Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Αντώνης Οικονόμου 1775 – 1821





Υδραίος πλοίαρχος, πρωτεργάτης της λαϊκής εξέγερσης στην Ύδρα, που σηματοδότησε την κάμψη των αντιρρήσεων των προκρίτων και τη συμμετοχή του νησιού στην επανάσταση του 1821.
Ο Αντώνης Οικονόμου γεννήθηκε το 1775 στην Ύδρα και από νεαρή ηλικία ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα. Όταν το πλοίο του ναυάγησε στο Γιβραλτάρ, ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολη, με σκοπό την εξεύρεση δανείου για την αγορά καινούργιου. Εκεί συνάντησε τον Παπαφλέσσα, ο οποίος τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία το 1820.
Αμέσως μετά επέστρεψε στην Ύδρα για να οργανώσει την προετοιμασία της επανάστασης στο νησί. Βρήκε συμπαράσταση από άνεργους ναυτικούς, τους οποίους στρατολόγησε με χρήματα Πελοποννήσιων φίλων του. Εκείνη την περίοδο, μεγάλο μέρος του ναυτικού πληθυσμού της Ύδρας, που ανερχόταν σε 10.000 άτομα, παρέμενε χωρίς δουλειά, μετά τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων και την ειρήνευση στην Ευρώπη.
Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, ο Οικονόμου προσπάθησε να συνεγείρει την άρχουσα τάξη του νησιού, αλλά οι πρόκριτοι και οι καραβοκύρηδες της Ύδρας δίσταζαν να πάρουν μέρος στην Επανάσταση και ζητούσαν εγγυήσεις για τη σοβαρότητα του εγχειρήματος. Τότε, ο Αντώνης Οικονόμου δεν έχασε χρόνο και με τους άνδρες του κατέλαβε την καγκελαρία και εκδίωξε τον διοικητή Νικόλαο Κοκοβίλα, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη διακυβέρνηση του νησιού.
Οι προεστοί, που αιφνιδιάστηκαν από την εξέλιξη αυτή, αναγκάστηκαν αναγνωρίσουν την εξουσία του και κάτω από τη λαϊκή πίεση να συνδράμουν χρηματικά στον εξοπλισμό του στόλου. Έτσι, στις 16 Απριλίου του 1821, με καθυστέρηση ενός μήνα, ο Οικονόμου κήρυξε την επανάσταση στο νησί και ανέθεσε στον Γιακουμάκη Τομπάζη την αρχηγία του υδραίικου στόλου, τον οποίο έθεσε στη διάθεση του Αγώνα.
Γρήγορα, όμως, ο Οικονόμου απώλεσε το κύρος του μεταξύ των υποστηρικτών του, οι οποίοι ήταν κυρίως ναύτες και μικροκαραβοκύρηδες, επειδή απαγόρευσε την πειρατεία και θέσπισε αυστηρούς κανόνες για τη διανομή των πολεμικών λειών. Οι πρόκριτοι του νησιού, που είχαν χάσει την εξουσία τους, επωφελήθηκαν από τη διαμάχη των αντιπάλων του και οργάνωσαν συνωμοσία κατά του Οικονόμου. Στις 12 Μαΐου, μπράβοι των προεστών επιτέθηκαν στον Οικονόμου στην Καγκελαρία της Ύδρας, με σκοπό να τον σκοτώσουν. Στη σύντομη συμπλοκή που ακολούθησε υπήρξαν θύματα και από τις δύο πλευρές. Ο Οικονόμου κατόρθωσε να διαφύγει με πλοίο, αλλά περικυκλώθηκε από τους εχθρούς του και συνελήφθη. Κάποιοι από τους συγγενείς του κατόρθωσαν να τον απελευθερώσουν και να τον φυγαδεύσουν στην απέναντι ακτή της Αργολίδας.

Ο Οικονόμου παρέμενε επικίνδυνος για τους προκρίτους της Ύδρας, που είχαν επανακτήσει την εξουσία στο νησί. Όταν ο πρόκριτος των Καλαβρύτων Σωτήρης Θεοχαρόπουλος ζήτησε από τους Υδραίους να στείλουν πλοία για το έλεγχο του Κορινθιακού Κόλπου, αυτοί για να στέρξουν στο αίτημά του ζήτησαν πρώτα τη σύλληψη του Οικονόμου. Πράγματι, ο Θεοχαρόπουλος τον συνέλαβε και τον έθεσε υπό περιορισμό, πρώτα στη Μονή της Αγίας Βαρβάρας Καλαβρύτων και στη συνέχεια στη Μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού (γνωστή και Μονή «του Φονιά»), στερώντας έτσι από την Επανάσταση ένα πολύτιμο μαχητή και ηγέτη.
Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1821 ο Οικονόμου δραπέτευσε από το μοναστήρι και με 14 άνδρες του κατευθύνθηκε προς το Άργος, όπου παρεπιδημούσαν αρκετοί σύνεδροι της Α' Εθνοσυνέλευσης, ανάμεσά τους και οι εκπρόσωποι της Ύδρας. Στο άκουσμα ότι ο Οικονόμου με τους άνδρες του κατευθύνονται προς το Άργος, οι Υδραίοι πρόκριτοι καταθορυβήθηκαν. Τότε, με σύμφωνη γνώμη του Δημήτριου Υψηλάντη, που ήταν ο αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων, οι Αχαιοί πρόκριτοι Ανδρέας Λόντος και Σωτήρης Χαραλάμπης συγκρότησαν μια ομάδα από 70 άνδρες, με σκοπό την εξόντωσή του.
Ο Κολοκοτρώνης, που πληροφορήθηκε το γεγονός, εξέφρασε την αντίθεσή του και έστειλε τον φρούραρχο του Άργους Δημήτριο Τσώκρη με 200 άνδρες να προστατεύσει τον Οικονόμου. Όμως, ο Τσώκρης ενεπλάκη σε αψιμαχία με τους Τούρκους και καθυστέρησε να εκτελέσει την εντολή του Κολοκοτρώνη. Οι άνδρες του Λόντου συνάντησαν τον Οικονόμου ανάμεσα στο Κουτσοπόδι και το Άργος και τον σκότωσαν στις 16 Δεκεμβρίου του 1821, ύστερα από σύντομη συμπλοκή. Ο Τσώκρης, που έφθασε εκεί μετά από λίγο, το μόνο που έκανε ήταν να θάψει το πτώμα του Οικονόμου.















Λεμονάδικα Πειραιά




Ο όρμος που σχηματίζεται στο κέντρο του λιμανιού ονομάζεται Ακτή Τζελέπη. Η Ακτή Τζελέπη οφείλει την ονομασία της στον Γιαννακό Τζελέπη ο οποίος υπήρξε από τους πρώτους κατοίκους του νεώτερου Πειραιά. Το 1829 ο Τζελέπης, φέρεται ότι έχτισε στην περιοχή «οικία περιωπής».
Μεταξύ της πλατείας Καραϊσκάκη, Ακτής Τζελέπη απέναντι από τον ηλεκτρικό σταθμό του Πειραιά ονομάστηκε η περιοχή Λεμονάδικα γιατί ξεφόρτωναν τα καΐκια από τα νησιά. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου έγραψε και το γνωστό ρεμπέτικο «Kάτω στα Λεμονάδικα» ενώ ο μεγάλος ρεμπέτης του Πειραιά Γιώργος Τσωρός, γνωστός ως Γιώργος Μπάτης ή Αμπάτης ήταν από τους πρώτους «μάγκες» και ρεμπέτες του Πειραιά. Το 1931 ο Γιώργος Μπάτης άνοιξε έναν καφενέ, το «Ζώρζ Μπατέ», στα Λεμονάδικα του Καραϊσκάκη (Ακτή Τζελέπη). Επίσης δημιούργησε το πρώτο Ρεμπέτικο συγκρότημα μαζί με τον Μήτσο Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα, το Στέλιο Κερομύτη και άλλους που δίδαξαν το μπουζούκι και το ρεμπέτικο τραγούδι.

Η γνωστή οπωραγορά του Πειραιά που καταλάμβανε μέρος της Ακτής Τζελέπη (από Πλατεία Καραϊσκάκη) κατά μήκος της παραλίας μέχρι λίγο πριν από τον Ηλεκτρικό Σταθμό του Η.Σ.Α.Π.

Εκεί από την εποχή ακόμα που οι οδικές μεταφορές ήταν ανύπαρκτες λόγω έλλειψης οδικού δικτύου και μεταφορικών μέσων, κατέφθαναν καΐκια από όλα τα μέρη φορτωμένα φρούτα και λαχανικά. Στο ίδιο σημείο συγκεντρώνονταν έμποροι, μεταπράτες, λογιστές, αγοραστές και πωλητές. Από την πλευρά του δρόμου πλήθος αμαξών συγκεντρώνονταν για την μεταφορά των φορτίων που ξεφόρτωναν τα καΐκια. Αναμεσά τους περιφέρονταν και πλήθος ατόμων που εκμεταλλευόμενοι την απρόσμενη συνάθροιση πλήθους, άρπαζαν την ευκαιρία είτε να πωλήσουν την πραμάτεια τους (σαλέπι, μπουγάτσες, κουλούρια, λαχεία, τσιγάρα, χάνδρες και κομπολόγια) είτε μικροαπατεώνες που ευελπιστούσαν να αρπάξουν πάνω στον συνωστισμό κάποιο πορτοφόλι ή να εκμεταλλευτούν με κάποια μικροαπατεωνιά που είχαν εκ του προτέρου σκαρφιστεί, κάποιον περιπλανώμενο αγαθό τύπο, που βρέθηκε στην πλώρη τους.

Γέμιζε λοιπόν ο τόπος από φωνές, καυγάδες, συμπλοκές, διαφωνίες αλλά και πετυχημένα αλισβερίσια εμπόρων. Τα καΐκια κατέφθαναν πριν ακόμα ξημερώσει φορτωμένα με τα φρούτα και τα λαχανικά και όλη η διαδικασία έπρεπε να γίνει πολύ γρήγορα ώστε να διοχετευθούν εγκαίρως στην αγορά. Στην προβλήτα ανάμεναν οι εργάτες του λιμανιού (φορτοεκφορτωτές) να ξεφορτώσουν τα σακιά και τα καλάθια μέσα σε καροτσάκια χειρομεταφοράς. Αυτά τα καρότσια μετά τα πήγαιναν και τα ξεφόρτωναν λίγα μέτρα πιο κάτω στα υπόστεγα των εμπόρων. Οι πωλητές πριν ακόμα φθάσουν τα καρότσια στα υπόστεγα τα είχαν κοζάρει και έτρεχαν να δώσουν το καπάρο για το κλείσιμο…

Και να οι τσακωμοί που αποτελούσαν την χαρά των μικροαπατεώνων που μέσα σε αυτούς μπορούσαν να κάνουν την κατεργαριά τους ανενόχλητα, αφού οι φωνές και τα σπρωξίματα κάλυπταν τις ύποπτες κινήσεις τους.
Μετά το καπάρο από τον αγοραστή στο υπόστεγο του εμπόρου, έρχονταν ο ζυγιστής με το καντάρι και ζύγιζε τα σακκιά. Το μέτρημα τότε γίνονταν φυσικά σε οκάδες. Το ζύγι καταγράφονταν και ακολουθούσε η φόρτωση των ζυγισμένων προϊόντων από τα υπόστεγα προς τα μεταφορικά μέσα, που σε λίγο θα έπαιρναν τον δρόμο για τα μαγαζιά ή τις αγορές. 
Τα Λεμονάδικα έγιναν πλέον γνωστά από το γνωστό τραγούδι του Παπάζογλου. Άλλοι γνωστοί ερμηνευτές του υπήρξαν οι Εσκενάζυ, Περπινιάδης, Ρούκουνας, Μπέλλου κι ο Ζαγοραίος, χωρίς να αποκλείσουμε βέβαια και τόσους άλλους που το έχουν ερμηνεύσει.

Κάτω στα Λεμονάδικα
Έγινε φασαρία,
Δυό Λαχανάδες πιάσανε
Που κάναν την κυρία!..


Οι πορτοφολάδες (Λαχανάδες) δούλευαν πάντα δύο. Ο ένας (ο χρυσοδάκτυλος) έπαιρνε τα λεφτά (λάχανα ονόμαζαν τα μεγάλα προπολεμικά χαρτονομίσματα, ενώ το πορτοφόλι το έλεγαν παντόφλα) και τα έδινε αμέσως στον άλλο, ώστε εάν είχε γίνει ορατός από κάποιον, να μην βρίσκονταν τα χρήματα πάνω του. Ο δεύτερος είχε κρυψώνα που τα εξαφάνιζε μέχρι να βεβαιωθούν ότι δεν τους πήραν είδηση. Για τους σεσημασμένους βεβαίως (αυτούς δηλαδή που είχαν συλληφθεί πολλές φορές στο παρελθόν και είχαν μητρώο) η μη εύρεση του πορτοφολιού ή των χρημάτων πάνω τους δεν αποτελούσε αιτία απαλλαγής, καθώς μια και μόνο μαρτυρία κατηγορίας, ήταν αρκετή να τους στείλει μέσα! Η απόκρυψη του πορτοφολιού είχε να κάνει μόνο με την υπόληψη του δράστη, ως μάγκα λαχανά, αφού μετά την αποφυλάκισή του, θα μπορούσε να εμφανισθεί ξανά στα Λεμονάδικα με το κεφάλι ψηλά, λέγοντας ότι η Αστυνομία δεν κατάφερε να βρει δικό του κλεμμένο.  Οι παρακάτω στίχοι του ίδιου τραγουδιού το αναφέρουν:

Κυρ αστυνόμε μη βαράς, γιατί κι εσύ το ξέρεις
Πως η δουλειά μας είναι αυτή
Και ρέφα μη γυρεύεις

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1934, αλλά ο δημιουργός του ο Παπάζογλου, ζούσε αυτές τις εμπειρίες από την καταστροφή του ’22 και μετά που κατέφθασε πάμπτωχος στον Πειραιά. Ο ίδιος τραγουδούσε στα Λεμονάδικα με ανταμοιβή το φιλοδώρημα των περαστικών, που πετούσαν χρήματα σε δίσκο που είχε μπροστά του










Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων



H «Ράχη του Καπή», όπου εκτελέστηκαν 800 Καλαβρυτινοί


Ένα από μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 δυνάμεις της «Βέρμαχτ» σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.
Το τελευταίο ιδίως έτος της Κατοχής είχαν αυξηθεί δραματικά οι ακρότητες των κατακτητών, καθώς η κυριαρχία τους βρισκόταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από την ελληνική αντίσταση και οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν για να ελέγχουν τη χώρα. Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής (20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.
Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).
Ο γερμανός στρατηγός με τις αριστοκρατικές ρίζες, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των 78 γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες, διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους έλληνες αμάχους.
Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.
Στις 9 Δεκεμβρίου έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.
Έξαφνα, όμως, το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ και επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.
Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.
Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος. Στις 18 Απριλίου του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου (1931-2006), επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του για την τραγωδία. Εντούτοις, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.


















Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Τζον Λένον 1940 – 1980





Τραγουδοποιός, μουσικός, συγγραφέας και αγωνιστής της ειρήνης, που έγινε παγκόσμια γνωστός ως μέλος των Beatles.
Ο Τζον Ουίνστον Λένον (John Lennon) γεννήθηκε στο Λίβερπουλ στις 9 Οκτωβρίου1940, κατά τη διάρκεια ενός βομβαρδισμού της πόλης από τη «Λουφτβάφε». Ο πατέρας του Άλφρεντ ήταν ναυτικός και η μητέρα του Τζούλια χορεύτρια σε τοπικά κλαμπ. Το όνομα Τζον του δόθηκε προς τιμήν του παππού του και το Ουίνστον προς τιμήν του βρετανού πρωθυπουργού Γουίνστον Τσόρτσιλ.
Μετά τον χωρισμό των γονιών του, ο νεαρός Τζον μεγάλωσε στο σπίτι της αυστηρής θείας του Μίμι και του άνδρα της Τζορτζ, που τον αγαπούσαν σαν δικό της παιδί. Μολονότι δεν ζούσε με τη μητέρα του, τη λάτρευε. Άλλωστε, ήταν εκείνη που του χάρισε την πρώτη του κιθάρα το 1957, ενθαρρύνοντάς τον να ασχοληθεί με τη μουσική. Ο θάνατός της σε τροχαίο το 1958 δεν ξεπεράστηκε ποτέ από τον Τζον και ήταν η αιτία που σφυρηλάτησε τη δυνατή του φιλία με έναν άλλο νεαρό, τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ, που είχε χάσει τη μητέρα του από την επάρατο νόσο.
Ο Τζον αγαπούσε το γράψιμο και τη ζωγραφική, με το σχολείο να τον αφήνει μάλλον αδιάφορο. Φοίτησε στο κολέγιο Καλών Τεχνών του Λίβερπουλ, αλλά δεν υπήρξε ποτέ συνεπής σπουδαστής. Εκεί, όμως, γνώρισε την πρώτη του γυναίκα, τη Σίνθια Πάουελ, η οποία του χάρισε ένα παιδί, τον Τζούλιαν (1963). Ο Τζον ζούσε για τη μουσική και τον Μάρτιο του 1957 ίδρυσε την πρώτη του μπάντα, τους Quarrymen, που πήρε το όνομά της από το σχολείο, όπου φοιτούσε. Έπαιζαν σκιφλ, ένα είδος φολκ μουσικής με τζαζ και μπλουζ επιρροές.
Στις 6 Ιουλίου 1957 γνωρίζει τον Πολ ΜαΚάρτνεϊ, ο οποίος σύντομα γίνεται μέλος του συγκροτήματος, αφού ο πατέρας του διαθέτει το υπόγειο του σπιτιού για τις πρόβες των Quarrymen. Την εποχή αυτή ο Λένον γράφει και το πρώτο του τραγούδι «Hello Little Girl», που έγινε αργότερα επιτυχία με τους The Fourmost. Στο συγκρότημα καταφθάνει με συστάσεις του ΜακΚάρτνεϊ ο νεαρός κιθαρίστας Τζορτζ Χάρισον, που δίνει έναν πιο ροκ χαρακτήρα. Οι Quarrymen μετονομάζονται σε «Johnny and the Moondogs», με τον Λένον να έχει τον πρώτο λόγο, αλλά να μην είναι ικανοποιημένος από τον ήχο τους. Το καλοκαίρι του 1958 ηχογραφούν ένα δίσκο 45 στροφών, που περιέχει δύο τραγούδια, τη σύνθεση των Λένον / ΜακΚάρντεϊ «In Spite of Αll the Danger» και τη διασκευή του κομματιού του Μπαντ Χόλι «That' ll Be the Day».

Στα μέσα του 1959, η μπάντα του Λένον αλλάζει το όνομά της σε Beatles και αρχίζει εμφανίσεις στο Αμβούργο και στο κλαμπ του Λίβερπουλ, Cavern. Ήταν εκεί που τους ανακάλυψε ο Μπράιαν Έπσταϊν, ο πρώτος τους μάνατζερ, και στις 5 Οκτωβρίου 1962 κυκλοφορούν το παρθενικό τους σινγκλ «Love me Do». Η επιτυχία είναι μεγάλη. Οι Beatles εκτοξεύονται στην κορυφή και εν μια νυκτί μετατρέπονται σε ζωντανό θρύλο. Στα τραγούδια τους συνδυάζουν τη ρεαλιστική προσέγγιση και την εσωτερικότητα του Λένον, με την αισιόδοξη ματιά και το μελωδικό χάρισμα του ΜακΚάρτνεϊ. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλο και το αποτέλεσμα είναι μοναδικό. Οι Μπιτλς ανάγουν το τρίλεπτο ποπ τραγούδι σε μορφή τέχνης.
Μετά τον θάνατο του Επστάιν αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες σκιές στους Μπιτλς. Ο Μακάρτνεϊ επιζητεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, κάτι που δεν αρέσει στον Λένον, η ερωμένη του οποίου Γιόκο Όνο, αναμιγνύεται όλο και πιο πολύ στις υποθέσεις τους, προκαλώντας την αγανάκτηση των υπολοίπων. Έτσι είναι αναπόφευκτη η διάλυση του συγκροτήματος το 1970.
Από την εποχή των Μπιτλς, ο Τζον Λένον είχε ξεκινήσει την προσωπική του μουσική διαδρομή. Με τη συμμετοχή της Γιόκο Όνο ηχογράφησε τρεις δίσκους με πειραματική μουσική κι ένα live στο Τορόντο με τη νεοσύστατη μπάντα των Plastic Ono Band. Μετά τη διάλυση των Beatles και μέχρι τη δολοφονία του το 1981 κυκλοφόρησε μια σειρά άλμπουμ, που δεν έφθαναν στο δημιουργικό ύψος της μουσικής των «Σκαθαριών», αλλά παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον και είχαν απήχηση στο μουσικόφιλο κοινό. Κορυφαία στιγμή υπήρξε αναμφισβήτητα το άλμπουμ Imagine (1971) και το ομώνυμο τραγούδι, που έγινε ο ύμνος του αντιπολεμικού κινήματος.
Στις 31 Αυγούστου 1971 ο Λένον μετακομίζει στη Νέα Υόρκη και δεν θα επιστρέψει ποτέ στην Αγγλία. Σύντομα θα αντιμετωπίσει προβλήματα με το αμερικανικό κράτος, καθώς ο πρόεδρος Νίξον ψάχνει τρόπο να τον απελάσει. Δεν του συγχωρεί ότι είναι ένα από τα ηγετικά στελέχη του αντιπολεμικού κινήματος, που μάχεται τη συμμετοχή των Αμερικανών στο Βιετνάμ. Με ευφάνταστους τρόπους και εκμεταλλευόμενος τα ΜΜΕ (Bed-In), προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει την παγκόσμια κοινή γνώμη στην υπόθεση της παγκόσμιας ειρήνης. Ο Λένον βρίσκεται στο στόχαστρο και των πανίσχυρων εκκλησιαστικών οργανώσεων, που δεν ξεχνούν τη δήλωση του 1966, ότι «οι Μπιτλς είναι ανώτεροι από τον Θεό».
Το 1973 χωρίζει από τη Γιόκο και τα φτιάχνει για δύο χρόνια με την κινέζα γραμματέα του Μέι Παγκ. Τον Νοέμβριο του 1974 θα εμφανιστεί για τελευταία φορά επί σκηνής, συμμετέχοντας σε μια συναυλία του Έλτον Τζον στη Νέα Υόρκη. Το 1975 επανασυνδέεται με τη Γιόκο Όνο και στις 20 Μαρτίου παντρεύονται στο Γιβραλτάρ. Στις 9 Οκτωβρίου θα γεννηθεί ο γιος τους Σον. Ο Τζον εγκαταλείπει τη μουσική για να αφιερωθεί στη φροντίδα του νεογέννητου παιδιού του. Πέντε χρόνια αργότερα θα επιστρέψει δυναμικά στη μουσική, με το διπλό άλμπουμ «Double Fantasy», που θα αποτελέσει το κύκνειο άσμα της σύντομης, αλλά σπουδαίας καριέρας του.
Στις 8 Δεκεμβρίου 1980 το νήμα της ζωής του κόπηκε από τις σφαίρες ενός θαυμαστή του, του Μαρκ Τσάπμαν, στον οποίον νωρίτερα είχε υπογράψει ένα αυτόγραφο πάνω στο νέο του άλμπουμ. Ο ίδιος, με το μακάριο χιούμορ που τον διέκρινε, μας είχε προϊδεάσει για το τέλος του: «Να δείτε που θα πάω είτε από αεροπορικό ατύχημα, είτε από σφαίρα κάποιου τρελού θαυμαστή μου» είχε πει σε μια του συνέντευξη πριν από χρόνια.













Η Επίθεση στο Περλ Χάρμπορ




Από τα σημαντικότερα επεισόδια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Συνέβη στις 7 Δεκεμβρίου 1941, όταν ιαπωνικά αεροπλάνα βομβάρδισαν τη ναυτική βάση του Περλ Χάρμπορ στη Χαβάη, όπου ναυλοχούσε ο Αμερικανικός Στόλος του Ειρηνικού. Η επίθεση αυτή, που ήταν η πρώτη σε αμερικανικό έδαφος από το 1812, είχε ως αποτέλεσμα την έξοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο.
Οι σχέσεις ΗΠΑ και Ιαπωνίας ήταν ήδη τεταμένες από τις αρχές της δεκαετίας του '30. Οι Αμερικανοί αντιδρούσαν στην επεκτατική πολιτική της Ιαπωνίας στην Κίνα και την Ινδοκίνα με την επιβολή οικονομικών κυρώσεων. Το καλοκαίρι του 1941 κλιμάκωσαν τον οικονομικό πόλεμο κατά της Ιαπωνίας, με την επιβολή εμπάργκο στις εξαγωγές πετρελαίου. Από την πλευρά της, η Ιαπωνία θεώρησε εχθρική ενέργεια το πετρελαϊκό εμπάργκο των Αμερικανών και ήθελε να τους δώσει ένα μάθημα, χωρίς όμως να προκαλέσει την έξοδό τους στον πόλεμο. Γι' αυτό δεν επιτέθηκε στις κτήσεις της Μεγάλης Βρετανίας, που ήταν ο πιστός σύμμαχός τους στην περιοχή.
Το ιαπωνικό επιτελείο αποφάσισε ένα προληπτικό χτύπημα στη ναυτική βάση του Περλ Χάρμπορ, με διπλό στόχο: αφενός θα εξάρθρωνε τον αμερικανικό στόλο του Ειρηνικού και αφετέρου θα διασφάλιζε την πρόσβαση στις πλούσιες πλουτοπαραγωγικές πηγές του Δυτικού Ειρηνικού και κυρίως στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (σημερινή Ινδονησία). Την ίδια περίοδο, στα μέτωπα της Ευρώπης οι Σοβιετικοί είχαν αποκρούσει την επίθεση των Γερμανών στη Μόσχα και περνούσαν στην αντεπίθεση. Η χώρα μας βίωνε έναν εφιαλτικό χειμώνα κάτω από την μπότα του γερμανού κατακτητή, με χιλιάδες νεκρούς από την έλλειψη τροφίμων. Στο βορειοαφρικανικό μέτωπο, ο Ρόμελ είχε ακόμη το πάνω χέρι έναντι των Συμμάχων.
Η διαταγή για επίθεση στο Περλ Χάρμπορ δόθηκε από τον αρχιναύαρχο Ισορούκου Γιαμαμότο στον επικεφαλής της επιχείρησης ναύαρχο Τσουίτσι Ναγκούμο την 1η Δεκεμβρίου 1941. Στο Περλ Χάρμπορ, που βρισκόταν στο νησί Ουάχου της Χαβάης, ναυλοχούσαν 104 πλοία (πολεμικά και συνοδείας) και στάθμευαν 390 αεροσκάφη. Επικεφαλής των ναυτικών δυνάμεων ήταν ο ναύαρχος Χάσμπαντ Κίμελ και των χερσαίων ο στρατηγός Γουόλτερ Σορτ. Η ναυτική δύναμη των Ιαπώνων με επικεφαλής 6 αεροπλανοφόρα απέπλευσε δυτικά, χωρίς να επισημανθεί από τους Αμερικανούς και έφθασε 275 ναυτικά μίλια βόρεια των Νησιών Χαβάη. Από το σημείο αυτό θα εξαπέλυαν την επίθεσή τους στο Περλ Χάρμπορ, με αλλεπάλληλα αεροπορικά κύματα.
Στις 3:42 π.μ. της 7ης Δεκεμβρίου το αμερικανικό ναρκαλιευτικό «Condor» εντόπισε ένα γιαπωνέζικο υποβρύχιο τσέπης λίγο έξω από το Περλ Χάρμπορ. Καταδιώχθηκε και βυθίστηκε στις 6:37 π.μ. από το αντιτορπιλικό «Ward», που έριξε τα πρώτα αμερικανικά πυρά στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν ένα από τα πέντε μικρά υποβρύχια, που θα επιχειρούσαν και θα κατέστρεφαν αμερικανικά πλοία κατά τη διάρκεια των αεροπορικών επιθέσεων.

Η κύρια επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ εκδηλώθηκε στις 7:48 π.μ. με το πρώτο κύμα των αεροπλάνων, που διοικούσε πλοίαρχος Μιτσούο Φουτσίντα. Ήταν Κυριακή και επικρατούσε γενική χαλάρωση. Τα αμερικανικά ραντάρ εντόπισαν τα ιαπωνικά αεροπλάνα, αλλά οι αρμόδιοι αξιωματικοί τα θεώρησαν φίλια, καθώς περίμεναν την άφιξη σμήνους βομβαρδιστικών Β-17.
Οι Αμερικανοί πιάστηκαν στην κυριολεξία στον ύπνο και δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν άμεσα. Τα αεροπλάνα τους καταστράφηκαν στο έδαφος, αφού ήταν παρκαρισμένα το ένα δίπλα στο άλλο για τον φόβο σαμποτάζ. Οι βόμβες και οι τορπίλες των γιαπωνέζικων αεροπλάνων έπληξαν και πολλά πολεμικά πλοία. Ακολούθησε λίγο αργότερα ένα δεύτερο κύμα αεροπλάνων με επικεφαλής τον πλωτάρχη Σιγκεκάζου Σιμαζάκι, αλλά αυτή την φορά οι Αμερικανοί είχαν προετοιμασθεί στοιχειωδώς για να αντιμετωπίσουν τους επιτιθέμενους.
Στα 90 λεπτά που κράτησε συνολικά η από αέρος επίθεση των Ιαπώνων, 2.386 Αμερικανοί (στρατιωτικοί και πολίτες) έχασαν τη ζωή τους και 1.139 τραυματίστηκαν. 188 αεροπλάνα καταστράφηκαν, 155 υπέστησαν ζημιές, 5 πλοία βυθίσθηκαν και 13 τέθηκαν εκτός μάχης. Οι Αμερικανοί, όμως, κατόρθωσαν να διατηρήσουν ανέπαφα τα δίκτυα της επιμελητείας (ναυπηγεία και δεξαμενές καυσίμων). Από την πλευρά τους, οι Γιαπωνέζοι έχασαν 64 άνδρες (55 αεροπόρους και 9 ναυτικούς), 29 αεροπλάνα και τα 5 υποβρύχια τσέπης.
Η απροσδόκητη αυτή επίθεση συνένωσε την αμερικανική κοινή γνώμη και εξάλειψε κάθε σκέψη για ουδετερότητα των ΗΠΑ. Την επομένη, 8 Δεκεμβρίου 1941, ο πρόεδρος Ρούσβελτ χαρακτήρισε «μέρα ντροπής για το αμερικανικό έθνος την 7η Δεκεμβρίου» και το Κογκρέσο χωρίς ενδοιασμούς κήρυξε τον πόλεμο κατά του Άξονα, με μια μόνο αρνητική ψήφο, της πασιφίστριας βουλευτού του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, Τζάνετ Ράνκιν. Ο «κοιμώμενος γίγαντας» ξύπνησε και άλλαξε τις ισορροπίες στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Από στρατιωτικής πλευράς, το χτύπημα δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για τις ΗΠΑ, αφού οι γιαπωνέζοι δεν κατόρθωσαν να καταστρέψουν τις εγκαταστάσεις επιμελητείας των Αμερικανών. Αυτός θα ήταν ο στόχος του τρίτου κύματος της αεροπορικής επίθεσης, που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, λόγω δισταγμών του ναυάρχου Γιαμαμότο.
Επίσης, έμειναν ανέπαφα τα αεροπλανοφόρα και τα υποβρύχια, που θα σήκωναν το κύριο βάρος του πολέμου στον Ειρηνικό και θα αντέστρεφαν το αρχικό πλεονέκτημα των Ιαπώνων. Αυτό έδωσε το δικαίωμα σε κάποιους συγγραφείς να υποστηρίξουν ότι η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ ήταν εν γνώσει του Προέδρου Ρούσβελτ, ο οποίος την άφησε να εξελιχθεί για να κάμψει την αντίδραση των ουδετερόφιλων Αμερικανών και να βάλει τη χώρα στον πόλεμο, όπως επιθυμούσε και ο Τσόρτσιλ.
Οι πρώτοι που πλήρωσαν για το φιάσκο του Περλ Χάρμπορ ήταν οι διοικητές του νησιού, ο ναύαρχος Κίμελ και ο στρατηγός Σορτ, που απαλλάχτηκαν των καθηκόντων τους και αποστρατεύτηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Ήταν οι αποδιοπομπαίοι τράγοι, που φορτώθηκαν τα λάθη των προϊσταμένων τους στην Ουάσινγκτον και την αδράνεια των υπηρεσιών πληροφοριών, που άφησαν τους Ιάπωνες να δράσουν ανενόχλητοι.

















Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

Παύλος Σιδηρόπουλος 1948 – 1990





Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου του 1948 στην Αθήνα. Ήταν δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά και ανιψιός της γνωστής ποιήτριας Έλλης Αλεξίου. Σ' αυτές τις δύο διαφορετικές του ρίζες έβλεπε την αιτία της συνύπαρξης σ' αυτόν του ρόκερ και του σκεπτικιστή.
Η μουσική του πορεία ξεκινά το 1970 από τη Θεσσαλονίκη, όπου σπουδάζει Μαθηματικός στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Εκεί γνωρίζει τον Παντελή Δεληγιαννίδη, με τον οποίο δημιουργούν το ντουέτο «Δάμων και Φιντίας». Μαζί κυκλοφορούν τον δίσκο 45 στροφών «Το ξέσπασμα / Ο κόσμος τους» και συμμετέχουν στη συλλογή «Ζωντανοί στο κύτταρο». Από το 1972 έως το 1974 ενσωματώνονται στα «Μπουρμπούλια». Καρπός αυτής της συνεργασίας είναι το 7ινστο «Ο Ντάμης ο σκληρός».
Εν μέσω δικτατορίας, το σχήμα διαλύεται και τα «Μπουρμπούλια» ακολουθούν τον Διονύση Σαββόπουλο. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος επιλέγει να συνεργαστεί με τον Γιάννη Μαρκόπουλο και συμμετέχει ως τραγουδιστής σε τρεις δίσκους του: «Θεσσαλικός Κύκλος», «Μετανάστες» και «Οροπέδιο».
Το 1976 δημιουργεί, μαζί με τους Βασίλη και Νίκο Σπυρόπουλο, το γκρουπ «Σπυριδούλα» και κυκλοφορούν ίσως τον κορυφαίο δίσκο της ελληνικής ροκ δισκογραφίας, τον «Φλου». Και αυτό το σχήμα διαλύεται, αφήνοντας πίσω του έναν ολοκληρωμένο ροκ ήχο και μια σειρά συναυλιών.
Το 1979 ο Παύλος Σιδηρόπουλος δημιουργεί το σχήμα «Εταιρία Καλλιτεχνών», με αγγλικό στίχο, χωρίς όμως καμία δισκογραφική δουλειά. Την ίδια περίοδο κάνει και το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, ως πρωταγωνιστής στην ταινία του Αντρέα Θωμόπουλου «Ο Ασυμβίβαστος», ενώ ο ίδιος ερμηνεύει και το soundtrack της ταινίας, τραγούδια του οποίου αποτελούν κάποια από τα πλέον γνωστά του, όπως το «Να μ' αγαπάς». Επίσης, συμμετέχει στην ταινία «Αλδεβαράν» με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Πουλικάκο, η οποία προβλήθηκε μόνο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Στη μικρή καριέρα του ως ηθοποιός περιλαμβάνεται και μια τηλεοπτική εμφάνιση στο σήριαλ του Κώστα Φέρρη «Οικογένεια Ζαρντή», που προβλήθηκε στην ΕΡΤ-1.
Η συνεχής αλλαγή συνεργατών σταματάει το 1980. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος καταλήγει σ' ένα σχήμα, τους «Απροσάρμοστους», που με λίγες αλλαγές παίζει μαζί τους μέχρι το τέλος. Το 1982 κυκλοφορεί ο δίσκος «Εν Λευκώ», ο οποίος αντιμετώπισε προβλήματα λογοκρισίας για 3 κομμάτια, για προτροπή στη χρήση ναρκωτικών και για προσβολή της δημοσίας αιδούς. Το 1985 κυκλοφορεί σε παραγωγή Δημήτρη Πουλικάκου το δίσκο «Zorba the freak» και το 1989 το «Χωρίς Μακιγιάζ» που είναι ζωντανά ηχογραφημένος στο «Μετρό».
Το 1990 ο Παύλος Σιδηρόπουλος αντιμετωπίζει προβλήματα με το δεξί του χέρι που προφανώς από κάποιο πρόβλημα στα αγγεία παραλύει. Στις 6 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, ευρισκόμενος στο σπίτι μιας φίλης του στο Νέο Κόσμο, πέφτει σε κώμα από υπερβολική χρήση ηρωίνης και αφήνει την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια.



















Άγιος Νικόλαος






Από τους δημοφιλέστερους αγίους του χριστιανικού κόσμου. Η μνήμη του εορτάζεται σε Ανατολή και Δύση στις 6 Δεκεμβρίου.
Ο Νικόλαος γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου του 270 στα Πάταρα της Λυκίας (σημερινό Γκελεμίς Τουρκίας) από γονείς ευσεβείς και πλούσιους και έτυχε επιμελημένης μόρφωσης. Αφού μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, χειροτονήθηκε ιερέας και αγωνίστηκε για τη διάδοση της χριστιανικής πίστης, προστατεύοντας συγχρόνως κάθε αδύνατο, πάσχοντα ή αδικούμενο. Η άνοδός του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Μύρων της Λυκίας (σημερινό Ντεμρέ Τουρκίας), προκάλεσε την οργή των ειδωλολατρών, οι οποίοι των συνέλαβαν και τον υπέβαλαν σε βασανιστήρια.
Αποφυλακίστηκε μετά την επικράτηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου και αφοσιώθηκε στο ποιμαντικό του έργο. Έλαβε μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325), όπου διαμορφώθηκε εν πολλοίς το χριστιανικό δόγμα, με την καταδίκη της αίρεσης του Αρείου. Εκοιμήθη εν ειρήνη στις 6 Δεκεμβρίου του 343. Μετά την κοίμησή του ονομάστηκε «μυροβλύτης», επειδή τα λείψανά του άρχισαν να αναβλύζουν άγιο μύρο. Στον Άγιο Νικόλαο αποδίδονται και πολλά θαύματα.
Το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων του βρίσκονται σήμερα στη Βασιλική του Αγίου Νικολάου στο Μπάρι της Ιταλίας κι ένα μέρος τους στον ναό του Αγίου Νικολάου στο νησάκι Λίντο της Βενετίας. Η μεταφορά τους στην Ιταλία έγινε επί βυζαντινού αυτοκράτορος Αλεξίου Β' Κομνηνού (1180-1183), όταν τα Μύρα κατακτήθηκαν από τους Σελτζούκους Τούρκους και υπήρχε κίνδυνος να τα καταστρέψουν.
Στην ελληνική λαϊκή παράδοση η εορτή του Αγίου Νικολάου αποτελεί το τέλος του εορταστικού τριημέρου που ονομάζεται «Νικολοβάρβαρα» και είναι ταυτισμένα με το δυνατό κρύο και τις άσχημες καιρικές συνθήκες. Σχετικές οι παροιμίες: «άε Βαρβάρα φύσα, άε Σάββα βρέξον, αε Νικόλα σόντσον (χιόνισε)» (ποντιακή), «Τα Αγιονικολοβάρβαρα ή βρέχει ή χιονίζει» και «Βαρβαρίτσες, Νικολίτσες, όπου να’σαι μέσα να’σαι».
Ο Άγιος Νικόλαος τιμάται ιδιαίτερα σε όλο τον ελληνικό χώρο από τους ανθρώπους της θάλασσας. Είναι προστάτης των ναυτικών, του Πολεμικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Είναι ο πολιούχος Άγιος της Αλεξανδρούπολης, του Βόλου, του Γαλαξειδίου, της Κοζάνης, του Πολύγυρου, της Σητείας και της Σύρου.
Στον Ρωμαιοκαθολικό Κόσμο ο Άγιος Νικόλαος, εκτός από τους ναυτικούς, είναι προστάτης των παιδιών, των απασχολουμένων στα ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, των ενεχυροδανειστών, των φαρμακοποιών, των μεταμελημένων κλεπτών, των βαρελοποιών, των εμπόρων και των αδίκως κατηγορηθέντων. Στη δυτική παράδοση ο Άγιος Νικόλαος (Santa Claus) είθισται να φέρνει τα χριστουγεννιάτικα δώρα στα παιδιά, όπως, στη δική μας παράδοση, ο Άγιος Βασίλης.


















Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Διεθνής Ημέρα Εθελοντισμού για την Οικονομική και Κοινωνική Ανάπτυξη








Τι είναι ο Εθελοντισμός?


E-mailΕκτύπωσηPDF
volunteer 4Η έννοια του Εθελοντισμού συνδέεται με την αλληλεγγύη και την ανιδιοτελή προσφορά. Ο εθελοντισμός εκφράζεται με πολλούς τρόπους, ο καθένας από αυτούς με τη δική του φυσιογνωμία και μέθοδο δράσης. Κοινό χαρακτηριστικό όμως όλων είναι η συνδρομή τους στην προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στη σύγχρονη εποχή ο εθελοντισμός έχει καθιερωθεί ως ο θεσμός εκείνος, που συμβάλει στην αντιμετώπιση των κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων και καλείται να αναπληρώσει τα κενά που δημιουργεί η αδυναμία του κράτους και οι μηχανισμοί της αγοράς.
Στο πλαίσιο αυτό στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει την εμφάνισή τους πολλές Μη κυβερνητικές Οργανώσεις με πληθώρα εθελοντικών δράσεων και κύρια πεδία εφαρμογής το περιβάλλον, τον πολιτισμό, τις κοινωνικές υπηρεσίες. Σε κάθε πεδίο εφαρμογής οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, είτε έχουν μορφή ιδρύματος. αστικής / μη κερδοσκοπικής εταιρείας, σωματεία ή συλλόγους στηρίζουν τη δράση τους στην εθελοντική προσφορά των μελών τους.
Ο εθελοντισμός δεν είναι απλά ένας όρος, είναι στάση ζωής και δρα εποικοδομητικά στο κοινωνικό στερέωμα καθώς αφορά όλους ανεξάρτητα από κοινωνικές και οικονομικές διακρίσεις, προάγει την ενεργή συμμετοχή των πολιτών στην προάσπιση των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων και ενδυναμώνει την κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή.
Το Μοντέλο του Εθελοντισμού
montelo volunteer
        • Ο εθελοντισμός μπορεί να θεωρηθεί ως συνδυασμός ακτιβισμού και άμισθης εργασίας.
  • Ο εθελοντισμός μπορεί να θεωρηθεί ως ακτιβισμός και αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου
  • Ο εθελοντισμός μπορεί να θεωρηθεί ως αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και της ανιδιοτελής προσφοράς
  •  Τέλος, ο εθελοντισμός είναι ο συνδυασμός και των τριών διακριτών στοιχείων.




















Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕ ΚΟΔΕΠ






Στιγμιότυπο απο την υπογραφή συνεργασίας της ΔΡΑΣΗΣ ( σωμα εθελοντων Κοκκινιας ) με την ΚΟ.Δ,Ε.Π (κοινωφελή δημοτική επιχείρηση Πειραιά) .
Η συνεργασία των δυο φορέων αποσκοπεί στην καλύτερη αντιμετώπιση δράσεων σε κοινωνικές δομές , παροχή τροφίμων , ρούχων και στέγης σε άτομα και οικογένειες που χρίζουν ανάγκης
Με την πρόεδρο της κο.δ.ε.π ΚΟΡΙΝΑ ΛΑΟΥΛΑΚΟ


















Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

Ρόζα Εσκενάζυ 1890 – 1980





Η Εσκενάζυ γεννήθηκε ως Σάρα Σκιναζί. Ήταν παιδί μιας φτωχής εβραϊκής σεφαραδίτικης οικογένειας της Κωνσταντινούπολης. Σ' ολόκληρη τη διάρκεια της καριέρας της έκρυβε την πραγματική ημερομηνία της γέννησής της και ισχυριζόταν ότι γεννήθηκε το 1910. Στην πραγματικότητα, ήταν κατά τουλάχιστον μια δεκαετία μεγαλύτερη και το πιθανότερο είναι ότι γεννήθηκε ανάμεσα στο 1895 και το 1897. Ο πατέρας της, Αβραάμ Σκιναζί, ήταν παλιατζής. Εκτός από τη Ρόζα, ο Αβραάμ Σκιναζί και η σύζυγός του, Φλώρα, είχαν δύο γιους, τον Νισίμ, που ήταν ο μεγαλύτερος, και τον Σάμη.
Λίγο μετά τις αρχές του αιώνα, η οικογένεια Σκιναζί μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, η οποία τότε βρισκόταν ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία. Την εποχή εκείνη η πόλη γνώρισε ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της να αυξηθεί κατά 70% την περίοδο από το 1870 έως το 1917. Ο Αβραάμ Σκιναζί βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας βάμβακος, ενώ συγχρόνως έκανε διάφορες περιστασιακές δουλειές για να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. Την εποχή αυτή, εμπιστεύτηκε τη νεαρή Σάρα σε μια κοπέλα της γειτονιάς, που δίδασκε γραφή και ανάγνωση σε διάφορα κορίτσια. Τα μαθήματα αυτά αποτέλεσαν τη μόνη τυπική εκπαίδευση της Ρόζας.
Για μια περίοδο η Σάρα, ο αδελφός της και η μητέρα τους έζησαν στη Κομοτηνή, μια πόλη που την εποχή αυτή είχε σημαντικό τουρκικό πληθυσμό. Η μητέρα της Ρόζας βρήκε εκεί δουλειά ως υπηρέτρια σε μια εύπορη οικογένεια και η Ρόζα τη βοηθούσε με το νοικοκυριό. Μια μέρα οι Τούρκοι ιδιοκτήτες μιας τοπικής ταβέρνας άκουσαν τη Ρόζα να τραγουδά. Ενθουσιάστηκαν από τη φωνή της και αμέσως πήγαν στο σπίτι της για να της ζητήσουν να εμφανιστεί στο κέντρο τους. Η μητέρα της Σάρας εξοργίστηκε με την προοπτική η Σάρα – ή οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειάς της – να γίνει καλλιτέχνις. Πολλά χρόνια μετά από το επεισόδιο αυτό, η Ρόζα παραδέχθηκε ότι η περίοδος που είχε ζήσει στην Κομοτηνή αποτέλεσε ένα καθοριστικό σημείο στη ζωή της. Εκεί ήταν, είπε, που αποφάσισε να γίνει τραγουδίστρια και χορεύτρια.

Η Σάρα δεν επρόκειτο να πραγματοποιήσει το όνειρό της παρά μόνο μετά την επιστροφή της στη Θεσσαλονίκη. Την εποχή αυτή η οικογένειά της έμενε σ΄ ένα νοικιασμένο διαμέρισμα κοντά στο θέατρο Grand Hotel και πολλές από τις γειτόνισσές τους εμφανίζονταν στο θέατρο αυτό. Η Σάρα βοηθούσε καθημερινά δύο από τις χορεύτριες αυτές να κουβαλούν τα ρούχα της δουλειάς τους στο θέατρο, ελπίζοντας ότι μια μέρα θα εμφανιζόταν μαζί τους στη σκηνή. Εκεί ήταν που ξεκίνησε τελικά την καριέρα της ως χορεύτρια. Όσο βρισκόταν ακόμη στην εφηβεία της, η Σάρα Σκιναζί ερωτεύτηκε τον Γιάννη Ζαρντινίδη, έναν πλούσιο άνδρα που προερχόταν από μια από τις πιο εύπορες οικογένειες της Καππαδοκίας. Η οικογένεια όμως του Ζαρντινίδη δεν ενέκρινε τη σχέση αυτή, θεωρώντας τη Σάρα αμφιβόλου ηθικής. Ωστόσο, οι δύο νέοι κλέφτηκαν γύρω στο 1913 και η Σάρα άλλαξε το όνομά της σε Ρόζα, το όνομα με το οποίο έγινε γνωστή στη διάρκεια της καριέρας της.
Ο Ζαρντινίδης πέθανε από άγνωστη αιτία γύρω στο 1917, αφήνοντας τη Ρόζα με ένα μικρό παιδί, τον Παράσχο. Συνειδητοποιώντας η Ρόζα ότι δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει την καριέρα της και να μεγαλώνει ταυτόχρονα ένα παιδί, το παρέδωσε στο οικοτροφείο του Αγίου Ταξιάρχη στην Ξάνθη. Η οικογένεια του πατέρα συμφώνησε να τον στηρίξει και ο Παράσχος Ζαρντινίδης έγινε αργότερα ανώτερος αξιωματικός στην Ελληνική Αεροπορία. Επανασυνδέθηκε με τη μητέρα του αρκετά χρόνια αργότερα, αφότου τη βρήκε στην Αθήνα το 1935.
Η Ρόζα είχε μετακομίσει στην Αθήνα μετά τον θάνατο του Ζαρντινίδη για να ακολουθήσει τη καριέρα της στον χώρο της μουσικής. Σύντομα συνδέθηκε με δύο αρμένισες καλλιτέχνιδες του καμπαρέ, τη Σεραμούς και τη Ζαμπέλα, που ξεχώρισαν τη Ρόζα επειδή μιλούσε τουρκικά και είχε ταλέντο στο τραγούδι. Έτσι, παρόλο που η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται ως χορεύτρια, άρχισε επίσης να τραγουδά για τους θαμώνες του κέντρου στα ελληνικά, τα τουρκικά και τα αρμένικα. Εκεί ήταν που την ανακάλυψε για πρώτη φορά ο Παναγιώτης Τούντας στα τέλη του 1920. Ο Τούντας κατάλαβε αμέσως το ταλέντο της και τη σύστησε στον Βασίλη Τουμπακάρη της εταιρείας Columbia Records.
"Photo of Smyrna Style Trio (c. 1930)
K. Lambros, R. Eskenazi, A. Tomboulis (Athens, c. 1930)
Οι δύο πρώτες ηχογραφήσεις της Ρόζας για τη Columbia, το «Μαντίλι Καλαματιανό» και το «Κόφτηνε Ελένη την Ελιά» (περίπου το 1928) σηματοδότησαν την απαρχή μιας μεγάλης πορείας στη δισκογραφία, η οποία θα συνεχιζόταν σχεδόν χωρίς διακοπή μέχρι τη δεκαετία του 1960. Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η Ρόζα είχε ηχογραφήσει σχεδόν 300 τραγούδια στην εταιρεία, ενώ είχε γίνει πια μια από τις δημοφιλέστερες σταρ της λαϊκής μουσικής. Ορισμένα από τα τραγούδια αυτά ήταν παραδοσιακά, ιδιαίτερα από την Ελλάδα και τη Σμύρνη. Ωστόσο, η σημαντικότερη συνεισφορά της στη τοπική μουσική σκηνή αφορούσε τις ηχογραφήσεις ρεμπέτικων τραγουδιών και, πιο συγκεκριμένα, της Σμυρνέικης σχολής του ρεμπέτικου τραγουδιού. Κατείχε ξεχωριστή θέση στη δημοτικότητα της μουσικής αυτής μέσα στη λαϊκή κουλτούρα της χώρας κι ακόμη και σήμερα η ιδιαίτερη φωνή της ταυτίζεται με το μουσικό αυτό είδος.
Λίγο αφότου ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις, η Ρόζα άρχισε επίσης να εμφανίζεται στο κέντρο «Ταΰγετος» στην Αθήνα ιδιοκτησίας της οικογένειας Σερελέα. Μαζί της εμφανίζονταν ο Τούντας, ο βιολιστής Δημήτρης Σέμσης (ή Σαλονικιός) και ο Αγάπιος Τομπούλης στο ούτι. Η Εσκενάζυ όμως ήταν η μεγάλη σταρ των εμφανίσεων αυτών και έβγαζε το άνευ προηγουμένου ποσό των 200 δραχμών κάθε βράδυ. Πολλά χρόνια αργότερα, εμπιστεύτηκε στον βιογράφο της, τον Κώστα Χατζηδουλή, ότι θα έπρεπε να είχε γίνει πλουσιότερη μόνο και μόνο από τις εμφανίσεις της, αλλά είχε αδυναμία στα ακριβά κοσμήματα και ξόδευε μεγάλο μέρος από το εισόδημά της σ’ αυτά.
"Photo of Smyrna Style Trio (1932)
D. Semsis, A. Tomboulis, R. Eskenazi (Athens, 1932)
Καθώς εξελισσόταν η καριέρα της, η Ρόζα υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με την Columbia Records, περίπου το 1931 ή 1932. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, έπρεπε να γραμμοφωνεί 40 τραγούδια τον χρόνο και να λαμβάνει 5% για καθένα δίσκο που πουλιόταν. Την εποχή εκείνη, ήταν η μοναδική τραγουδίστρια που είχε συνάψει συμφωνία για ποσοστά με μια δισκογραφική εταιρεία.

Διεθνής καριέρα

Η καριέρα της δεν άργησε να απλωθεί πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας, στην ελληνική διασπορά. Μαζί με τον Τομπούλη ταξίδεψε στην Αίγυπτο, την Αλβανία και τη Σερβία, μέρη στα οποία την υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη θέρμη όχι μόνο οι τοπικές ελληνικές κοινότητες, αλλά και οι τουρκικές. Τα τραγούδια της περιείχαν και κάποια αιχμηρότητα και μάλιστα ένα από αυτά, το «Πρέζα όταν Πιείς» λογοκρίθηκε από τον ίδιο τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά. Ως αποτέλεσμα της απόφασης αυτής, πολλοί άλλοι καλλιτέχνες του ρεμπέτικου περιθωριοποιήθηκαν, ενώ το καινούριο ρεύμα μέσα στο πλαίσιο του ρεμπέτικου, το οποίο εκπροσωπούσε ο Βασίλης Τσιτσάνης, θα κέρδιζε έδαφος μετά τον Πόλεμο.

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος

Σύντομα όμως η ίδια η ανεξαρτησία της Ελλάδας θα δεχόταν καίριο πλήγμα. Το 1940 η Ιταλία εισέβαλε στην Ελλάδα και το 1941 ο γερμανικός στρατός κατέλαβε τη χώρα. Παρά το καταπιεστικό καθεστώς της Κατοχής, η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται και το 1942 μάλιστα άνοιξε το δικό της μουσικό κέντρο, το «Κρυστάλ», μαζί με τον γιο της τον Παράσχο, με τον οποίο είχαν επανασυνδεθεί στο μεταξύ. Μολονότι ήταν Εβραία, κατάφερε να βγάλει ένα πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως. Ωστόσο εκείνο που διασφάλισε την προστασία της ήταν η σχέση της με έναν Γερμανό αξιωματικό.
Η Ρόζα όμως δεν ήταν συνεργάτιδα των Γερμανών. Αντιθέτως, χρησιμοποίησε την προνομιούχο θέση της για να στηρίξει την ελληνική Αντίσταση, κρύβοντας αντιστασιακούς μαχητές, ακόμη και Άγγλους απεσταλμένους αντιστασιακούς, μέσα στο σπίτι της. Κατάφερε επίσης να γλυτώσει αρκετούς Εβραίους στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα σ’ εκείνους που έσωσε η Ρόζα από τη μεταφορά τους στο Άουσβιτς ήταν και η δική της οικογένεια. Το 1943 όμως η κάλυψή της κατέρρευσε και τη συνέλαβαν. Παρέμεινε τρεις μήνες στη φυλακή και στη συνέχεια την άφησαν ελεύθερη, μετά από τις συντονισμένες προσπάθειες του Γερμανού εραστή της αλλά και του γιου της. Κρυβόταν για το υπόλοιπο διάστημα έως το τέλος του πολέμου, φοβούμενη ότι θα μπορούσε να συλληφθεί ξανά από τους Γερμανούς.

Τα μεταπολεμικά χρόνια

Στη μακρά διάρκεια της καριέρας της η Ρόζα ανέπτυξε καλές σχέσεις όχι μόνο με τον Βασίλη Τουμπακάρη, τον διευθυντή της Columbia Records, αλλά και με τον Μίνωα Μάτσα, που είχε ιδρύσει στο μεταξύ την Odeon/Parlophone. Το γεγονός αυτό της επέτρεψε να προωθήσει πολλούς άλλους γνωστούς καλλιτέχνες, όπως τη Μαρίκα Νίνου και τη Στέλλα Χασκήλ. Τους έβαλε στο σωματείο των μουσικών, την «Αλληλοβοήθεια», και ύστερα από λίγο καιρό άρχισαν να ηχογραφούν τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη.
Το 1949, η Ρόζα, που τραγουδούσε την εποχή αυτή στην Πάτρα, πήγε στο αστυνομικό τμήμα για να βγάλει καινούρια ταυτότητα. Το γεγονός που καθόρισε όλη την υπόλοιπη ζωή της εμφανίστηκε όταν συνάντησε εκεί τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο, έναν νεαρό αξιωματικό της αστυνομίας, που ήταν περίπου 30 χρόνια νεότερός της. Παρόλη όμως τη διαφορά ηλικίας ανάμεσά τους, ερωτεύτηκαν. Η σχέση αυτή επρόκειτο να διαρκέσει, με διάφορους τρόπους, έως το τέλος της ζωής της Ρόζας.
Μολονότι η Ρόζα είχε πραγματοποιήσει μέχρι τότε πολλές περιοδείες στα Βαλκάνια, ταξίδεψε στις ΗΠΑ για πρώτη φορά το 1952, προκειμένου να τραγουδήσει στις ελληνικές και τουρκικές κοινότητες της διασποράς. Η περιοδεία αυτή, που χορηγός της ήταν το ελληνικό εστιατόριο και μπαρ «Πάνθεον» στη Νέα Υόρκη, διήρκεσε τελικά πολλούς μήνες.
Αυτή ήταν η πρώτη από μια σειρά από περιοδείες της Ρόζας στο εξωτερικό. Το 1955 ο Αλβανός ιμπρεσσάριος Ayden Leskoviku από την Balkan Records Company την προσκάλεσε να εμφανιστεί και να ηχογραφήσει στην Κωνσταντινούπολη, την πόλη όπου είχε γεννηθεί. Τελικά η Ρόζα ηχογράφησε γύρω στα 40 τραγούδια και έλαβε περίπου 5.000 δολάρια για τις ηχογραφήσεις αυτές. Αν κι επρόκειτο για μια σχετικά χαμηλή αμοιβή, η Ρόζα έλεγε αργότερα ότι η αμοιβή της για τις εμφανίσεις αυτές, μαζί με τα φιλοδωρήματα, ήταν δέκα φορες υψηλότερη από το ποσό αυτό.
Λίγο καιρό μετά την Κωνσταντινούπολη, η Ρόζα έφυγε για δύο ακόμη περιοδείες στην Αμερική. Εμφανίστηκε στη Νέα Υόρκη, το Ντητρόιτ και το Σικάγο. Στις 5 Ιουλίου του 1958, στη διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού της στις ΗΠΑ, παντρεύτηκε τον Frank Alexander. Ο γάμος όμως αυτός ήταν μόνον κατ’ όνομα. Η Ρόζα τον έκανε για να πάρει άδεια εργασίας στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η Εσκενάζυ αγάπησε την Αμερική και θα είχε εγκατασταθεί εκεί εάν δεν είχε αφήσει πίσω της την άλλη της μεγάλη αγάπη, τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο. Έτσι, επέστρεψε στην Αθήνα το 1959 για να βρίσκεται κοντά του. Με τα χρήματα που είχε βγάλει στην Αμερική αγόρασε για τους δυο τους ένα μεγάλο σπίτι στην Κηπούπολη, καθώς και δύο φορτηγά και μερικά άλογα. Μαζί με τον Φιλιππακόπουλο θα ζούσαν στο σπίτι αυτό έως το τέλος της ζωής της Ρόζας

Παρακμή και επανάκαμψη

Η Εσκενάζυ βρισκόταν πια στα εξήντα της και η μουσική σκηνή στην Ελλάδα είχε αλλάξει σημαντικά μέσα στα τελευταία 40 χρόνια, δηλαδή από την εποχή που εκείνη είχε ξεκινήσει την καριέρα της. Το σμυρναίικο και το ρεμπέτικο είχαν χάσει πια τη δημοτικότητά τους και έτσι η Ρόζα, όπως και άλλες μεγάλες προσωπικότητες του είδους αυτού, εμφανίζονταν πια περιστασιακά σε επαρχιακά φεστιβάλ και σε μικρότερης εμβέλειας καλλιτεχνικά γεγονότα. Μολονότι ηχογράφησε μερικά τραγούδια στα χρόνια που ακολούθησαν, επρόκειτο κυρίως για επανεκτελέσεις των παλαιότερων γνωστών επιτυχιών της που ηχογράφησε σε μικρές δισκογραφικές εταιρείες στην Αθήνα.
Ήταν μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 που άρχισε να εκδηλώνεται ένα ενδιαφέρον για την πρώιμη περίοδο της δουλειάς της. Η RCA κυκλοφόρησε δύο 45άρια δισκάκια που περιείχαν τέσσερα τραγούδια της (περιλαμβανομένου του «Αμανέ Σαμπάχ») με τον βιολιστή Δημήτρη Μανισαλή, αλλά η κυκλοφορία τους ήταν περιορισμένη. Όλο αυτό το σκηνικό όμως άλλαξε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, κατά την τελευταία περίοδο της στρατιωτικής δικατορίας στην Ελλάδα. Ξαφνικά η ελληνική νεολαία άρχισε να ενδιαφέρεται για τα αστικά λαϊκά τραγούδια του παρελθόντος και κυκλοφόρησαν πολλές σημαντικές συλλογές. Μια από τις σημαντικότερες ήταν η «Ρεμπέτικη Ιστορία», μια συλλογή από έξι δίσκους ρεμπέτικης μουσικής, η οποία πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Έπειτα από ένα μακρύ διάστημα μακριά από το προσκήνιο, η Ρόζα, που ήταν πια στα εβδομήντα της, έγινε σταρ και πάλι.
Αυτό που έκανε τη διαφορά κατά τη δεκαετία του 1970 ήταν η μεγάλη διάδοση της τηλεόρασης. Η Ρόζα προσαρμόστηκε γρήγορα στο νέο αυτό μέσο και εμφανίστηκε σε μια σειρά από εκπομπές. Το 1973 εμφανίστηκε σ’ ένα ντοκιμαντέρ, «Το Μπουζούκι» (σε σκηνοθεσία του Βασίλη Μάρου) και το 1976 σε μια τηλεοπτική εκπομπή αφιερωμένη στη Χαρούλα Αλεξίου, η οποία περιείχε συνεντεύξεις και τραγούδια. Όλο αυτό το διάστημα όμως η Ρόζα δεν ξέχασε ποτέ τις ρίζες της που βρίσκονταν στα μουσικά κέντρα και έτσι εμφανίστηκε σε κάποιες εβδομαδιαίες παραστάσεις στο «Θεμέλιο», μια μπουάτ στην Πλάκα.
Καθώς ήταν μια από τις ελάχιστες τραγουδίστριες του ρεμπέτικου που ζούσαν ακόμα, οι καλλιτέχνες και οι μουσικολόγοι της εποχής αυτής άρχισαν να μελετούν το ύφος της μουσικής της, στο οποίο έβλεπαν την «αυθεντικότητα» του μουσικού αυτού είδους. Όλο αυτό επηρέασε σημαντικά μια νέα γενιά ερμηνευτών, όπως η Χάρις Αλεξίου (με την οποία είχαν εμφανιστεί μαζί στην τηλεόραση), η Ελένη Βιτάλη και η Γλυκερία αργότερα. Δυστυχώς, παρόλο που οι μουσικοί και οι ακαδημαϊκοί ενθουσιάζονταν με το ταλέντο της, όπως και με τη γνώση της σχετικά με έναν μουσικό κόσμο που είχε χαθεί, το ευρύτερο κοινό δεν έδειχνε το ίδιο ενδιαφέρον και θεωρούσε τη Ρόζα περισσότερο ως κάτι το αξιοπερίεργο. Ωστόσο, εκείνη συνέχισε να εμφανίζεται. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν στην Πάτρα, τον Σεπτέμβριο του 1977. Θαυμαστές της κάθε ηλικίας ήρθαν για να τη δουν να τραγουδά και να χορεύει, αλλά και για να πάρουν μια γεύση από τη μουσική του παρελθόντος.

Τα τελευταία χρόνια της Ρόζας

Η Ρόζα Εσκενάζυ πέρασε ήρεμα τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο σπίτι της στην Κηπούπολη, μαζί με τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο. Παρόλο που είχε γεννηθεί Εβραία βαπτίστηκε Ορθόδοξη Χριστιανή το 1976 και πήρε το όνομα Ροζαλία Εσκενάζυ. Τα επόμενα δύο χρόνια άρχισε να εμφανίζει σημάδια της νόσου του Αλτσχάιμερ και συχνά έχανε τον προσανατολισμό της καθώς επέστρεφε στο σπίτι της. Το καλοκαίρι του 1980 έπεσε κάτω και έσπασε το γοφό της. Έμεινε στο νοσοκομείο για τρεις μήνες, με τον Χρήστο να βρίσκεται διαρκώς δίπλα της για να τη φροντίζει. Επέστρεψε για λίγο καιρό στο σπίτι της, αλλά στη συνέχεια ξαναβρέθηκε σε μια ιδιωτική κλινική εξαιτίας μιας μόλυνσης. Άφησε την τελευταία της πνοή στην κλινική αυτή στις 2 Δεκεμβρίου του 1980.
Την έθαψαν σε έναν πρόχειρο τάφο στο χωριό Στόμιο της Κορινθίας. Το 2008 το πολιτιστικό σωματείο του χωριού συγκέντρωσε χρήματα και πρόσθεσε μια επιτύμβια στήλη, που έγραφε «Ρόζα Εσκενάζυ, Καλλιτέχνις»...

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια