Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΩΝ ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ


















 Ο Κρίτων Δηλαβέρης ήταν γιος του βιομήχανου  Ευστάθιου Κρίτωνος Δηλαβέρη.
       Ο Ευστάθιος Δηλαβέρης γεννήθηκε στον Καραβά Κυθήρων το 1855. Νεαρός,  20 ετών, ήρθε στον Πειραιά και έγινε  κοσμηματογράφος  (ζωγραφική οροφής) και   εργολάβος οικοδομών. Το 1888 επιδόθηκε στην ίδρυση του πρώτου στην Ελλάδα εργοστασίου κατασκευής μωσαϊκών πλακών στη διασταύρωση των οδών Χαϊδαρίου και Κάστορος. Μετά από δέκα χρόνια επεκτάθηκε στην κεραμοποιεία με νέα εργοστάσια. Το εργοστάσιο «Ευρωπαϊκών Κεράμων και Μωσαϊκών Πλακών» στην οδό Θηβών, στη  Νίκαια -Παλιά Κοκκινιά λειτούργησε για πρώτη φορά το 1902. Πρόκειται για ένα κτιριακό συγκρότημα το οποίο με απόφαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και του Υπουργείου Πολιτισμού το 2002 (, ΦΕΚ Δ 481/2002 ) κηρύχτηκε διατηρητέο. Την εποχή εκείνη η οικονομική του δύναμη αυξήθηκε εκπληκτικά.
       Με   πλάκες Δηλαβέρη έχουν στρωθεί πολλά δημόσια κτίρια όπως το Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, η Ιερατική Σχολή, η πρώην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, το Νοσοκομείο Παίδων, Το κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στον Πειραιά, το Τζάννειο Νοσοκομείο, η Βασάνειος Ναυτική Σχολή, το Ακταίον στο Φάληρο, το Μουσείο των Δελφών και άλλα.
                                                                                     
       Ο Ευστάθιος Δηλαβέρης αναδείχθηκε δια των δωρεών του τις οποίες έκανε σε φιλανθρωπικά ιδρύματα όπως το Τζάννειο Νοσοκομείο Πειραιά με πτέρυγα που ανήγειρε, το Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο Πειραιά, τον Πειραϊκό Σύνδεσμο και το νησί των Κυθήρων. Ίδρυσε ιατρείο στο Καραβά, βοήθησε χρηματικά στην κατασκευή παρθεναγωγείων, χρηματοδότησε την κατασκευή του δρόμου Καραβά – Αγίας Πελαγίας και ενίσχυσε το Γυμνάσιο Κυθήρων.
         Το 1935 αποφάσισε  να επεκτείνει τις δραστηριότητές του κατασκευάζοντας ένα νέο εργοστάσιο πλίνθο-κεραμοποιίας στη  Λεύκα το οποίο λειτούργησε μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1970, λίγο μετά το θάνατο του  Κρίτωνα [26 Φεβ. 1972].
      Την  1 Οκτ. του 2003 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιριών η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «Κεραμουργική Βιομηχανία ΚΡΙΤΩΝ ΕΥΣΤ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ ΑΕ», με την οποία αποφασίστηκε η λύση της εταιρίας και η θέση της σε εκκαθάριση.
       Πέθανε στον Πειραιά την 1η Αυγούστου 1936.  
                                       
                    Η  καλή  πορεία  συνεχίζεται

     Μετά το θάνατο του Ευσταθίου Δηλαβέρη, τα ηνία των επιχειρήσεων ανέλαβε ο γιος του Κρίτων. Δραστήριος και δυναμικός άνθρωπος σαν τον πατέρα του.
    Εξελέγη βουλευτής Πειραιώς και Νήσων την περίοδο 1946-1950, και συμμετείχε ενεργά σε πολλά σωματεία της εποχής. Υπήρξε πρόεδρος του Ναυτικού Αθλητικού Συνδέσμου στον Πειραιά από το 1948 μέχρι το 1963 και μαζί με τη σύζυγό του Αθηνά, αδελφή της ηθοποιού Κατίνας Παξινού, βοήθησε στην ανάπτυξή του ύστερα από τις καταστροφές που υπέστη επί Γερμανική Κατοχής.

                                                                           
       Όταν πρόεδρος  του Ναυτικού Αθλητικού Συλλόγου (ίδρυση 1929) ήταν ο  Κουβερτάρης, το 1948, ο Κρίτων και η Αθηνά Δηλαβέρη, άρχισαν με μεράκι την  αναστήλωση του Ομίλου. Εχτισαν με δικά τους έξοδα τον όροφο που βρίσκεται μέχρι σήμερα το εντευκτήριο του Ομίλου.
        Ο Κρίτων Δηλαβέρης έγινε και παρέμεινε Πρόεδρος του ΝΑΣ επί 15 συνεχή χρόνια.  
       Διετέλεσε πρόεδρος  του Συνδέσμου Γηγενών Πειραιωτών  ως το θάνατό του, και υπήρξε πρόεδρος του Ροταριανού Ομίλου Πειραιά τα έτη 1952-1954. 
      Ο Κρίτων Δηλαβέρης ήταν ένας ευπατρίδης.  Αυτήν την εντύπωση  σχημάτισα  ευθύς εξ αρχής, απ όταν τον επισκέφτηκα, στο σπίτι στη Λεύκα το 1961. Τότε πρωτοξεκινούσα στη δημοσιογραφία και εργαζόμουν στο ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟ. Με  εντολή του αείμνηστου διευθυντή του Τάσου Χαρβαλιά- σκοτώθηκε λίγο μετά σε τροχαίο ενώ πήγαινε στο Λαύριο-  πήγα να πάρω συνέντευξη από τον Κρίτωνα Δηλαβέρη για τα πολιτιστικά του Πειραιά. Το σπίτι του ήταν πάνω από το εργοστάσιο  λες κι έπρεπε να βρίσκεται πάντα κοντά σ αυτό. Επρεπε να περάσουν χρόνια  για να διαπιστώσω ότι ο άνθρωπος έκανε το φημισμένο εργοστάσιο, κι όχι το εργοστάσιο τον άνθρωπο Δηλαβέρη.   
      Και  πως μπορούσε  να είναι αλλιώς, αφού γεννημένος στον Πειραιά  από πλούσια και αρχοντική οικογένεια, το 1914 πήρε πτυχίο Νομικής. Βιομήχανος-πολιτευτής, εξελέγη βουλευτής Πειραιά τα χρόνια 1935, 1936, 1946. Πρόεδρος του Συνδέσμου Γηγενών Πειραιωτών και όχι μόνο, δώρισε την περιουσία του στον Δήμο Πειραιά.
      Τον Κρίτωνα, ως το 1972 που πέθανε, τον συνάντησα πολλές φορές, σε διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες, και  αποκόμισα τις ίδιες πάντα καλές εντυπώσεις.
      Επρόκειτο για ένα άνθρωπο  πολυσχιδή, όχι τόσο πολυπράγμονα  σε έργα, όσο σε αποφάσεις που σκοπό είχαν να κάνουν με τις  πολύπλευρες κοινωνικές του δράσεις, που κύριος μοχλός ήταν η σύζυγός του Αθηνά -δείτε πιο κάτω  τα σωματεία στα οποία  συμμετείχε.
         Με τον ευπατρίδη Κρίτωνα Δηλαβέρη και τη σύζυγό του Αθηνά συνεργάστηκα τα χρόνια 1965 -1971, ως πρόεδρος ή μέλος διαφόρων συλλόγων του Πειραιά σε θέματα περιβάλλοντος και κοινωνικά.
      Η Αθηνά, αδελφή της Μαρίκας Κοτοπούλη, υπήρξε για τον Κρίτωνα  το υπόλοιπο «είναι» του. Γι αυτό και μετά το θάνατό της το 1970, άρχισε να χάνει το έδαφος  κάτω από τα πόδια  του.
                                                               
       Ο Κρίτων Δηλαβέρης πέθανε το 1972, δύο χρόνια μετά το θάνατο της Αθηνάς χωρίς απογόνους. Ετάφη στον οικογενειακό τάφο στο κοιμητήριο της Ανάστασης.

       
       Το 1986 το οικογενειακό αρχείο  του Κρίτωνος Δηλαβέρη περιήλθε στο Ιστορικό αρχείο του Δήμου. 
       Πρόκειται για ένα αρχείο της οικογένειας Κρίτωνος Δηλαβέρη  και  της κεραμουργικής βιομηχανίας. Αποτελείται από ογκώδεις φακέλους που περιλαμβάνουν  χειρόγραφα, αλληλογραφία, ημερολόγιο, φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά και μηχανολογικά σχέδια, παρτιτούρες και  βιβλία καθώς  επίσης και έγγραφα του συνδέσμου Γηγενών Πειραιωτών και του Ερυθρού Σταυρού. Και φυσικά έχει  πολλά να «μαρτυρήσει».   

                                      Αθηνά  η φιλάνθρωπος

       Η Αθηνά  Δηλαβέρη,  σύζυγος του Κρίτωνα ήταν το τρίτο κορίτσι του αλευροβιομήχανου Βασίλη Κωνσταντόπουλου.  Δεύτερη ήταν η μεγάλη   Κατίνα Παξινού. Η Αθηνά  γεννήθηκε το 1908 στον Πειραιά. Διετέλεσε για πολλά χρό­νια πρόεδρος της Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων Πειραιώς. Ακόμη του ΟΚΦΑ, Ομίλου Κυριών Φίλων Αστυνομίας. Εργάστηκε πολλά χρόνια  δραστήρια σε πολλές άλλες ανθρωπιστικές οργανώσεις
   Συνέβαλε αποφασιστικά στην ίδρυση αναρρωτηρίων, παιδικών συσσιτίων, παιδικών κατασκηνώσεων  καθώς και άλλων κοινωνικών ιδρυμάτων. Διετέλεσε ακόμη πρόεδρος στη Λέσχη Εργαζόμενου Κοριτσιού Πειραιά,στις εκδηλώσεις παρευρίσκετο και ο Ιωάννης Μεταξάς - καθώς και στη  «Φανέλα του Στρατιώτη. Διετέλεσε επίσης  μέλος του Διοικ. Συμβουλίου στο Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο Πειραιώς, στο Εθνικό Συμβούλιο Ελληνίδων, καθώς και σε άλλες οργανώσεις  και  Ιδρύματα στον Πειραιά. Τιμήθηκε με τα   παράσημα: Χρυσούς Σταυρός Ευποιΐας, Χρυσούν μετάλλιον αστυνομικής αξίας, Δίπλωμα μετ' αργυρού μεταλλίου Φανέλας του Στρατιώτου. Απασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την αγγειοπλαστική και τη μουσική. Μιλούσε τη γαλλική, τη γερμανική και την αγγλική γλώσσα. Πέθανε   26 Ιανουαρίου1970  σε ηλικία μόλις 62 ετών.

                       Η ζωγράφος  Βαρβάρα Κωνσταντοπούλου

      Ή ζωγράφος  Βαρβάρα Κωνταντοπούλου ήταν το πρώτο παιδί του Β. Κωνσταντόπουλου. Γεννήθηκε στον  Πειραιά και σπούδασε  στην Αγγλία φωνητική μουσική. Έπαιζε με άνεση βιολί, πιάνο, και είχε μεγάλο ταλέντο ατό τραγούδι — ή καλλίτερη ερμηνεύτρια της μουσι­κής Βάγκνερ. Εκθέσεις  ζωγραφικής —καλή ζωγράφος— οργάνωσε στο Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Αθήνα, Πειραιά (1958)  και αλλού.
    Πέθανε ξαφνικά στο Λονδίνο από συγκοπή στις  10 Αυγούστου 1961. Ξεχώρισε σαν ζωγράφος. Αναμνηστική  έκθεσή της οργανώθηκε  από 5 - 30 Νοεμβρί­ου 1962  με την επιμέλεια του  Γιάννη  Τσαρούχη. Έργα της   υπάρχουν σε   πολλές συλλογές  στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

                                            Τελευταία  η ποιήτρια

      Η  Μαρία Ράλλη   ( φωτο  από το ΕΚΒ) ήταν η  τελευταία από τις αδελφές της. Είχε γεννηθεί  στον Πειραιά  το 1912 και διακρίθηκε  ως ποιήτρια και πεζογράφος. Παντρεύτηκε τον  πολιτικό και  υπουργό Περικλή Ράλλη, που πέθανε το 1945. Έκτος  από την καθαρά λογοτεχνική προσφορά της, ανέπτυξε αξιόλογη δραστηριότητα  για την προαγωγή της πνευματικής και  καλλιτεχνικής  ζωής. Διετέλεσε επί 20 περίπου χρόνια γεν. γραμματεύς της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών καθώς και μέλος   του  Διοικ. Συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
        Το λογοτεχνικό της έργο, σημαντικό σε   όγκο,   στάθηκε   και ποιοτικά  αξιόλογο. Για τη συλλογή  διηγημάτων  της «Από το ένα ατό άλλο». τιμήθηκε το '65 με το Α' Κρατικό Βραβείο Διηγήματος. Τύπωσε επίσης τα βιβλία (ποιητικές συλλογές, πεζογραφήματα,  ταξιδιωτικά  χρονικά κλπ.) «Γυναικεία λόγια» (1632) , «Εξομολογήσεις» (1934), «Στίχοι»   (1938), «Λόγια σε νεκρό»   (1943), «Μια γαλάζια γυναίκα»   (1944), « Ο καλύτερος που δεν ήτανε» (1944),  « Για μια ζωγραφιά και για ένα σκύλο»  ( 1945) ,  «Ένα κούκος σωπαίνει τη νύχτα» (1956). «Δρομολόγια και καθυστερήσεις» (1956) , «Περίπατοι στην Γερ­μανία» (1956) , «Εσωτερική γραφή» (1970) κ.α.
      Πέθανε στις 3   Ιανουαρίου του   1976.   Κηδεύτηκε   στο   Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Την  αποχαιρέτησε ο πρώην πρωθυπουργός  Π. Κανελλόπουλος.

                                          Κτίρια προς αξιοποίηση

      Σήμερα υπάρχουν δύο συγκροτήματα για αξιοποίηση. Της Λεύκας από τον Δήμο Πειραιά, και της Νίκαιας  από το Υπουργείο πολιτισμού.
      Για το κτίριο της Λεύκας ο νέος δήμαρχος κ. Βασίλης Μιχαλολιάκος δήλωσε ότι θα αξιοποιηθεί.







Η τετράς του Πειραιά






Ο Μάρκος Βαμβακάρης ήρθε από τη Σύρο, ο Ανέστης Δελιάς από τη Σμύρνη, ο Στράτος Παγιουμτζής από το Αϊβαλί και ο Γιώργος Μπάτης από τα Μέθανα.


Είχαν διαφορετικές ηλικίες, διαφορετική καταγωγή, τους ένωνε όμως η μουσική, το τραγούδι, η αγάπη για το αυθεντικό. Συναντήθηκαν γύρω στο '30, στα καφενεία και στις γειτονιές του Πειραιά. Ηταν τότε που ο νεαρός 29χρονος Μάρκος τούς καλεί να δουλέψουν παρέα, να φτιάξουν τραγούδια και να κάνουν μαζί εμφανίσεις.

Ετσι γεννιέται η «Τετράς του Πειραιά». Ενα μουσικό σχήμα που άλλαξε το τραγούδι. Ο Γιώργος Μπάτης κόντευε τα 50, ο Στράτος Παγιουμτζής τα 30 και ο Ανέστης Δελιάς, ο μικρότερος της παρέας, τα 22 του χρόνια. Η συνεργασία τους γέννησε το Πειραιώτικο Ρεμπέτικο.

Ογδόντα χρόνια μετά, η μουσική παράσταση «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» θυμάται μουσικές και τραγούδια που έμειναν αθάνατα. Η ιδέα και η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι της Λίνας Νικολακοπούλου, το εγχείρημα πραγματοποιείται με τη χορηγία του ΟΛΠ και αποτελεί την πρώτη συνεργασία του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και του Ελληνικού Φεστιβάλ.

Η ιστορία της «Τετράδος» ξεκινά κάπου το καλοκαίρι του 1934, χρόνια ταραγμένα τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά -με την Ελλάδα σε πτώχευση από το 1932. Η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» κουρδίζει μπουζούκια, μπαγλαμάδες και φωνές και ερμηνεύει μερικά από τα ομορφότερα τραγούδια του ρεμπέτικου. Στη Μάντρα του Σαραντόπουλου, κοντά σην Ανάσταση στη Δραπετσώνα, οι Μάρκος Βαμβακάρης, Γιώργος Μπάτης, Στράτος Παγιουμτζής και Ανέστης Δελιάς φτιάχνουν την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία, που σύντομα θα άλλαζε τη φυσιογνωμία του ελληνικού τραγουδιού.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης ήταν ο εμπνευστής της και ο Γιώργος Μπάτης εκείνος που τη βάφτισε με το λαμπερό καθαρευουσιάνικο τίτλο «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς».


Ενα πρωτοποριακό για την εποχή του μουσικό σχήμα γεννιέται και μαζί του όμορφα τραγούδια, που μιλούσαν για τον έρωτα, τη φτώχεια, τον καημό, την απελπισία. Για τη ζωή σε καιρούς δύσκολους.


Συναντιούνται σε καφενεία και ταβερνεία της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά, κατεβαίνουν στα βράχια της Πειραϊκής κι ερμηνεύουν τραγούδια αληθινά, που καθιερώθηκαν ως πειραιώτικα ρεμπέτικα τραγούδια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε έρθει στον Πειραιά το 1917 από τη Σύρα κι έμενε αρχικά στα Ταμπούρια. Επιασε δουλειά στο λιμάνι σαν γαιανθρακεργάτης, μετά λιμενεργάτης και στη συνέχεια, εκδορέας στα σφαγεία του Πειραιά και της Αθήνας.

Το 1924 πρωτάκουσε μπουζούκι κι έβαλε τα δυνατά του να γίνει ο πρώτος παίκτης. Εως το 1933 είχε γράψει πάνω από 50 τραγούδια,

Ο Στράτος Παγιουμτζής, γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, εγκαταστάθηκε στον Πειραιά πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Από μικρός κι αυτός στο μεροκάματο. Ηταν ο βασικός τραγουδιστής τής κομπανίας κι έλεγαν γι' αυτόν ότι «στο λαιμό του είχε φωλιές από αηδόνια».

Ο Ανέστης Δελιάς, γεννημένος στη Σμύρνη, ήρθε στην Ελλάδα το 1920 και εγκαταστάθηκε στη Δραπετσώνα. Γιος του Παναγιώτη Δέλιου, σαντουρίστα φημισμένου σε όλη τη Μικρά Ασία, στα 17 του χρόνια έπαιζε κιθάρα. Μπουζούκι έπιασε στα χέρια του το 1930 με την προτροπή του Μάρκου.

Ο Γιώργος Μπάτης γεννημένος, άλλοι λένε το 1885 κι άλλοι το 1890, στα Παλαιά Λουτρά Μεθάνων, ήρθε στον Πειραιά 8 χρόνων. Το 1908 στρατεύτηκε και υπηρέτησε ώς... το 1920: από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων», το 1912, ώς τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Εμαθε μπαγλαμά στις στρατιωτικές φυλακές όπου τον έκλειναν τακτικά γιατί λιποτακτούσε. Επαιζε και τραγουδούσε σε τεκέδες και ταβερνάκια του Πειραιά.


Το 1925 άνοιξε το πρώτο του χοροδιδασκαλείο «Κάρμεν»», στη Δραπετσώνα, και το 1931 ένα καφενείο-τεκέ, το «Ζωρζ Μπατέ», στα Λεμονάδικα του Καραϊσκάκη (Ακτή Τζελέπη), όπου σύχναζαν όλοι οι μάγκες της εποχής. Ηταν η γέφυρα μεταξύ της παλαιότερης και της νέας γενιάς του Πειραιώτικου Ρεμπέτικου.
























Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος 1909 – 1990




Γιάννης Ρίτσος




Σπουδαίος και πολυγραφότατος έλληνας ποιητής, με διεθνή απήχηση, που ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ‘30. Ο «Επιτάφιος», η «Ρωμιοσύνη» και η «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» είναι τρία από τα πιο γνωστά έργα του. Το 1975 προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909. Ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του μεγαλοκτηματία Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας  Βουζουναρά. Τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν η Νίνα (1898-1970), ο Μίμης (1899-1921) και η Λούλα (1908- 1995).

Το 1919 αποφοίτησε από το Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο Γυμνάσιο του Γυθείου. Την ίδια χρονιά πέθαναν ο αδερφός του Μίμης και η μητέρα του Ελευθερία, και οι δύο από φυματίωση. Το 1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Όραμα».

Το 1925 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο και έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα. Είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του κι έτσι ο ποιητής αναγκάστηκε να εργαστεί για τα προς το ζην, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα. Το 1926 προσβλήθηκε και ο ίδιος από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά ως το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, οπότε γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς να μπορέσει ποτέ να φοιτήσει. Συνέχισε να εργάζεται ως βοηθός βιβλιοθηκαρίου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας.

Τον Ιανουάριο του 1927 νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και τον επόμενο μήνα στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια. Στη «Σωτηρία» ο Ρίτσος γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του, ενώ παράλληλα έγραψε κάποια ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός». Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο έζησε στα Χανιά, αρχικά στο φθισιατρείο της Καψαλώνας και μετά από προσωπική του καταγγελία των άθλιων συνθηκών ζωής που επικρατούσαν εκεί σε τοπική εφημερίδα, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης.

Τον Οκτώβριο του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα κι ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης. Εκεί σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις. Η υγεία του βελτιώθηκε σταδιακά, το ίδιο και τα οικονομικά του με τη βοήθεια της αδερφής του Λούλας, που είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική. Τον επόμενο χρόνο, ο πατέρας του μπήκε στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί (όπου πέθανε το 1938) και πέντε χρόνια αργότερα τον ακολούθησε η Λούλα, η οποία πήρε εξιτήριο το 1939.

Το 1933 συνεργάστηκε με το αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» και για τέσσερα χρόνια ως ηθοποιός με τους θιάσους Ζωζώς Νταλμάς, Ριτσιάρδη, Παπαϊωάννου και Μακέδου. Το 1934 άρχισε να αρθρογραφεί από τις στήλες του Ριζοσπάστη κι εξέδωσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» με το ψευδώνυμο Σοστίρ (αναγραμματισμό του επιθέτου του). Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του. Το 1935 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Πυραμίδες» και προσλαμβάνεται ως επιμελητής κειμένων στις εκδόσεις «Γκοβόστη».

Στις 9 Μαΐου 1936 γίνονται στη Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές, κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας. Την επομένη, ο Ρίτσος βλέπει στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον «Επιτάφιο», που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα. Με τη δικτατορία Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία 250 καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.

Το 1937 νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πάρνηθας και τον ίδιο χρόνο, συγκλονισμένος από την αρρώστια της πολυαγαπημένης του αδελφής Λούλας, γράφει την ποιητική σύνθεση «Το τραγούδι της αδελφής μου», ένα από τα ωραιότερα λυρικά της νεοελληνικής ποίησης. Ο Κωστής Παλαμάς, εντυπωσιασμένος από το ποίημα, έγραψε τους στίχους - εγκώμιο για τον Ρίτσο:

Γρήγορο αργοφλοίβισμα της γαλάζιας πλάσης
Να παραμερίσουμε για να περάσης.
Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και προσλαμβάνεται στο Εθνικό Θέατρο. Δύο χρόνια αργότερα, εκδίδει την «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» και προσλαμβάνεται ως χορευτής στη Λυρική Σκηνή.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942. Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στα «Δεκεμβριανά» ακολούθησε τις δυνάμεις του στη σύμπτυξη. Περνά από τη Λαμία, όπου συναντά τον Άρη Βελουχιώτη και φθάνει μέχρι την Κοζάνη, όπου ανεβάστηκε το θεατρικό του «Η Αθήνα στ’ άρματα». Το 1945 γράφει τη «Ρωμιοσύνη», ένα ακόμη δημοφιλές ποίημά του, που το μελοποίησε το 1966 ο Μίκης Θεοδωράκης.

Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε λόγω της αριστερής δράσης του στο Κοντοπούλι της Λήμνου (1948), στη Μακρόνησο (1949) και στον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Έρη (1955). Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Όταν το διάβασε ο σπουδαίος γάλλος ποιητής και συγγραφέας Λουί Αραγκόν (1897-1982) αισθάνθηκε «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας» και αποφάνθηκε πως ο δημιουργός του είναι «ο μεγαλύτερος από τους ποιητές του καιρού μας που βρίσκονται στη ζωή».

Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τον «Επιτάφιο» και σηματοδότησε την περίοδο της διάδοσης της μεγάλης ποίησης στο πλατύ κοινό. Το 1962 ο Ρίτσος επισκέφθηκε τη Ρουμανία και συναντήθηκε με το Ναζίμ Χικμέτ, του οποίου μετέφρασε ποίηματα στα ελληνικά. Κατόπιν πήγε στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπου ολοκλήρωσε την Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, την Ουγγαρία και τη Λ. Δ. της Γερμανίας. Το 1964 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές με την ΕΔΑ.

Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, οι φίλοι του τον ειδοποίησαν να κρυφτεί, εκείνος όμως δεν έφυγε από το σπίτι του. Τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Στα τέλη Απριλίου μεταφέρθηκε στη Γυάρο και αργότερα στο Παρθένι της Λέρου. Το 1968 νοσηλεύθηκε στον «Άγιο Σάββα» και στη συνέχεια τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του στο Καρλόβασι της Σάμου. Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, μετά όμως από άρνησή του να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου εξορίστηκε εκ νέου στη Σάμο ως το τέλος του χρόνου που μπήκε για εγχείρηση στη Γενική Κλινική Αθηνών. Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα, όπου συνέχισε να γράφει με πυρετώδεις ρυθμούς. Το 1975 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το μεγάλο γαλλικό βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινί». Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το βραβείο «Λένιν» στη Μόσχα. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια αναγορεύσεις του σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια: Μπίρμιγχαμ (1978), Καρλ Μαρξ της Λειψίας (1984) και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1987). Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ.

Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από τη ζωή στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές. Ενταφιάστηκε τρεις μέρες αργότερα στη γενέτειρά του Μονεμβασιά.

Το κύριο σώμα του έργου του συγκροτούν πάνω από 100 ποιητικές συλλογές, 9 πεζογραφήματα και 4 θεατρικά έργα. Οι μελέτες για ομοτέχνους του, οι πολυάριθμες μεταφράσεις και χρονογραφήματα, καθώς και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν την εικόνα του χαλκέντερου δημιουργού.

 Περί Πηγών...

 ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Δημόσιο Πάρκο
Διείσδυση
Επαναστάτες
Επιτάφιος (Απόσπασμα)
Επιτέλους
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος
Ο Ωραίος Δραπέτης
Παραπλανητικό
Προσέγγιση
Τ' Άσπρα Βότσαλα
Τα παιδιά της ΚΝΕ
Το Αδιάβατο
Υαλουργεία
Χώρος Απορριμάτων


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/1065#ixzz3rAJ1G1Bb

















Γιοβάν Τσαούς (πραγματικό όνομα, Γιάννης Εϊτζιρίδης ή Ετσιρείδης, 1893 – 1942)
















O Γιοβάν Τσαούς (πραγματικό όνομα, Γιάννης Εϊτζιρίδης ή Ετσιρείδης, 1893 – 1942) ήταν Έλληνας λαϊκός συνθέτης ρεμπέτικων τραγουδιών, ο οποίος άφησε πίσω του περιορισμένο ηχογραφημένο έργο.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Γιοβάν (Ιωάννης) Εϊτζηρίδης ήταν ποντιακής καταγωγής. Γεννήθηκε στην Κασταμονή του Πόντου το 1893. Υπηρέτησε στον οθωμανικό στρατό ως «τσαούς» (çavuş = λοχίας) από το οποίο και έμεινε το προσωνύμιο. Στην Τουρκία ήταν γνωστός μουσικός και λέγεται ότι έπαιξε ακόμα και στην αυλή του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β'. Μετά το άδοξο, για τους Έλληνες, τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας και την ανταλλαγή πληθυσμών, ο Τσαούς ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε αρχικά στον Πειραιά όπου διατηρούσε διώροφο σπίτι στο ισόγειο του οποίου λειτουργούσε ο ίδιος ραφείο και στη συνέχεια το μετέτρεψε σε ποτοπωλείο (ουζερί). Το 1937 μετακόμισε στην Κοκκινιά όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του. Πέθανε το 1942 από δηλητηρίαση (δηλητηριάστηκαν με τη σύζυγό του από ακατάλληλη τροφή, λόγω της πείνας στη γερμανική κατοχή).

Ο Γιοβάν Τσαούς ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος μουσικός. Έπαιζε πιάνο, βιολί, τζουρά, σάζ, ούτι, μπουζούκι, μπαγλαμά και ταμπουρά και έγραφε στίχους. Δεν ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική αλλά δίδασκε μπουζούκι. Μαθητές του ήταν πολλοί γνωστοί δεξιοτέχνες της εποχής, ανάμεσά του και ο Γιάννης Παπαϊωάννου.

Στο βιβλίο "Ρεμπέτικη Ιστορία 1-Περπινιάδης, Γενίτσαρης, Μάθεσης, Λελάκης (ο στιχουργός)" του Κ. Χατζηδουλή, (εκδόσεις Νεφέλη, 1978), στη σελ. 15 διηγείται ο Στελλάκης Περπινιάδης:

.....O Γιοβάν Τσαούς ήξερε όλους τους δρόμους. Τους δρόμους όλους τους ξέρουν μόνο αυτοί που παίζουν κανονάκι, γι' αυτό και ο Τσαούς είχε στο μπουζούκι του ταστιέρα από κανονάκι. Όποιος έπιασε αυτό το μπουζούκι για να παίξει το παράτησε αμέσως. Κανείς δεν μπορούσε να παίξει. Μια φορά το πήρε στα χέρια του ο Μάρκος ο Βαμβακάρης αλλά γρήγορα το παράτησε. Αλλά τι να παίξει ο Μάρκος από το μπουζούκι του Γιοβάν Τσαούς που ήταν αλλόκοτο;......
Η συμβολή του Γιοβάν Τσαούς στη δημιουργία και εξέλιξη του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού είναι πολύ μεγάλη διότι άνοιξε νέους δρόμους, μετέδωσε τις γνώσεις του και επηρέασε τους υπόλοιπους μουσικούς, συνθέτες και δημιουργτης εποχής του.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι ηχογραφήσεις του Γιοβάν Τσαούς έγιναν την περίοδο 1935-1937. Ο Τσαούς φέρεται να έχει ηχογραφήσει μόνο 12 δικά του τραγούδια με τις φωνές του Αντώνη Καλυβόπουλου και του Στελλάκη Περπινιάδη.

Ανάμεσα σε αυτά γνωστότερο είναι ίσως το «Πέντε μάγκες στον Περαία», τραγούδι με πρωτόγνωρα για το ρεμπέτικο σουίνγκ στοιχεία[εκκρεμεί παραπομπή].

Τα υπόλοιπα τραγούδια του Γιοβάν Τσαούς φέρονται να είναι τα «Βλάμισσα», «Διαμάντω αλανιάρα», «Γιοβάν Τσαούς», «Γελασμένος», «Παραπονιούνται οι μάγκες» , «Κατάδικος», «Μάγκισσα», «Σε μια μικρούλα», «Η Ελένη η ζωντοχήρα», «Ο πρεζάκιας» και το δημοτικοφανές «Δροσάτη Πελοπόννησος».

Λέγεται ότι τους στίχους κάποιων τραγουδιών του δεν τους έγραφε ο ίδιος αλλά η γυναίκα του, Αικατερίνη Χαρμουτζή.

Όπως πολλοί συνθέτες της εποχής (Βαγγέλης Παπάζογλου, Ανέστος Δελιάς, Γιώργος Μπάτης και άλλοι), σταμάτησε να ηχογραφεί το 1937 επειδή αρνείτο να δεχτεί να υποβάλλονται τα έργα του σε λογοκρισία την οποία επέβαλε το καθεστώς του Μεταξά[



Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Νίκος Μάθεσης 1907 - 1975































Ο Νίκος Μάθεσης ο Τρελάκιας (1907-1975) αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στο χώρο του ρεμπέτικου τραγουδιού. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους στιχουργούς του με σημαντική προσφορά, ενώ η καλλιτεχνική αξία του, σύμφωνα με τους ρεμπετολόγους, είναι μεγάλη. Παράλληλα όμως υπήρξε και μια προσωπικότητα μοναδική και προκλητική που έζησε κι έδρασε, πέρα από τα όρια και τις κοινωνικές συμβάσεις, στους ημιπαράνομους χώρους του Πειραιά και στο γκέτο της Δραπετσώνας. Εκεί επιβλήθηκε κι έγινε ένα ξεχωριστό πρόσωπο που έγραψε ιστορία στην εποχή του, στην πιάτσα του Πειραιά, στον υπόκοσμο και στον κόσμο των ρεμπέτηδων.
Νίκος Μάθεσης: Πορτρέτο (1969)
Νίκος Μάθεσης: Πορτρέτο (1969)
Η μυθιστορηματική ζωή του ξεκινά από τη Σαλαμίνα, στην οποία γεννήθηκε το 1907. Γύρω στα 1916-1917 εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στον Πειραιά, στον Άγιο Νικόλαο στο Τελωνείο. Ο πατέρας του, ο Γιώργος Μάθεσης, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ιχθυέμπορους στην Κεντρική Ιχθυαγορά του Πειραιά. Το 1922 ο Ν. Μάθεσης, σε ηλικία 15 ετών, βρέθηκε στην ψαραγορά κι από ‘κεί, όπου μεγάλωσε κι ανδρώθηκε, μπήκε, αργότερα, στην πιάτσα του Πειραιά.

Σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο προσπάθησε να γίνει από τους πρώτους και καλύτερους μάγκες. Ήθελε να γίνει πρωτοπαλίκαρο και άρχισε να κάνει κατορθώματα πάνω στη μαγκιά και το νταηλίκι. Όλοι οι κουτσαβάκηδες κι οι νταήδες προπολεμικά τον υπολόγιζαν. Νόμος του ο νόμος της μαγκιάς. Ήταν πασίγνωστος. Μόλις έλεγε Νίκος Τρελάκιας, τον γνωρίζανε και οι πέτρες. Το 1938 μάλιστα έκανε και φόνο, όπου, βρισκόμενος σε άμυνα, σκότωσε τον Στρίγκλα, τον μάγκα και το φόβητρο της Φρεαττύδας.
Στη δισκογραφία του ρεμπέτικου μπήκε νωρίς, από το 1930, σαν ένας από τους πρώτους στιχουργούς του. Ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια («Μες στου Νικήτα τον τεκέ» και «Ο γεωργός») με τον Γιώργο Παπασιδέρη και συνεργάστηκε με όλους τους γνωστούς συνθέτες της περιόδου 1930-1939, Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη ή Ογδόντα, Δημήτρη Μπαρούση ή Μπαρού ή Λορέντζο, Μανόλη Χρυσαφάκη ή Φυστιξή, Γιώργο Μπάτη, Πέτρο Κυριακού, Ανέστη Δελιά ή Αρτέμη και φυσικά τον Στελλάκη Περπινιάδη(1934) με, το πασίγνωστο χασάπικο, τη θρυλική «Γάτα»:

Έδιωξα κι εγώ μια γάτα / πού’ χε γαλανά τα μάτια
σαν κοιμόμουνα τη νύχτα / μου’ χωνε βαθιά τα νύχια…
Τραγούδια του τραγούδησε και η υπέροχη και ανεπανάληπτη Ρόζα Εσκενάζυ. Τα τραγούδια του είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά εκείνης της περιόδου και σαν στιχουργός κατατάσσεται στους πρωτοπόρους του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού με ουσιώδη προσφορά στην ανάπτυξή του εκείνα τα χρόνια.
Στα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Σταύρο Τζουανάκο και με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Το τραγούδι τους «Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά» ήταν από τις πιο μεγάλες επιτυχίες της εποχής(1950), ένα κλασικό ζεϊμπέκικο που παίζεται και τραγουδιέται μέχρι τις μέρες μας :

Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά / για τόχες παρακάνει
και στο Χατζηκυριάκειο, άμυαλη / άρχισες το σεργιάνι…

Τελευταίο του τραγούδι (ανέκδοτο) που ηχογραφήθηκε, μετά το θάνατό του, είναι το «Ένας λεβέντης έσβησε» (γραμμένο για το θάνατο του Άρη Βελουχιώτη) με τον Γιώργο Νταλάρα στο δίσκο «Τα ρεμπέτικα της κατοχής» (1980).
Ο Νίκος Μάθεσης έχει κατακτήσει, άξια κι αδιαμφισβήτητα, την πρωταγωνιστική του θέση στην ρεμπέτικη ιστορία. Αποτελεί μοναδική περίπτωση πληρότητας και αυθεντικότητας, όπου λόγος και έργο ταυτίζονται στα πλαίσια ενός βίου ακραίου, προκλητικού, αλλά, συνάμα, και δημιουργικού. Πριν λίγα χρόνια κυκλοφόρησε το βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Να συλληφθεί το ντουμάνι» (εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2004). Πρόκειται για μια σημαντική έρευνα, στην οποία συγκεντρώνονται συνεντεύξεις που ο Λ. Παπαδόπουλος είχε πάρει, το 1972,από παλιούς ρεμπέτες και τεκετζήδες.
Ο Μάθεσης έχει τη δική του ξεχωριστή θέση στο βιβλίο, όχι μόνο λόγω της συνέντευξής του που περιέχεται σ’ αυτό, αλλά και γιατί είναι, άθελά του, αυτός που έδωσε και τον τίτλο του! Περιγράφει με τον χαρακτηριστικό λόγο του όλο το σκηνικό τεκές – τεκετζήδες – χασικλήδες – αστυνομία και καταλήγει αναφερόμενος στις εφόδους της αστυνομίας στους τεκέδες : «…Εν τω μεταξύ, με το μπραφ, έχουνε τσιλιαδόρους αυτοί। Χανότανε ο αργιλές। Ε, το ντουμάνι… Πάρε το ντουμάνι να το συλλάβεις! Και καν’ του μήνυση. Κατάλαβες;». Το κατάλαβε βέβαια ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και είχε έτοιμο φυσικά και τον τίτλο του βιβλίου του, «Να συλληφθεί το ντουμάνι», χάρη στην άμεση κι αυθεντική αφήγηση του Μάθεση, ενός δημιουργού που, τριάντα πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, ο λόγος του και το έργο του παραμένουν πάντα διαχρονικά.




Μεγάλωσα στον Περαία. Καθόμασταν στον Άγιο Νικόλαο, στο Τελωνείο. Ο πατέρας μου ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ιχθυέμπορους στην Αγορά του Περαία. Είχε πάγκο στην Κεντρική Ιχθυαγορά. Εμένα μου άρεσαν τα γράμματα και η ζωγραφική κι από πιτσιρικάς ζωγράφιζα, έκανα σχέδια κι έγραφα στίχους. Όμως ο πατέρας μου δεν μ’ άφησε να τελειώσω το Γυμνάσιο. Μ’ έβγαλε και με πήρε μαζί του στην Αγορά λέγοντάς μου : «Εδώ είναι το ψωμί, οι ζωγράφοι πεινάνε»!
Σε ηλικία 15 χρονών, στις αρχές της δεκαετίας του’20, βρέθηκα στην ψαραγορά, μέσα σε μια Βαβυλωνία κακοποιών, που το λόγο είχε το δίκοπο μαχαίρι για ψύλλου πήδημα. Απ’ όλα είχε ο μπαξές, χασάπηδες, μανάβηδες, ψαράδες, βαρκάρηδες, αμαξάδες, χασισοπότες και νταήδες. Βρέθηκα σε μια κόλαση, μέσα στο βούρκο της Αγοράς.
Τότες ο Περαίας ήταν πολύ άγριος. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα, Τρούμπα και Τσελέπη ήταν στην ημερησία διάταξη. Όσο για τεκέδες, ήταν γεμάτος, στην Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλα, Γύφτικα, Χατζηκυριάκειο και στην Τρούμπα. Κι όσο πιο πέρα πήγαινες, προς Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. Ζάρια μες στο δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του ’δινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε τη δίκοπη επιδειχτικά να την δει! Ο Περαίας τότε είχε και έφιππη χωροφυλακή. Χαμαιτυπεία είχε μόνο τα Βούρλα που μετά έγιναν φυλακές. Εκεί οι γυναίκες δε βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον τρόπο τους και πηδάγανε τα μεσάνυχτα μέσα παρ’ όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι. Αλλά καμία δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια ήταν οι γυναίκες. Η ίδια η γυναίκα που για χάρη της είχε εγκληματήσει κάποιος ήταν υποχρεωμένη να τον συντηρεί μέχρι να βγει από τη φυλακή. Δε μπορούσε να κάνει αλλιώς γιατί θα την σκότωναν οι φίλοι του. Όταν όμως ο εγκληματίας αγαπητικός έβγαινε από την φυλακή, η πρώτη του δουλειά ήταν να την στεφανωθεί, απαραίτητος κανών. Και για τον σκυλόμαγκα ο άγραφος νόμος ήταν σκληρός!

 Τη δεκαετία του’30 η Δραπετσώνα ήταν γκέτο, όχι όπως σήμερα που ’χει γίνει Κολωνάκι! Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα στέκια της μαγκιάς. Σύχναζαν εκεί στους τεκέδες και στα μπουρδέλα των Βούρλων άνθρωποι από κάθε καρυδιάς καρύδι. Τα Βούρλα είχανε 500 πουτάνες και συχνάζανε εκεί όλοι αυτοί του σιναφιού αυτουνού. Είχα γνωρίσει μια πουτάνα των Βούρλων, που έμενε στα Καρβουνιάρικα, τη Λούση. Αυτοκτόνησε αυτή το ’33, ήτανε μαστουρωμένη και μαχαιρώθηκε, σφάχτηκε μόνη της. Αυτή ήταν η Δραπετσώνα, παράγκες, τεκέδες, εμπόριο ναρκωτικών στο φόρτε, μπουρδέλα, αγαπητικοί, κακοποιοί, λαθρέμποροι, μάγκες, νταήδες, μπερμπάντηδες, πρεζάκηδες, χασικλήδες, μαχαιροβγάλτες, σκυλόμαγκες, ντερβισόπαιδα, αποφάγια μάγκες. Η Ασφάλεια γύριζε μέρα νύχτα και κάθε τόσο έκανε μπλόκο. Τα χρόνια αυτά ήταν φωτιά, για πέντε δεκάρες σκότωναν, έτσι από αγαπητιλίκι ή μαγκιά. Από μικρός, ήμουνα και λιγάκι ζωηρός, μπήκα στην πιάτσα του Περαία. Τότε ήταν η εποχή των κουτσαβάκηδων και των νταήδων. Υπήρχαν οι τεκέδες, που ήταν κρυφοί με κλειστή την πόρτα.
Έμπαινες και χτυπούσες συνθηματικά και ο τεκετζής σε ’βλεπε από κάποια τρύπα της πόρτας. Υπήρχαν και τα καταγώγια που είχαν άδεια καφενείου. Σε κάθε καταγώγιο και σε κάθε συνοικιακό καφενείο ήταν κρεμασμένα 3-4 μπουζούκια και μπαγλαμάδες για το σκυλολόι που σύχναζε εκεί. Σ’ αυτά τα καφενεία δεν σταματούσε, νύχτα-μέρα, το μπουζούκι από κοπρόμαγκες, σκυλόμαγκες, μοσχόμαγκες της φυλακής και τους γνήσιους μάγκες, ανθρώπους της τούφας που το ’χαν μάθει στο σχολείο, τη φυλακή δηλαδή. Άκουγες πάντα ωραία ταξίμια μάγκικα και τραγούδια μόρτικα της φυλακής. Μπερδευότανε το κελάηδισμα του μπουζουκιού με την μυρωδιά της ταλμίρας από το ναργιλέ και το τσιγαριλίκι. Για να έμπαινες βέβαια εκεί έπρεπε να ήσουν μούτρο, δηλαδή να ήσουν παιδί του κουρμπετιού και να είχες εγκληματήσει απαραιτήτως!
 Σ’ αυτόν τον κόσμο μπήκα κι εγώ και προσπάθησα να γίνω από τους πρώτους και καλύτερους μάγκες. Ήθελα να γίνω πρωτοπαλίκαρο κι άρχισα να κάνω κατορθώματα πάνω στη μαγκιά και στο νταηλίκι. Όλοι οι κουτσαβάκηδες και οι νταήδες με υπολόγιζαν. Είχα γίνει πασίγνωστος, με γνωρίζανε κι οι πέτρες και δεν ήμουν μαχαλόμαγκας. Πήγαινα και στις άλλες περιοχές, στα λημέρια που είχαν οι άλλοι μάγκες και τα ’βαζα μαζί τους! Νόμος μου ήταν ο νόμος της μαγκιάς. Γιατί εμείς είχαμε τους δικούς μας νόμους, δικιά μας ταρίφα. Δεν υπολογίζαμε ούτε Θεό και πιο πολύ τους μπάτσους, δεν τους γουστάρω τους μπάτσους. Αυτό που γουστάραμε το κάναμε χωρίς να δίνουμε λογαριασμό σε κανέναν. Δε σύχναζα όμως στα χαμαιτυπεία και κάτι τέτοια, ούτε έκανα παρέα με σωματέμπορους, κακοποιούς και κάτι άλλους χάληδες που φοράγανε μια ναυτική φανέλα χειμώνα καλοκαίρι. Είπαμε, έκανα παρέα με μάγκες, με τους μεγαλύτερους μάγκες της εποχής και με κουτσαβάκια που δεν σήκωναν από τους άλλους ούτε χαμόγελο. Ήταν περιβόητοι μάγκες, άντρες ζόρικοι, που τους έτρεμαν όλοι, άντρες που για να τους μιλήσεις έπρεπε να κάνεις μαθήματα ένα μήνα πιο μπροστά στο σπίτι σου γι’ αυτό που θα τους πεις! Πριν τολμήσεις να τα βάλεις μαζί τους έπρεπε να περάσεις να μεταλάβεις από καμιά εκκλησιά!
Ο σκύλος, μπουλντόγκ συνήθως, ήταν απαραίτητος στους νταήδες και συνόδευε τον αφέντη του παντού. Όποτε πήγαινα στον τεκέ έπαιρνα και τον σκύλο μαζί. Ναργιλέ εγώ ναργιλέ κι σκύλος! Στο τέλος είχε γίνει από τους πρώτους χασικλήδες στον Περαία! Μόλις έφτανα στον τεκέ, πριν προλάβω να μπω μέσα, είχε μπουκάρει ο σκύλος κι άρχιζε να γαβγίζει δυνατά. Ήθελε ναργιλέ! Μόλις έπινε κάνα -δυο ήτανε εντάξει, είχε μαστουρώσει. Ήτανε σκύλος μάγκας, χασικλής. Δεν έπινε ό,τι να ’τανε. Δεν έπινε τα κατακάθια, τις τζούρες, ήθελε να είναι καλό πράμα και πάντα το ναργιλέ με φρέσκια τουμπεκιά!
Το χόμπι μου, από μικρός ήτανε να ζωγραφίζω και να γράφω στίχους. Το 1930 άρχισα να γράφω τραγούδια για δίσκους. Το πρώτο τραγούδι που γραμμοφώνησα είχε τον τίτλο «Μεσ’ στου Νικήτα τον τεκέ» :

Χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί / και πάω να φουμάρω
μεσ’ στου Νικήτα τον τεκέ / που ’χει το φίνο μαύρο.

Τότε, όταν έβγαιναν αυτοί οι δίσκοι, η Ασφάλεια μας είχε στη μπούκα, επειδή γράφαμε για ναργιλέδες και για τέτοια. Μια φορά, είχα πάει στο “πανεπιστήμιο” της Δραπετσώνας κι εκεί στη σιδερένια γέφυρα στον Άγιο Διονύση, στα ψυγεία, με πλησίασε ένας μπάτσος της Ασφάλειας και μου είπε : «Δε φτάνει που σας αφήνουμε αβέρτα, μας βάζετε και στα γραμμόφωνα και μας προκαλείτε». Κουβέντα στην κουβέντα, αρπάχτηκα μ’ αυτόνε. Χάλασε ο κόσμος εκείνη τη μέρα. Τον έβρισα άσχημα : «Θα σου βάλω ένα ναργιλέ στον πάτο, ρε πούστη, γαμώ το στέμμα σου» του είπα!
Το 1938 έκανα το φόνο. Υπήρχε ένας μάγκας τότε που ήταν το φόβητρο της Φρεαττύδας. Ήταν άγριος και αιμοβόρος μάγκας φορτωμένος με τσαμπουκάδες και παλιές καταδίκες, είχε χρόνια στη φυλακή. Ήταν σκυλόμαγκας που σκότωνε με το παραμικρό. Άνοιξα μαζί του προηγούμενα σ’ έναν τεκέ και επειδή ήταν κι άλλοι μάγκες μπροστά, τον πείραξε αυτό πολύ και μου το βάστηξε. Έτσι, ήρθε ένα απόγευμα στην Αγορά, στον πάγκο μου, μαζί μ’ έναν ξάδερφό του στρατιώτη που ήταν σεσημασμένος κακοποιός. Μου επιτέθηκαν ξαφνικά χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ο ξάδερφός του με κράτησε από το δεξί χέρι κι αυτός έβγαλε τη φαλτσέτα και με χτύπησε στο λαιμό, αριστερά και στην ωμοπλάτη. Με πήρανε τα αίματα κι από τον πόνο γονάτισα. Τότε, πριν προλάβουν να μ’ αποτελειώσουν, έβγαλα ένα εξάσφαιρο περίστροφο που είχα, μάρκας “ουνιόν”, και τον πυροβόλησα τέσσερις φορές! Τον βρήκαν δυο σφαίρες και τον σκότωσα. Μεταφέρθηκα στο Τζάνειο σε αφασία, ενώ τον ξάδερφό του τον συνέλαβαν. Αφού γιατρεύτηκα παρέμεινα για λίγο υπόδικος, αλλά βγήκα έξω με εγγύηση και στο Δικαστήριο αθωώθηκα γιατί βρισκόμουν σε άμυνα. Και μετά, τη Μεγάλη Παρασκευή, πήγα στον τάφο του και μαστούριασα και μετά έχεσα! Γιατί το ’χαμε πει, ότι όποιος καθαρίσει από τους δυο θα πάει να χέσει στον τάφο του αλλουνού! Και έτσι έκανα.
Σιγά – σιγά ο Περαίας άλλαξε. Ήρθε η εξέλιξη. Οργανώθηκε το λιμάνι του. Καταργηθήκανε οι βαρκάρηδες, φύγανε οι αμαξάδες. Πάνε οι μαούνες που ήταν άσυλο για τους κλέφτες. Τα μπουρδέλα έκλεισαν. Οι τεκέδες έσβησαν. Αμανές δεν ακούγεται τα βράδια στους δρόμους γιατί είναι φωτισμένοι και μπεκρήδες δεν υπάρχουνε. Οι παράγκες των συνοικισμών χάθηκαν και στη θέση τους χτίστηκαν διώροφα και τριώροφα σπίτια. Τα κοτέτσια και τα καταγώγια της Δραπετσώνας γκρεμίστηκαν και υψώθηκαν οκταώροφες πολυκατοικίες. Η Δραπετσώνα! Το Κολωνάκι του Περαία! Ο καθένας τώρα έχει τ’ αυτοκίνητό του και αντί για ούζο ή κρασί η κόκα – κόλα έχει το λόγο… Οι μάγκες και οι ρεμπέτες όμως δεν πρόκειται να χαθούν όσο ο Περαίας είναι λιμάνι. Υπάρχουν, ανακατεύονται μαζί μας, κάθονται δίπλα μας, με άλλη όμως μορφή. Μη περιμένουμε να τους δούμε με τραγιάσκα και ζουνάρι και να λένε τα μάγκικα και κορακίστικά τους. Ζει λοιπόν ο ρεμπέτης δεν πεθαίνει ποτέ γιατί είναι εφτάψυχος. Γιατί περιβόλι δίχως τσουκνίδα και αγρός δίχως αγκάθι δεν υπάρχουν. Λείπει ο Μάρτης απ’ την Σαρακοστή; Έτσι δεν θα λείψει και το ρεμπέτ – ασκέρ.
Πριν λίγες μέρες πέθανε η γυναίκα μου. Της έγραψα ένα τραγούδι, λίγες μέρες πριν πεθάνει :

Με δίχως μάτια και μιλιά / το Γολγοθά ανεβαίνεις
γιατί κυρά μου βιάζεσαι / και δε με περιμένεις;

Έπρεπε να περιμένει αλλά εκείνη βιάστηκε. Δεν ξέρω γιατί. Αφού θα πάω κι εγώ τώρα σε λίγο. Βλέπεις ο Καρκίνος. Ένα χρόνο είναι στο λαιμό μου εγκαταστημένος. Η Αυτού Μεγαλειότης ο Καρκίνος! Τον τρέφω με τσιγάρα και αλκοόλ γιατί δεν θέλω να ζήσω. Προχτές που έπαθα την πρώτη κρίση και με πήγαν στο νοσοκομείο, θέλανε να με κοιμίσουνε για να μου κόψουνε το λάρυγγα. Κοίταξε να δεις τι γίνεται! Να με κοιμίσουνε! Τους είπα όχι, όχι εκατό φορές! Θέλω να είμαι ξύπνιος για ν’ απολαύσω τους τελευταίους πόνους της ζωής μου. Και έτσι έγινε, τους απόλαυσα!
Τη σκαπούλαρα μέχρι τώρα, αλλά σε λίγο φεύγω τροχάδην για τον Άδη। Προχτές είδα πάλι την γυναίκα μου στον ύπνο μου και μου ’λεγε : «έλα»! Είμαι έτοιμος για ’κει. Εκεί που θα πάω είναι όλη η παλιά φρουρά : ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Στράτος, ο Μπάτης, ο Ανέστος, ο Καρυδάκιας, ο Μάρκος, ο Χατζηχρήστος, ο Κερομύτης, η Ρόζα και η Μπέλλου. Η κομπανία είναι έτοιμη στον Άδη και με περιμένει.





Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Ερρίκος Ντυνάν


Ερρίκος Ντυνάν


Ελβετός επιχειρηματίας και κοινωνικός ακτιβιστής. Υπήρξε ο ιδρυτής του Ερυθρού Σταυρού και τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης το 1901.
Ο Ερρίκος Ντυνάν (Jean Henri Dunant) γεννήθηκε στις 8 Μαΐου 1828 στη Γενεύη της Ελβετίας. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του επιχειρηματία Ζαν Ζακ Ντινάν και της Αντουανέτ Κολαντόν. Οι Ντινάν ήταν πιστοί Χριστιανοί του Καλβινιστικού δόγματος, με σημαντική επιρροή στην κοινωνία της Γενεύης και αξιοσημείωτο φιλανθρωπικό έργο. Από νωρίς εμφύσησαν στο γιο τους την αξία της κοινωνικής προσφοράς και της φιλανθρωπίας.
Στα 19 του ο Ερρίκος Ντινάν ίδρυσε με μία παρέα φίλων του ένα σύλλογο μελέτης της Βίβλου και συνέδραμαν οικονομικά φτωχούς και αποφυλακισμένους. Εξαιτίας των μέτριων επιδόσεών του παράτησε το Κολέγιο και άρχισε να εργάζεται σε μία τράπεζα. Το 1852 ίδρυσε το ελβετικό παράρτημα της Χριστιανικής Αδελφότητος Νέων (ΧΑΝ, UMCA) και τρία χρόνια αργότερα έλαβε μέρος στην ίδρυση της Διεθνούς ΧΑΝ στο Παρίσι.
Το 1856 εγκατέλειψε την τράπεζα και δραστηριοποιήθηκε επιχειρηματικά στην Αλγερία, που βρισκόταν τότε υπό γαλλική κατοχή. Οι αποικιακές αρχές τού έβαζαν πολλά εμπόδια κι έτσι αποφάσισε να απευθυνθεί προσωπικά στον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ’. Η συνάντησή τους επρόκειτο να γίνει στην Ιταλία, όπου ο γαλλικός στρατός μαχόταν στο πλευρό των Ιταλών εναντίον των Αυστριακών, που κατείχαν μεγάλο μέρος της Βόρειας Ιταλίας.
Έτσι, ο Ντυνάν έγινε αυτόπτης μάρτυρας της μάχης του Σολφερίνο στις 24 Ιουνίου 1859, που στοίχισε τη ζωή σε περίπου 40.000 στρατιώτες και των δύο πλευρών. Ο Ντυνάν θυμήθηκε το ανθρωπιστικό του παρελθόν και οργάνωσε υπηρεσίες πρώτων βοηθειών, τόσο για τους Γάλλους και Ιταλούς, όσο και για τους Αυστριακούς τραυματίες. Με το έργο του «Ανάμνηση από το Σολφερίνο» («Un Souvenir de Solferino», 1862) πρότεινε να δημιουργηθούν σε όλες τις χώρες εθελοντικές οργανώσεις περίθαλψης, με σκοπό την πρόληψη και ανακούφιση του πόνου στον πόλεμο και την ειρήνη, χωρίς φυλετικές ή θρησκευτικές διακρίσεις. Πρότεινε, επίσης, μία διεθνή συμφωνία, που θα κάλυπτε τους τραυματίες πολέμου, η οποία υπογράφτηκε στη Γενεύη το 1864, τη χρονιά που ίδρυσε τον Ερυθρό Σταυρό και σχηματίστηκαν οι πρώτες εθνικές οργανώσεις.
Αφού χρεοκόπησε, επειδή είχε παραμελήσει τις επαγγελματικές του υποθέσεις, ο Ντυνάν έφυγε το 1867 από τη Γενεύη κι έζησε το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης ζωής του στη φτώχεια και την αφάνεια. Συνέχισε να προωθεί το ενδιαφέρον για τη μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου, την κατάργηση της δουλείας, τη διεθνή διαιτησία, τον αφοπλισμό και τη δημιουργία μιας πατρίδας για τους Εβραίους. Το 1901 τιμήθηκε με το πρώτο Νόμπελ Ειρήνης, για τη συνεισφορά του στην ίδρυση του Ερυθρού Σταυρού.
Ο Ερρίκος Ντυνάν πέθανε στο Χάιντεν της Ελβετίας στις 30 Οκτωβρίου 1910, σε ηλικία 82 ετών.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/1347#ixzz3q2Ej892n










Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Το νερό του Καματερού 14 10 1976






Ο Γιώργος Kαματερός έκανε την εμφάνιση του στην επικαιρότητα στις αρχές Φεβρουαρίου του 1976, υποστηρίζοντας ότι ανακάλυψε το φάρμακο κατά του καρκίνου. Ο 36χρονος τότε δικηγόρος άρχισε να μοιράζει με βυτιοφόρα το ιαματικό νερό που υποτίθεται έφερνε από την Κω, στις γειτονιές της Αθήνας και λίγες μέρες αργότερα στην επαρχία.
Το θέμα άρχισε να αποκτά μεγάλες διαστάσεις, παρά τις αντιδράσεις του ιατρικού κόσμου, αφού πολλές από τις εφημερίδες της εποχής -με προεξάρχοντα Τα Νέα- στήριζαν με τη στάση τους τον Kαματερό και την ομάδα του. Στο φαινόμενο αυτό, από τις απογευματινές εφημερίδες αντιστάθηκαν η Ελευθεροτυπία και η Εστία και από τις πρωινές η Καθημερινή, η Αυγή και οΡιζοσπάστης.
Οι αναλύσεις των επιστημονικών ιδρυμάτων, όμως, ανέφεραν συνεχώς ότι πρόκειται για απλό νερό χωρίς καμιά θεραπευτική ιδιότητα, ενώ ο Kαματερός υποστήριζε ότι το μυστικό κρύβεται στη σκόνη πετρωμάτων που προσέθεταν οι συνεργάτες του. Το πιο τραγικό γεγονός της περιόδου εκείνης αποκαλύφθηκε από την Ελευθεροτυπία στις 19 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς. Οι γονείς 18 παιδιών που νοσηλεύονταν με λευχαιμία και κακοήθεις όγκους στο νοσοκομείο «Aγλαΐα Kυριακού», σταμάτησαν την κλασική θεραπεία και έδιναν στα παιδιά το νερό του Kαματερού. Ως αποτέλεσμα, ένα από τα παιδιά πέθανε και η κατάσταση των υπολοίπων παρουσίασε επιδείνωση.
H αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει, αλλά ο Kαματερός απτόητος οργάνωνε συγκεντρώσεις και πορείες με εκατοντάδες οπαδούς του, ενώ εμφανιζόταν και ως πολιτικός ηγέτης. Οι συνεχείς αναλύσεις όμως αποδείκνυαν ότι το νερό αυτό όχι μόνο ήταν ψεύτικο, αλλά και επικίνδυνο, αφού περιείχε ραδιενέργεια 35-38%. Στις 30 Μαρτίου του 1976 η κατανάλωσή του απαγορεύτηκε επισήμως.
Μετά τις δικαστικές περιπέτειες, ο Kαματερός έφυγε για ένα διάστημα στο εξωτερικό και στη συνέχεια ασχολήθηκε με επιχειρήσεις. 22 χρόνια αργότερα, επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κω, όπου στις 6 Μαΐου του 1998, μη μπορώντας τα αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα, έβαλε τέλος στη ζωή του.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/16#ixzz3oWCLu9Ib










Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Οι Ιππότες του Ναού ( Ναίτες )






Μέλη του στρατιωτικοθρησκευτικού τάγματος του Ναού τού Σολομώντος, οι οποίοι έφεραν και την ονομασία Ακτήμονες Ιππότες του Χριστού και του Ναού τού Σολομώντος. Κατηγορήθηκαν για αποκρυφιστικές μυητικές τελετές (θεωρούνται πρόδρομοι των Μασόνων), ενώ συνεισέφεραν σημαντικά στην εξέλιξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος. 
Το τάγμα των Ναϊτών ιδρύθηκε από τον Ούγο ντε Πεν (1070-1136) και εννέα άλλους Γάλλους ιππότες στην Παλαιστίνη αμέσως μετά την Α’ Σταυροφορία (1119), σύμφωνα με τα ιπποτικά πρότυπα του δυτικού μοναχισμού τής εποχής. Σκοπός τής ίδρυσης του ήταν η προστασία των ιερών προσκυνημάτων και των προσκυνητών από πιθανές επιθέσεις μουσουλμάνων.
Ο βασιλιάς τής Ιερουσαλήμ Βαλδουίνος Β’ τους παραχώρησε μία πτέρυγα τού παλατιού, που βρισκόταν κοντά στον παλαιό Ναό τού Σολομώντος, για να οργανώσουν την δράση τους. Ο αρχηγός τού τάγματος ονομαζόταν μέγας μάγιστρος, τα δε μέλη διακρίνονταν σε τέσσερις τάξεις: ιππότες,  αξιωματούχοι, εφημέριοι κληρικοί και υπηρέτες.
Όλα τα μέλη του τάγματος έδιναν όρκους πτωχείας και εγκράτειας και όφειλαν αυστηρή υπακοή στις εντολές στους προϊσταμένους τους. Μόνο η τάξη των ιπποτών έφερε τα επίσημα διάσημα τού τάγματος, ενώ το  επίσημο ένδυμα των Ναϊτών καθορίστηκε από τον Πάπα το 1148 σε χρώμα λευκό με επίχρυσο σταυρό. 
Η υποστήριξη των Ναϊτών από τον περίφημο Άγιο Βερνάρδο του Κλερβό, ο οποίος εγκωμίασε την ιερότητα του σκοπού και τις αρετές τους, ευνόησε την ανάπτυξη του τάγματος. Σε περιόδους ακμής τα μέλη του έφταναν και τις είκοσι χιλιάδες.Το 1139 πέτυχαν να εξαιρεθούν από την δικαιοδοσία των τοπικών επισκόπων και να υπαχθούν απευθείας στην αυθεντία του Πάπα, αυξάνοντας έτσι την δύναμη και την επιρροή τους στην Δύση.
Η σταδιακή αύξηση της περιουσίας τους στην Παλαιστίνη, εξαιτίας της προστασίας που προσέφεραν στους προσκυνητές και της ανάπτυξης μιας μορφής τραπεζικού συστήματος, καθώς και οι προσφορές των πλούσιων προσκυνητών, υπήρξαν οι βασικοί για την ευρύτερη ακτινοβολία τους.Βασιλείς και ευγενείς της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Αγγλίας και των άλλων χριστιανικών κρατών τής Δύσης παραχώρησαν στους Ναίτες φρούρια, περιοχές και κτήρια για την ενίσχυση της δραστηριότητάς τους.
Η οικονομική και η στρατιωτική τους δύναμη αποτελούσαν εγγύηση για τις τραπεζικές τους δραστηριότητες, οι οποίες κάλυπταν όχι μόνο τους προσκυνητές, αλλά και πολλούς ευγενείς των χριστιανικών κρατών, σε μια εποχή που απαγορευόταν στους χριστιανούς να δανείζουν με τόκο. Η συσσώρευση πλούτου και δύναμης απομάκρυνε σταδιακά τους Ναΐτες από τους ιδρυτικούς σκοπούς του τάγματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Ναΐτες ανέλαβαν επανειλημμένα την οικονομική ενίσχυση του βασιλιά τής Γαλλίας με σοβαρά πάντοτε ανταλλάγματα, αλλά και με συνεχή διόγκωση τής δυσφορίας έναντι των οικονομικών τους δραστηριοτήτων. 
Η αποκατάσταση τής αραβικής κυριαρχίας στην Παλαιστίνη ανάγκασε τους Ναΐτες να καταφύγουν στην Κύπρο και να αναπτύξουν συστηματικότερα τις τραπεζικές τους φιλοδοξίες, οι οποίες αποχρωμάτισαν τον θρησκευτικό χαρακτήρα τού τάγματος. Οι φήμες για την εισαγωγή αποκρυφιστικών μυητικών τελετών προβλημάτισαν ακόμη και τον παπικό θρόνο. 
Ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος Δ' ο Ωραίος,που ήταν καταχρεωμένος στους Ναίτες, αποφάσισε να προχωρήσει στην διάλυση τού τάγματος και την δήμευση της περιουσίας του στη Γαλλία για να μην πληρώσει τα χρέη του. Στις 13 Οκτωβρίου 1307 συνέλαβε τα ηγετικά μέλη των Ναϊτών ως αιρετικά και τα υπέβαλε σε βασανιστήρια προκειμένου να αποκαλύψουν άνομες πράξεις, όπως λατρεία του Σατανά, παιδεραστία, ποδοπάτημα του Τιμίου Σταυρού και κατοχή απόκρυφων δυνάμεων. Ο Φίλιππος είχε σύμμαχό του τον γαλλικής καταγωγής Πάπα Κλήμη Ε΄, ο οποίος με την βούλα «Vox In Excelsio» της 22ας Μαρτίου 1312, αποφάσισε την επίσημη διάλυση του Τάγματος.
Η αυλαία της δράσης των Ιπποτών του Ναού έπεσε στις 19 Μαρτίου 1314, όταν ο Μέγας Μάγιστρος Ζακ Ντε Μολέ κάηκε στην πυρά ως αιρετικός. Λέγεται ότι προτού ξεψυχήσει καταράστηκε τον βασιλιά και τον Πάπα. Η κατάρα του «έπιασε» και ο μεν Κλήμης πέθανε τον επόμενο μήνα, ο δε Φίλιππος οκτώ μήνες αργότερα.
Έχει υποστηριχθεί από λάτρεις της συνωμοσιολογίας, ότι μέλη των Ναϊτών, που διέφυγαν από τους διωγμούς στην Γαλλία, κατέφυγαν στη Σκωτία, όπου διατήρησαν αναμμένη την σπίθα του Τάγματος, μέσα από τις γραμμές του Ελευθεροτεκτονισμού (Μασονίας) και από ξεχωριστές μυστικές οργανώσεις, όπως οι σύγχρονες Templar Research Institute και CIRCES International Inc. Έχοντας μάθει να χειραγωγούν την εξουσία και να διαχειρίζονται αριστοτεχνικά τον πλούτο, οι Ναίτες βρίσκονται στο υπόβαθρο της Δυτικής κοινωνίας και απλώς περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να αποκαλυφθούν και να δείξουν την πραγματική τους δύναμη. 


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/986#ixzz3oQQUtSXB













Τρίτη και 13









Δεισιδαιμονία που απαντάται στους Έλληνες και τους Ισπανόφωνους λαούς.
Γενικώς, η Τρίτη θεωρείται αποφράς ημέρα, δηλαδή γρουσούζικη και επικίνδυνη για τους παραπάνω λαούς. Όταν συμπίπτει Τρίτη και 13, οι προληπτικοί τη θεωρούν πολύ άτυχη και επικίνδυνη ημέρα. Για τους υπόλοιπους λαούς η γρουσούζικη ημέρα είναι η Παρασκευή και 13.
Οι Ισπανόφωνοι εκφράζουν την ημέρα με την παροιμία «En martes, ni te cases ni te embarques» («Την Τρίτη, μη παντρεύεσαι και μη ξεκινάς ταξίδι»). Κάτι ανάλογο ισχύει και στα καθ’ ημάς, όταν οι προληπτικοί μέσα στην Τρίτη αποφεύγουν να αρχίσουν οποιαδήποτε εργασία, να επιχειρήσουν ταξίδι ή να τελέσουν αρραβώνα. Αντίθετα, η Τρίτη είναι η κατάλληλη για εκδηλώσεις μαγείας.
Κατά την ελληνική παράδοση, η Τρίτη θεωρείται γρουσούζικη, καθώς την ημέρα αυτή η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια  των Οθωμανών Τούρκων (Τρίτη 29 Μαΐου 1453). Όπως παρατηρεί ο “πατέρας” της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης (1852-1921), η ερμηνεία αυτή είναι υστερογενής, αφού και οι σύγχρονοι στην Άλωση απέδωσαν την εθνική εκείνη συμφορά στην ολέθρια επίδραση της ημέρας. Μαρτυρία για την πρόληψη αυτή υπάρχει ήδη από το 1164.
Η εξήγηση της δεισιδαιμονίας πρέπει να αναζητηθεί, κατά τον Νικόλαο Πολίτη, σε αστρολογικές προβλέψεις. Σύμφωνα με αυτές, την Τρίτη κυρίαρχος είναι ο πλανήτης Άρης, ενώ σε κάποια ώρα της ημέρας (η «κακιά ώρα») επικρατεί μαζί με τον πλανήτη Κρόνο. Γι’ αυτό η ώρα αυτή καθίσταται ιδιαίτερα επικίνδυνη. Επειδή, όμως, κανείς δεν μπορεί να την προσδιορίσει, ολόκληρη η Τρίτη αντιμετωπίζεται ως αποφράς ημέρα.
Το 13 είναι ο κατεξοχήν κακότυχος αριθμός, που σπάει την αρμονία του 12 (12 Θεοί του Ολύμπου, 12 άθλοι του Ηρακλή, 12 φυλές του Ισραήλ, 12 μαθητές του Χριστού, 12 Ιμάμηδες κλπ). Με την προσθήκη του αριθμού «ένα» σχηματίζεται η αρχή ενός νέου κύκλου. Το άγνωστο, που αντιπροσωπεύει ο αριθμός 13, προκαλεί ανησυχία στους ανθρώπους κι έτσι άρχισαν να το συνδέουν με ατυχή γεγονότα.

Σχετικά...

Η Τρίτη είναι τυχερή ημέρα για τους Εβραίους, λόγω της διπλής αναφοράς της λέξης «καλόν» στην Παλαιά Διαθήκη (Γένεσις, κεφ. Α , στίχοι 10 και 13)


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/499#ixzz3oQPFulkm





















Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Η απόπειρα Δολοφονίας του Σόιμπλε






Ο αντιδημοφιλής έως αντιπαθής στην Ελλάδα λόγω μνημονίου υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ζει και δρα σ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι. Έμεινε παράλυτος στα κάτω άκρα, όταν έπεσε θύμα δολοφονικής επίθεσης στις 12 Οκτωβρίου 1990, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας.
Τον Οκτώβριο του 1990 η Γερμανία βρισκόταν σε προεκλογικό πυρετό. Στις 2 Δεκεμβρίου θα διεξάγονταν οι πρώτες εκλογές μετά τη Γερμανική ενοποίηση, τις οποίες είχε προκηρύξει ο χριστιανοδημοκράτης καγκελάριος Χέλμουτ Κολ -ο αρχιτέκτονας της Γερμανικής Ενοποίησης, ελπίζοντας σε μία θριαμβευτική επικράτηση της κεντροδεξιάς κυβερνητικής συμμαχίας, που την αποτελούσαν οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU), οι Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας (CSU) και οι Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP).
O Υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης Κολ, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ένας 48χρονος πρώην εφοριακός και επίδοξος δελφίνος του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, περιόδευε στην εκλογική του περιφέρεια στο ομοσπονδιακό κρατίδιο της Βάδης - Βυρτεμβέργης, διεκδικώντας μία ακόμη επανεκλογή στην Ομοσπονδιακή Βουλή. Είχε εκλεγεί για πρώτη φορά το 1972, σε ηλικία 30 ετών. Το βράδυ της 12ης  Οκτωβρίου βρέθηκε στο Όπεναου, ένα όμορφο κεφαλοχώρι στο Μέλανα Δρυμό, κοντά στα σύνορα με τη Γαλλία, που ψηφίζει παραδοσιακά Χριστιανοδημοκράτες. Στους 300 ενθουσιώδεις ψηφοφόρους του, που πήγαν στην τοπική μπυραρία για να τον ακούσουν και ο παρολίγον δολοφόνος του.
Γύρω στις 10 το βράδυ και μετά το τέλος της ομιλίας του, ο Σόιμπλε άρχισε να συνομιλεί χαλαρά με τους ψηφοφόρους του. Τότε, ο 31χρονος βοηθός τοπογράφου Ντίτερ Κάουφμαν έβγαλε από το δερμάτινο μπουφάν του ένα 38άρι περίστροφο τύπου Smith &Wesson και πυροβόλησε τρεις φορές προς το μέρος του Σόιμπλε. Δύο από τις σφαίρες πέτυχαν τον Σόιμπλε, η μία στη δεξιά παρειά και η άλλη στη σπονδυλική στήλη, ενώ η τρίτη τραυμάτισε έναν από τους σωματοφύλακές του. Ο δημοσιογράφος και φίλος του Χανς-Πέτερ Σιτζ, που ήταν παρών, ανακαλεί στη μνήμη του το περιστατικό: «Αρχικά νόμιζα ότι έσκασαν δύο μπαλόνια, που ήταν άφθονα στην αίθουσα, μέχρις ότου είδα τον Σόιμπλε να σωριάζεται δίπλα μου και να ψελλίζει “δεν αισθάνομαι το πόδι μου”».

Η έξοδος του Β. Σόιμπλε από το νοσοκομείο
Ο αιφνιδιασμός της αστυνομίας ήταν πλήρης, καθώς δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον πολιτικό της προϊστάμενο. Η γερμανική αστυνομία είχε αι ένα άλλο λόγο να φρουρεί στενά τον Σόιμπλε, καθώς λίγους μήνες πριν είχε πέσει θύμα απόπειρας δολοφονίας και ο υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών για την καγκελαρία Όσκαρ Λαφοντέν.

Ο Σόιμπλε μεταφέρθηκε αμέσως στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Φράιμπουργκ, όπου ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου των γιατρών για να τον κρατήσουν στη ζωή. Το κατάφεραν, αλλά με τίμημα να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του σε αναπηρική πολυθρόνα. Η δεύτερη σφαίρα που έπληξε τη σπονδυλική του στήλη είχε κάνει όλη τη ζημιά. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν μπορούσε πλέον να παίζει τένις και ποδόσφαιρο και να κάνει σκι, τρία σπορ που τόσο αγαπούσε.
Ο δράστης της επίθεσης Ντίτερ Κάουφμαν ήταν γιος δημάρχου της περιοχής και στα νιάτα του, θέλοντας να αναζητήσει την προσωπική του ελευθερία και την αυτοεπιβεβαίωση, έφυγε από τη Γερμανία και έζησε για πολλά χρόνια στην Ασία. Μπλέχτηκε με τα ναρκωτικά, τα οποία του δημιούργησαν ψυχολογικά προβλήματα. Στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν δήλωσε ότι ήθελε να εκδικηθεί το γερμανικό κράτος για τον «ψυχολογικό και σωματικό τρόμο», που του ασκούσε και επέλεξε ως προσωποποίησή του τον Υπουργό Εσωτερικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Τον Μάιο του 1991 προσήχθη σε δίκη, αλλά κρίθηκε ανίκανος για τον καταλογισμό της πράξης του, επειδή έπασχε από βαριάς μορφής σχιζοφρένεια. Κλείσθηκε σε ψυχιατρείο και αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους το φθινόπωρο του 2004.
Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε εξελέγη πανηγυρικά βουλευτής στις εκλογές της 2ας Δεκεμβρίου 1990 και συνέχισε την πολιτική του καριέρα από το αναπηρικό καροτσάκι του. Η δημοφιλία του αυξήθηκε κατακόρυφα στις 12 Οκτωβρίου 1995, όταν συγχώρεσε δημοσίως τον παρ’ ολίγον δολοφόνο του. Πιθανόν να είχε περάσει το κατώφλι της καγκελαρίας, αν οι Χριστιανοδημοκράτες δεν έχαναν τις εκλογές του 1998 και δεν βρισκόταν στον δρόμο του η ανατολικογερμανίδα Άγκελα Μέρκελ.
Σήμερα, εκτός από κυβερνητικό στέλεχος, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ασχολείται ενεργά με το αναπηρικό κίνημα. Είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Παραπληγικών Γερμανίας (DSQ) και του Διεθνούς Ερευνητικού Ινστιτούτου για τις παθήσεις της σπονδυλικής στήλης, που εδρεύει στη Ζυρίχη.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/566#ixzz3oKWg6G7u
















Το τέλος της Γερμανικής Κατοχής 12/10/1944



Πλήθος κόσμου πανηγυρίζει στην Πλατεία Συντάγματος



12 οκτωβρίου 1944. Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό Πέμπτης, όταν οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα, καλώντας τους Αθηναίους να ξεχυθούν στους δρόμους και να πανηγυρίσουν το τέλος της γερμανικής κατοχής. Ως τις 3 Νοεμβρίου ο τελευταίος Γερμανός (και Βούλγαρος) στρατιώτης είχε αποχωρήσει από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Η αντίστροφη μέτρηση για την αποχώρηση των Γερμανών και των συμμάχων τους Βουλγάρων από την Ελλάδα είχε σημάνει λίγους μήνες νωρίτερα, στις 6 Ιουνίου, όταν οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Νορμανδία και άρχισαν να περισφίγγουν τον κλοιό γύρω από τη Γερμανία μαζί τους προελαύνοντες Σοβιετικούς από την ανατολική πλευρά. Ήταν φανερό ότι οι ημέρες της Ναζιστικής Γερμανίας ήταν μετρημένες.
Στο χρονικό διάστημα μέχρι την απελευθέρωση είχαν ενταθεί οι πολιτικές διαβουλεύσεις για τη μετακατοχική κατάσταση στην Ελλάδα. Από την πλευρά τους, οι Γερμανοί έψαχναν παρασκηνιακά τρόπους ασφαλούς αποχώρησής τους από τη χώρα μας. Από τις 26 Απριλίου 1944 της ελληνικής εξόριστης κυβέρνησης ηγείτο ο Γεώργιος Παπανδρέου, οι Άγγλοι όμως ήταν αυτοί που κινούσαν τα νήματα. Με τις συμφωνίες Λιβάνου (17-20 Μαΐου 1944) και Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944) οι ανταρτικές ομάδες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ είχαν τεθεί υπό τις διαταγές της κυβέρνησης Παπανδρέου, που είχε εμπλουτισθεί και με στελέχη του ΕΑΜ.
Οι Γερμανοί άρχισαν να αποχωρούν σταδιακά από την Αθήνα από το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου με κατεύθυνση προς Βορρά. Στις 8 το πρωί της 12ης Οκτωβρίου, οι ελάχιστοι Γερμανοί που είχαν απομείνει στην Αθήνα, συγκεντρώθηκαν στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Εκεί, σε μία πρόχειρη όσο και βιαστική τελετή, ο επικεφαλής των κατοχικών δυνάμεων, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι, συνοδευόμενος από τον κατοχικό δήμαρχο Αθηναίων Άγγελο Γεωργάτο, κατέθεσε στεφάνι.
Το μόνο που απέμενε ήταν η υποστολή της ναζιστικής σημαίας από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Ένας Γερμανός στρατιώτης κατέβασε τη σβάστικα χωρίς καμία επισημότητα στις 9:15 το πρωί, την πήρε υπό μάλης και αποχώρησε με σκυμμένο το κεφάλι, σηματοδοτώντας το τέλος της γερμανικής κατοχής που διήρκεσε 1.625 μέρες και την αρχή ενός τρελού πανηγυριού στους δρόμους της Αθήνας.
Χιλιάδες κόσμου με τη γαλανόλευκη στα χέρια αλληλοασπάζονταν, αναφωνώντας «Χριστός Ανέστη», παιδιά σκαρφάλωναν στις οροφές των τραμ, ενώ απ' άκρη σ' άκρη αντηχούσε ο Εθνικός Ύμνος. Μετά από τριάμισι χρόνια δουλείας και σκλαβιάς οι Αθηναίοι ανάπνεαν για πρώτη φορά τον μεθυστικό αέρα της λευτεριάς.
Στις έξι ημέρες που πέρασαν μέχρι την άφιξη της κυβέρνησης στην Αθήνα, την εξουσία ασκούσε τριμελής επιτροπή, αποτελούμενη από τους Θεμιστοκλή Τσάτσο, Φίλιππο Μανουηλίδη και Γιάννη Ζεύγο, συνεπικουρούμενη από τον διοικητή της Αστυνομίας Αθηνών, Άγγελο Έβερτ. Δύο ημέρες αργότερα άρχισαν καταφθάνουν στην πρωτεύουσα δυνάμεις του 3ου Σώματος του βρετανικού στρατού υπό τον αντιστράτηγο Ρόναλντ Σκόμπι, που έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τους Αθηναίους.
Στις 18 Οκτωβρίου έφτασε στην Αθήνα ο Γεώργιος Παπανδρέου και η κυβέρνησή του. Την ίδια ημέρα, ο πρωθυπουργός σε μία συγκινητική τελετή ύψωσε την ελληνική σημαία στην Ακρόπολη και στη συνέχεια μίλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος που είχε γεμίσει ασφυκτικά την πλατεία Συντάγματος από τον εξώστη του Υπουργείου Οικονομικών.
Σε μία αριστοτεχνικά δομημένη ομιλία του εξήγγειλε τις προθέσεις της κυβέρνησής του, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, την ανάγκη να ικανοποιηθούν οι εθνικές διεκδικήσεις, να αποκατασταθεί η λαϊκή κυριαρχία, να επιλυθεί το πολιτειακό ζήτημα μετά από ελεύθερο δημοψήφισμα και να τιμωρηθούν οι συνεργάτες των κατακτητών. Το πλήθος, που συχνά τον διέκοπτε με συνθήματα υπέρ του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, υποδέχθηκε τις εξαγγελίες του με κραυγές και ιαχές υπέρ της λαοκρατικής δημοκρατίας. Ο Παπανδρέου, που ήταν αναγκασμένος να ακροβατεί συνεχώς μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, απάντησε με τη χαρακτηριστική φράση που έμεινε στην ιστορία: «Πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν».
Όμως, οι χαρές και τα πανηγύρια για την απελευθέρωση κράτησαν μόνο 53 ημέρες. Στις αρχές Δεκεμβρίου τα όπλα θα αντηχήσουν ξανά στους δρόμους της πρωτεύουσας, αλλά αυτή τη φορά θα είναι στραμμένα κατά αδελφών («Δεκεμβριανά»).


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/13#ixzz3oKVcX5Z9
















Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Πέτερ Καρλ Φαμπερζέ



Πέτερ Καρλ Φαμπερζέ


Ρώσος χρυσοχόος και κοσμηματοποιός, διάσημος για τα διαμαντένια πασχαλινά αυγά του («Αυγά Φαμπερζέ»).
Ο Πέτερ Καρλ Φαμπερζέ (Peter Carl Fabergé) γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη στις 30 Μαΐου 1846 (18 Μαΐου με το Ιουλιανό Ημερολόγιο). Ο γερμανός την καταγωγή πατέρας του, Γκούσταβ Φαμπερζέ, είχε εγκατασταθεί στην Αγία Πετρούπολη το 1842 και ασχολείτο με τη σχεδίαση και κατασκευή διακοσμητικών αντικειμένων, παράδοση που συνέχισε ο γιος του, όταν κληρονόμησε την οικογενειακή επιχείρηση το 1872. Μητέρα του ήταν η δανέζα Σάρλοτ Γιούνγκνστεντ, που προερχόταν από καλλιτεχνική οικογένεια.
Οι Φαμπερζέ κατάγονταν από τη Γαλλία και ήταν Διαμαρτυρόμενοι στο θρήσκευμα (Ουγενότοι). Μετά τους διωγμούς των ομοθρήσκων τους από την καθολική Γαλλία στα τέλη του 17ου αιώνα, κατέφυγαν στην ευρύτερη περιοχή του Βερολίνου και από το 1800 στην Εσθονία, την οποία κατείχε η τσαρική Ρωσία.
Ο Πέτερ Καρλ Φαμπερζέ, μετά τα πρώτα γράμματα στην Αγία Πετρούπολη, σπούδασε στη Σχολή Τεχνών και Χειροτεχνημάτων της Δρέσδης στη Γερμανία, όπου είχε εγκατασταθεί αρχικά η οικογένειά του το 1860 και στη συνέχεια στην Εμπορική Σχολή Σλος (Schloss) του Παρισιού. Το 1872, μετά από ένα μεγάλο ταξίδι ανά την Ευρώπη, επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη και νυμφεύθηκε την Αουγκούστα Γιούλια Γιάκομπς. Τα επόμενα δέκα χρόνια μαθήτευσε κοντά στο συνεργάτη του πατέρα του Πέτερ Πέντιν κι έμαθε σε βάθος την τέχνη του κοσμήματος. Την ίδια περίοδο, το εργαστήριο Φαμπερζέ ανέλαβε να επισκευάζει εκθέματα του περίφημου μουσείου της Αγίας Πετρούπολης «Ερμιτάζ».
Το 1881 η επιχείρηση επεκτάθηκε και μεταφέρθηκε σε μεγαλύτερες εγκαταστάσεις, όπου είναι και σήμερα, στην Οδό Μπολσάγια Μόρσκαγια της Αγίας Πετρούπολης. Η αίθουσα του ισογείου, με τους κόκκινους γρανιτένιους στύλους, είναι και σήμερα εκθεσιακός χώρος.
Μετά τον θάνατο του Πέντιν το 1882, ο Πέτερ Καρλ Φαμπερζέ ανέλαβε τη διεύθυνση της οικογενειακής επιχείρησης και σύντομα αναγνωρίστηκε ως εξέχων σχεδιαστής, αποκτώντας υψηλή πελατεία μεταξύ των ευρωπαϊκών βασιλικών Αυλών. Άρχισε να φιλοτεχνεί περίτεχνα διακοσμητικά αντικείμενα, με πολύτιμα και ημιπολύτιμα υλικά, όπως χρυσό, ασήμι, μαλαχίτη και νεφρίτη, εμπνευσμένα από τις διακοσμητικές τέχνες που άκμασαν επί Λουδοβίκου 16ου στη Γαλλία.
Με τη βοήθεια των τεσσάρων γιων του, το εργαστήριο Φαμπερζέ έγινε σύντομα διάσημο για τις πρωτότυπες δημιουργίες του, όπως ανθρώπινες φιγούρες, κορνίζες, άνθη, κομψοτεχνήματα με ζώα και κυρίως τα περίφημα αυτοκρατορικά πασχαλινά αυγά, φιλοτεχνημένα από πολύτιμα υλικά (μέταλλα και λίθους), που γοήτευσαν την τσαρική και τις άλλες βασιλικές Αυλές της Ευρώπης.
Ο τσάρος Αλέξανδρος Γ' παρήγγειλε το πρώτο από αυτά τα αυγά για την τσαρίνα Μαρία Φιοντόροβα το 1884, ενώ ο διάδοχός του Νικόλαος Β' συνέχισε την παράδοση, παραγγέλλοντας στον Οίκο Φαμπερζέ δύο αυγά κάθε χρόνο, ένα για τη μητέρα του κι ένα για τη σύζυγό του, αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα. Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), οπότε είχαν κατασκευαστεί 54 πασχαλινά αυγά Φαμπερζέ, όλα διαφορετικά μεταξύ τους.
Από το 1882 έως το 1917, ο Οίκος Φαμπερζέ, με έδρα την Αγία Πετρούπολη και ανεξάρτητα εργαστήρια στη Μόσχα, την Οδησσό, το Κίεβο και το Λονδίνο, δημιούργησε γύρω στις 200.000 πολύτιμα μικροτεχνήματα. Στην ακμή της η εταιρεία απασχολούσε 500 υπαλλήλους. Τον Οκτώβριο του 1918, ένα χρόνο μετά την έκρηξη της Οκτωβριανής Επανάστασης, η εταιρεία εθνικοποιήθηκε. Οι Φαμπερζέ μόλις που πρόλαβαν να διαφύγουν και μέσω Γερμανίας εγκαταστάθηκαν στη Λωζάνη, όπου ο Πέτερ Καρλ πέθανε από τον καημό του στις 24 Σεπτεμβρίου 1920.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/478#ixzz3mdFqVrae















Παγκόσμια Ναυτική Ημέρα





Η Παγκόσμια Ναυτική Ημέρα καθιερώθηκε από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ) και εορτάζεται κάθε χρόνο την τελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου (24 Σεπτεμβρίου το 2015). Στόχος της είναι να εστιάσει την προσοχή στη σημασία της ναυτιλίας, της ασφάλειας στη θάλασσα και στο θαλάσσιο περιβάλλον.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/worldays/121#ixzz3mdFA8h52