Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος 1909 – 1990









Πηγή Σάν Σήμερα

Σπουδαίος και πολυγραφότατος έλληνας ποιητής, με διεθνή απήχηση, που ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ‘30. Ο «Επιτάφιος», η «Ρωμιοσύνη» και η «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» είναι τρία από τα πιο γνωστά έργα του. Το 1975 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909. Ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του μεγαλοκτηματία Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν η Νίνα (1898-1970), ο Μίμης (1899-1921) και η Λούλα (1908- 1995).
Το 1919 αποφοίτησε από το Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο Γυμνάσιο του Γυθείου. Την ίδια χρονιά πέθαναν ο αδερφός του Μίμης και η μητέρα του Ελευθερία, και οι δύο από φυματίωση. Το 1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Όραμα».
Το 1925 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο και έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα. Είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του κι έτσι ο ποιητής αναγκάστηκε να εργαστεί για τα προς το ζην, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα. Το 1926 προσβλήθηκε και ο ίδιος από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά ως το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, οπότε γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς να μπορέσει ποτέ να φοιτήσει. Συνέχισε να εργάζεται ως βοηθός βιβλιοθηκαρίου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας.
Τον Ιανουάριο του 1927 νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και τον επόμενο μήνα στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια. Στη «Σωτηρία» ο Ρίτσος γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του, ενώ παράλληλα έγραψε κάποια ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός». Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο έζησε στα Χανιά, αρχικά στο φθισιατρείο της Καψαλώνας και μετά από προσωπική του καταγγελία των άθλιων συνθηκών ζωής που επικρατούσαν εκεί σε τοπική εφημερίδα, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης.
Τον Οκτώβριο του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα κι ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης. Εκεί σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις. Η υγεία του βελτιώθηκε σταδιακά, το ίδιο και τα οικονομικά του με τη βοήθεια της αδερφής του Λούλας, που είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική. Τον επόμενο χρόνο, ο πατέρας του μπήκε στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί (όπου πέθανε το 1938) και πέντε χρόνια αργότερα τον ακολούθησε η Λούλα, η οποία πήρε εξιτήριο το 1939.
Το 1933 συνεργάστηκε με το αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» και για τέσσερα χρόνια ως ηθοποιός με τους θιάσους Ζωζώς Νταλμάς, Ριτσιάρδη, Παπαϊωάννου και Μακέδου. Το 1934 άρχισε να αρθρογραφεί από τις στήλες του Ριζοσπάστη κι εξέδωσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» με το ψευδώνυμο Σοστίρ (αναγραμματισμό του επιθέτου του). Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του. Το 1935 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Πυραμίδες» και προσλαμβάνεται ως επιμελητής κειμένων στις εκδόσεις «Γκοβόστη».
Στις 9 Μαΐου 1936 γίνονται στη Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές, κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας. Την επομένη, ο Ρίτσος βλέπει στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον «Επιτάφιο», που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα. Με τη δικτατορία Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία 250 καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.
Το 1937 νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πάρνηθας και τον ίδιο χρόνο, συγκλονισμένος από την αρρώστια της πολυαγαπημένης του αδελφής Λούλας, γράφει την ποιητική σύνθεση «Το τραγούδι της αδελφής μου», ένα από τα ωραιότερα λυρικά της νεοελληνικής ποίησης. Ο Κωστής Παλαμάς, εντυπωσιασμένος από το ποίημα, έγραψε τους στίχους - εγκώμιο για τον Ρίτσο:
Γρήγορο αργοφλοίβισμα της γαλάζιας πλάσης
Να παραμερίσουμε για να περάσης.
Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και προσλαμβάνεται στο Εθνικό Θέατρο. Δύο χρόνια αργότερα, εκδίδει την «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» και προσλαμβάνεται ως χορευτής στη Λυρική Σκηνή.
Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942. Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στα «Δεκεμβριανά» ακολούθησε τις δυνάμεις του στη σύμπτυξη. Περνά από τη Λαμία, όπου συναντά τον Άρη Βελουχιώτη και φθάνει μέχρι την Κοζάνη, όπου ανεβάστηκε το θεατρικό του «Η Αθήνα στ’ άρματα». Το 1945 γράφει τη «Ρωμιοσύνη», ένα ακόμη δημοφιλές ποίημά του, που το μελοποίησε το 1966 ο Μίκης Θεοδωράκης.
Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε λόγω της αριστερής δράσης του στο Κοντοπούλι της Λήμνου (1948), στη Μακρόνησο (1949) και στον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Έρη (1955). Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Όταν το διάβασε ο σπουδαίος γάλλος ποιητής και συγγραφέας Λουί Αραγκόν (1897-1982) αισθάνθηκε «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας» και αποφάνθηκε πως ο δημιουργός του είναι «ο μεγαλύτερος από τους ποιητές του καιρού μας που βρίσκονται στη ζωή».
Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τον «Επιτάφιο» και σηματοδότησε την περίοδο της διάδοσης της μεγάλης ποίησης στο πλατύ κοινό. Το 1962 ο Ρίτσος επισκέφθηκε τη Ρουμανία και συναντήθηκε με το Ναζίμ Χικμέτ, του οποίου μετέφρασε ποίηματα στα ελληνικά. Κατόπιν πήγε στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπου ολοκλήρωσε την Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, την Ουγγαρία και τη Λ. Δ. της Γερμανίας. Το 1964 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές με την ΕΔΑ.
Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, οι φίλοι του τον ειδοποίησαν να κρυφτεί, εκείνος όμως δεν έφυγε από το σπίτι του. Τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Στα τέλη Απριλίου μεταφέρθηκε στη Γυάρο και αργότερα στο Παρθένι της Λέρου. Το 1968 νοσηλεύθηκε στον «Άγιο Σάββα» και στη συνέχεια τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του στο Καρλόβασι της Σάμου. Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, μετά όμως από άρνησή του να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου εξορίστηκε εκ νέου στη Σάμο ως το τέλος του χρόνου που μπήκε για εγχείρηση στη Γενική Κλινική Αθηνών. Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα, όπου συνέχισε να γράφει με πυρετώδεις ρυθμούς. Το 1975 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το μεγάλο γαλλικό βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινί». Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το βραβείο «Λένιν» στη Μόσχα. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια αναγορεύσεις του σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια: Μπίρμιγχαμ (1978), Καρλ Μαρξ της Λειψίας (1984) και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1987). Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ.
Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από τη ζωή στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές. Ενταφιάστηκε τρεις μέρες αργότερα στη γενέτειρά του Μονεμβασιά.
Το κύριο σώμα του έργου του συγκροτούν πάνω από 100 ποιητικές συλλογές, 9 πεζογραφήματα και 4 θεατρικά έργα. Οι μελέτες για ομοτέχνους του, οι πολυάριθμες μεταφράσεις και χρονογραφήματα, καθώς και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν την εικόνα του χαλκέντερου δημιουργού.

(Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,
βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών - των απεργῶν
καπνεργατῶν. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της):

                                   I

Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
Πως κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ᾿ το τσίνορό μου,
Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσὺ που μούφερνες νεράκι στὴν παλάμη
πως δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσὶς τ᾿ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ’ είναι σα να μου θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλεῖς κ’ η δόλια εγὼ τον κόρφο, δες, ἀνοίγω
και στα βυζιὰ που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

                               VI

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης
Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα
Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι
Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.
Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ' αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.
Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια.
Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.















Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

Η Ιστορία του Τράμ



Τα πρώτα τραμ εμφανίστηκαν στην πρωτεύουσα το 1882. Ήταν ελαφρά οχήματα, τον χειμώνα κλειστά με 16 θέσεις και το καλοκαίρι ανοιχτά με 20 θέσεις και έλκονταν από τρία άλογα. Οι πρώτες γραμμές ένωσαν το κέντρο της Αθήνας με τα τότε προάστια (Πατήσια, Αμπελόκηπους, Κολοκυνθού) και την πλατεία Ομόνοιας με το Σύνταγμα, το Γκάζι και τον Κεραμεικό. Η Εταιρία Τροχιοδρόμων Αθηνών – Πειραιώς – Περιχώρων (Ε.Τ.Α.Π.Π.) που διαχειριζόταν τις καινούργιες συγκοινωνίες ήταν βελγική. 

Μαζί με τα οχήματα, οι Βέλγοι έφεραν και 800 άλογα, τα περισσότερα από τα οποία κατάγονταν από τη Μικρά Ασία. Για να μπορούν να ανταποκρίνονται στις δυσκολίες που παρουσίαζαν τα δρομολόγια – ανηφόρες, κατηφόρες και συνεχείς στάσεις – τα άλογα αυτά ήταν μικρόσωμα και νευρώδη. Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε η σειρά του ατμού να κινήσει το τραμ. Ήταν το 1887, όταν τέθηκε σε λειτουργία για πρώτη φορά το ατμήλατο τραμ του Φαλήρου. Η αφετηρία του βρισκόταν μπροστά στην Ακαδημία και ήταν η αρχή της αγαπημένης εκδρομής των Αθηναίων. Διέσχιζε τις λεωφόρους Πανεπιστημίου, Αμαλίας και Θησέως, έφτανε στις Τζιτζιφιές και μέσω της παραλιακής λεωφόρου κατέληγε στον φαληρικό όρμο με την παραλία και τα παρακείμενα κέντρα αναψυχής. 

Μέχρι το 1908 το δίκτυο του τραμ αριθμούσε περίπου 300 οχήματα, ιππήλατα και ατμοκίνητα. Από το 1906 οι Βέλγοι άρχισαν την αναβάθμιση του δικτύου θέλοντας να περάσουν στην πιο σύγχρονη εκδοχή του τραμ. Έτσι το 1908 όλα ήταν πλέον έτοιμα για την ηλεκτροκίνηση των τροχιοδρόμων και την 30η Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε το πρώτο δρομολόγιο από την Ομόνοια στο Σταθμό Λαρίσης. Στην επόμενη διετία αποκτήθηκαν 257 οχήματα βελγικής κατασκευής σε μπεζ και κίτρινο χρώμα – 150 κινητήρια και 107 ρυμουλκούμενα – όλα κλειστά και ηλεκτροφωτισμένα με χωρητικότητα 30 ατόμων έκαστο: 16 για καθήμενους και 14 για όρθιους. 

Η τιμή της διαδρομής ήταν μια δεκάρα. Ήταν τέτοια η εντύπωση που προκάλεσαν τα νέα τραμ στους Αθηναίους, ώστε πολλοί ταξίδευαν ως το τέρμα και επέστρεφαν μόνο και μόνο για να απολαύσουν την άνεση και τα πρωτοποριακά τοποθετημένα αναπαυτικά καθίσματα. Με το πέρασμα του χρόνου οι γραμμές επεκτάθηκαν στην Αθήνα και στον Πειραιά σε μήκος 65 χιλιομέτρων και οι συρμοί εκσυγχρονίστηκαν. Με τη συγκοινωνιακή αναδιάρθρωση του 1925, το δίκτυο των αστικών μέσων περιήλθε στον Βρετανικών συμφερόντων όμιλο Power & Traction, ο οποίος δημιούργησε δυο θυγατρικές εταιρίες: την Ηλεκτρική Εταιρεία Μεταφορών (Η.Ε.Μ.) και τους Ελληνικούς Ηλεκτρικούς Σιδηροδρόμους (Ε.Η.Σ.). 

Το 1939 τα οχήματα ανακαινίστηκαν και βάφτηκαν πράσινα, ενώ τα περισσότερα ιππήλατα τραμ εκποιήθηκαν και αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία. Ένα χρόνο αργότερα αγοράστηκαν από την ιταλική κοινοπραξία ΟΜ/CGE/Breda του Μιλάνου 60 μεγάλα, με αεροδυναμικό σχεδιασμό οχήματα, γνωστά ως «κίτρινα» λόγω του χρώματός τους. Η τιμή των εισιτηρίων κυμαινόταν από 1,5 έως 5 δραχμές, ανάλογα με τη διαδρομή. Τότε γεννήθηκε και η γνωστή φράση «τέρμα τα δίφραγκα», την οποία έλεγε ο εισπράκτορας του τραμ, ειδοποιώντας τους επιβάτες ότι από την επόμενη στάση δεν ίσχυαν πλέον τα εισιτήρια αξίας δυο δραχμών. Την 28η Οκτωβρίου του 1940 οι τροχιόδρομοι της Αθήνας συμμετείχαν στην επιστράτευση μεταφέροντας τους ενθουσιώδεις επίστρατους στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και το λιμάνι του Πειραιά, από όπου θα ξεκινούσαν για το αλβανικό μέτωπο. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής τα τραμ λειτουργούσαν πότε κανονικά και πότε καθόλου. Το 1943 μεγάλο μέρος των συρμών καταστράφηκε από την πυρκαγιά που ξέσπασε στο αμαξοστάσιο της Καλλιθέας. Στη διάρκεια των «Δεκεμβριανών» (1944) αρκετά τραμ έμειναν ακινητοποιημένα στους δρόμους και μερικά χρησιμοποιήθηκαν ως οδοφράγματα. 

Μετά την κατοχή και το τέλος του εμφυλίου, ο τροχιόδρομος άρχισε να χάνει την αίγλη του. Μέσα στο γενικότερο κλίμα της εποχής το τραμ κρίθηκε δυσκίνητο, θορυβώδες και εμπόδιο στην άνετη κυκλοφορία των αυτοκινήτων. Αρχικά καταργήθηκαν ορισμένες γραμμές, κυρίως επειδή οι περίοικοι διαμαρτύρονταν για τον θόρυβο που έκαναν. Από το 1953 η Ηλεκτρική Εταιρία Μεταφορών πήρε εντολή από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων να ενισχύσει το δίκτυό της με ηλεκτροκίνητα λεωφορεία, κάτι που ολοκληρώθηκε το 1960 με την έλευση των τρόλεϊ. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 16ης Νοεμβρίου του 1953 συνεργεία του Υπουργείου μετά από εντολή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ξήλωσαν τις σιδηροτροχιές στον κόμβο των Χαυτείων, καταργώντας έτσι τις γραμμές Πατησίων – Αμπελοκήπων και Κυψέλης – Παγκρατίου. Αυτή η επιδεικτική διακοπή της λειτουργίας του τραμ, γνωστή ως «ξήλωμα των γραμμών», αποτελεί μνημείο βλακείας στη νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, αφού έγινε χωρίς την παραμικρή μελέτη συγκοινωνιακής αναβάθμισης και βέβαια αποδείχτηκε στην πορεία τελείως λανθασμένη

Ο γνωστός ήχος από το καμπανάκι του αθηναϊκού τραμ ακούστηκε για τελευταία φορά λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Οκτωβρίου του 1960, έξω από το αμαξοστάσιο της Αγίας Τριάδας στον Κεραμικό. Τα τραμ στα 52 χρόνια της ζωής τους διακίνησαν κάπου 3 δισεκατομμύρια άτομα μέσα στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας. Η γραμμή του Περάματος συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1977, χρησιμοποιούμενη όμως κυρίως για στρατιωτικούς σκοπούς. Στις 4 Απριλίου 1977, Μεγάλη Δευτέρα απόγευμα, το τραμ του Περάματος προερχόμενο από το Πέραμα και κατευθυνόμενο στον Πειραιά, στολισμένο με λουλούδια και πανό, έκανε το τελευταίο του δρομολόγιο. Έφτασε στην πλατεία Λουδοβίκου του Πειραιά, έξω από το σταθμό του Ηλεκτρικού, όπου αποβίβασε τους επιβάτες του, ενώ ο οδηγός Γιάννης Κωστόπουλος χτύπησε για τελευταία φορά το καμπανάκι και οδήγησε το όχημα 77 στο αμαξοστάσιο της οδού Κόνωνος. Εκείνη τη στιγμή γράφτηκε ο επίλογος της πρώτης περιόδου του ελληνικού τραμ. 

Η Αθήνα σήμερα ανήκει στον κατάλογο των πόλεων εκείνων που επανέφεραν το τραμ, ως σύγχρονο μέσο μεταφοράς, ασφαλές, γρήγορο, αξιόπιστο, φιλικό προς το περιβάλλον, άνετο και συμβατό με τους πεζούς. Το τραμ δεν εκπέμπει ρύπους, ενώ διαθέτει το προνόμιο του αποκλειστικού διαδρόμου. Παράλληλα είναι οικονομικό, αφού η κατασκευή του κοστίζει μέχρι 8 φορές λιγότερο από αυτήν ενός μετρό. Επιτρέπει την είσοδο στους κατόχους ποδηλάτων για τη διευκόλυνση των μετακινήσεών τους και μάλιστα χωρίς περιορισμό ημέρας και ώρας, ενώ οι επιβάτες μπορούν να μεταφέρουν μικρά κατοικίδια ζώα μέσα σε ειδικά καλάθια. 


Η σκέψη της επαναφοράς του τραμ στην Αθήνα δεν σταμάτησε να υπάρχει εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια. Η πρώτη σοβαρή πολιτική πρόθεση εκφράστηκε από τον αείμνηστο Αντώνη Τρίτση – τόσο από τη θέση του υπουργού, όσο και από αυτή του δημάρχου Αθηναίων – χωρίς όμως να υλοποιηθεί. Η εταιρεία της Αττικό Μετρό ήταν αυτή που δημιούργησε τη θυγατρική Τραμ Α.Ε. και μελέτησε την ανάπτυξη του νέου δικτύου των τροχιόδρομων, εντάσσοντας το τραμ στον ευρύτερο συγκοινωνιακό σχεδιασμό της «Ολυμπιακής» Αθήνας. 

Τα οχήματα κατασκευάστηκαν από την εταιρία «Anslado Breda» σε συνεργασία με το διάσημο σχεδιαστή οχημάτων της Ferrari, Sergio Pininfarina, έναν από τους κορυφαίους σχεδιαστές στη σύγχρονη ιστορία της αυτοκίνησης. Το μήκος κάθε οχήματος είναι 31,9 μέτρα, ενώ με τους ζευκτήρες φτάνει τα 32,31 με πλάτος 2,4 μέτρα. Η μεταφορική του ικανότητα είναι 56 καθήμενοι επιβάτες και πάνω από 200 όρθιοι. 

Το τραμ με αριθμούς 

65.000 επιβάτες καθημερινά
27 χλμ. δίκτυο
48 στάσεις στις διαδρομές του τραμ
20 ώρες λειτουργίας τις καθημερινές
24 ώρες λειτουργίας την Παρασκευή και το Σάββατο
7,5΄- 10΄ μέσος χρόνος αναμονής
35 οχήματα 
96 αυτόματοι πωλητές εισιτηρίων
254 θέσεις σε κάθε όχημα
2 θέσεις για άτομα με ειδικές ανάγκες σε κάθε όχημα
2.450 δέντρα κατά μήκος του δικτύου
94.035 θάμνοι κατά μήκος του δικτύου
46.687 τ.μ. επιφάνεια καλυμμένη με χλοοτάπητα 


πηγή Leoforeia.gr




Μίριαμ Μακέμπα 1932 – 2008




Θρυλική νοτιοαφρικανίδα τραγουδίστρια, γνωστή και ως «Μάμα Άφρικα» (Mama Africa), ένα από τα σύμβολα του αγώνα κατά του απαρτχάιντ.
Η Μίριαμ Μακέμπα (Miriam Makeba) γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1932 σε μια τενεκεδούπολη στα περίχωρα του Γιοχάνεσμπουργκ. Η καριέρα της άρχισε τη δεκαετία του '50, όταν συνδύασε την τζαζ με τα παραδοσιακά τραγούδια της Νότιας Αφρικής, σε μια εποχή που η λέξη «world music» ήταν άγνωστη. Στο διεθνές προσκήνιο εμφανίσθηκε το 1959, κατά τη διάρκεια περιοδείας της στις ΗΠΑ με το νοτιοαφρικάνικο συγκρότημα «Manhattan Brothers».
Την επόμενη χρονιά της αφαιρέθηκε το διαβατήριο από τη ρατσιστική κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής, επειδή συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ «Come Back Africa» με περιεχόμενο κατά του απαρτχάιντ και αναγκάσθηκε να ζήσει στην εξορία. Επέστρεψε στη Νότιο Αφρική, μετά την αποφυλάκιση του Νέλσον Μαντέλα το 1990 και όταν το ρατσιστικό καθεστώς της χώρας έπνεε τα λοίσθια.
Η Μίριαμ Μακέμπα έγινε η πρώτη αφρικανίδα καλλιτέχνιδα που κέρδισε βραβείο Γκράμι (1966). Το μοιράστηκε με τον Χάρι Μπελαφόντε στην κατηγορία φολκ μουσικής για το άλμπουμ «An Evening With Belafonte/Makeba». Μεγάλες επιτυχίες της θεωρούνται τα τραγούδια «Pata Pata» (1956), «Malaika» (1960) και «Τhe Cling Song» (1965). Το 1987 συνεργάστηκε με τον Πολ Σάιμον, συμμετέχοντας στην περιοδεία του «Graceland».
Παντρεύτηκε συνολικά πέντε φορές και απέκτησε μία κόρη, την Μπόγκι, η οποία έφυγε από τη ζωή το 1985, σε ηλικία 35 ετών. Μεταξύ των συζύγων της, ο συμπατριώτης της τρομπετίστας της τζαζ Χιου Μασεκέλα και ο αμερικανός πολιτικός ακτιβιστής Στόκλι Καρμάικλ. Ο γάμος της με τον Καρμάικλ, που ήταν μέλος της ριζοσπαστικής οργάνωσης των μαύρων «Μαύροι Πάνθηρες», προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών στις ΗΠΑ και ακύρωση πολλών συναυλιών της. Το ζευγάρι αναγκάσθηκε να μετακομίσει και να ζήσει στη Γουινέα.
Το 2005 ξεκίνησε την αποχαιρετιστήρια περιοδεία της ανά τον κόσμο, που ολοκληρώθηκε με τρόπο μοιραίο. Συμμετέχοντας σε συναυλία στο Καστελβολτούρνο στα περίχωρα της Καζέρτας υπέρ του ιταλού συγγραφέα Ρομπέρτο Σαβιάνο («Γόμορρα»), τον οποίο απειλεί η ναπολιτάνικη Καμόρα, αισθάνθηκε αδιαθεσία και κατέρρευσε. Μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο της Καζέρτας, όπου τις πρώτες πρωινές ώρες της 10ης Νοεμβρίου 2008 άφησε την τελευταία της πνοή από ανακοπή καρδίας, σε ηλικία 76 ετών. Ήταν ένας θάνατος, όπως τον φανταζόταν: να βρίσκεται επί σκηνής και να τραγουδά για καλό σκοπό.




















Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

Το Τείχος του Βερολίνου


Η ανέγερση του Τείχους, 23 Αυγούστου 1961.

Berliner Mauer στα Γερμανικά. Πρόκειται για ένα τοίχο ύψους 2 μέτρων, που χώριζε το Βερολίνο σε Ανατολικό και Δυτικό. Οι Δυτικοί το ονόμασαν «Τείχος του Αίσχους». Χτίστηκε το 1961 από τις αρχές της Ανατολικής Γερμανίας για να συγκρατήσει τη φυγή των κατοίκων της προς τη Δύση και γκρεμίστηκε από τους Βερολινέζους και των δύο πλευρών στις 9 Νοεμβρίου 1989, όταν άρχισαν να αποσαθρώνονται τα καθεστώτα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Υπήρξε το κατ’ εξοχήν σύμβολο του «Ψυχρού Πολέμου» μεταξύ «δημοκρατικής» Δύσης και της «κομμουνιστικής» Ανατολής.
Μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου το 1945, η ηττημένη Γερμανία χωρίστηκε σε τέσσερις ζώνες κατοχής, τη διοίκηση των οποίων ανέλαβαν οι νικήτριες δυνάμεις, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Σοβιετική Ένωση. Με ανάλογο τρόπο χωρίστηκε και το Βερολίνο, η πάλαι ποτέ πρωτεύουσα της Πρωσίας, της Αυτοκρατορικής Γερμανίας και της Ναζιστικής Γερμανίας, σύμφωνα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί το 1944 στο Λονδίνο.
Το Βερολίνο βρισκόταν μέσα στη ζώνη επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, γεγονός που δημιούργησε πολλά από τα κατοπινά προβλήματα. Το Μάρτιο του 1948 οι Δυτικές δυνάμεις αποφάσισαν να ενώσουν τους τομείς που έλεγχαν και να δημιουργήσουν τη Δυτική Γερμανία. Το ίδιο έπραξαν και με το Βερολίνο. Οι Σοβιετικοί αντέδρασαν με τον χερσαίο αποκλεισμό των Δυτικών τομέων της πόλης στις 24 Ιουνίου 1948. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι άρχισαν να εφοδιάζουν το Δυτικό Βερολίνο μόνο από αέρος με τις περίφημες αερογέφυρες.
Στις 30 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου στο Ανατολικό Βερολίνο εγκαταστάθηκε ξεχωριστή δημοτική αρχή, με αποτέλεσμα τον ολοκληρωτικό χωρισμό του Βερολίνου σε Ανατολικό και Δυτικό. Το 1949 τα γερμανικά εδάφη που κατείχε η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσαν ίδια κρατική οντότητα, με την ονομασία Λαϊκή Δημοκρατική της Γερμανίας ή Ανατολική Γερμανία. Μετά τον χωρισμό της Γερμανίας σε Ανατολική και Δυτική η επικοινωνία ανάμεσα στα δύο τμήματα του Βερολίνου έγινε εξαιρετικά δύσκολη.
Σταδιακά άρχισε να παρατηρείται ένα κύμα φυγής των Ανατολικογερμανών προς τη Δύση, ιδίως μετά την εργατική εξέγερση του Ιουνίου του 1953, που συντρίφτηκε από τους Σοβιετικούς. Για να σταματήσουν τη μαζική έξοδο των πολιτικών προσφύγων, οι αρχές της Ανατολικής Γερμανίας με τη σύμφωνη γνώμη των Σοβιετικών αποφάσισαν την ανέγερση ενός φράχτη. Τυπικά, η απόφαση εγκρίθηκε από τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση (Volkskammer) και τη νύχτα της 12ης προς τη 13η Αυγούστου 1961 άρχισε να υψώνεται ανάμεσα στα δύο τμήματα του Βερολίνου ένα διαχωριστικό συρματόπλεγμα, που εμπόδιζε την ελεύθερη επικοινωνία του Δυτικού με το Ανατολικό Βερολίνο και την υπόλοιπη Ανατολική Γερμανία.
Αργότερα, καθώς οι σχέσεις μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας οξύνονταν, το συρματόπλεγμα αντικαταστάθηκε με τοίχο από μπετόν, ως 2 μέτρα ύψος, ενισχυμένο με συρματόπλεγμα στην κορυφή. Φρουρείτο σε καθορισμένες από τις ανατολικογερμανικές αρχές διόδους και από σκοπιές κατά διαστήματα, σε όλο το μήκος του, που έφθανε τα 45 χιλιόμετρα. Η απομόνωση του Δυτικού Βερολίνου από την ενδοχώρα της Ανατολικής Γερμανίας εξασφαλίστηκε με ηλεκτροφόρα καλώδια και προβολείς που σάρωναν κάθε σπιθαμή του γυμνού εδάφους.
Η Δύση εκμεταλλεύτηκε ιδεολογικά το γεγονός για να καταδείξει την ανελευθερία και την καταπίεση που επικρατούσε στις κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Στις 26 Ιουνίου 1963 ο Αμερικανός πρόεδρος Κένεντι επισκέφθηκε το διαιρεμένο Βερολίνο και αρχίζει το λόγο του με την περίφημη φράση: «Ich bin ein Berliner» (Είμαι κι εγώ Βερολινέζος). Πάντως, σε μία προσπάθεια να χαλαρώσει η ένταση, οι τέσσερις νικήτριες δυνάμεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο του 1970 τη Συμφωνία του Βερολίνου, η εφαρμογή της οποίας ανατέθηκε στους αξιωματούχους των δύο γερμανικών κρατών.

Με την άνοδο του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης το 1986 ένας άνεμος αλλαγής άρχισε να φυσά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Οι πολιτικές της «περεστρόικα» και της «γκλάσνοστ» βρήκαν πεδίο εφαρμογής και στις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Με το άνοιγμα των συνόρων των άλλων σοσιαλιστικών χωρών προς τη Δύση, ένα νέο κύμα ανατολικογερμανών πολιτών διέφευγε στη Δυτική Γερμανία μέσω της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας.
Η κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας αιφνιδιασμένη από τις εξελίξεις αποφάσισε να ανοίξει κι αυτή τα σύνορα της χώρας με τη Δύση στις 9 Νοεμβρίου 1989. Μετά την εξέλιξη αυτή, το Τείχος που χώριζε το Βερολίνο για 28 χρόνια δεν είχε λόγο ύπαρξης και άρχισε να κατεδαφίζεται πάραυτα, με πρωτοβουλία των Βερολινέζων. Ένα χρόνο αργότερα, στις 3 Οκτωβρίου 1990, η Γερμανία επανενώθηκε.
Στη διάρκεια των 28 χρόνων της ύπαρξης του Τείχους, τουλάχιστον 136 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να διαφύγουν στη Δύση. Το πρώτο θύμα υπήρξε η 58χρονη νοσοκόμα Ίντα Ζίκμαν, η οποία σκοτώθηκε στις 22 Αυγούστου 1961 στην προσπάθειά της να διαφύγει στο Δυτικό Βερολίνο, όπου ζούσε η αδελφή της. Τελευταίος χρονολογικά στη μακάβρια λίστα ήταν ο 33χρονος άνεργος ηλεκτρολόγος Βίνφριντ Φρόιντενμπεργκ, ο οποίος κατάφερε μ’ ένα αυτοσχέδιο αερόστατο να περάσει στο Δυτικό Βερολίνο, αλλά για κακή του τύχη αυτό κατέπεσε και συνετρίβη, με αποτέλεσμα να βρει ακαριαίο θάνατο (29 Αυγούστου 1989).



















Το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου Ελαιογραφία του ιταλού ζωγράφου Γκαττέρι






Ελαιογραφία του ιταλού ζωγράφου Γκαττέρι
Κορυφαία πράξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κρητών, σύμβολο ηρωισμού και θυσίας. Είναι το σημαντικότερο επεισόδιο της Κρητικής Επανάστασης του 1866.
Η κακοδιοίκηση και η καταπίεση της τουρκικής διοίκησης ανάγκασε την Παγκρήτια Συνέλευση που συνήλθε στα Χανιά να αποστείλει στις 14 Μαΐου 1866 αναφορά στον Σουλτάνο με μια σειρά αιτημάτων. Συγκεκριμένα, ζητούσε: βελτίωση του φορολογικού συστήματος, σεβασμό της χριστιανικής θρησκείας, αναγνώριση του πληθυσμού να εκλέγει ελεύθερα τους δημογέροντές του και τη λήψη μέτρων για την οικονομική ανάπτυξη του νησιού.
Παράλληλα, απέστειλε μυστικό υπόμνημα προς τους μονάρχες της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, με το οποίο τους καλούσε να ενεργήσουν για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα ή να μεσολαβήσουν στη χορήγηση από τον Σουλτάνο «Οργανικού Νόμου». Στη συγκέντρωση αυτή συμμετείχε και ο Γαβριήλ Μαρινάκης, ηγούμενος της Μονής Αρκαδίου, που ήταν το επαναστατικό κέντρο της περιοχής Ρεθύμνης.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις αδιαφόρησαν, ενώ η ελληνική κυβέρνηση δήλωνε ουδετερότητα και δεν πήρε ανοιχτά το μέρος των επαναστατών. Μόνο η Ρωσία κινήθηκε δραστήρια, χάρη στους υποπροξένους της στο νησί Ιωάννη Μιτσοτάκη και Σπυρίδωνα Δενδρινό.
Μη αναμένοντας βοήθεια από πουθενά, οι Κρητικοί αποφάσισαν να ξεσηκωθούν μόνοι τους και ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 21 Αυγούστου 1866, με το σύνθημα «Ένωσις ή Θάνατος» και αρχηγούς τον Ιωάννη Ζυμβρακάκη στα Χανιά, τον Ελλαδίτη συνταγματάρχη Πάνο Κορωναίο στο Ρέθυμνο και τον Μιχαήλ Κόρακα στο Ηράκλειο. 
Στην Ελλάδα συγκροτήθηκαν εθελοντικές ομάδες, που βοήθησαν τους Κρητικούς, με χρήματα, τρόφιμα και άλλα εφόδια.
Ο Σουλτάνος θορυβήθηκε από την εξέγερση και έστειλε στις 30 Αυγούστου 1866 τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά, με εντολή να την καταστείλει, αφού προηγουμένως είχε απορρίψει τα αιτήματα των Κρητικών. Ο Πασάς έφερε το προσωνύμιο Γκιριτλί (Κρητικός), επειδή είχε συντελέσει στην κατάπνιξη της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη. Πρώτα προσπάθησε να καλοπιάσει τους επαναστάτες και να τους πείσει να επιστρέψουν στις δουλειές τους. Όταν αυτοί αρνήθηκαν, αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή το στρατιωτικό του σχέδιο για την κατάπνιξη της επανάστασης.
Η Μονή Αρκαδίου
Τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο προέβη σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή των Χανίων και στη συνέχεια στράφηκε προς το Ρέθυμνο και τη Μονή Αρκαδίου, όπου ήταν η έδρα της τοπικής επαναστατικής επιτροπής, αποθήκη πολεμοφοδίων και τροφίμων, καθώς και καταφύγιο πολλών χριστιανών. Ο Μουσταφά Πασάς έφθασε έξω από το

μοναστήρι το απόγευμα της 6ης Νοεμβρίου 1866. Στη διάθεσή του είχε 15.000 άνδρες (Τούρκους, Αλβανούς, Αιγυπτίους και Τουρκοκρητικούς) και ισχυρό πυροβολικό. Στη Μονή βρίσκονταν 966 άνθρωποι, από τους οποίους μόνο 250 μπορούσαν να πολεμήσουν. Επικεφαλής των αγωνιστών του Αρκαδίου ήταν ο πελοποννήσιος ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δημακόπουλος και ο ηγούμενος Γαβριήλ.
Οι προτάσεις προς παράδοση απορρίφθηκαν από τους πολιορκημένους και το πρωί της 8ης Νοεμβρίου άρχισαν οι εχθροπραξίες. Οι Οθωμανοί, παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις τους, δεν κατάφεραν να καταλάβουν τη Μονή την πρώτη μέρα. Το βράδυ ζήτησαν ενισχύσεις και μετέφεραν ένα μεγάλο πυροβόλο από το Ρέθυμνο. Την επομένη, 9 Νοεμβρίου, άρχισε το δεύτερο κύμα της επίθεσης. Νωρίς το απόγευμα γκρεμίστηκε το δυτικό τείχος της Μονής από τις βολές του πυροβόλου και οι επιτιθέμενοι εισέβαλαν στο μοναστήρι, αρχίζοντας τη μεγάλη σφαγή.
Στη μπαρουταποθήκη της μονής γράφτηκε η τελευταία πράξη του δράματος και μία ακόμα ένδοξη σελίδα της ελληνικής ιστορίας. Ο Κωστής Γιαμπουδάκης ή κατ' άλλους ο Εμμανουήλ Σκουλάς την ανατίναξε, σκορπίζοντας το θάνατο, όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους εισβολείς. Αμέσως μετά, οι Τουρκοκρητικοί και οι Αλβανοί όρμησαν και κατέσφαξαν όσους είχαν διασωθεί, ενώ έκαψαν τον ναό και λεηλάτησαν τα ιερά κειμήλια.
Από τους Έλληνες που βρίσκονταν στη Μονή, μόνο 3 ή 4 κατόρθωσαν να διαφύγουν, ενώ περίπου 100 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Μεταξύ αυτών και ο Δημακόπουλος, που εκτελέστηκε λίγο αργότερα. Ο ηγούμενος της Μονής Αρκαδίου Γαβριήλ Μαρινάκης είχε σκοτωθεί πριν από την ανατίναξη της μπαρουταποθήκης. Οι νεκροί και τραυματίες του Μουσταφά ανήλθαν σε 1.500 ή σε 3.000, σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς.
Το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, όπως είχε συμβεί με την καταστροφή των Ψαρών και την Έξοδο του Μεσολογγίου, συγκίνησε όλο τον χριστιανικό κόσμο κι ένα νέο κύμα φιλελληνισμού δημιουργήθηκε στην Ευρώπη. Σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι και ο Βίκτωρ Ουγκώ, πήραν θέση υπέρ του Κρητικού Αγώνα και ξένοι εθελοντές έσπευσαν να ενισχύσουν από κοντά την Επανάσταση. Σημαντικές ήταν και οι χρηματικές συνεισφορές από τη Ρωσία και τις ΗΠΑ, με προεξάρχοντα τον φιλέλληνα Σαμουήλ Χάου.
Η Κρητική Επανάσταση φυλλορρόησε τον Ιανουάριο του 1869, αλλά ο Σουλτάνος δεν μπόρεσε να καθυποτάξει ολοκληρωτικά τους Χριστιανούς της Κρήτης. Έτσι, υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων αναγκάστηκε να παραχωρήσει τον «Οργανικό Νόμο» (3 Φεβρουαρίου 1868), ένα είδος Συντάγματος, που προέβλεπε προνόμια για τους χριστιανούς και καθεστώς ημιαυτονομίας για το νησί. Η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα πήρε αναβολή για το 1912.




















Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Η Ιερά Μονή του Πανορμίτη στη Σύμη



Αποτέλεσμα εικόνας για μονη ταξιαρχων συμη


Η Ιερά Μονή του Πανορμίτου
Ο χώρος της Μονής του Πανορμίτη χαρακτηρίζεται από ανυπέρβλητο φυσικό κάλλος. Η Μονή βρίσκεται χτισμένη στο μυχό ενός όρμου, του Πανόρμου, από τον οποίο και πήρε την ονομασία της. Πίσω από τη Μονή υπάρχει πλαγιά κατάφυτη με χιλιάδες κωνοφόρα δέντρα, πεύκα και κυπαρίσσια, τα οποία χαμηλότερα διαδέχονται τα ελαιοπερίβολα της Μονής. Στο κέντρο του κτιριακού συγκροτήματος της Μονής δεσπόζει το μοναδικής τέχνης πανύψηλο Καμπαναριό.
Οι πολυάριθμοι επισκέπτες της Μονής βιώνουν μοναδικά συναισθήματα αντικρίζοντας την κεντρική Πύλη του Μοναστηριού και το Καθολικό του Ταξιάρχου, ενώ εισερχόμενοι στο Ναό συγκινούνται από τις παλιές τοιχογραφίες με τα ασκητικά πρόσωπα και το ξυλόγλυπτο τέμπλο. Όμως όταν βρίσκονται ενώπιον της μεγαλειώδους θαυματουργής Εικόνας του Αρχαγγέλου το δέος και η κατάνυξη είναι έκδηλα από όλους.
Ο ακριβής χρόνος ιδρύσεως της Μονής του Πανόρμου δεν έχει προσδιοριστεί. Τα μοναδικά αρχαιολογικά στοιχεία που σώζονται στη Μονή είναι αρκετοί μαρμάρινοι και λίθινοι κίονες, που χρησιμοποιήθηκαν κατά την οικοδόμησή της. Δύο μάλιστα εξ αυτών είναι ενεπίγραφοι και βρίσκονται εντοιχισμένοι εσωτερικά στο Καθολικό. Η επικρατέστερη εκδοχή για την ύπαρξη των κιόνων αυτών, όπως και των μαρμάρων πλακοστρώσεως του Ναού, είναι η μεταφορά τους με άγνωστο τρόπο από τα γειτονικά παράλια της Μικράς Ασίας, αφού στη Σύμη δεν υπήρξαν ποτέ πετρώματα ή λατομεία μαρμάρου.
Ωστόσο η παράδοση και η ευσέβεια του κόσμου αποδίδουν τη μεταφορά των κιόνων σε θαυματουργική ενέργεια του ιδίου του Αρχαγγέλου. Μάλιστα μια από τις τοιχογραφίες του Ναού εικονίζει τον Αρχάγγελο Μιχαήλ να μεταφέρει κίονες στον Πάνορμο, παραδίδοντας αυτούς στον Ηγούμενο της Μονής. Η επιγραφή της παραστάσεως είναι σαφέστατη: «Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΟΤΑΝ ΕΦΕΡΕ ΤΑ ΚΙΟΝΙΑ ΕΝΘΑΔΕ».
Ο χρόνος ανεγέρσεως του αρχικού Ναού του Ταξιάρχου ανάγεται στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, κατά τους οποίους πιστεύεται ότι ανεγέρθησαν οι υπόλοιπες οκτώ Αγγελικές Μονές του νησιού, ο οποίος όμως καταστράφηκε από τις συχνές επιδρομές των Σαρακηνών πειρατών, που μάστιζαν τότε ολόκληρο το Αιγαίο. Η μετέπειτα ανασύσταση της Μονής ανάγεται, σύμφωνα με μαρτυρίες, ανάγεται πριν τον 15ο αιώνα.
Αδιάψευστο στοιχείο για την ύπαρξη παλαιότερης της σημερινής φάσεως της Μονής αποτελεί η επιγραφή του ξίφους της εφέστιας ιερής Εικόνας του Ταξιάρχου Μιχαήλ, η οποία αναφέρει ότι η επαργύρωσή της έγινε το 1724. Την εποχή όμως αυτή το Μοναστήρι δεν είχε ανακαινισθεί ακόμα και δεν είχε λάβει τη σημερινή του μορφή, κάτι που πραγματοποιήθηκε το 1783. Επομένως εικάζεται ότι η θαυματουργή Εικόνα του Ταξιάρχου βρισκόταν εντός άλλου παλαιότερου Ναού, που θα υπήρχε στη θέση του σημερινού.
Η ανοικοδόμηση της ονομαστής Μονής του Ταξιάρχου ξεκίνησε, όταν με απόφαση της Κοινότητας της Σύμης την 22α Οκτωβρίου1775, εξελέγη και διορίστηκε Ηγούμενος ο Συμαίος Ιερομόναχος Νεόφυτος Κακκακιός, ο οποίος, όταν επισκέφθηκε την περιοχή του Πάνορμου, αντίκρισε ερείπια και ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανασυγκροτήσεως της Μονής του Πανορμίτη.
Μάλιστα η Κοινότητα το 1777 για να συνδράμει στο έργο του Νεοφύτου, με συναίνεσή του, διόρισε επίσης Ηγούμενο του Πανορμίτη τον μεγαλύτερο σε ηλικία αδερφό του Ιερομόναχο Κάλλιστο, ο οποίος μέχρι τότε ήταν Ηγούμενος στη Μονή του Μεγάλου Σωτήρος (Νεράς) της Σύμης. Οι δύο αδερφοί κατέβαλλαν υπεράνθρωπους αγώνες και προσπάθειες, ύψωσαν τα τείχη του φρουριακού συγκροτήματος και ανακαίνισαν εκ βάθρων το Καθολικό, που ολοκληρώθηκε την 23η Μαΐου του 1783 και έκτοτε με τη βοήθεια του προστάτη της Ταξιάρχου, διασώζεται αλώβητο.
Το Καθολικό της Ιεράς Μονής
Το Καθολικό της Μονής, ο κεντρικός δηλαδή Ναός, είναι κτισμένος στο κέντρο του περιβόλου του μοναστηριακού συγκροτήματος, ενώ γύρω σε τετράγωνο, ορθογώνιο ή τραπεζοειδές σχήμα είναι τα Κελιά, η Τράπεζα, τα εργαστήρια και όλοι οι βοηθητικοί χώροι.
Ο Ρόδιος αρχιτέκτονας «Μαστρ'Αναστάσης Καρναβάς» ανέλαβε τη μελέτη και την επίβλεψη των εργασιών κατασκευής του νέου Καθολικού. Στην ίδια θέση του παλαιού θεμελιώθηκε ο νέος Ναός, η αρχιτεκτονική του οποίου εμφανίζει δυτικές επιρροές, σύνηθες φαινόμενο στα Δωδεκάνησα εκείνης της εποχής, κατάλοιπο από το πέρασμα των Σταυροφόρων.
Το Καθολικό ανήκει στον τύπο της Σταυροφορικής Βασιλικής. Στο εσωτερικό αξιοσημείωτη είναι η παρουσία έξι παλαιοχριστιανικών μονόλιθων κιόνων, οι οποίοι είναι εντοιχισμένοι κατά το ήμισυ ανά τρεις σε κάθε μακρά πλευρά του Καθολικού, δύο εκ των οποίων φέρουν επιγραφές. Τα παράθυρα του Ναού πλαισιώνονται από λευκά μάρμαρα με αέτωμα. Το άνοιγμα των παραθύρων επιτρέπει την διείσδυση του φυσικού φωτός στο εσωτερικό του Καθολικού, αναδεικνύοντας το εξαιρετικό ξυλόγλυπτο τέμπλο και τον λοιπό εσωτερικό διάκοσμο.
Εσωτερικά ο Ναός είναι κατάγραφος. Υπάρχουν πλήθος απεικονίσεων, μεταξύ άλλων των θαυμάτων του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, παραστάσεις του Δωδεκαόρτου και των εμφανίσεων του Χριστού μετά την Ανάσταση, ενώ οι νευρώσεις αυτών κοσμούνται με προτομές αγίων σε μετάλλια.
Στο χώρο του Ιερού Βήματος μεταξύ των συνήθων παραστάσεων (π.χ. συλλειτουργούντες ιεράρχες στην αψίδα) σημειώνεται η παρουσία θεμάτων που προέρχονται από την διήγηση της Γενέσεως για τη δημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου. Η τοιχογράφηση του Καθολικού, σύμφωνα με μαρτυρία επιγραφής, πραγματοποιήθηκε το 1792 από τους αυτόχθονες αγιογράφους Ιερομόναχους Νεόφυτο και Κυριακό.
Οι τοιχογραφίες του Πανορμίτη ακολουθούν την παράδοση, κατά την οποία οι μορφές στόχο έχουν την απόδοση του βαθύτερου νοήματος και της πνευματικής υπόστασης της εικόνας και όχι στη ρεαλιστική απεικόνιση, έχουν δε έντονο τον τοπικό λαϊκό χαρακτήρα τους. Αυτά τα καλλιτεχνική δημιουργήματα αφέθηκαν στη φθορά του χρόνου.
Μέχρι το 2001 η εικόνα ήταν απογοητευτική. Οι αιώνες που πέρασαν άφησαν στις τοιχογραφίες σημάδια φθοράς, αιθάλης και λήθης. Οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού τότε προέβησαν στην αποστολή έμπειρων συντηρητών, των οποίων η προσπάθεια είναι αξιέπαινη, καθώς κατόρθωσαν να επαναφέρουν αισθητικά τις τοιχογραφίες.

Η θαυματουργή Εικόνα του Ταξιάρχου
Σήμερα κάθε ευσεβής Χριστιανός, που επισκέπτεται την Ιερά Μονή του Πανορμίτη, δύναται να θαυμάσει τις περίτεχνες τοιχογραφίες, αλλά και να νιώσει δέος και συγκίνηση μπροστά στην εφέστια θαυματουργή υπερμεγέθης Εικόνα του Ταξιάρχου Μιχαήλ του Πανορμίτη, η οποία επισκοπεί και λαμπρύνει το χώρο του Καθολικού. Εντός του κατανυκτικού χώρου του Καθολικού η ζωντανή παρουσία του Αρχαγγέλου συμβάλλει στην αναγωγή του προσκυνητή σε μια διαφορετική πραγματικότητα, στην πορεία του προς την ουράνια Βασιλεία του Θεού.
Η Εικόνα χρονολογείται στο α΄ μισό του 18ου αιώνος. Η αρχική μορφή, από άγνωστη αιτία, υπέστη καταστρεπτική και ανεπανόρθωτη φθορά, η οποία υφίσταται σε τμήμα του ακάλυπτου λαιμού του Ταξιάρχου. Η γενεσιουργός αιτία αυτής της φθοράς είναι πιθανόν η επικόλληση εκ μέρους των προσκυνητών αργυρών και χρυσών νομισμάτων στο πρόσωπο του Αρχαγγέλου. Η καταστροφή αυτή επέβαλλε την αντικατάσταση της Εικόνας, με την επιζωγράφιση, πρακτική αρκετά διαδεδομένη εκείνη την εποχή. Η τεχνοτροπία ακολούθησε τα δυτικά πρότυπα και φιλοτεχνήθηκε με λάδι σε μουσαμά, ενώ η τοποθέτησή της έγινε μετά την επαργύρωση του φωτοστέφανου της Εικόνας από τον Ιωάννη Πελοποννήσιο.
Στο Καθολικό της Μονής του Πανορμίτη ο προσκυνητής δύναται να θαυμάσει εκτός της Εικόνας του Αρχαγγέλου το εκπληκτικό ξυλόγλυπτο τέμπλο του, το οποίο χρονολογείται από το 1788. Το τέμπλο είναι επηρεασμένο από το ύφος του μπαρόκ και φέρει βαθύ σκάλισμα των διακοσμητικών του. Είναι τριμερές και έχει τρεις θύρες: της Ωραίας Πύλης, της Προθέσεως και του Διακονικού. Το άνω τμήμα του κοσμείται με Εικόνες του Δωδεκαόρτου και με την επίστεψη των «λυπηρών». Ο συνολικός διάκοσμος του έργου περιλαμβάνει θέματα που προέρχονται από το φυτικό και ζωικό βασίλειο, με πλούσιο συμβολικό - θεολογικό περιεχόμενο.
Στις εξαιρετικές Δεσποτικές Εικόνες του τέμπλου συγκαταλέγονται η Εικόνα του Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέως και αυτή της Θεοτόκου Ενθρόνου. Οι Εικόνες του Τιμίου Προδρόμου, καθώς και των Ιεραρχών Νικολάου και Χρυσοστόμου φυλάσσονται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Μονής. Το 1967 η Μοναχή Ολυμπιάδα, μαθήτρια του Φώτη Κόντογλου φιλοτέχνησε τον Τίμιο Πρόδρομο, δίπλα στο Μέγα Αρχιερέα, και την Πεντηκοστή, που τοποθετήθηκε δίπλα στην Ένθρονο Θεοτόκο.
Τα παρεκκλήσια της Ιεράς Μονής
Στη Μονή υπάρχουν και τρία Παρεκκλήσια. Το πρώτο είναι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου και είναι το παλαιότερο χρονικά από τα υπόλοιπα δύο. Το τέμπλο του φέρει την εικόνα του «Ζωοδότου» Χριστού και της Παναγίας «Γλυκοφιλούσης». Το δεύτερο Παρεκκλήσιο είναι αφιερωμένο στην Αποτομή του Τιμίου Προδρόμου. Το τρίτο Παρεκκλήσιο τιμά τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και τους Ευαγγελιστές Μάρκο και Ματθαίο.
Το Εκκλησιαστικό Μουσείο της Ιεράς Μονής
Το Εκκλησιαστικό Μουσείο της Μονής ιδρύθηκε το 1987 από τον Ηγούμενο Αρχιμανδρίτη Γαβριήλ Μαργαρίτη, ο οποίος πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Μουσείου, θέτοντας προτεραιότητα τη διαφύλαξη των κειμηλίων. Τα ισόγεια κελιά της ανατολικής πτέρυγας ενοποιήθηκαν και πλέον αποτελούν το ενιαίο συγκρότημα του Εκκλησιαστικού Μουσείου του Πανορμίτη με έξι συνολικά αίθουσες.
Στην πρώτη αίθουσα φιλοξενούνται τα καραβάκια, τα κιβώτια και τα μπουκάλια, μέσω των οποίων οι πιστοί από όλα τα μέρη της Γης αποστέλλουν δια θαλάσσης στον προστάτη τους, τον Αρχάγγελο, το μήνυμα και το τάμα τους. Στη δεύτερη αίθουσα εκτίθενται δεκάδες τεμάχια σερβίτσιων κατασκευασμένων στη Μασσαλία, προορισμένων για τη φιλοξενία στη Μονή υψηλών προσώπων, καθώς και πλήθος ζωγραφικών πινάκων αναγεννησιακής τεχνοτροπίας, με θέματα από το βίο και το πάθος του Χριστού.
Στην τρίτη αίθουσα δεσπόζει σε κεντρικό σημείο ένα μικρό ξυλόγλυπτο κουβούκλιο Επιταφίου του 18ου αιώνος, που φέρει περιμετρικά ζωγραφικές παραστάσεις των Παθών του Κυρίου. Επίσης στην αίθουσα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει πλήθος αφιερωμάτων πιστών, ομογενών της Αφρικής, καθώς και ξίφη από τον αγώνα του 1821. Στην τέταρτη αίθουσα εκτίθενται εκκλησιαστικά αντικείμενα, όπως άμφια, παλαιά χειρόγραφα και άλλα παλαιά αντικείμενα.
Στην πέμπτη αίθουσα φιλοξενούνται τα παλαιότερα κειμήλια της Μονής, όπως παλαιές φορητές Εικόνες, εκκλησιαστικά χειρόγραφα, αργυροποίκιλτα Ευαγγέλια, Σταυροί αγιασμού, άγια Ποτήρια, Αρχιερατικές Μίτρες και άλλα σκεύη του 17ου αιώνος και εξής. Στην έκτη αίθουσα στεγάζεται το εντυπωσιακό έκθεμα του μεγάλου χρυσοκέντητου Επιταφίου της Μονής, που προέρχεται από τη Ρωσία και κατασκευάστηκε το 1852. Επίσης σε προθήκη στην ίδια αίθουσα φυλάσσεται πολύτιμος Σταυρός και παλαιά Εικόνα.
Το Λαογραφικό Μουσείο της Ιεράς Μονής
Η Μονή του Πανορμίτη διαθέτει και Λαογραφικό Μουσείο με πληθώρα εκθεμάτων, του οποίου τα εγκαίνια έγιναν το 1992. Το Μουσείο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το χώρο του παμπάλαιου Κελαριού, το οποίο οι πρώτοι Μοναχοί αξιοποίησαν για τη συντήρηση των τροφίμων σε μεγάλα πιθάρια, όπου η θερμοκρασία είναι σταθερή όλο το χρόνο. Επίσης στο Μουσείο εκτίθενται αμφορείς, πήλινα σκεύη, χειροποίητες νταμιζάνες και άλλα αντικείμενα.
Σε ένα μικρό χώρο - κατακόμβη φυλάσσεται ασύρματος και άλλα αντικείμενα από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Αλλού σώζεται το πρώτο Μαγειρείο, με τη χαρακτηριστική «τσιμιά», δηλαδή το χώρο της εστίας που έκαιγε ξύλα. Επίσης φυλάσσονται δεκάδες αγροτικά, ξυλουργικά και άλλα εργαλεία, χειροποίητος αργαλειός και παραδοσιακές ενδυμασίες του νησιού. Στο σαλόνι εκτίθενται παλαιά έπιπλα και αντικείμενα.
Η Βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής
Η Μονή διαθέτει αξιόλογη Βιβλιοθήκη, απόδειξη της σπουδαίας πνευματικής της προσφοράς στο νησί. Πλήθος βιβλίων και σπανίων εκδόσεων ποικίλου περιεχομένου έχουν συγκεντρωθεί από τους εκάστοτε Ηγούμενους. Σήμερα μια μεγάλη συλλογή παλαιών και νέων βιβλίων, που υπερβαίνουν τους οκτώ χιλιάδες τόμους διασώζεται στη Βιβλιοθήκη. Τα περισσότερα από αυτά είναι παλαίτυπα και χρονολογούνται από τα μέσα του 17ου αιώνος και εξής.
Ο κύριος όγκος αυτών σχετίζεται με θεολογικές μελέτες Εκκλησιαστικών πατέρων και συγγραφέων, ενώ μεγάλη είναι η συλλογή από βιβλία αρχαίας και νέας Ελληνικής Γραμματείας, ιστορικά έργα και άλλα. Ο σημερινός χώρος της Βιβλιοθήκης διαμορφώθηκε το 1987 όταν ο Ηγούμενος Γαβριήλ συγχώνευσε τέσσερα κελιά επάνω από το Παρεκκλήσιο του Ευαγγελισμού, προκειμένου να διαφυλάξει τους πνευματικούς θησαυρούς της Μονής.
Δείγμα των θαυμάτων του Ταξιάρχη
Τα θαύματα για τους πιστούς που βρίσκονται σε ουσιαστική σχέση με τον Κύριο Ιησού Χριστό και βιώνουν την Εκκλησία ως χώρο ενέργειας της Χάρης του Θεού αποτελούν καθημερινή πραγματικότητα. Έχουν σταχυολογηθεί πλήθος θαυμάτων του Αρχαγγέλου, ενώ μικρό μόνο δείγμα αυτών παρατίθεται στο παρόν.
Η κυρία Ειρήνη Τσιάφη περιγράφει: «Είμαι τέσσερα χρόνια παντρεμένη και προσπαθούσαμε με τον άντρα μου Κώστα να κάνουμε ένα παιδάκι. Ο καιρός περνούσε και αφού δεν τα καταφέρναμε, ξεκινήσαμε μια σειρά εξετάσεων, αλλά και επώδυνων χειρουργικών επεμβάσεων για εμένα. Τελικά οι γιατροί κατέληξαν ότι έπρεπε να κάνουμε εξωσωματική γονιμοποίηση. Αρχίσαμε τις προσπάθειες και την τέταρτη φορά επιτέλους έμεινα έγκυος. Δυστυχώς όμως, το έμβρυο ήταν εξωμήτριο! Πέρασα φρικτούς πόνους και κινδύνευσα να πεθάνω. Τότε επικαλέστηκα τη βοήθεια του θαυματουργού Πανορμίτη μας και υποσχέθηκα να επισκεφθώ τη Μονή για να Τον προσκυνήσω, αν όλα πήγαιναν καλά. με τη Χάρη και τη βοήθειά Του ξεπέρασα τα προβλήματα και κατάφερα τον Αύγουστο του 2008 και ήρθα στη Μονή. Τότε με δεχτήκατε στη ιερά Εξομολόγηση, με συμβουλεύσατε, νου δώσατε λαδάκι από την ακοίμητη καντήλα του Αρχαγγέλου, με το οποίο άλειφα την κοιλιά μου και ως εκ θαύματος, λίγες μέρες αργότερα, χωρίς άλλη εξωσωματική, έμεινα έγκυος! Ο γιατρός μου μίλησε για θαύμα, αφού δεν υπάρχει επιστημονική εξήγηση για την εγκυμοσύνη μου. Περιττό να σας πω ότι από την ώρα της εξομολογήσεως η χαρά μου είναι απερίγραπτη και σας ευχαριστώ πολύ για τούτο το ουράνιο δώρο της αφέσεως που μου δώσατε με την συγχωρητική ευχή. Επίσης θέλω να σας αναφέρω ότι όταν με το καλό γεννηθεί το παιδί, θα πάρει το όνομα του Ταξιάρχη και θα βαπτιστεί στο Μοναστήρι Του. Ζητώ τις προσευχές σας για αίσιο πέρας της εγκυμοσύνης και δηλώνω απερίφραστα ότι πρόκειται για ολοφάνερο θαύμα του Πανορμίτη».
Ο κύριος Κωνσταντίνος Φίλιας περιγράφει: «Κατάγομαι από τη Μεσσηνία, αλλά από το 1978 ζω στη Ρόδο. Εδώ παντρεύτηκα και τα δύο μας παιδιά τα βαπτίσαμε στον Πανορμίτη, που τον ευλαβούμαι ιδιαίτερα. Το 1983, άγνωστο πώς, τα χέρια μου καθώς και το πρόσωπό μου σε δεκατρία τουλάχιστον σημεία γέμισαν «μυρμηγκιές». Χρησιμοποίησα διάφορες ιατρικές μεθόδους και άπειρα φάρμακα για να εξαλειφθούν, μα δυστυχώς δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Κάποιοι γνωστοί μας μίλησαν για τη Χάρη του Πανορμίτη. Μας είπαν να πάμε στη Μονή μια σκούπα, με την οποία να σκουπίσουμε τον Ναό και Εκείνος με τη σειρά Του, θα σκούπιζε την αντιαισθητική δερματοπάθεια. Μη έχοντας άλλη ελπίδα, η σύζυγος μου Σμαραγδή με την κόρη μου Σταματία, ξεκίνησαν την επόμενη της Εορτής Του, δηλαδή στις 9 Νοεμβρίου του 1995 για το Μοναστήρι. Έφεραν μια σκούπα και τον παρακάλεσαν θερμά να μου «σκουπίσει» το πρόβλημα. Την επομένη το πρωί, κατάπληκτος μπροστά στο νιπτήρα του μπάνιου στο σπίτι μας, διαπίστωσα τη θεραπεία μου. Ο Πανορμίτης είχε κάνει το θαύμα Του. Από τότε κάθε χρόνο επισκεπτόμαστε ανελλιπώς τη Μονή, για να ευχαριστήσουμε τον Θαυματουργό Αρχάγγελο».
Η κυρία Αικατερίνη Μήτρου περιγράφει: «Γνώρισα τον Πανορμίτη δύο μήνες μετά το θάνατο της μητέρας μου. Η θλίψη που μου προξένησε το γεγονός του θανάτου της ήταν απέραντη και με είχε καταβάλει. Όσο και αν προσπαθούσα δεν εύρισκα πουθενά παρηγοριά και δεν μπορούσα να συνέλθω με τίποτα. Εκείνο το μεσημέρι με θερμά δάκρυα Τον παρακάλεσα να έχει την ψυχή της αγαπημένης μου μητέρας κάτω από τις φτερούγες Του για να την προστατέψει κι εμένα να μου πάρει από την ψυχή μου τη θλίψη. Το επόμενο πρωί ξύπνησα ήρεμη και ανακουφισμένη από το βαρύ μου πόνο. Στην ψυχή μου επικρατούσε η βεβαιότητα πως ο Αρχάγγελος είχε αναλάβει τη μητέρα μου και την προστάτευε με την απροσμάχητη προστασία Του. Την ίδια ημέρα επικοινώνησα με τη Μονή Του στη Σύμη και μου έστειλαν το βιβλίο των θαυμάτων και την Παράκλησή Του. Έκτοτε Τον επικαλούμαι συνέχεια και Τον έχω οδηγό, φρουρό και προστάτη στη ζωή μου».


Επιλογή υλικού:  Αικατερίνη Διαμαντοπούλου
Υπεύθυνη Υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων