσιτίου για τα παιδιά.
Κυριακή 5 Μάρτη 1944
 Οι Κοκκινιώτες απαντούν με μεγαλειώδες συλλαλητήριο κατά της τρομοκρατίας στην πλατεία Αγίου Νικολάου και παράλληλα απαιτούν συσσίτιο για τα παιδιά.
 Στο τέλος του συλλαλητηρίου η πόλη δέχεται πάλι επιδρομή από δύο κατευθύνσεις. Από τη Λεύκα, στη Θηβών, με δύο φορτηγά γεμάτα χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Η επιδρομή δεν βρίσκει ουσιαστική αντίσταση και καταφέρνει να φτάσει μέχρι την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Εκεί τρομοκρατούν τους κατοίκους, κάνουν πλιάτσικο και συλλαμβάνουν το δημοκράτη υπαστυνόμο Νίκο Σαβαΐδη, τη γυναίκα του Άννα, που είναι δασκάλα και μέλος του ΕΑΜ, το Στέφανο Πατεράκη εργάτη από τις παράγκες της παλαιάς Κοκκινιάς και ποδοσφαιριστή της Προοδευτικής, τον δάσκαλο Γιώργο Βενέτα και τον Τσακάρα.
 Η δεύτερη επίθεση γίνεται από το Γ. Νεκροταφείο με τρία καμιόνια γεμάτα γερμανοτσολιάδες. Οι μάχες εξαπλώνονται μέχρι την Παιδική Στέγη και εκεί το 3ο Τάγμα του ΕΛΑΣ Κοκκινιάς καταφέρνει να διασπάσει τους επιδρομείς. Το πρώτο φορτηγό διαφεύγει προς την παλαιά Κοκκινιά μέσω της οδού Σμύρνης, το δεύτερο προς το Κουτσουκάρι, όπου εκεί το «υποδέχονται» ΕΛΑΣίτες οπλισμένοι με χειροβομβίδες και το τρίτο φορτηγό οπισθοχωρεί προς την Αθήνα.

 Όπως αναφέρει η σχετική έκθεση του 6ου ανεξάρτητου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, την ώρα του συλλαλητηρίου μαχητές του κάνουν έρανο στην περιοχή των Άσπρων Χωμάτων για να συγκεντρώνουν τρόφιμα για τα παιδιά. Προσπαθεί να τους συλλάβει ένας χωροφύλακας ο οποίος σκοτώνεται στη μικρή ένοπλη συμπλοκή που ακολούθησε.
 Ο λαός της Κοκκινιάς πανηγυρίζει που οι ΕΛΑΣίτες καταφέρνουν για δεύτερη ημέρα να αναχαιτίσουν την επίθεση των ντόπιων συνεργατών των Γερμανών. Από αυτή την επιτυχία του ΕΛΑΣ αλλά και από το μαζικό συλλαλητήριο που οργάνωσε η Κομματική Οργάνωση Κοκκινιάς του ΚΚΕ, ο διορισμένος από τον Ιωάννη Ράλλη, Δήμαρχος της Πόλης Γρηγόρης Χατζής, παραιτείται.

Δευτέρα 6 Μάρτη 1944
 Όλος ο Πειραιάς ξυπνά με μαζική πανεργατική απεργία κατά της τρομοκρατίας του λαού της Κοκκινιάς. Η συμμετοχή στην απεργία είναι απίστευτη. Νεκρώνει το λιμάνι, τα συνεργεία, τα ραφτάδικα, τα υφαντουργεία, τα σαπουνάδικα, τα λαδάδικα…σε όλο τον Πειραιά. Η απεργία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για την αλληλεγγύη των εργατών και του λαού προς τους Κοκκινιώτες, αλλά και γιατί μπλοκάρει και σημαντικές δυνάμεις των γερμανών, των ταγμάτων Ασφαλείας και της Χωροφυλακής, στο κέντρο του Πειραιά και δεν μπορούν να εισβάλουν στην Κοκκινιά.
 Η 6η Μάρτη όμως δεν θα είναι ήσυχη για την Κοκκινιά. Από νωρίς το πρωί δύο φορτηγά με ταγματασφαλίτες προσπαθούν να μπουν στην πόλη από το Γ’ Νεκροταφείο. Τους εμποδίζουν δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ και τους τρέπουν σε φυγή προς τον ελαιώνα δίπλα στο νεκροταφείο.
 Σε λιγότερο από μία ώρα, από το ίδιο σημείο, η πόλη δέχεται σχεδιασμένη επιδρομή. Καταφθάνουν δέκα φορτηγά με περίπου 600 γκεσταπίτες, χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Μέσω της οδού Κυδωνιών, αργά-αργά προσπαθούν να φτάσουν όσο πιο μέσα γίνεται στην Κοκκινιά. Την πρώτη αντίσταση τη συναντούν από τις ταράτσες των εργατικών πολυκατοικιών. Εκεί βρίσκεται οχυρωμένη η διμοιρία του Μιχάλη Ραφαηλάκη που η σθεναρή της άμυνα καθυστερεί σημαντικά τους επιδρομείς.
 Στη συνέχεια οι φασίστες επιδρομείς δέχονται επίθεση από τη διμοιρία του «μπάρμπα-Γιώργου» (Γιώργος Κιστριάδης) στην Κυδωνιών (Πέτρου Ράλλη, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η ΕΥΔΑΠ).
 Από τις ισχυρές επιθέσεις που δέχονται οι επιδρομείς στην Παιδική Στέγη, αναγκάζονται να σπάσουν τη φάλαγγά τους σε δύο μέρη (ό, τι ακριβώς έγινε και την προηγούμενη ημέρα). Η πρώτη φάλαγγα πάει προς το Κουτσουκάρι, όπου συνεχώς δέχεται επιθέσεις από τα στενά, από τις διμοιρίες του Κώστα Διαμαντή και του Νίκου Παπαδόπουλου. Τελικά οι φασίστες επιδρομείς σκορπίζουν σε άτακτη φυγή. Η δεύτερη φάλαγγα, που είναι πολύ μεγαλύτερη σε όγκο, οπισθοχωρεί προς την περιοχή των Άσπρων Χωμάτων. Εκεί δέχεται επιθέσεις από τις διμοιρίες του Θοδωρή Μπιζάνη και του Μιχάλη Ραφαηλάκη ο οποίος είχε μεταφερθεί εκεί από τις εργατικές πολυκατοικίες. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται και το 1ο τάγμα του 5ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ το οποίο σταματά την επίθεση που πήγε να δεχτεί η πόλη από τη Λεύκα στη Θηβών. Κάποιοι ταγματασφαλίτες καταφέρνουν να κλειστούν στο Δημαρχείο της πόλης που τότε βρίσκονταν στη συμβολή των οδών Κονδύλη (σήμερα 7η Μάρτη 1944) και Κινικίου.
 Η έκθεση του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι ένα αυτοκίνητο με χωροφύλακες φτάνει στο Κρατικό Νοσοκομείο Σαπόρτα στην παλαιά Κοκκινιά που έχει διακομιστεί ο νεκρός χωροφύλακας από τη συμπλοκή της προηγούμενης ημέρας. Στο Νοσοκομείο Σαπόρτα οι χωροφύλακες συλλαμβάνουν κάποιους επισκέπτες και ορισμένους από το προσωπικό. Σε πεζή φάλαγγα μέσω της οδού Θηβών κατευθύνονται προς τον Πειραιά με τους αιχμαλώτους. Ξαφνικά δέχονται επίθεση από τα στενά της οδού Θηβών από το 1ο Τάγμα του ΕΛΑΣ (Σ. Κύβελος-Ν. Χιωτάκης), που ελευθερώνει τους αιχμαλώτους και τραυματίζει δέκα χωροφύλακες.
 Άλλη μια επίθεση στην πόλη έχει αναχαιτιστεί. Παρά τους τραυματισμούς, τις συλλήψεις, την τρομοκρατία και το φόβο για το τι ξημερώνει την επόμενη ημέρα, ο λαός της Κοκκινιάς πανηγυρίζει. Βλέπει τα παλικάρια του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ να αψηφούν το θάνατο για να μην πατήσουν οι Ναζί στην Κοκκινιά.
 Το βράδυ οι ΕΑΜίτες γεμίζουν την πόλη με συνθήματα στους τοίχους, ενώ τα «χωνιά» του ΕΑΜ ακούγονται σε κάθε γωνιά της πόλης.

Η μάχη της Κοκκινιάς της 7ης Μάρτη 1944
 Όλοι στην Κοκκινιά περίμεναν ποια θα είναι η απάντηση των Ναζί και των ντόπιων συνεργατών τους μετά από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες να εισβάλουν στην πόλη.
 Ο ΕΛΑΣ στην Κοκκινιά ήταν σε επιφυλακή και από πολύ αργά το βράδυ οι μαχητές του είχαν λάβει θέση μάχης και περιφρούρησης της πόλης. Η διάταξη των διμοιριών του ΕΛΑΣ ήταν σε σχήμα «Λ». Ξεκινούσαν από το Γ΄ Νεκροταφείο και έφταναν στο Κουτσουκάρι και τα Γερμανικά από τη μία πλευρά, ενώ από την άλλη ξεκινούσαν από το Γ΄ Νεκροταφείο και έφταναν στις εργατικές πολυκατοικίες, την Παιδική Στέγη και τα Άσπρα Χώματα. Η κύρια δύναμη του ΕΛΑΣ έχει οχυρωθεί στη βόρεια πλευρά από το Περιβολάκι (πλατεία Δαβάκη) και είναι το 3ο τάγμα του Γιάννη Πισσάνου. Ακριβώς πίσω από την πλατεία βρίσκεται και η κλινική του Χρυσοχέρη, στην ταράτσα της οποίας είχε στηθεί το οπλοπολυβόλο του ΕΛΑΣ με ευθύνη της διμοιρίας του Κώστα Διαμαντή.
 Από τις 5:00 το πρωί υπάρχουν κινήσεις των κατακτητών γύρω από όλη την πόλη. Στις 5:45 περίπου 40 γερμανοτσολιάδες εντοπίζονται στη Θηβών στο ύψος της οδού Καραϊσκάκη. Στις 6:00 το πρωί 4 φορτηγά με Ναζί καταλαμβάνουν τις θέσεις στην πλατεία Κουτσικαρίου και δειλά-δειλά προσπαθούν να μπουν στην Κοκκινιά.
 Στις 6:05 ακούγεται η σάλπιγγα του ΕΛΑΣ από το Περιβολάκι, που σημαίνει τη γενική επίθεση του λαϊκού στρατού. Σε κάθε στενό της Κοκκινιάς, γύρω από Περιβολάκι, οι μάχες είναι απερίγραπτες, πολλές φορές σώμα με σώμα. Γίνεται μάχη για την κατάληψη του κάθε δρόμου. Οι θέσεις και οι γωνιές των οικοδομικών τετραγώνων αλλάζουν συνεχώς μεταξύ επιδρομέων και μαχητών του ΕΛΑΣ.
 Ο ΕΛΑΣ αρχίζει να υποχωρεί λόγω έλλειψης πυρομαχικών. Από τη μεριά του Δημαρχείου γερμανοτσολιάδες μπαίνουν στην πόλη. Τους αντιμετωπίζουν μαχητές του 3ου Τάγματος με ένα οπλοπολυβόλο και πέντε χειροβομβίδες που ρίχνει ο Στέλιος Καρδάρας και τους απωθούν πάλι πίσω. Στην διάρκεια της ΕΛΑΣίτικης επίθεσης, πίσω από τον κινηματογράφο Ορφέα, σκοτώνεται ο ταγματάρχης των γερμανοτσολιάδων Λαζάρου, 8 γερμανοτσολιάδες 3 χωροφύλακες και υπάρχουν 20 τραυματίες. Λάφυρα για τον ΕΛΑΣ μια μοτοσικλέτα και ένα πολυβόλο Τόμσον. Το 2ο Τάγμα του ΕΛΑΣ φυλάει στην οδό Καραϊσκάκη, φαίνεται όμως ότι δεν έχει πυρομαχικά να κρατήσει πολύ ακόμα. Αντέχει μέχρι τις 10:30.
  Μέχρι τις 11:00, η αντίσταση του ΕΛΑΣ έχει καμφθεί. Τα πυρομαχικά είναι ελάχιστα. Οι Γερμανοί έχουν καταλάβει τις θέσεις στο περιβολάκι. Την ίδια ώρα, 15 Γερμανοί προσπαθούν να εισβάλλουν από την οδό Καραϊσκάκη οπλισμένοι με όλμους και πολυβόλα. Τους απωθεί το 2ο τάγμα με ελάχιστα πυρομαχικά. Οι πυροβολισμοί του ΕΛΑΣ είναι σποραδικοί για οικονομία πυρομαχικών αφού αυτά έχουν εξαντληθεί.
 Στις 11:00 παίρνεται η απόφαση για γενική αντεπίθεση με όσα πυρομαχικά έχουν απομείνει και αν χρειαστεί ακόμα και με πέτρες ή με τα χέρια. Η αντεπίθεση έχει στόχο την πλατεία στο περιβολάκι που έχει καταληφθεί από Ναζί.
 Η διμοιρία του Θοδωρή Μπιζάνη μαζί με το Στέλιο Καρδάρα επιτίθεται από την οδό Καραϊσκάκη, η διμοιρία του Μιχάλη Ραφαηλάκη από την οδό Κονδύλη, η διμοιρία του Θωμά Σεβίλια από την οδό Κυδωνιών, από τη μεριά της Λαοδίκειας, και η διμοιρία του «μπάρμπα Γιώργου» από το γήπεδο που γίνονταν η λαϊκή αγορά (πίσω από την εκκλησία της Παναγίτσας).
 Γερμανοί έχουν εγκατασταθεί σε κτίριο της οδού Λαμψάκου, παρακολουθούν τη μάχη και με όλμους βάλουν συνεχώς κατά των αντεπιτιθέμενων Κοκκινιωτών.Η αντεπίθεση του ΕΛΑΣ και του λαού της Κοκκινιάς κρατά περίπου μέχρι τις 13:30. Οι Γερμανοί παρά την υπεροπλία τους και τα αρκετά πυρομαχικά αιφνιδιάζονται και σιγά-σιγά αφήνουν τις θέσεις τους. Οπισθοχωρούν συντεταγμένα προς τον Αη Γιώργη του Κορυδαλλού και τον Αη-Γιώργη της Νίκαιας. Εκεί ταμπουρώνονται μέσα στο σχολείο που υπήρχε πάνω από τον Αη-Γιώργη της Νίκαιας (στη συμβολή των οδών Γρεβενών και Ραιδεστού σήμερα).
 Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ δεν έχουν καθόλου πυρομαχικά για να αντεπιτεθούν, ενώ ο ανεφοδιασμός από τις γύρω περιοχές είναι αδύνατος αφού η Κοκκινιά έχει κυκλωθεί από περίπου 1800 Ναζί.
 Στις μάχες της 7ης Μάρτη σκοτώνεται και ο λοχαγός του ΕΛΑΣ Γιώργος Βογιατζής και το πτώμα του το κρεμάνε οι ταγματασφαλίτες σε ένα δέντρο στη συμβολή των οδών Ιωνία και Κασταμονής.
 Η σχετική έκθεση του 6ου συντάγματος του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι οι εισβολείς είχαν 34 νεκρούς και περισσότερους από 100 τραυματίες, ενώ ο ΕΛΑΣ έχασε 8 παλικάρια και τραυματίστηκαν 20. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι ο οπλισμός που διέθετε ο ΕΛΑΣ και με τον οποίο αντιστάθηκε στις μάχες ήταν 42 περίστροφα, 1 οπλοπολυβόλο με 1300 σφαίρες, 1 πολυβόλο Τόμσον με 50 φυσίγγια και 50 χειροβομβίδες.

Τετάρτη 8 Μάρτη 1944
 Όλη τη νύχτα οι Ναζί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους είναι ταμπουρωμένοι στο σχολείο (Γρεβενών και Ραιδεστού). Περιμετρικά υπάρχουν φρουρές από Ναζί με οπλοπολυβόλα. Οι γύρω δρόμοι περιφρουρούνται από Ναζί και ταγματασφαλίτες. Όλο το βράδυ κάνουν μικρές επιδρομές στην πόλη, τρομοκρατούν και συλλαμβάνουν Κοκκινιώτες. Ψάχνουν στα σπίτια για μαχητές του ΕΛΑΣ και μέλη του ΕΑΜ.
 Οι Ναζί βγάζουν τα δικά τους χωνιά και τρομοκρατούν τον κόσμο με απειλές. Προσπαθούν να στρέψουν το λαό της Κοκκινιάς κατά του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ. Φωνάζουν ότι αν δεν επιτεθεί ο ΕΛΑΣ δεν θα πειράξουν κανέναν. Δείχνουν καθαρά ότι οι ίδιοι είναι τρομοκρατημένοι.
 Από νωρίς το πρωί μέσα στο σχολείο, ο Ι. Πλυντζανόπουλος φορώντας στολή έλληνα αξιωματικού διαλέγει ποιοι από τους αιχμαλώτους Κοκκινιώτες θα μεταφερθούν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.
 Το ίδιο πρωί οι ταγματασφαλίτες εκτελούν στην πλατεία Αγίων Αναργύρων τους συλληφθέντες, από τις 5 Μάρτη 1944, υπαστυνόμο Νίκο Σαββαϊδη, το δάσκαλο Γιώργο Βενέτα, τον Δημήτρη Τσακανίκα και τον Τσακάρα.
 Αργά το απόγευμα Ναζί και ταγματασφαλίτες αποχωρούν από την Κοκκινιά, μεταφέροντας 300 αιχμαλώτους Κοκκινιώτες στο Χαϊδάρι. Ο λαός της Κοκκινιάς μετά από λίγο ξεχύνεται στους αιματοβαμμένους δρόμους και τα μπαρουτοκαπνισμένα κτίρια της πόλης για να πανηγυρίσει. Πανηγυρίζει που οι επιδρομείς Ναζί και ταγματασφαλίτες δεν άντεξαν να μείνουν ούτε μια ολόκληρη ημέρα στην Κοκκινιά.
 Τα «χωνιά» του ΕΑΜ πιάνουν αμέσως δουλειά, ανεβάζουν το ηθικό του λαού, ζητώντας εκδίκηση για τα 300 παλικάρια της Κοκκινιάς που πήραν οι κατακτητές στο Χαϊδάρι.
 Οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους δεν ξαναπάτησαν οργανωμένα στην Κοκκινιά μέχρι τις 17 Αυγούστου 1944.

Στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου
 Όπως ήταν αναμενόμενο οι αιχμάλωτοι που πιάστηκαν από το τριήμερο πρώτο μπλόκο της Κοκκινιάς, μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης που είχαν στήσει οι γκεσταπίτες στο Χαϊδάρι.
 Το κολαστήριο του Χαϊδαρίου ήταν τόπος συγκέντρωσης αγωνιστών όχι μόνο από τον Πειραιά και την Αθήνα, αλλά και από ολόκληρη την περιοχή της Αττικής. Στον χώρο αυτό γίνονταν η επιλογή των αιχμαλώτων που στέλνονταν όμηροι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας, μετά από εξαντλητικά βασανιστήρια και εκατοντάδες εκτελέσεις.
 Μετά τη Μάχη της Κοκκινιάς στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου στάλθηκαν όπως αναφέρθηκε 300 Κοκκινιώτες. Τους έκλεισαν στα υπόγεια του «μπλοκ 3» και στο πάνω πάτωμα του «μπλοκ 4» (μαζί με κρατουμένους από την Χαλκίδα). Αμέσως άρχισαν στους περισσότερους το βασανιστήριο με το «φιδάκι» για αντίποινα και για να προδώσουν συναγωνιστές από την Κοκκινιά. Οι άνδρες της Γκεστάπο έψαχναν διάφορους τρόπους για ακόμα πιο οδυνηρά βασανιστήρια και μόνο στο άκουσμα ότι οι αιχμάλωτοι είναι από την Κοκκινιά.
 Στις 9 Μάρτη 1944, 50 κρατούμενοι μεταφέρονται στα νταμάρια του Χαϊδαρίου όπου και εκτελούνται. Ανάμεσά τους και 37 Κοκκινιώτες (μέσα σ’ αυτούς και ο «ποιητής» από τον Ορειβατικό Φυσιολατρικό Όμιλο Κοκκινιάς (ΟΦΟΚ), σημερινό ΟΦΟΝ, ο Αλέξανδρος Μουχτούρης).
 Από τους 37 εκτελεσμένους Κοκκινιώτες οι 5 ήταν Αρμένιοι. Ήταν οι Καλατερζάν Κιρκόρ, Κασαπιάν Παρσέκ, Τσενεκιάν Αγκόπ, Τσενεκιάν Οσίκ, Χατζησοκιάν Γιόγια. Δεν πρέπει να λησμονούμε το μέγεθος της Αρμενικής κοινότητας στην πόλη μας, κυρίως στην περιοχή των Άσπρων Χωμάτων, όπου η προσφορά της στη μάχη της Κοκκινιάς και στον αντιστασιακό αγώνα της πόλης ήταν ιδιαίτερα σημαντική.

 Στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου ο ερχομός των Κοκκινιωτών έδωσε διαφορετική πνοή στη ζωή των κρατουμένων. Όπως αναφέρει ο Αντώνης Φλούντζης, γιατρός του στρατοπέδου, οι Κοκκινιώτες άλλαξαν με τη ζωντάνια τους τη ζωή του στρατοπέδου και τόνωσαν το ηθικό όλων των κρατουμένων, ανδρών και γυναικών. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους που ήρθαν από την Κοκκινιά ήταν και 30 νεαροί από τον ΟΦΟΚ ο οποίος διέθετε μουσικό όμιλο. Αμέσως λοιπόν οι ΟΦΟΚίτες άρχισαν το τραγούδι και την πρώτη Κυριακή της κράτησής τους (12 Μάρτη 1944) οργάνωσαν εκδήλωση που συμμετείχε όλο το στρατόπεδο. Μπορεί οι ΟΦΟΚίτες να απολύθηκαν γρήγορα, αλλά οι εκδηλώσεις κάθε Κυριακή μεσημέρι ήταν ήδη θεσμός, και κράτησαν μέχρι την απελευθέρωση

Διαβάστε περισσότερα απο την πηγή της αντιγραφής: Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ - ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1940-49 http://www.aktorama.gr/index.php/topic,360.5.html?PHPSESSID=38d816e95ef459fc667ea7301abb29ca#ixzz41JP7qdc2














Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Τούρκικο Νεκροταφείο




 από τις αρχές του 19ου αιώνα στην περιοχή της Παλιάς Κοκκινιάς, στις οδούς Δομοκού και Αγίων Αναργύρων, βρίσκεται το τουρκικό νεκροταφείο, το οποίο είναι ιδιοκτησία του τουρκικού κράτους και προ­στατεύεται από διεθνείς συμβάσεις. Μεταπολεμικά το τουρκικό νεκροταφείο χαρακτηρί­στηκε Ηρώον και έχει μόνο μουσειακό χαρακτήρα.
    Παρ' όλα αυτά επί δημαρχίας Γιάννη Παπασπύρου, αλλά και παλαιότερα, έγινε προσπάθεια ταφής νε­κρών τουρκικής υπηκοότητας, αλλά η ταφή αποτράπηκε από την αντίθεση των κατοίκων και την παρέμβαση του τότε δημάρχου.

Κάθε χρόνο, στα μέσα Μαρτίου, στο Τουρκικό Στρατιωτικό Νεκροταφείο που βρίσκεται στην Κοκκινιά, πραγματοποιείται τελετή, όπου οι Τούρκοι, με προεξάρχοντα τον πρέσβη τους στην Αθήνα, αποτίνουν τον οφειλόμενο φόρο τιμής στους νεκρούς στρατιώτες τους, που έπεσαν στους Βαλκανικούς πολέμους.( Δώδεκα συνολικοί τάφοι)

Η ιστορία του πάει κοντά ενάμιση αιώνα πίσω, στα 1859, όταν το ελληνικό κράτος παραχώρησε με αίτημα της οθωμανικού κράτους και στη συνέχεια του δημοτικού συμβουλίου του δήμου Πειραιά 2.700 τ.μ. για την ταφή μουσουλμάνων που πέθαιναν στην Αθήνα και στον Πειραιά. Αυτή η έκταση το 1890 παραχωρήθηκε από την βασίλισσα Όλγα στο τουρκικό κράτος. Εκεί θάφτηκαν όσοι από τους Τούρκους αιχμαλώτους των Βαλκανικών Πολέμων και του Α Παγκοσμίου πολέμου πέθαναν, οπότε θεωρήθηκε χώρος των «μαρτύρων» και χαρακτηρίστηκε από το 1954 στρατιωτικό νεκροταφείο των πεσόντων. Ο δε τελευταίος μουσουλμάνος που αναπαύθηκε εκεί ήταν το 1951.

Εκτοτε δεν γίνονται ταφές και κηδείες εκεί, το δε τουρκικό κράτος όχι μόνο το φροντίζει –που σημαίνει διεκδικεί τον χώρο- αλλά πληρώνει και για την επιστασία του. Που στην προκειμένη περίπτωση σόι πάει… η επιστασία του νεκροταφείο, αφού η τωρινή επιστάτης είναι κόρη του προηγούμενου επιστάτη που ήταν γιος του πρώτου επιστάτη που όρισε το ελληνικό κράτος. 
















ΤΟ ΧΑΜΑΜ ¨ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ¨




Το Χαμάμ
    Τα περίφημα χαμάμ της Ανατολής είναι γνωστά για τις περιποιητικές  υπηρεσίες που προσέφεραν στους ανθρώπους που τα επισκέπτονταν. Τα δημόσια λουτρά φρόντιζαν όχι μόνον την καθαριότητα των λουομένων, αλλά μεριμνούσαν για την περιποίηση των σωμάτων και την αναζωογόνηση των ψυχών. Προσέφεραν την ανάπαυλα από τον καθημερινό μόχθο, ενώ ταυτοχρόνως δρούσαν ως τόποι συνάντησης, υγιεινής, καλαισθησίας κι επικοινωνίας των επισκεπτών.
    Η αναβίωση της αστικής κουλτούρας των προσφύγων της Μικράς Ασίας υπαγόρευε την περιποίηση και τη φροντίδα του σώματος, την επιμέλεια της εμφάνισης, την αναζήτηση της ομορφιάς. Έτσι, με την ίδρυση της πόλης της Κοκκινιάς δημιουργήθηκε το λουτρό-χαμάμ για την καθαριότητα των προσφύγων, από τον Αρμένιο αρχιτέκτονα Αρτίν Παλατζιάν. Το χαμάμ λεγόταν “Μικρά Ασία”, ξεκίνησε να χτίζεται το 1923, ολοκληρώθηκε το 1925 κι άρχισε να λειτουργεί το 1926. Την οικοδόμησή του ανέλαβαν επιχειρηματίες, μιας και το οικονομικό μέγεθος του έργου ήταν αρκετά υψηλό. Η λειτουργία του χαμάμ ήταν ημερήσια. Από τις 8 π.μ. μέχρι τις 5 μ.μ.  δεχόταν τις γυναίκες, ενώ οι άντρες το επισκέπτονταν από τις 5 μ.μ. μέχρι τις 9-10  μ.μ.. Τα παιδιά μέχρι 5 χρόνων έμπαιναν με τις γυναίκες, ενώ τ’ αγόρια από 5 ετών και πάνω θεωρούνταν άντρες.
    Το χαμάμ είχε δυο θέσεις. Η πρώτη περιλάμβανε δωμάτιο με δυο κρεβάτια και αποδυτήριο, όπου αφού γδύνονταν τυλίγονταν με το σεντόνι ή την πετσέτα οι λουόμενοι και φορούσαν ειδικά τσόκαρα για να μη γλιστρούν. Αφού ετοιμάζονταν έμπαιναν στον κοινό χώρο του λουτρού. Το εισιτήριο αυτής της θέσης ήταν 15 δραχμές, ενώ η δεύτερη -που δεν είχε την πολυτέλεια του ιδιωτικού χώρου-  χρεωνόταν 10 δραχμές.
    Στο κέντρο του χαμάμ υπήρχε ένας πάγκος, πάνω στον οποίο ο λουτράρης για τους άντρες ή αντιστοίχως η λουτράρισσα για τις γυναίκες έτριβε το γυμνό σώμα μ’ ένα γάντι τρίφτη, που ξεβγαζόταν μετά από κάθε τρίψιμο. Ακολουθούσε το λούσιμο με σαπούνι στις γούρνες. Το χαμάμ προμηθευόταν το νερό  από νερουλάδες, ενώ αργότερα σκάφτηκε ένα πηγάδι κι αγοράστηκε αντλία προκειμένου να έχει δικό του νερό. Στο χαμάμ υπήρχε, επίσης, ένας ειδικός χώρος για την αποτρίχωση. Τότε ήταν διαδεδομένο φαινόμενο η ύπαρξη της ψείρας κι η αποτρίχωση σ’ ολόκληρο το σώμα ήταν η πιο ενδεδειγμένη θεραπευτική λύση.
    Η εφημερίδα Ελληνική γράφει το1926: «Οι κάτοικοι της Κοκκινιάς είναι υπερήφανοι δια το χαμάμ των. Και δεν έχουν άδικον, αφού ο Πειραιεύς, πόλις με 350.000 κατοίκους, δεν κατόρθωσε να αποκτήσει χρόνια τώρα έναν τέλειον τύπον παρομοίων λουτρών». Βεβαίως, το χαμάμ  ήταν ένα από τα “επιτεύγματα” για τα οποία μπορούσαν -δικαίως- να είναι υπερήφανοι οι κάτοικοι της Κοκκινιάς. Πλήθος ήσαν οι κατακτήσεις τους -σε πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο- σε διάφορους τομείς που αφορούσαν την  πόλη και συνδέονταν άρρηκτα  με  την ιστορική πολιτισμική μνήμη της πατρίδας τους.[1]
[1] Αφήγηση Παναγιώτη Μεταξά, επιχειρηματία του Χαμάμ Κοκκινιάς
      στο Προύσαλη Ε. κ.ά., Τα προσφυγικά σπίτια της Νίκαιας, ό. π., σ. 27, 31-32.







Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

filoftero: ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ Ο ΜΑΡΚΟΣ

filoftero: ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ Ο ΜΑΡΚΟΣ: Ετούτη τη μέρα, 8 η Φεβρουαρίου του 1972, ο μέγας Μάρκος Βαμβακάρης, (είναι μελό, είναι χιλιοειπωμένο, αλλά θα το πω διότι έτσι το...

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Νίκος Καζαντζάκης 1883 – 1957


Νίκος Καζαντζάκης


Μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, φιλόσοφος και πολιτικός. Ένα από τα μεγάλα κεφάλαια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με τεράστιο σε όγκο, αλλά και σε ευρύτητα έργο.
Κέρδισε παγκόσμια φήμη μεταθανάτια από τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη τού μυθιστορήματός του «Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» από τον Μιχάλη Κακογιάννη το 1964.
Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ο πιο μεταφρασμένος σύγχρονος έλληνας συγγραφέας.



















Νοσοκομείο Γενικό κρατικό Νικαίας - Ιστορία του




Η ιστορία του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας Πειραιά “Aγιος Παντελεήμων’’ ξεκινάει από την περίοδο της Μικρασιατικής Καταστροφής και κυρίως στη διάρκεια των χρόνων που ακολούθησαν, δεδομένης της εγκατάστασης των προσφυγικών πληθυσμών στις περιοχές γύρω από τον Πειραιά. Στα χρόνια αυτά με πρωτοβουλία της οργάνωσης των “Αμερικανίδων Κυριών’’ άρχισε να λειτουργεί στην κεντρική πλατεία της Κοκκινιάς πολυϊατρείο, προκειμένου να παρέχει περίθαλψη και φροντίδα στους πολύπαθους πρόσφυγες της εποχής .
Το πολυϊατρείο ονομάσθηκε “Νοσοκομείο Αμερικανίδων Κυριών’’, εγκαταστάθηκε σε πρόχειρα παραπήγματα με βασικές ελλείψεις ύδρευσης και αποχέτευσης. Στη διάρκεια περίπου μιας δεκαετίας το πολυϊατρείο μετατράπηκε σε Γενικό Νοσοκομείο με προσθήκες και επεκτάσεις γύρω από αυτό.
Το 1934 αριθμεί δύναμη 60 κλινών και με τη λήξη της φιλανθρωπικής δραστηριότητας των “Αμερικανίδων Κυριών” το νοσοκομείο περιέρχεται στο Ελληνικό κράτος, μετονομάζεται σε “Προσφυγικό Νοσοκομείο Νέας Κοκκινιάς” και διοικείται από 7μελή εκτελεστική επιτροπή, ενώ ένα χρόνο αργότερα (1935) μετονομάζεται εκ νέου, αντικαθιστώντας τον όρο“ Προσφυγικό Νοσοκομείο” με τον όρο “Πρότυπο Λαϊκό Νοσοκομείο” .
Το μικρό αυτό Νοσοκομείο, όπως έγινε αντιληπτό γρήγορα, ήταν αδύνατον να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες ανάγκες περίθαλψης και φροντίδας των πληθυσμών όχι μόνο της περιοχής γύρω από αυτό αλλά και της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά.
Το 1937 αποφασίζεται από το τότε Υπουργείο Υγιεινής η ανέγερση νέου Νοσοκομείουδύναμης 300 κλινών με την επωνυμία “Γενικό Νοσοκομείο Πειραιώς” στη θέση που βρίσκεται σήμερα . Οι εργασίες ανέγερσης άρχισαν το 1939 και διακόπηκαν με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου,αφού στο μεταξύ είχαν κατασκευαστεί οι θεμελιώσεις όλου του κτιρίου, και είχε ολοκληρωθεί ο 2ος όροφος της Α΄ Πτέρυγας και ο 1ος όροφος της Β΄ Πτέρυγας.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου το Νοσοκομείο μετεγκαταστάθηκε σε κτίριο αποθήκης καπνού της “Κομμέρσιαλ Κόμπανι” που βρισκόταν στην οδό Θηβών και με κατάλληλες τροποποιήσεις και κτιριακές παρεμβάσεις διέθετε 210 κλίνες. Το Νοσοκομείο αυτό ήταν γνωστό ως Νοσοκομείο “Σαπόρτα” και κατάφερε να ανταποκριθεί στις δυσμενείς συνθήκες της περιόδου καθώς και στις επείγουσες, έκτακτες και τακτικές ανάγκες υγείας του πληθυσμού.
Με τη λήξη του πολέμου το Νοσοκομείο συνεχίζει να λειτουργεί στις ίδιες εγκαταστάσεις αφενός και αφετέρου, λίγα χρόνια αργότερα (1948), επαναλαμβάνονται οι εργασίες ανέγερσης του αρχικά σχεδιαζόμενου νοσοκομείου, αφού προηγουμένως είχε αναθεωρηθεί η μελέτη σύμφωνα με την τρέχουσα τεχνογνωσία.
Το 1952 το Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά, όπως ονομάζεται πλέον, θεσμοθετήθηκε ως  ΝΠΔΔ και άρχισε να λειτουργεί κανονικά, επεκτεινόμενο σταθερά Η ιατρική του υπηρεσία περιελάμβανε παθολογικά και χειρουργικά τμήματα. Πλην των ιατρικών αυτών τμημάτων ο Οργανισμός του Νοσοκομείου προέβλεπε τη λειτουργία εξωτερικών ιατρείων και εργαστηρίων. Το 1955-56 λειτουργεί με πλήρη δύναμη 400 κλινών ενώ από το 1954 λειτουργούσε ήδη σε αυτό το Κέντρο Αιμοδοσίας και Παρασκευής Παραγώγων Αίματος. Το 1964 ολοκληρώνονται οι εργασίες κατασκευής και το Νοσοκομείο αριθμεί πλέον 600 κλίνες με ταυτόχρονη υποστήριξη όλων των απαραίτητων εργαστηρίων.
Το 1983 το Νοσοκομείο εντάχθηκε στο ΕΣΥ (Ν. 13997/83) και το 1986 οι οργανικές του κλίνες ανέρχονται στις 630 (ΦΕΚ 901/Β/1986) από τις οποίες οι 300  κατανέμονται στον Παθολογικό, οι 300 στον Χειρουργικό και οι 30 στον Ψυχιατρικό Τομέα. Με το ίδιο ΦΕΚ το Νοσοκομείο ονομάζεται Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας  “Δάμων Βασιλείου”. Στο Νοσοκομείο ανήκει επίσης το Κέντρο Υγείας Σαλαμίνας. 
Το 1991 (ΦΕΚ 78.Β/91 και 360/Β/91) μετονομάζεται σε Περιφερειακό Γενικό  Νοσοκομείο Νίκαιας-Πειραιά “Άγιος Παντελεήμων” και το 1995 αριθμεί 716 οργανικές κλίνες από τις οποίες οι 343 στον Παθολογικό, οι 343 στον Χειρουργικό και οι 30 στον Ψυχιατρικό Τομέα (ΦΕΚ 373/β/95).  
Το 2001 εντάσσεται στο Γ΄ ΠΕΣΥΠ  Αττικής βάσει του Ν. 2889 /2001 (ΦΕΚ 37/2-3-01), αποτελώντας ανεξάρτητη αποκεντρωμένη μονάδα του, με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια με την ονομασία Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας-Πειραιά «Άγιος  Παντελεήμων». Το 2007 με την αλλαγή της διαίρεσης της επικράτειας σε επτά Υγειονομικές Περιφέρειες το Νοσοκομείο ανήκει στην 2η Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου βάσει του Ν 3527/2007 (ΦΕΚ 25/9-2-07).
Κύρια χαρακτηριστικά της μακράς περιόδου λειτουργίας του Νοσοκομείου ήταν η συνεχής προσπάθεια βελτίωσης των κτιριακών εγκαταστάσεων και ο εκσυγχρονισμός του ιατρό-τεχνολογικού του εξοπλισμού. Με την ένταξη του Νοσοκομείου στο ΕΣΥ η αποστολή του αναβαθμίζεται, εντασσόμενη σε ένα ενιαίο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών υγείας σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο.





Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Η καθιέρωση του Πολιτικού Γάμου





To 1982 εισήχθη και στη χώρα μας ο πολιτικός γάμος, 200 χρόνια μετά την καθιέρωσή του από τη Γαλλική Επανάσταση. Έως τότε ίσχυε η υποχρεωτική ιερολογία του γάμου (θρησκευτικός γάμος), που είχε καθιερωθεί με Νεαρά του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ' του Σοφού το 893 μ.Χ. («Μη ερρώσθαι τα συνοικέσια άνευ της ιεράς ευλογίας»).
Μία πρώτη απόπειρα για την εισαγωγή του πολιτικού γάμου στην Ελλάδα είχε γίνει στις 10 Μαρτίου του 1926 από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Ιωσήφ Κούνδουρο, αλλά η πρότασή του απορρίφθηκε από τον δικτάτορα Θεόδωρο Πάγκαλο. Στη συνέχεια, απασχόλησε και τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή του Αστικού Κώδικα τη δεκαετία του '30, χωρίς τελικά να υιοθετηθεί.
Η ελληνική πολιτεία, αναγνωρίζοντας μόνο τον θρησκευτικό γάμο έως το 1982, παραβίαζε τη θεμελιώδη αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας και δημιουργούσε μία σειρά από προσωπικά αδιέξοδα σε αλλόθρησκους, άθεους και όσους ήθελαν να συνάψουν τέταρτο γάμο.
Η αναγνώριση του πολιτικού γάμου στην Ελλάδα ήταν μία από τις πρώτες αποφάσεις που έλαβε η υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου «Κυβέρνηση της Αλλαγής». Μία βαθιά εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση, αλλά και μία πράξη συμβιβασμού με ένα προαιώνιο θεσμό, όπως η Εκκλησία.
Θεσμοθετήθηκε με τον νόμο 1250/82 (ΦΕΚ Α 46/07.04.1982), που κατέστησε ίσου κύρους τον πολιτικό και τον θρησκευτικό γάμο (διαζευκτικό σύστημα), χωρίς ο νομοθέτης να προχωρήσει στο υποχρεωτικό του πολιτικού γάμου, όπως ζητούσε η προοδευτική διανόηση και ήταν το καθεστώς στις Δυτικές Χώρες. Μεγάλη ήταν η αντίδραση στο χώρο της Εκκλησίας, η οποία κάμφθηκε από τη διάθεση συνδιαλλαγής του τότε αρχιεπισκόπου Σεραφείμ.
Το σχετικό νομοσχέδιο εισήχθη προς συζήτηση στη Βουλή στις 17 Φεβρουαρίου 1982 και ψηφίστηκε στις 22 Μαρτίου, με τις αρνητικές ψήφους της Νέας Δημοκρατίας. Με το Προεδρικό Διάταγμα 391 (ΦΕΚ Α 73/18.06.1982) καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την τέλεση του πολιτικού γάμου. Ο πρώτος πολιτικός γάμος στην Ελλάδα έγινε στις 18 Ιουλίου του ίδιου χρόνου στο χωριό Φραντάτο της Ικαρίας, μεταξύ της ντόπιας Σταματούλας Πλακίδα και του Δημήτρη Μαύρου από τη Νάξο.
Σε επίπεδο δημοφιλίας, η κυριαρχία του θρησκευτικού γάμου έναντι του πολιτικού υπήρξε σχεδόν απόλυτη μέχρι την αλλαγή του αιώνα, με το ποσοστό των θρησκευτικών γάμων να ξεπερνά το 90% του συνολικού αριθμού τους. Η θρησκευτικότητα του λαού μας, αλλά και η τάση επίδειξης του νεοέλληνα, λόγω και της λαμπρότητας της τελετής, συνέβαλαν στη συντριπτική αποδοχή του θρησκευτικού γάμου από την ελληνική κοινωνία. Από την άλλη πλευρά, οι δημοτικές αρχές, που έχουν αναλάβει την τέλεση των πολιτικών γάμων, τον αντιμετώπιζαν μάλλον ως μία απλή διεκπεραιωτική πράξη, όπως η έκδοση ενός πιστοποιητικού.
Τα πράγματα άρχιζαν να αλλάζουν από τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα. Ο πολιτικός γάμος άρχισε να κερδίσει σταδιακά έδαφος και το 2012 έγινε η μεγάλη ανατροπή, βοηθούσης και της οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), που ανακοινώθηκαν την 1η Αυγούστου του 2013, οι πολιτικοί γάμοι ξεπέρασαν για πρώτη φορά τους θρησκευτικούς (51,8% έναντι 48,2%).


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/214#ixzz40PBo3HlD



















Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Κάρολος Κουν 1908 – 1987



Κάρολος Κουν

Δημιουργός τέχνης και παιδαγωγός του θεάτρου. Γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1908 στην Προύσα. Ο πατέρας του, Ερρίκος Κοέν, πάμπλουτος έμπορος και κοσμοπολίτης, ήταν κατά το ήμισυ έλληνας χριστιανός και κατά το άλλο ήμισυ γερμανοπωλονοεβραίος. Η μητέρα του, Μελπομένη Παπαδοπούλου, ήταν ελληνίδα χριστιανή ορθόδοξη.
Οι γονείς του απουσίαζαν συχνά από το σπίτι, κάποια στιγμή χώρισαν και πολύ αργότερα η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε ένα μακρινό συγγενή της. Μοναχικό παιδί, ο Κάρολος μεγάλωσε σ' ένα αστικό σπίτι, με πρωσογερμανίδα γκουβερνάντα, μ' έναν παπά και μια καθηγήτρια πιάνου ανάμεσα στους κατ' οίκον διδασκάλους.
Από πολύ μικρός άρχισε να ξεδιπλώνει τα καλλιτεχνικά του χαρίσματα. Σχημάτιζε μελωδίες στην πιανόλα του σαλονιού. Έκοβε τα μοντέλα από τα περιοδικά μόδας της μητέρας του κι έκανε θέατρο. Τα έπιπλα του σαλονιού ήταν το σκηνικό που έπλαθε η φαντασία του. Οι πολυθρόνες γίνονταν βράχοι και τα χαλιά θάλασσα. Πιο πολύ, όμως, του άρεσε να ζωγραφίζει με νερομπογιές.
Τα χρόνια της εφηβείας του τα πέρασε εσώκλειστος στην αμερικανική Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης, με παιδιά από τα Βαλκάνια. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η ελληνική μειονότητα της Ροβερτείου Σχολής στερήθηκε τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας. Στον θεατρικό όμιλο Robert College Ρlayers Οfficers, ο Κάρολος εκτελούσε χρέη γραμματέα και συμμετείχε στις παραστάσεις, διαπρέποντας κυρίως στους γυναικείους ρόλους. Όταν αποφοίτησε το 1928, όλα είχαν αλλάξει στην Πόλης. Ακόμη και οι συγγενείς του δεν έμεναν πια εκεί.
Τον ίδιο χρόνο ο Κουν έφυγε για να σπουδάσει Αισθητική στη Σορβόννη και το 1929 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στην Ελλάδα. Έπιασε δουλειά ως καθηγητής Αγγλικών στο Κολέγιο Αθηνών, όπου άρχισε να κάνει τις πρώτες θεατρικές παραστάσεις με τους μαθητές του, με μικρά σκετς που έγραφε ο ίδιος. Παράλληλα, τα βράδια παρέδιδε μαθήματα αγγλικών στο σύλλογο Εθνικής Τραπέζης για να ενισχύει τα οικονομικά του. Μετά τον πόλεμο, ο πατέρας του είχε καταστραφεί οικονομικά.
Στο μεταξύ, καθοριστική για τον Κουν υπήρξε η γνωριμία του με τον Φώτη Κόντογλου. Όπως έλεγε ο ίδιος, τον βοήθησε να γνωρίσει την Ελλάδα, να νιώσει το ξάνοιγμα προς κάθε τι το Ελληνικό...
Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ο τρόμος και η αθλιότητα του Γ΄ Ραϊχ, 1975. Πρόβα.
Σε μια προσπάθεια να μεταφέρει επί σκηνής το αίτημα της επιστροφής στο ρωμαίικο, τον χειμώνα του 1933 ιδρύει, μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον δημοσιογράφο Διονύσιο Δεβάρη, τη Λαϊκή Σκηνή. Από τη δραματική σχολή που στεγάζεται σ' ένα εγκαταλελειμμένο καμαρίνι του Δημοτικού Θεάτρου, θα προκύψει ο βασικός πυρήνας του θιάσου.
Στην εναρκτήρια παράσταση της Ερωφίλης του Χορτάτση, στις 20 Απριλίου '34 στο Θέατρο Ολύμπια, ο Κουν τοποθετεί τους ηθοποιούς σύμφωνα με τις αγιογραφίες του Κόντογλου και τους φωτίζει σαν από φως καντηλιού. Στα δύο χρόνια της λειτουργίας της η «Λαϊκή Σκηνή» θα παρουσιάσει ακόμη τα έργα: «Άλκηστη», «Πλούτος», «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» και τα «Παντρολογήματα».
Το 1938 εγκαταλείπει το Κολέγιο και συνεργάζεται με τους θιάσους της Κυρίας Κατερίνας και της Μαρίκας Κοτοπούλη. Όμως, το όνειρο του ήταν να δημιουργήσει τη δική του μόνιμη, αφοσιωμένη ομάδα, να φτιάξει ηθοποιούς που να βλέπουν το θέατρο ως λειτούργημα και όχι ως επαγγελματική ενασχόληση. Το όνειρό του αυτό έγινε πραγματικότητα το 1942, ιδρύοντας μέσα στο σκοτάδι της γερμανικής κατοχής το Θέατρο Τέχνης.
Στο δωμάτιο μιας αυλής της οδού Ζωοδόχου Πηγής 9 ξεκίνησε τις πρόβες στην «Αγριόπαπια» του Ίψεν, με μαθητές της Σχολής το Β. Διαμαντόπουλο, το Δ. Καλλέργη, τον Π. Ζερβό, τη Β. Μεταξά, την Κ. Λαμπροπούλου και με τον ίδιο σκηνοθέτη και ηθοποιό. Τις παραστάσεις του τις έδινε σε διάφορα θέατρα, κυρίως στο θέατρο Κώστα Μουσούρη και το καλοκαίρι σε διάφορα θερινά που του παραχωρούσαν.
Οι οικονομικές δυσχέρειες τον ανάγκασαν να αναστείλει τις δραστηριότητες του Θεάτρου Τέχνης το 1950. Τότε κλήθηκε να σκηνοθετήσει στο Εθνικό Θέατρο, όπου ανέβασε πέντε έργα: «Ερρίκος Δ'», «Άνθρωποι και ποντίκια», «Οι τρεις αδερφές», «Όνειρο καλοκαιρινής νυκτός», «Ο θείος Βάνιας».
Το 1959 παρουσίασε στο Φεστιβάλ Αθηνών τους «Όρνιθες», στο Ηρώδειο. Η παράσταση διακόπηκε από τις έξαλλες διαμαρτυρίες και τα γιουχαΐσματα του κοινού, ενώ η κυβέρνηση επενέβη δραστικά. Τρία χρόνια αργότερα, στο Φεστιβάλ των Εθνών στο Παρίσι, οι «Όρνιθες» του βέβηλου Κουν μοιράστηκαν το πρώτο βραβείο με το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές.
Παρότι κέρδισε την εκτίμηση και την αποδοχή στην Ευρώπη, ενώ στο τόπο του εισέπραττε την περιφρόνηση και το χλευασμό, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις που του έγιναν για να σκηνοθετήσει στα μεγαλύτερα θέατρα της Ευρώπης και της Αμερικής. Η μοναδική φορά που δέχτηκε ήταν το 1967, που σκηνοθέτησε στο Στράτφορντ «Ρωμαίος και Ιουλιέττα». Η πρόσκληση ήταν από το Βασιλικό Σαιξπηρικό θέατρο της Αγγλίας. Ήταν ο δεύτερος σκηνοθέτης μέσα σε τριάντα χρόνια που τον καλούσαν να σκηνοθετήσει σ' αυτό το θέατρο. Η αγγλική κριτική χαρακτήρισε την παράσταση ως την καλύτερη Σαιξπηρική της τελευταίας δεκαετίας.
Ο Κάρολος Κουν στις πρόβες για την «Ορέστεια»
Η Μεγάλη Πορεία άρχισε από το 1954, οπότε ξανάστησε το θέατρο Τέχνης, στη δική του πια μόνιμη στέγη στο κυκλικό Υπόγειο της Στοάς Ορφέως. Μέσα από το «Υπόγειο των θαυμάτων», κάτω από τη σοφή, εμπνευσμένηκαθοδήγηση του, βγήκαν ηθοποιοί, σκηνοθέτες, συγγραφείς, μουσικοί, σκηνογράφοι. Το ελληνικό θέατρο είναι σπαρμένο με πνευματικά του τέκνα: Διαμαντόπουλος, Χατζηαργύρη, Καλλέργης, Ζερβός, Ζαβιτσιάνου, Λυμπεροπούλου, Φερτής, Μιχαλακόπουλος, Καρακατσάνης, Πιττακή, Κοταμανίδου, Χρυσομάλλης, Αρμένης, Μπάκας, Λαζάνης, Γκιωνάκης, Κουγιουμτζής. Παιδιά του ήταν οι στενοί του συνεργάτες, ο Πλωρίτης, ο Χατζηδάκης, ο Τσαρούχης, ο Σταματίου, ο Σεβαστικόγλου. Δικά του παιδιά είναι και οι περισσότεροι ηθοποιοί του Κυπριακού Θεάτρου.
Το ελληνικό κοινό, χάρη στον Κουν, γνώρισε τα σύγχρονα ξένα θεατρικά ρεύματα, το θέατρο του «Παραλόγου», Ιονέσκο, Μαξ Φρις, Μπέκετ, Άλμπυ, Βάις, Πίντερ, Αραμπάλ, ενώ επανήλθε συχνά στους Ουίλλιαμς, Πιραντέλλο, Τσέχωφ, Μπρεχτ, Μίλλερ, Σαίξπηρ. Πρόβαλε το ελληνικό έργο μέσα από τον Βυζάντιο, Κορομηλά, Καπετανάκη, Ξενόπουλο και δημιούργησε νέους συγγραφείς: τον Καμπανέλλη, την Αναγνωστάκη, τον Κεχαΐδη, τον Σκούρτη, τον Μουρσελλά, τον Αρμένη.
Στη δεκαετία 1974-1983 δημιούργησε για πρώτη φορά και Β' σκηνή, τη «Λαϊκή», που λειτούργησε στο Θέατρο Βεάκη.
Η ερευνά του πάνω στην αναβίωση του Αρχαίου Δράματος θεωρείται από τις εγκυρότερες. Οι παραστάσεις των «Ορνίθων» και των «Περσών» ήταν οριακά γεγονότα στην ιστορία της ερμηνείας του Αρχαίου Δράματος κι έγιναν πρότυπα για τους νεότερους σκηνοθέτες. Ο ίδιος, όμως, ο Κουν έλεγε πως δε φτάνουν δυο ζωές για να ασχοληθεί κανείς σοβαρά με την ερμηνευτική προσέγγιση του Αρχαίου Δράματος.
Το 1980 το θέατρο Τέχνης μπήκε στην Επίδαυρο με τη μεγαλειώδη παράσταση της τριλογίας «Ορέστεια» του Αισχύλου. Με παραστάσεις αρχαίου δράματος όργωσε την Ευρώπη και γύριζε πάντα στην Ελλάδα θριαμβευτής. Στις αρχές του 1985 απέκτησε και δεύτερη θεατρική αίθουσα στην Πλάκα, με τη βοήθεια της Πολιτείας.

Όταν άρχισε να ανασαίνει οικονομικά και να απολαμβάνει τους καρπούς των κόπων 50 χρόνων, η υγεία του είχε πλέον κλονιστεί. Στις 8 Φεβρουαρίου 1987 εισήχθη στο νοσοκομείο «Υγεία» με έντονους πόνους στο στήθος. Άφησε την τελευταία του πνοή το βράδυ της 14ης Φεβρουαρίου, την ώρα ακριβώς που θα δινόταν η πρεμιέρα του έργου «Ο ήχος του όπλου» της Λουλας Αναγνωστάκη, που λίγο καιρό πριν είχε αρχίσει να σκηνοθετεί στο «Υπόγειο», στο Θέατρο Τέχνης.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/115#ixzz407V2Y8J7





























Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Ανδρέας Συγγρός 1830 – 1899




Έλληνας επιχειρηματίας, πολιτικός και εθνικός ευεργέτης. Από τις σημαίνουσες προσωπικότητες του ελληνισμού τον 19ο αιώνα. Εθεωρείτο ο ισχυρότερος άντρας της εποχής του, μετά τον Βασιλιά Γεώργιο Α'.
Ο Ανδρέας Τσιγγρός, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα (Συγγρός είναι εξευγενισμένη μορφή του, που υιοθέτησε αργότερα) γεννήθηκε στη συνοικία Σταυροδρόμι (Πέρα) της Κωνσταντινούπολης στις 12 Οκτωβρίου του 1830 και ήταν γιος του Χιώτη γιατρού Δομένικου Τσιγγρού και της Μονδινής Νομικού. Φοίτησε στην περίφημη σχολή του Θεόφιλου Καΐρη στην Άνδρο και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Ερμούπολη της Σύρου το 1845. Ο πατέρας του επιθυμούσε να τον καμαρώσει γιατρό, αλλά ο νεαρός Συγγρός είχε ακαταμάχητη έφεση για το επιχειρείν.
Αμέσως μετά την αποφοίτησή του άρχισε να εργάζεται ως μαθητευόμενος στο κατάστημα του Χιώτη εμπόρου Θεόδωρου Ροδοκανάκη στην Ερμούπολη και μέσα στον ίδιο χρόνο συνέχισε ως βοηθός λογιστή στο κατάστημα του φίλου του πατέρα του Νικολάου Δαμιανού στην Κωνσταντινούπολη. Ταχύτατα ανέβηκε τα σκαλιά της ιεραρχίας και το 1849 έγινε διευθυντικό στέλεχος της νεοσύστατης εταιρείας Βούρος, Δαμιανός και Σία, η οποία πραγματοποιούσε εισαγωγές και εξαγωγές προϊόντων προς και από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και αργότερα συνεταίρος με τα πρώην αφεντικά του.
Το 1863 άρχισε να ασχολείται με τραπεζιτικές εργασίες και γρήγορα σχημάτισε μία αξιοσέβαστη περιουσία. Τον ίδιο χρόνο δάνεισε το ελληνικό κράτος με 6.000.000 δραχμές. Συνεταιρίστηκε με τον τραπεζίτη Γεώργιο Κορωνιό στην ετερόρρυθμη εταιρεία Συγγρός, Κορωνιός και Σία και το 1867 αποφάσισε να μεταφέρει την έδρα της επιχειρηματικής του δραστηριότητας στην Αθήνα.
Το 1871 παραλίγο να χρεοκοπήσει, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, που προκλήθηκε από τον Γαλλο-Πρωσικό Πόλεμο του 1870-1871 και την κατακόρυφη πτώση των τουρκικών χρεογράφων. Με μια σειρά ριψοκίνδυνων χρηματιστηριακών ελιγμών διέσωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του και μαζί με τους Γεώργιο Κορωνιό, Στέφανο Σκουλούδη και Αντώνιο Βλαστό, ίδρυσε την Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως με έδρα την Κωνσταντινούπολη.
Το 1872 επέστρεψε στην Αθήνα και μαζί με τον Ιωάννη Σκαλτσούνη ίδρυσε τη Γενική Πιστωτική Τράπεζα, ενώ τον επόμενο χρόνο αγόρασε το κτήμα των Ρου-Σερπιέρη στο Λαύριο και ίδρυσε την Ελληνική Λαυρίου. Για να αντιμετωπισθεί η δαπάνη της εξαγοράς της γαλλοϊταλικής μεταλλευτικής εταιρείας προχώρησε σε μετοχοποίησή της. Η διακύμανση της μετοχής ήταν τέτοια, που οδήγησε σε πτώχευση πολλούς επενδυτές που είχαν εμπιστευθεί τις οικονομίες τους στον Συγγρό. Ήταν το πρώτο χρηματιστηριακό σκάνδαλο στην Ελλάδα, σε μια εποχή που δεν υπήρχε χρηματιστήριο στη χώρα μας και οι συναλλαγές γίνονταν στο καφενείο Η Ωραία Ελλάς στην Ομόνοια.
Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και μέρος της Ηπείρου στο Ελληνικό Κράτος (1881), ο Συγγρός μαζί με άλλους κεφαλαιούχους ίδρυσε την Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας, η οποία έδρευε στον Βόλο και είχε το εκδοτικό προνόμιο για τις Νέες Χώρες. Η δραστηριότητά της δεν κράτησε για πολύ, καθώς έπαθε μεγάλες καταστροφές κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897 και δύο χρόνια αργότερα συγχωνεύτηκε με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.
Πιστός στη ρήση του «Άμα μυρισθώ επικερδή επιχείρησιν δεν αντέχω», συμμετείχε σε πλήθος επιχειρηματικών σχημάτων, όπως ο σιδηρόδρομος Αθηνών - Λαυρίου, η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου, η ίδρυση της Πανελληνίου Ατμοπλοΐας, η αποξήρανση της Στυμφαλίας, και η Εταιρεία σιδηροδρόμων Αθηνών - Πειραιώς. Οι τράπεζές του συμμετείχαν στη σύναψη των δανείων του ελληνικού κράτους και λέγεται ότι συνέβαλε στη χρεωκοπία της Ελλάδας το 1893, προκειμένου να αποκτήσει την Εθνική Τράπεζα.
Ο Ανδρέας Συγγρός άφησε εποχή για το φιλανθρωπικό του έργο και αναδείχθηκε σε μέγα εθνικό ευεργέτη. Έχει υπολογισθεί ότι οι δωρεές του ξεπερνούσαν τα 5.000.000 δραχμές, ποσό κολοσσιαίο για την εποχή εκείνη, που τον φέρνει στην πρώτη θέση των Εθνικών Ευεργετών. Για τη φιλανθρωπική του δράση είχε τιμηθεί με τα ανώτατα μετάλλια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Ελλάδας. Ανάμεσα στα έργα που χρηματοδότησε και στις δωρεές του εν ζωή και αιτία θανάτου ξεχωρίζουν:
  • Το λεγόμενο «Κτήμα Συγγρού» μεταξύ Αμαρουσίου και Κηφισιάς.
  • Το Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Παθήσεων «Ανδρέας Συγγρός» στην Αθήνα.
  • Μία πτέρυγα του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» στην Αθήνα.
  • Το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών στην Πλατεία Κοτζιά (έχει κατεδαφιστεί).
  • Οι Φυλακές Συγγρού στην Αθήνα (εκεί που βρίσκονται σήμερα οι εργατικές πολυκατοικίες του Ταύρου) .
  • Τα αρχαιολογικά Μουσεία Δελφών και Ολυμπίας.
  • Το Μέγαρο Συγγρού (Πρόκειται για την οικία του στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, όπου σήμερα στεγάζεται η κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών).
  • Η χρηματοδότηση του εκσυγχρονισμού της οδού Φαλήρου (νυν Λεωφόρος Συγγρού).
Θαυμαστής του Χαρίλαου Τρικούπη, συμπορεύτηκε μαζί του πολιτικά. Εξελέγη βουλευτής Σύρου (1885-1886, 1892-1895), Αττικοβοιωτίας (1890-1892) και Αττικής (1899). Παρά τις προτάσεις που του έγιναν από τον Χαρίλαο Τρικούπη, αρνήθηκε να αναλάβει υπουργικό αξίωμα. Το 1887 εκλέχτηκε δήμαρχος Αθηναίων, αλλά η εκλογή του ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους, επειδή δεν ήταν γραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους.
Ο Ανδρέας Συγγρός πέθανε τις πρώτες πρωινές ώρες της 13ης Φεβρουαρίου του 1899 από καρδιακό επεισόδιο. Την επομένη έγινε η κηδεία του στην Αθήνα και ήταν «πάνδημος, εκτάκτως πολυτελής και πρωτοφανής δια την Ελλάδα», όπως ανέφερε ο Τύπος της εποχής. Στην τελευταία του κατοικία στο Α' Νεκροταφείο τον συνόδευσαν ο Βασιλιάς, σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, το διπλωματικό σώμα και χιλιάδες κόσμου. «Τοσούτον πλήθος ουδέποτε συνώδευσε νεκρόν εν τη νεωτέρα Ελλάδι, αλλά και ουδέποτε η νεωτέρα Ελλάς έσχε τόσω μέγαν νεκρόν να κηδεύση, διότι ‘οι τοιούτοι άνδρες’ όπως προσφυέστατα είπε κάποιος συγγραφεύς δεν είνε απλά άτομα, αλλά “αποτελούν ανθρωπότητας εν σμικρώ”!» έγραψε μια εφημερίδα την επαύριο της κηδείας του. Σε ένδειξη πένθους, τα σχολεία παρέμειναν κλειστά επί τριήμερο, ενώ ματαιώθηκαν οι εκδηλώσεις της Αποκριάς.
Το φιλανθρωπικό έργο του Συγγρού συνέχισε η χήρα του, Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου (1842-1921), με την οποία δεν απέκτησε παιδιά. Το 1908 εκδόθηκαν τα «Απομνημονεύματα» σε τρεις τόμους, με την επιμέλεια του Δημητρίου Βικέλα και του Γεώργιου Δροσίνη.
Η πληθωρική προσωπικότητα του Ανδρέα Συγγρού διχάζει τους ιστορικούς. Ο Σπύρος Μαρκεζίνης γράφει: «Ήτο προικισμένος με τα προσόντα του μεγάλου επιχειρηματίου. Ήτο κυνικός εις τας διαπιστώσεις του, αλλά πάντοτε μέσα στα πράγματα. Και μόνον η επιγραμματική φράσις, με την οποίαν έκρινε τον Τρικούπην, όταν εκήρυξε την πτώχευσιν, αρκεί δια να χαρακτηρίση τον τρόπον του σκέπτεσθαι του ανδρός. Ηρκέσθη να είπη τότε λακωνικότατα, ότι και η πτώχευσις εχει την τέχνην της. Ο Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τον Ανδρέα Συγγρό «μηχανορράφο και επιδέξιο πολιτικάντη», ενώ ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι παρίστανε τον εθνικό ευεργέτη για να εξαγοράσει τις αμαρτίες του.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/791#ixzz401mFAzoZ