Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Τζένη Καρέζη 1936 – 1992



Τζένη Καρέζη
Δημοφιλής ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Η Ευγενία Καρπούζη, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 1934. Έζησε τα παιδικά της χρόνια σε διάφορες πόλεις, ακολουθώντας τις μεταθέσεις των γονιών της που ήταν εκπαιδευτικοί. Ο πατέρας της, Κωνσταντίνος Καρπούζης, ήταν μαθηματικός και η μητέρα της, Θεώνη, δασκάλα. Στη Θεσσαλονίκη μπήκε εσωτερική στο Γαλλικό Σχολείο Καλογριών και αργότερα συνέχισε στο αντίστοιχο Σεν Ζοζέφ στην Αθήνα.

H αγάπη της για το θέατρο άρχισε να εκδηλώνεται από τα μαθητικά της, ακόμη, χρόνια κι εκφράστηκε με τη συμμετοχή της στις σχολικές παραστάσεις. Τη χρονιά αποφοίτησής της από την Ελληνογαλλική Σχολή το 1951 πήρε μέρος στην παράσταση της «Aντιγόνης» του Σοφοκλή που ανέβηκε στο θέατρο «ΡΕΞ» από τους τελειόφοιτους, ερμηνεύοντας τον ομώνυμο ρόλο.

Την ίδια χρονιά έγινε δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου μαθήτευσε δίπλα στον Δημήτρη Pοντήρη, τον Άγγελο Tερζάκη, την Kατερίνα και τον Γιώργο Παππά, που υπήρξε και ο πρώτος μεγάλος της έρωτας. Αποφοίτησε το 1954 και αμέσως χρίστηκε πρωταγωνίστρια. Ο πρώτος της ρόλος στο θεατρικό σανίδι ήταν δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, στο έργο του Αντρέ Ρουσέν «Ωραία Ελένη», που ανέβηκε τον Οκτώβριο του 1954 στο Θέατρο Κοτοπούλη. Ακολούθησε ο ρόλος της Αντέλα στο έργο του Λόρκα «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα», στο οποίο πρωταγωνιστούσε η Κατίνα Παξινού και σκηνοθέτησε ο Αλέξης Μινωτής. Το χρονικό διάστημα 1955-1959 έπαιξε με επιτυχία σπουδαίους ρόλους στο Εθνικό Θέατρο: Οφηλία (Άμλετ), Κορντέλια (Βασιλιάς Ληρ), Μυρίννη (Λυσιστράτη) κ.ά.

Στιγμιότυπο από την ταινία «Δις Διευθυντίς»Το 1955 έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», για να ακολουθήσουν περισσότερες από 30 ταινίες: «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» (1960), «Η νύφη το ’σκασε» (1962), «Τα κόκκινα φανάρια» (1963), «Δεσποινίς διευθυντής (1964), «Μια τρελή τρελή οικογένεια» (1965), «Τζένη - Τζένη» (1966), «Ένας ιππότης για τη Βασούλα» (1968), «Μια γυναίκα στην αντίσταση» (1970).

Μετά το 1960, δημιούργησε δικούς της προσωπικούς θιάσους και συνεργάστηκε με έξοχους κωμικούς, όπως ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Μίμης Φωτόπουλος και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Από το 1968 μέχρι το θάνατό της έπαιξε μαζί με τον Κώστα Καζάκο, έργα των Καμπανέλλη, Άλμπι, Ίψεν, Τσέχοφ, Αναγνωστάκη, ενώ το 1985 ερμήνευσε για πρώτη φορά αρχαίο δράμα, με τη «Μήδεια», σε σκηνοθεσία Μίνωα Bολανάκη, μια παράσταση που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Επίδαυρο και το Ηρώδειο. Δύο χρόνια αργότερα πρωταγωνίστησε στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Στούρουα, που ανέβηκε στην Επίδαυρο και τον Λυκαβηττό.

Η μεγάλη της θεατρική επιτυχία υπήρξε αναμφισβήτητα το σπονδυλωτό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Το μεγάλο μας τσίρκο», που ανέβηκε το 1973, το οποίο και αποτέλεσε μία από τις εστίες πνευματικής αντίστασης κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Η ίδια, όσο και ο σύζυγός της Κώστας Καζάκος, συνελήφθησαν και ταλαιπωρήθηκαν από τις αρχές της χούντας. Το είδος αυτό είχε συνέχεια μετά τη μεταπολίτευση με τα έργα «Το κουκί και το ρεβύθι» (1974) και «Εχθρός Λαός» (1975). Τελευταία της θεατρική παράσταση ήταν τα «Διαμάντια και μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη (1990).

Στην προσωπική της ζωή έκανε δύο γάμους. Ο πρώτος με τον δημοσιογράφο Ζάχο Χατζηφωτίου το 1962 και ο δεύτερος με τον ηθοποιό Κώστα Καζάκο το 1968, με τον οποίο έμεινε παντρεμένη έως το τέλος της ζωής της. Το ζευγάρι απέκτησε ένα γιο, τον Κωνσταντίνο Καζάκο, που ακολούθησε τα βήματα των γονιών του, όντας και ο ίδιος ηθοποιός.

Η Τζένη Καρέζη πέθανε στις 27 Ιουλίου του 1992, νικημένη από την επάρατο νόσο. Στη μνήμη της ιδρύθηκε, την ίδια χρονιά, το ίδρυμα «Τζένη Καρέζη», με σκοπό την παρηγορητική αγωγή των ασθενών που πάσχουν από καρκίνο και χρόνιες καταληκτικές νόσους και τη με κάθε μέσο ανακούφισή τους από τον πόνο.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/28#ixzz4FaNle8CP
























Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Σαμοθράκη το νησί του μυστηρίου



Το σημερινό όνομα της νήσου προέρχεται από το αρχαιοελληνικό Σάμος, που σημαίνει «ύψος κοντά στο γιαλό» και ήταν μία από τις ονομασίες της κατά την αρχαιότητα, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο.


Το όνομα του νησιού είναι ευρύτατα γνωστό λόγω του αγάλματος της πτερωτής Νίκης (Νίκη της Σαμοθράκης), που βρίσκεται σήμερα στο Λούβρο των Παρισίων και χρονολογείται από το 220-190 π.Χ. Εικάζεται ότι το άγαλμα ήταν ανάθημα των Ροδίων στους Μεγάλους Θεούς για κάποια θαλάσσια νίκη και ανακαλύφθηκε τεμαχισμένο σε 118 κομμάτια, διάσπαρτα στην περιοχή του ιερού τους, το 1863 από το Γάλλο αρχαιολόγο Charles Champoiseau.

Η Σαμοθράκη κατοικούνταν από τα προϊστορικά χρόνια, όταν γεννήθηκε η μυστηριακή θρησκεία των Καβείρων που καθιέρωσε το νησί ως ένα από τα μεγαλύτερα θρησκευτικά κέντρα της αρχαιότητας.

Αργότερα, κατά τον 7ο αιώνα, ήρθαν στο νησί οι πρώτοι Έλληνες, αιολικής καταγωγής. Η σημερινή Παλαιάπολη, αποτελούσε κατά την αρχαιότητα το σημαντικότερο κέντρο του νησιού, το οποίο κυβερνιόταν από «βασιλέα», λάτρευε ως προστάτιδα την Αθηνά και έκοβε δικό του αργυρό νόμισμα. Στη συνέχεια η Σαμοθράκη πέρασε στην εξουσία των Μακεδόνων και των Ρωμαίων. Ο Περσέας, ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, επέλεξε το νησί ως τελευταίο καταφύγιο του πριν πέσει στα χέρια των Ρωμαίων. Κατά το Μεσαίωνα, στα πλαίσια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, το νησί αποτελούσε τόπο εξορίας, και δεχόταν συχνά επιδρομές ξένων, Σλάβων, Σαρακηνών ή άλλων πειρατών. Για προστασία από τις επιθέσεις χτίστηκε το κάστρο της Χώρας καθώς και οι πύργοι-βίγλες στην Παλαιάπολη και το Φονιά.


Στην εποχή της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης και στα νεότερα χρόνια η Σαμοθράκη γνώρισε σοβαρές δοκιμασίες: την κυριαρχία από τους Γενουάτες Gattilusi το 1430 και την κατάκτηση από τους Τούρκους το 1479. Ιδιαίτερα η τελευταία κατάκτηση οδήγησε σε δραματική μείωση του πληθυσμού, που το 17ο αιώνα περιοριζόταν στους 800 μόλις κατοίκους. Την ανοδική πορεία του επόμενου αιώνα ακολούθησε η επανάσταση του 1821, όταν οι Τούρκοι έσφαξαν το μεγάλο μέρος των εξεγερμένων κατοίκων. Όμως το νησί κατάφερε να αναγεννηθεί οικονομικά και πληθυσμιακά και το 1912 ενώθηκε με την Ελλάδα. Μετά τη δοκιμασία του Β” Παγκοσμίου πολέμου ακολούθησε η αιμορραγία της μετανάστευσης. Τελικά όμως η Σαμοθράκη για άλλη μια φορά ορθοπόδησε και σήμερα αριθμεί περίπου 2500 κατοίκους.

Η Νίκη και η πλώρη
niki2
Η Νίκη της Σαμοθράκης είναι μαρμάρινο γλυπτό άγνωστου καλλιτέχνη της ελληνιστικής εποχής που βρέθηκε στο ναό των «Μεγάλων Θεών»  Καβείρων στηΣαμοθράκη, παριστάνει φτερωτή τη θεά Νίκη και εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου από το 1884.

Είναι μία από τις τρεις φτερωτές Νίκες που βρέθηκαν στο ναό της Σαμοθράκης.
Οι άλλες δύο εκτίθενται η μεν πρώτη, που αποτελεί ρωμαϊκό αντίγραφο και το βρήκαν Αυστριακοίαρχαιολόγοι, στο μουσείο «Kunsthistorisches Museum» της Βιέννης και η δεύτερη, που βρέθηκε από την αμερικανική αποστολή του Karl Lehmann και της Phyllis Williams-Lehmann το 1949στο αρχαιολογικό μουσείο τηςΣαμοθράκης.

Ο Lehmann και η σύζυγός του βρήκαν αργότερα (το 1950) σε ανασκαφές και τμήματα του δεξιού χεριού της «Νίκης της Σαμοθράκης». Λίγους μήνες μετά το ίδιο ζευγάρι αρχαιολόγων εντόπισε και δάχτυλα του δεξιού χεριού της ίδιας Νίκης στο προαναφερόμενο αυστριακό μουσείο, που τα είχε ακαταχώρητα και δεν γνώριζε ότι ανήκαν σε εκείνην.

Η δεξιά παλάμη της ανασυστάθηκε αποκαλύπτοντας ότι δεν κρατούσε σάλπιγγα όπως πολλοί πίστευαν μέχρι τότε και εκτίθεται επίσης στο Λούβρο, σε χωριστή βιτρίνα κοντά στα άγαλμα.

Το άγαλμα έχει ύψος 3,28 μ (με τα φτερά) και 5,58 με το πλώρη του πλοίου πάνω στην οποία είναι τοποθετημένο σήμερα. Φιλοτεχνήθηκε σε λευκό παριανό μάρμαρο για να τιμήσει τη θεά Νίκη αλλά και μια ναυμαχία – δεν είναι βέβαιο ποια. Ήταν αφιερωμένο σε ναό της Σαμοθράκης και χρονολογείται μεταξύ και 220 και 190 π.Χ. – οι περισσότεροι συγκλίνουν στο 190 π.Χ.
Σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου το έχουν τοποθετήσει σε μια βάση και αυτή με τη σειρά της είναι στερεωμένη σε μαρμάρινη πλώρη πλοίου. Στην αρχαιότητα εικάζεται ότι εκείνος που αφιέρωσε το έργο στο ναό της Σαμοθράκης (τόπο φημισμένο στην αρχαιότητα για την ιερότητά του) είχε δώσει παραγγελία να σχεδιαστεί ένα μικρό σύμπλεγμα θεάς και πλοίου.
Η μεν θεά φιλοτεχνήθηκε χωριστά από λευκό παριανό μάρμαρο και ίσως κρατούσε στεφάνι για το νικητή ή είχε υψωμένο το χέρι της στο στόμα για να διαλαλήσει τη νίκη χωρίς να κρατά τίποτα ή, τέλος, ίσως χαιρετούσε. Το άγαλμα στο ελληνιστικό σύμπλεγμα ήταν στερεωμένο στην επίσης μαρμάρινη πλώρη ενός πλοίου και έδινε την αίσθηση ότι μόλις είχε «προσγειωθεί» σε αυτό και πατούσε φευγαλέα. Το πλοίο ήταν από μάρμαρου Ρόδου. Οι ειδικοί εικάζουν ότι το έργο ήταν σχεδιασμένο για να το βλέπει ο κόσμος από τα αριστερά, κατά τα ¾ του προφίλ, επειδή όπως συνηθιζόταν στα ελληνιστικά χρόνια ήταν πιο καλοδουλεμένη η μία πλευρά του –εκείνη από την οποία προοριζόταν να το βλέπει το κοινό.
Μία εκδοχή των αρχαιολόγων για το αφιέρωμα επί πολλά χρόνια ήταν πως το είχε κάνει οΔημήτριος ο Πολιορκητής (337-283 π.Χ.) όταν νίκησε τον στόλο του Πτολεμαίου στα ανοιχτά της Κύπρου γύρω στο 290 π.Χ. Σήμερα όμως πολλοί πιστεύουν ότι το αφιέρωσαν οι Ρόδιοι όταν το 191 π.Χ., συμμαχώντας με την Πέργαμο, νίκησαν τον Αντίοχο Γ΄ της Συρίας σε ναυμαχία στα ανοιχτά της Σίδης
Το δεξιό φτερό βρέθηκε σχεδόν διαλυμένο εκτός από μικρά κομμάτια του και αποτελεί πρόσθετο έργο ανασύστασης «καθρέφτη» του αριστερού, από εμπειρογνώμονες τουΛούβρου. Το άγαλμα εικάζεται ότι κατακρημνίστηκε και έσπασε εξαιτίας μεγάλου σεισμούκατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα.
Τα κομμάτια του γλυπτού βρέθηκαν τμηματικά και στην αρχή η Νίκη εκτίθετο στο Λούβρο δίχως τον κορμό και τα φτερά της αλλά και δίχως την πλώρη, τα κομμάτια της οποίας οι Γάλλοι ειδικοί στην αρχή είχαν εκλάβει ότι ανήκαν σε τύμβο και τα είχαν αφήσει στηΣαμοθράκη.
Συγκεκριμένα, η ανεύρεση άρχισε το 1863 από μια αρχαιολογική αποστολή στην οποία επικεφαλής ήταν ο Κάρολος Σαμπουαζό (1830-1909) (Charles Champoiseau) υποπρόξενος της Γαλλίας στην Αδριανούπολη (σημερινό Εντιρνέ Τουρκίας). Ενώ έσκαβαν σε μια χαράδρα στις 15 Απριλίου του 1863, στα βόρεια του νησιού, ένας Έλληνας εργάτης φώναξε στον Σαμπουαζό «Κύριε, εύραμεν μια γυναίκα!» – ήταν η μισή Νίκη της Σαμοθράκης.niki2
Ο Σαμπουαζό ήρθε αμέσως σε επικοινώνια με τον πρέσβη της πατρίδας του στην Κωνσταντινούπολη και εκείνος φρόντισε η Τουρκία να δώσει τότε έγκριση για να αποπλεύσει γαλλικό πολεμικό πλοίο και να φορτώσει τη Νίκη της Σαμοθράκης για τη Γαλλία -η Σαμοθράκη είχε σημαντική αυτονομία, αλλά ανήκε ακόμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απελευθερώθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 1912 Το άγαλμα έφτασε στο Λούβρο στις 11 Μαϊου του 1864και δύο χρόνια μετά εκτέθηκε για πρώτη φορά μετά τις απαραίτητες εργασίες – χωρίς όμως ακόμα να μπορούν να εκθέσουν το επάνω μέρος τους κορμού και τα φτερά.
Το άγαλμα βρέθηκε σε πολλά κομμάτια γιατί στα ελληνιστικά χρόνια οι καλλιτέχνες δούλευαν το γλυπτό τους σε πολλά κομμάτια εξαρχής  – στην αρχαία Ελλάδα δούλευαν χωριστά μόνον το κεφάλι και τα άκρα που εξείχαν. Ο άγνωστος λοιπόν γλύπτης είχε επεξεργαστεί το έργο του κατά τμήματα και μετά το είχε ενώσει, οπότε στο σεισμό με την κατακρήμνιση του γλυπτού, αυτό έσπασε πολύ πιο εύκολα και σε πολλά σημεία.
Αποτελείται από το μεγάλο κομμάτι κάτω από το στήθος μέχρι τα πόδια, από ένα δεύτερο κομμάτι που είναι ο άνω κορμός, το αριστερό φτερό (το δεξί προστέθηκε αντιγράφοντας το αριστερό) και από το κεφάλι – αυτό δεν βρέθηκε ποτέ από όσο γνωρίζουν οι ειδικοί. Τα χέρια, τα φτερά και τα πόδια, όπως και πολλά κομμάτια του ενδύματος σμιλεύονταν τότε χωριστά και μετά το άγαλμα συναρμολογείτο. Τα φτερά ήταν από δύο μεγάλα μάρμαρα που ήταν συνδεδεμένα στην πλάτη χωρίς εξωτερική στήριξη και αυτό δημιουργούσε πρόβλημα ισορροπίας στο άγαλμα, αλλά ο γλύπτης το έλυσε με μεγάλη τέχνη
Το 1875 Αυστριακοί αρχαιολόγοι είδαν στον τόπο της ανασκαφής τα μάρμαρα που ο Σαμπουαζό νόμισε ότι ανήκαν σε τύμβο και αναλογιζόμενοι ελληνικά νομίσματα που απεικόνιζαν τη Νίκη σε πλώρες πλοίων κατάλαβαν ότι επρόκειτο για τμήματα μαρμάρινης πλώρης. Ο Σαμπουαζό έμαθε για τα μάρμαρα της πλώρης το 1879 και κατάφερε να τα πάρει κι αυτά στο Λούβρο. Η συναρμολόγηση και η αποκατάσταση (π.χ. του αριστερού φτερού που βρέθηκε σε πολλά κομμάτια και του δεξιού που ουσιαστικά είναι σχεδόν όλο προσθήκη μια που βρέθηκε ένα πολύ μικρό κομμάτι του) ολοκληρώθηκε το 1884






















Ναός Ηφαίστου








Ο Ναός του Ηφαίστου (αποκαλούμενος και Θησείο) είναι ένας από τους πλέον διατηρημένους αρχαίους ναούς του ελληνικού χώρου. Ήταν αφιερωμένος στο θεό Ήφαιστο και στην Εργάνη Αθηνά. Βρίσκεται στην περιοχή του Θησείου, που πήρε το όνομά του λόγω της παλιάς, σήμερα αναθεωρημένης απόδοσης του ναού στο Θησέα. Ο ναός του Ηφαίστου είναι προσβάσιμος για το κοινό, καθώς αποτελεί τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Αγοράς.

Ο Ναός αυτός είναι χτισμένος πάνω στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού, στο δυτικό μέρος της Αρχαίας Αγοράς, κατά διεύθυνση Ανατολή - Δύση με είσοδο από την Ανατολή. Είναι δωρικού ρυθμού, περίπτερος, εξάστυλος ναός, κτισμένος ίσως από τον αρχιτέκτονα Ικτίνο από πεντελικό μάρμαρο. Έχει 13 κίονες σε κάθε πλευρά μήκους και 6 (συναριθμούμενοι) κατά πλάτος. Ο σηκός του χωρίζεται σε πρόναο, κυρίως ναό και οπισθόδομο.

Ο ναός είχε σχεδιαστεί και πιθανότατα άρχισε να χτίζεται ήδη από το 450 π.Χ., σίγουρα πριν από τον Παρθενώνα. Η σύλληψή του ανήκει στη γενιά των Μαραθωνομάχων και του Κίμωνα και όχι στο οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή. Στα χρόνια που ακολουθούν σημειώνονται αλλαγές στο σχεδιασμό, γύρω στο 445 π.Χ., είναι όμως σε προχωρημένο στάδιο το έργο, αφού τότε ολοκληρώνονται οι μετόπες με τους άθλους του Ηρακλή και τα γλυπτά του ανατολικού αετώματος. Μεταξύ 445-440 π.Χ. φιλοτεχνείται η δυτική ζωφόρος. Ανάμεσα στο 435 και το 430 π.Χ. χρονολογούνται η ανατολική ζωφόρος, το δυτικό αέτωμα και η διαμόρφωση του εσωτερικού με περαιτέρω αλλαγές στο αρχικό σχέδιο. Το 421 π.Χ. τοποθετούνται η σίμη, τα ακρωτήρια και το λατρευτικό σύμπλεγμα του Ηφαίστου και της Αθηνάς, οπότε πρέπει να ολοκληρώνεται και η στέγη του ναού. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν το 416/5 π.Χ. Ο πιθανότερος λόγος που διάρκεσαν τόσο πολύ οι εργασίες στο ναό του Ηφαίστου είναι ότι με το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή δόθηκε προτεραιότητα στον Παρθενώνα, από το 447 π.Χ., και στο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, από το 444 π.Χ.

Στην ανατολική πρόσοψη του ναού, που βλέπει προς την Αρχαία Αγορά, ο ανάγλυφος διάκοσμος στις μετόπες απεικονίζει τους άθλους του Ηρακλή, ενώ στο αέτωμα παριστάνεται πιθανόν μια Κενταυρομαχία (μάχη του Θησέα και των Λαπιθών εναντίον των Κενταύρων στο Πήλιο). Στην ανατολική ζωφόρο απεικονίζεται άλλη μια σκηνή μάχης. Η ταύτιση του θέματος δεν είναι σίγουρη και οι διάφορες ερμηνείες προτείνουν μάχη του Θησέα και των Παλλαντιδών, μάχη Ελλήνων και Τρώων στο Σκάμανδρο, όπου ο Ήφαιστος βοήθησε τον Αχιλλέα, ή μάχη του Ερεχθέα και του Ευμόλπου. Στη δυτική πλευρά ο γλυπτός διάκοσμος απεικόνιζε την άλωση της Τροίας στο αέτωμα και το κυνήγι του Καλυδωνίου Κάπρου στη ζωφόρο. Οι βόρειες και νότιες μετώπες αποδίδουν επεισόδια από τις περιπέτειες του Θησέα (γουρούνα Κρομμυώνα, Σκίρων, Κερκύων, Περιφήτης, Προκρούστης, Σίνης, ταύρος Μαραθώνα, Μινώταυρος).

Κατά την αρχαιότητα στο εσωτερικό του ναού υπήρχαν χάλκινα αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς κατασκευασμένα από τον Αλκαμένη (421 - 415 π.Χ.). Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία της Αγοράς και τον καλύτερα σωζόμενο ναό δωρικού ρυθμού στον Ελλαδικό χώρο.


Χριστιανικός ναός

Δωρική κιονοστοιχία κοιτάζει προς την Αγορά.
Πότε ακριβώς έγινε η μετατροπή του αρχαίου αυτού ναού σε χριστιανικό δεν έχει επιβεβαιωθεί. Εικάζεται από πολλούς ίσως από τον 7ο αιώνα. Πάντως το 1690 αναφέρεται επίσημα ως χριστιανικός ναός της Αθήνας μέχρι και το 1834, αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο με το χαρακτηριστικό παρωνύμιο «Άη Γιώργης ο Ακαμάτης».

Για το παρωνύμιο αυτό υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Η μία είναι να προέρχεται εκ παραφθοράς του ονόματος του γιου του Θησέα και της Φαίδρας, του Ακάμαντα, που εξελίχθηκε σε Ακάματου και εξ αυτού Ακαμάτη. Μια άλλη άποψη είναι να οφείλεται ακριβώς στην έννοια του ακαμάτη (= αργόσχολου), επειδή επί τουρκοκρατίας λειτουργούσε μόνο μία φορά το χρόνο, ανήμερα της εορτής του Αγίου. Μια τρίτη επίσης εκδοχή είναι να οφείλεται στον επίσκοπο Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτο που ίσως να τέλεσε πρώτος εκεί αρχιερατική λειτουργία.

Όπως και να έχει όμως η τελευταία λειτουργία που έγινε στον Άη Γιώργη τον Ακαμάτη ήταν στις 2 Φεβρουαρίου του 1833 όταν τελέσθηκε ο πανηγυρισμός της άφιξης του Όθωνα στην Ελλάδα όπου παρουσία των Αθηναίων και πλήθους άλλου κόσμου ο επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος έπλεξε το εγκώμιο της ημέρας. Όταν η Αθήνα ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της Ελλάδας η κοινοποίηση του σχετικού βασιλικού διατάγματος έγινε σ΄ αυτόν το Ναό που ήταν και η τελευταία δημόσια προσέλευση των Αθηναίων.

Από το 1835 έως το 1874 στέγασε το πρώτο Κεντρικό Αρχαιολογικό Μουσείο της χώρας όπου και ο ναός ανέλαβε τον αρχαίο του χαρακτήρα.

19ος αιώνας
Όταν η Αθήνα έγινε η επίσημη πρωτεύουσα της Ελλάδας το 1834, η έκδοση του σχετικού βασιλικού διατάγματος έγινε σε αυτό το ναό, που ήταν ο τόπος δημόσιας προέλευσης των Αθηναίων. Χρησιμοποιήθηκε ως τόπος ταφής για τους μη Ορθόδοξους Ευρωπαίους κατά τον 19ο αιώνα, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και πολλοί φιλέλληνες που έδωσαν τη ζωή τους στον αγώνα της Ελληνικής Επανάστασης (1821-1830). Μεταξύ αυτών που ετάφησαν στο χώρο ήταν ο Τζων Τουέντελ (John Tweddel), φίλος του λόρδου Έλγιν, ενώ οι ανασκαφές ανακάλυψαν μια πλάκα από τον τάφο του Τζωρτζ Γουώτσον (George Watson) με ένα επιτάφιο επίγραμμα στα Λατινικά από τον Λόρδο Βύρωνα. Στο χώρο αυτό έγινε ο 1834 η επίσημη υποδοχή, του πρώτου βασιλιά των Ελλήνων, Όθωνα. Ο Όθωνας διέταξε το κτήριο να χρησιμοποιηθεί ως μουσείο, κάτι που συνέχισε να υπάρχει έως το 1934, όταν μετετράπη ξανά σε αρχαίο μνημείο. Έτσι επιτράπησαν εκτεταμένες αρχαιολογικές έρευνες στο χώρο.















Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

Η ιστορία του Ισθμού της Κορίνθου



Ο Ισθμός της Κορίνθου υπήρξε ένα κατασκευαστικό όνειρο - πρόκληση που κράτησε 2.300 χρόνια. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η «Άφνειος Κόρινθος» αναδείχθηκε από την αρχαιότητα σε σπουδαίο ναυτικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο. Η δυσκολία στη μεταφορά των εμπορευμάτων δια ξηράς ώθησε τον Τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο να κατασκευάσει τον περίφημο δίολκο, ένα πλακόστρωτο διάδρομο, «ντυμένο» με ξύλα, πάνω στον οποίο γλιστρούσαν τα πλοία της εποχής αλειμμένα με λίπος για να περάσουν τον Ισθμό από τη μια ακτή στην άλλη. Τα πανάκριβα τέλη (διόδια) που καταβάλλονταν στην Κόρινθο ήταν και το πιο σημαντικό έσοδο της πόλης.
Από μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων προκύπτει ότι ο Περίανδρος ήταν ο πρώτος που σκέφθηκε και τη διάνοιξη του Ισθμού, γύρω στο 602 π.Χ. Γρήγορα, όμως, εγκατέλειψε το σχέδιο του, από το φόβο ότι θα προκαλούσε την οργή των Θεών, έπειτα από το χρησμό της Πυθίας που έλεγε: «Ισθμόν δε μη πυργούτε μήδ' ορύσσετε. Ζευς γαρ έθηκε νήσον η κ' εβούλετο». Το πιθανότερο είναι ότι ο χρησμός προκλήθηκε από τους ιερείς των διαφόρων ναών, που φοβήθηκαν ότι διανοίγοντας τον Ισθμό θα έχαναν τα πλούσια δώρα και αφιερώματα των εμπόρων, που δεν θα είχαν πια λόγο να μένουν στην Κόρινθο.
Ο βασικός, όμως, λόγος που ανάγκασε τον Περίανδρο να εγκαταλείψει το σχέδιό του δεν ήταν η θεϊκή οργή αυτή καθαυτή, αλλά οι τεράστιες τεχνικές δυσκολίες εκτέλεσης του έργου και τα οικονομικά συμφέροντα της Κορίνθου, που επιθυμούσε να διατηρήσει την προνομιούχο θέση της ως «κλειδούχος» του διαμετακομιστικού εμπορίου της Μεσογείου. Άλλωστε, η συνέχιση του «περάσματος» των πλοίων δια της «διόλκου» δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα προβλήματα στην Κόρινθο, διότι τα τότε πλοία ήταν μικρών διαστάσεων (τριήρεις) και η μυϊκή δύναμη των δούλων και των ζώων ήταν επαρκής για το σκοπό αυτό.
Από τη διάνοιξη της διώρυγας το 1886
Τρεις αιώνες αργότερα, το 307 π.Χ., ο Δημήτριος ο Πολιορκητής επιχείρησε να θέσει σ' εφαρμογή το ίδιο σχέδιο, αλλά εγκατέλειψετην ιδέα, όταν οι Αιγύπτιοι Μηχανικοί που έφερε γι' αυτό το σκοπό τον διαβεβαίωσαν ότι η διαφορά της στάθμης του Κορινθιακού από τον Σαρωνικό ήταν τέτοια που με την τομή του Ισθμού τα νερά του Κορινθιακού που θα χύνονταν στον Σαρωνικό θα τον πλημμύριζαν, με συνέπεια την καταπόντιση της Αίγινας και των γειτονικών νησιών και ακτών.
Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ο Ιούλιος Καίσαρ το 44 π.Χ. και ο Καλιγούλας το 37 π.Χ. έκαναν ανάλογα σχέδια, τα οποία όμως εγκαταλείφθηκαν για πολιτικούς και στρατιωτικούς λόγους. Στα σχέδια αυτά βασίσθηκε ο Νέρωνας, όταν αποφάσισε το 66 μ.Χ. να πραγματοποιήσει το έργο. Οι εργασίες άρχισαν το 67 μ.Χ. και από τις δυο άκρες (Κορινθιακό – Σαρωνικό), και χρησιμοποιήθηκαν τότε χιλιάδες εργάτες. Την έναρξη των εργασιών έκανε ο ίδιος ο αυτοκράτορας, στις 28 Νοεμβρίου, δίδοντας το πρώτο χτύπημα στη γη του Ισθμού με χρυσή αξίνα.
Οι εργασίες εκσκαφής είχαν προχωρήσει σε μήκος 3.300 μ., σταμάτησαν όμως, όταν ο Νέρωνας αναγκάστηκε να γυρίσει στη Ρώμη για να αντιμετωπίσει την εξέγερση του στρατηγού Γάλβα. Τελικά, με το θάνατο του Νέρωνα -που συνέβη λίγο μετά την επιστροφή του- το έργο εγκαταλείφθηκε. Το πόσο σοβαρή και μελετημένη ήταν η προσπάθειά του αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι κατά την οριστική διάνοιξη της διώρυγας, στους νεότερους χρόνους, βρέθηκαν 26 δοκιμαστικά πηγάδια βάθους 10 μέτρων το καθένα και διάφοροι τάφροι της εποχής του.
Ο επόμενος που επιχείρησε να διανοίξει τη διώρυγα ήταν ο Ηρώδης ο Αττικός, αλλά οι προσπάθειες του σταμάτησαν σχεδόν αμέσως, όπως και αυτές των Βυζαντινών που ακολούθησαν. Αιώνες αργότερα, οι Ενετοί προσπάθησαν να διανοίξουν τον ισθμό ξεκινώντας, αυτή τη φορά, τις εκσκαφές από τον Κορινθιακό. Οι μεγάλες, όμως, δυσκολίες που συνάντησαν οδήγησαν και πάλι στη διακοπή των εργασιών.
Το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας βρήκε την Ελλάδα στο κατώφλι της βιομηχανικής εποχής. Οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές και ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, προβλέποντας τη μεγάλη σημασία που θα είχε γενικότερα για την ανάπτυξη της χώρας η κατασκευή της διώρυγας, ανέθεσε τη σχετική μελέτη σε ειδικό μηχανικό. Το κονδύλι, όμως, των 40 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων που κρίθηκε αναγκαίο σύμφωνα με τον προϋπολογισμό δαπάνης για την εκτέλεση του έργου, δεν μπορούσε να εξευρεθεί από τη διεθνή χρηματαγορά, πολύ περισσότερο δε να διατεθεί από τον ελληνικό προϋπολογισμό. Έτσι, η προσπάθεια του κυβερνήτη εγκαταλείφθηκε.
Με τη Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα, η τεχνολογική εξέλιξη επέτρεψε την υλοποίηση της πανάρχαιας ιδέας διόρυξης του Ισθμού. Η πραγματοποίηση του έργου κρίθηκε αναγκαία από τη μελέτη των συνθηκών του διεθνούς εμπορίου και της ναυτιλίας στη Μεσόγειο. Έτσι, άρχισε η προσπάθεια εξεύρεσης κεφαλαίων από τη διεθνή χρηματαγορά. Η δια του Ισθμού οδός παρείχε δυο σημαντικά πλεονεκτήματα στη διεθνή ναυτιλία και κατ' επέκταση στο διεθνές εμπόριο: Ασφάλεια και Οικονομία. Η παράκαμψη των επικίνδυνων ακρωτηρίων Κάβο Μαλέα και Κάβο Ματαπά δεν θα μείωνε μόνο τους κινδύνους από ναυτικά ατυχήματα, αλλά και το κόστος μεταφοράς (ασφάλιστρα, καύσιμα, χρόνος).
Μετά τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ, η Κυβέρνηση Ζαΐμη έλαβε την απόφαση τομής του Ισθμού και το Νοέμβριο του 1869 ψήφισε το νόμο της «περί διορύξεως του Ισθμού της Κορίνθου». Με το νόμο αυτό είχε δικαίωμα να παραχωρήσει σε εταιρεία ή ιδιώτη το προνόμιο κατασκευής και εκμετάλλευσης της Διώρυγας. Το ελληνικό δημόσιο κατακύρωσε το έργο το 1881 στον στρατηγό Στέφανο Τύρρ, μαζί με το προνόμιο εκμετάλλευσης της διώρυγας για 99 χρόνια.
Τα εγκαίνια του Ισθμού της Κορίνθου
Οι εργασίες διάνοιξης ξεκίνησαν στις 23 Απριλίου 1882. Η μελέτη του έργου έγινε από τον Ούγγρο Β. Gerfer, αρχιμηχανικό της διώρυγας Φραγκίσκου στην Ουγγαρία, και ελέγχθηκε από τον μηχανικό Daujats, αρχιμηχανικό της διώρυγας του Σουέζ. Για την τελική κατάληξη έγιναν μελέτες τριών χαράξεων. Ως η πιο σωστή και οικονομική, προκρίθηκε η χάραξη που είχε εφαρμόσει ο Νέρωνας. Υστερα, όμως, από 8 χρόνια, η εταιρεία αυτή διέκοψε τις εργασίες της -εξαιτίας της εξάντλησης όλων των κεφαλαίων της- και τελικά διαλύθηκε.
Τη συνέχιση του έργου ανέλαβε ελληνική εταιρεία με την επωνυμία «Εταιρεία της Διώρυγας της Κορίνθου» υπό τον Ανδρέα Συγγρό, που ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών στην εργοληπτική εταιρεία του Α. Μάτσα, η οποία και αποπεράτωσε το έργο. Αυτό το οικονομικό τόλμημα, αυτός ο τεχνικός άθλος, με τη χρησιμοποίηση 2.500 εργατών και των τελειότερων μηχανικών μέσων της εποχής, ολοκληρώθηκε μετά 11 χρόνια. Τα εγκαίνια έγιναν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια στις 25 Ιουλίου 1893, από το πρωθυπουργό Σωτήριο Σωτηρόπουλο.
Η διώρυγα κόβει σε ευθεία γραμμή τον Ισθμό της Κορίνθου σε μήκος 6.346 μ. Το πλάτος της στην επιφάνεια της θάλασσας είναι 24,6 μ. και στο βυθό της 21,3 μ., ενώ το βάθος της κυμαίνεται μεταξύ 7,50 έως 8 μ. Ο συνολικός όγκος των χωμάτων που εξορύχτηκαν για την κατασκευή της έφθασε τα 12 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Η γεωλογική σύσταση των πρανών της Διώρυγας είναι ανομοιόμορφη, με ποικιλία γεωλογικής συστάσεως εδαφών. Μία ιδιομορφία, που κατά καιρούς είχε ως συνέπεια την κατάπτωση μεγάλων χωμάτινων όγκων και κατά συνέπεια το κλείσιμο του καναλιού. Συνολικά, από την έναρξη λειτουργίας της έως το 1940, η Διώρυγα παρέμεινε κλειστή για διάστημα τεσσάρων χρόνων. Μεγάλη διακοπή της λειτουργίας της έγινε και το 1944, όταν οι Γερμανοί, κατά την αποχώρησή τους, ανατίναξαν τα πρανή, προκαλώντας την κατάπτωση 60.000 κυβικών μέτρων χωμάτων. Οι εργασίες εκφράξεως διήρκεσαν πέντε χρόνια (1944-1949).
Σήμερα, η Διώρυγα της Κορίνθου αποτελεί διεθνή κόμβο θαλάσσιων συγκοινωνιών και εξυπηρετεί περί τα 12.000 πλοία ετησίως, ...


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/115#ixzz4FOeul5nz





























Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Ιωνίδειος σχολή





Tο 1844, o Δήμαρχος του Πειραιά Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτσης, με επιστολή τού ζήτησε από τον Κωνσταντίνο Ιωνίδη βοήθεια για την ίδρυση σχολείων στον Πειραιά. Ο Κ. Ιωνίδης διέθεσε 30.000 δρχ. Το 1845 το Δημοτικό Συμβούλιο αποδέχεται την προσφορά. Μεταξύ των όρων για την προσφορά ήταν να εντοιχιστεί σε κατάλληλο χώρο του διδακτηρίου πλακέτα, στην οποία να αναγράφεται «ανεγέρθη δαπάναις της οικογένειας των Ιωνιδών» και να τελείται κάθε χρόνο στις 21 Μαΐου μνημόσυνο υπέρ της οικογένειάς του. Το 1847 και επί δημαρχίας του Δημ. Θεοχάρη, άρχισε η οικοδόμηση του σχολείου και στις 21 Μαΐου του ίδιου χρόνου έγιναν τα εγκαίνια τόσο του "Ελληνικού Σχολείου όσο και του «Αλληλοδιδακτικού Δημοτικού» που φέρουν από κοινού την ονομασία «Ιωνίδεια Σχολεία», ενώ ο δωρητής διαθέτει ακόμα 10.000 δρχ. για τις ανάγκες του σχολείου και για τη δημιουργία βιβλιοθήκης. Το 1862 υπογράφεται από τον τότε Υπουργό Παιδείας η ίδρυση Γυμνασίου. Μέχρι το 1914 παραμένει το μοναδικό Γυμνάσιο στον Πειραιά. Εκείνη τη χρονιά, με την ίδρυση του Δευτέρου Γυμνασίου στην πόλη του Πειραιά, η Ιωνίδειος μετονομάζεται σε Α΄ Γυμνάσιο Πειραιώς. Το Γυμνάσιο λειτουργεί στο αρχικό κτίριο του 1847 μέχρι και το 1932, οπότε και κατεδαφίζεται, για να ανεγερθεί στη θέση του το κτίριο στο οποίο στεγάζεται μέχρι σήμερα, απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο. Για την οικοδόμησή του συνάπτεται δάνειο από την τότε Σχολική Εφορεία με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με υποθήκη του οικοπέδου. Στο ισόγειο του κτιρίου δημιουργούνται καταστήματα, τα οποία εξασφάλισαν τα έξοδα λειτουργίας του Γυμνασίου και είναι μέχρι σήμερα η κυριότερη πηγή εσόδων για τις ανάγκες του Σχολείου. Την περίοδο 1934-1935 προάγεται σε «Σχολή Μέσης Εκπαιδεύσεως Πειραιώς» και το 1946-47 μετονομάζεται σε «Α΄ Πρότυπο Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς». Το 1963, με απόφαση του Υπουργού Γρηγ. Κασιμάτη, μετονομάζεται σε «Ιωνίδειο Πρότυπο Σχολή Πειραιώς». Από το 1986 έχει την ονομασία «Πειραματικό Γυμνάσιο και Λύκειο Ιωνιδείου» μέχρι το 2011 όταν το σχολείο γίνεται Πρότυπο Πειραματικό και αρχίζει να δέχεται μαθητές με διαδικασίας ειδικών εξετάσεων. Το 2015 το σχολείο ορίζεται ως Πρότυπο όπου θα παραμείνει μέχρι και σήμερα.




















Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Κώστας Καρυωτάκης 1896 – 1928




Κώστας Καρυωτάκης


Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του '20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.

Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.

Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκοδρύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

Το Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του:

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.

Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, που υπάρχει σε αφθονία στους παλιότερους ποιητές. Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φθάνει στο σαρκασμό.

 Περί Πηγών...



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/204#ixzz4F1IO0lk3















Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Νήσος Κύθηρα























Το όνομα Κύθηρα (Τσιρίγο) έχει βαθιά στην ιστορία τις ρίζες του. Ο Όμηρος το αναφέρει στο επικό του έργο, την Ιλιάδα, ενώ η θεά Αφροδίτη, η θεά του Έρωτα, ταυτίζεται με το νησί και παίρνει το όνομα Κυθέρεια (Ακύθηρος λεγόταν ο στερούμενος θέλγητρων άνθρωπος). Και άλλοι όμως σπουδαίοι συγγραφείς της αρχαιότητας αναφέρονται στο νησί με το όνομα Κύθηρα. Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο Ηρόδοτος, ο Διόνυσος, ακόμα και ο Αριστοτέλης (που παραδέχεται ότι το νησί λεγόταν Πορφυρούσα - λόγω της επεξεργασίας πορφύρας - αλλά στις μέρες του λεγόταν Κύθηρα) και ο Ξενοφώντας (στα Ελληνικά του χρησιμοποιεί τον όρο Κυθηρία γη).

Ο Ισίδωρος (γεωγράφος του Α΄ μ.Χ. αιώνα) υποστήριξε μια "ανατρεπτική" άποψη, ότι δηλαδή το νησί έλαβε το όνομά του από την Κυθέρεια Αφροδίτη και όχι το αντίστροφο. Μάλιστα, μίλησε πρώτη φορά για τη σημασία του ρ. κεύθω και τη σχέση του με τη θεά και το νησί. Κεύθω σημαίνει κρύβω τον έρωτα, ενώ εκείνοι που κάνουν έρωτα στο νησί (στο μέρος εκείνο, δηλ. τα Κύθηρα), ανακαλύπτουν το κρυμμένο ερωτικό πάθος. Η ονομασία του νησιού συναντάται στον πληθυντικό ίσως από την ύπαρξη και των διπλανών Αντικυθήρων.

Ποια η σχέση όμως των δύο προσωνυμιών του νησιού, Κύθηρα και Τσιρίγο; Ύστερα από μελέτες και έρευνες φαίνεται ότι τα δύο παραπάνω ονόματα έχουν σχέση αλληλεπίδρασης, δηλαδή είτε ότι η μια ταυτίζεται με την άλλη είτε ότι η μια δημιουργεί την άλλη.

Έχει ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι στην Κύπρο υπάρχει περιοχή Κυθραία ή Κύθρα, όπου βρέθηκαν αγάλματα της θεάς Αφροδίτης, ενώ η κοινή ονομασία της περιοχής είναι Τζυρκά.

Μυθολογία
Η γέννηση της Αφροδίτης στα Κύθηρα, σύμφωνα με τη μυθολογία, υπήρξε το γεγονός εκείνο που καθόρισε και τη μετέπειτα πορεία του νησιού. Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου, η Αφροδίτη γεννήθηκε στους αφρούς της θάλασσας των Κυθήρων, όταν έπεσαν σε αυτήν τα αποκομμένα από τον Κρόνο γεννητικά όργανα του πατέρα του Ουρανού. Τα κύματα παρέσυραν, σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή του μύθου, στη συνεχεία τη θεά, η οποία έφθασε στην Πάφο της Κύπρου, όπου επίσης λατρεύτηκε ως θεά προστάτης του νησιού.
Από τα Κύθηρα φέρεται να έχει και την προσωνυμία Κυθέρεια η Αφροδίτη, η οποία λατρεύτηκε στην αρχαιότητα με τρεις μορφές. Ως Ουρανία, θεά – προστάτης της αγάπης και του αγνού έρωτα, με κύριο τόπο λατρείας τα Κύθηρα. Ως Πάνδημος, θεά – προστάτης του σαρκικού έρωτα και της αναπαραγωγής με κύριο τόπο λατρείας την Κύπρο. Και τέλος, με τη λιγότερο γνωστή μορφή, ως Αποστρόφια, θεά που διασφάλιζε την ηθική τάξη και προστάτευε τη σύζυγο και τα παιδιά, που αναφέρεται ότι λατρεύτηκε στη Θήβα και αλλού. Η ίδρυση από τα πολύ πρώιμα χρόνια ναού της θεάς στα Κύθηρα έδωσε και στο νησί τον ομηρικό χαρακτηρισμό ζάθεα, δηλαδή πανάγια.

Η ανάδυση της θεάς από τη θάλασσα των Κυθήρων είναι σημειολογικά μια προσπάθεια των αρχαίων, σύμφωνα με τους ειδικούς στην Παλαιοντολογία, να ερμηνεύσουν την ανάδυση του νησιού από τη θάλασσα. Αυτό αποδεικνύεται από τον πλούσιο αριθμό παλαιοντολογικών ευρημάτων, που έχουν προέλευση τη θαλάσσια ζωή, σε εκτεταμένες περιοχές των Κυθήρων, στα Μητάτα και τα Βιαράδικα



Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Νέλσον Μαντέλα 1918 – 2013




Νέλσον Μαντέλα

Εμβληματική μορφή του αγώνα για την εξάλειψη των ανισοτήτων και των διακρίσεων, φυλακισμένος για 27 χρόνια προτού γίνει ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής στις πρώτες εκλογές χωρίς φυλετικούς διαχωρισμούς, ο Νέλσον Μαντέλα έχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία του 20ού αιώνα ως μαχητής εναντίον του τελευταίου ρατσιστικού καθεστώτος στον δυτικό κόσμο.

Ο Μαντέλα γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου του 1918 στο μικρό χωριό Μβέζο, στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, και του δόθηκε το όνομα Ρολιλάχλα Μαντέλα. Το όνομα Νέλσον το πήρε από έναν δάσκαλό του την πρώτη του μέρα στο σχολείο, αλλά στη χώρα θα γινόταν αργότερα γνωστός και απλά ως Μαντίμπα, το όνομα της φυλής του.

Το 1937 στάλθηκε σε κολέγιο μεθοδιστών ιεραποστόλων, όπου για πρώτη φορά στη ζωή του απέκτησε φιλική σχέση με ανθρώπους από διαφορετική φυλή από αυτόν. Τελικά, για να αποφύγει ένα προξενιό, κατέληξε στο Γιοχάνεσμπουργκ, όπου ξεκίνησε σπουδές Νομικής.

Ως φοιτητής αγωνίστηκε για να δοθούν πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στις πάμπολλες ομάδες αυτοχθόνων στην Νότιο Αφρική.Το 1944 μπήκε στην οργάνωση «Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο» (ANC), ιδρύοντας μαζί με άλλους και τη Νεολαία του ΑΝC.

Στην πολιτική θεώρηση του Μαντέλα θα μπλέκονταν ο αντιαποικιακός αγώνας, η μάχη κατά των θεσμοθετημένων διακρίσεων βάσει φυλής, ο μαρξισμός και ακόμη και η αρχή της αντίστασης χωρίς βία του Μαχάτμα Γκάντι.

Το 1952 ήλθε αντιμέτωπος για πρώτη φορά με το δικαστικό σύστημα του Απαρτχάιντ,όταν του επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι για την πολιτική του δραστηριότητα, με βάση τον νόμο για την "αντιμετώπιση του κομμουνισμού.

Αργότερα τον ίδιο χρόνο άνοιξε, μαζί με τον Όλιβερ Τάμπο, το πρώτο δικηγορικό γραφείο της Νοτίου Αφρικής μόνο με μαύρους νομικούς. Εξασκώντας τη δικηγορία, ο Μαντέλα έκανε
εκστρατεία για την καταπολέμηση του Απαρτχαϊντ και το 1956 κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία. Μετά την πολύχρονη δίκη εναντίον του ίδιου και των συγκατηγορούμενών του, οι κατηγορίες τελικά κατέπεσαν.

Το καθεστώς του Απάρτχαιντ σκλήραινε όμως όλο και περισσότερο την στάση του και τελικά το 1960 το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο κηρύχθηκε παράνομο. Μαζί του πέρασε στην παρανομία και ο Μαντέλα, που απομακρύνθηκε από την αρχή της μη βίας. Τελικά, συνελήφθη ξανά, κατηγορήθηκε για σαμποτάζ και απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης και καταδικάστηκε το 1964 σε ισόβια.

Με τον Μαντέλα στη φυλακή και την ηγεσία του εξόριστη, τα μέλη του ANC οι αυτόχθονες της Νοτίου Αφρικής προχωρούσαν σε εξεγέρσεις που κατέληγαν σε αιματηρή καταστολή. Τα στελέχη του ANC που βρίσκονταν στο εξωτερικό επέλεξαν να ξεκινήσουν εκστρατεία στη διεθνή κοινότητα εναντίον του Άπαρτχαϊντ γύρω από ένα πρόσωπο -τον φυλακισμένο Νέλσον Μαντέλα.

Εντός και εκτός Νοτίου Αφρικής, ο Μαντίμπα έγινε το σύμβολο της καταπίεσης και το σύμβολο του αγώνα για ελευθερία και ισότητα.

Οι εξελίξεις, στις οποίες συνέβαλε και η διεθνής κατακραυγή, οδήγησαν στην αποκατάσταση του ANC και την απελευθέρωση του Μαντέλα στις 11 Φεβρουαρίου του 1990. Από την ηγεσία του ANC, ξεκίνησε τις συνομιλίες με την κυβέρνηση για ένα κράτος, στο οποίο όλοι οι πολίτες θα ήταν ίσοι απέναντι στο νόμο ανεξαρτήτως φυλής με την κατάρτιση νέου Συντάγματος.

Τιμήθηκε, μαζί με τον τότε πρόεδρο της χώρας Φρέντερικ ντε Κλερκ, με το Νόμπελ Ειρήνης το 1993. Στις εκλογές του επόμενου χρόνου, το ANC κέρδισε με απόλυτη πλειοψηφία και στις 9 Μαΐου ο Μαντέλα εξελέγη από το νέο Κοινοβούλιο ο πρώτος πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής.

Μετά το τέλος της θητείας του το 1999, πήρε μέρος ως διαμεσολαβητής σε διάφορες ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στην Αφρική. Τελικά, αποσύρθηκε οριστικά από τα κοινά το 2004 αντιμετωπίζοντας προβλήματα υγείας. Οι δημόσιες εμφανίσεις του έγιναν έκτοτε όλο και λιγότερες.

Ο Νέλσον Μαντέλα έφυγε από τη ζωή στις 5 Δεκεμβρίου του 2013.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/738#ixzz4EjmgfrHK
























Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Νήσος Πάτμος




Η καθίζηση της Αφρικανικής Πλάκας κάτω από τη μικροπλάκα του Αιγαίου, δημιούργησε πολλά ηφαίστεια, διαμορφώνοντας ένα τόξο στο Νότιο Αιγαίο πάνω στο οποίο βρίσκεται και η Πάτμος. 
Η Πάτμος (Λάτμος κατά την αρχαιότητα) προϊστορικά κατοικήθηκε από τους Κάρες, aργότερα από τους Δωριείς και μετέπειτα από τους Ίωνες! Το όνομα Πάτμος πιστεύεται ότι προήλθε από το όνομα του όρους της Μικράς Ασίας Λάτμος. O Ορέστης, κυνηγημένος από τις Ερινύες επειδή σκότωσε τη μητέρα του την Κλυταιμνήστρα, περνώντας με τους Αργείους βρήκε καταφύγιο στην Πάτμο.
Τα τείχη στην περιοχή Καστέλι χρονολογούνται από τον 6ο και 4ο π.χ. αιώνα και τα ευρήματα φανερώνουν την ύπαρξη ακρόπολης, με τους ναούς των Θεών Απόλλωνα και Διόνυσου καθώς και ιππόδρομο και τα ευρήματα, κυρίως σε τοίχους εκκλησιών, ότι η κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Πάτμου ανθούσε κατά την αρχαιότητα. 
Πολιούχος θεά του νησιού εθεωρείτο, η Πατμία Άρτεμις, στα ερείπια του οποίου χτίστηκε από τον Όσιο Χριστόδουλο, η μεγάλη Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Χώρα. 
Μετά την κατάληψη του νησιού από τους Ρωμαίους, η Πάτμος γνωρίζει την παρακμή! Οι περισσότεροι κάτοικοι την εγκαταλείπουν και το νησί χρησιμοποιείται πλέον από τους Ρωμαίους ως τόπος εξορίας!
Το 95 μ.χ ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού Ιωάννης, ήλθε εξόριστος στην Πάτμο, από τον αυτοκράτορα Δομητιανό. Ενώ από τότε ξεκινάει η μεταχριστιανική ιστορία της Πάτμου μέχρι και τον 11ο αιώνα παρουσιάζεται ένα ιστορικό κενό. 
Τον 11ο αιώνα, η παρουσία του μοναχού Χριστόδουλου του Λατρηνού και η ανέγερση της Ιεράς Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου αλλάζουν τα δεδομένα και διαμορφώνουν τον πολιτισμό που αναπτύσσεται κατόπιν. Τον 13ο αιώνα, δίδεται η άδεια να κτιστούν σπίτια κοντά στη Μονή για να προστατεύονται οι κάτοικοι από τις πειρατικές επιθέσεις που ταλανίζουν το Αιγαίο. Μέρος της αστικής κοινωνία της Πόλης μετακομίζει στην Πάτμο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453, μεταφέρει τον πολιτισμό της και οργανώνει το διαμετακομιστικό εμπόριο. Δημιουργείται ο συνοικισμός “Αλλοτινά”. Τα σπίτια εφάπτονται στα τείχη της Μονής για να μπορούν οι κάτοικοι, σκαρφαλώνοντας στα δώματα των σπιτιών τους να κλείνονται σ’ αυτήν και να προστατεύονται από τους πειρατές. Οι κάτοικοι ξανοίγονται στα πελάγη και φέρνουν πλούτη στο νησί. 
Τα παιδιά τους σπουδάζουν σε πόλεις της Δύσης. Ανασυντάσσεται το δυναμικό της Μονής με μορφωμένους μοναχούς, που φθάνουν τους 60. Χτίζονται σπίτια μεγάλα, πλούσια. Στολίζονται με σκαλιστά έπιπλα και κεντήματα. 
Το τέλος των βενετοτουρκικών πολέμων και η ύφεση στις πειρατικές επιδρομές, η αξιοποίηση της ναυτικής παράδοσης και η απουσία των Τούρκων, απλά εισπράττουν τους φόρους τους, αλλά στηρίζουν το Μοναστήρι, διαμορφώνουν μια πολιτεία ζηλευτή. Από το λιμάνι του νησιού περνούν έμποροι από την Βενετιά, την Γαλλία, την Αγγλία, την Ιταλία και την Ολλανδία. Οι Πάτμιοι χτίζουν αρχοντόσπιτα στο Βορινό φρύδι της Χώρας και νέες μεγάλες εκκλησίες και μοναστήρια. Το 1630 ήδη το νησί κατά τον περιηγητή STOCHOVE, έχει ένα λιμάνι μεγάλο και σίγουρο. Η πρώτη μαρτυρία για τη Σκάλα, που αναπτύσσεται σταδιακά σε οικισμό είναι από τον περιηγητή A. De la Monraye ο οποίος αναφέρει πως την περίοδο αυτή η Πάτμος έχει περίπου 4.000 κατοίκους, 93 μοναχούς και πάνω από 100 εκκλησίες. Ένας περιηγητής μετρά οκτακόσια σπίτια στη Χώρα και διακόσιες πενήντα εκκλησιές. Διαμορφώνονται οι πλατείες της Αγίας Λεσβιάς και του Δημαρχείου. Το κέντρο εμπορικών συναλλαγών δημιουργείται από τη είσοδο της Μονής, περνά τα Κρητικά φτάνει στην Αγία Λεσβιά και από το αρχοντικό Καλλιγά ως το αρχοντικό των Νατάληδων.
Ο ελληνιστής και ελληνολάτρης Jacgues Lacarriere ο οποίος στο βιβλίο του “Το Ελληνικό Καλοκαίρι” (L t grec Une Grce guotidienne de 4000 ans) υμνεί την Πάτμο σε εκατομμύρια αναγνώστες του, σημειώνει με θαυμασμό: 
«Σε μερικά σπίτια είδα δουλεμένες κασέλες, ζωγραφισμένα χωρίσματα, παλαιά πορτραίτα, οπάλινα λαμπογυάλια, ένας ολόκληρος κόσμος περασμένης πολυτέλειας που μου θυμίζει τα γερασμένα σαλόνια του Άθω…” , όσο για το τοπίο , «Κομπολόι από δροσιές όπου είναι ωραία να ξαποσταίνεις μέσα σ’ ένα άρωμα από ξεθυμασμένο λιβάνι…». 
























5+1 λόγοι για να μαζεύουμε τις ακαθαρσίες του σκύλου ακόμα και στη φύση!





























5+1 λόγοι που κάνουν το μάζεμα των ακαθαρσιών τους επιτακτικό

1
Είναι υποχρεωτικό από την Ελληνική νομοθεσία.
 Σύμφωνα με το νόμο 4235/2014, «ο συνοδός του σκύλου στη βόλτα υποχρεούται να μαζεύει τις ακαθαρσίες του από το περιβάλλον». Το πρόστιμο που προβλέπεται στην αντίθετη περίπτωση είναι 100 ευρώ.
2
Θέμα πολιτισμού.
 Αισθητικά, οι ακαθαρσίες δεν προσφέρουν σε ένα δημόσιο χώρο ούτε σε ένα κήπο ούτε είναι ωραίο κάποιος φίλος να πατήσει, κατά λάθος, πάνω στις ακαθαρσίες των ζώων μας, ούτε εμείς, ούτε ένας άγνωστος, εδώ που τα λέμε. Τα υπολείμματα ακαθαρσιών κολλημένα στις σόλες μας είναι ότι χειρότερο, ίσως μετά την τσίχλα.
3
Είναι επικίνδυνες για τη δημόσια υγεία.
 Μπορεί να περιέχουν σοβαρές ασθένειες, εύκολα μεταδιδόμενες σε άλλα ζώα ή ακόμα και στον άνθρωπο. Αν ο σκύλος μας δεν είναι πλήρως αποπαρασιτωμένος ή απόλυτα υγιής, οι ακαθαρσίες του μπορεί να κρύβουν πολλών ειδών μικρόβια (E. Coli, Giardia, Σαλμονέλωση, Κρυπτοσποριδίωση, Καμπυλοβακτηρίωση, λεπτοσπείρωση, Parvo, Brucella) και ένα σωρό παράσιτα (Toxocara, Heartworms, Αγκυλόστομα, Roundworms, ταινία…). Η επαφή με ξένα κόπρανα είναι, άλλωστε, ένας από τους λόγους που οι κτηνίατροι μας συμβουλεύουν να μην βγει το κουτάβι μας από το σπίτι πριν ολοκληρώσει τα πρώτα του εμβόλια.
4
Οι σκυλίσιες ακαθαρσίες 
δεν αποσυντίθενται ούτε κατά διάνοια τόσο γρήγορα όσο νομίζουμε. Σε αντίθεση με τα απόβλητα των άγριων σαρκοφάγων ζώων, ( λύκοι, αλεπούδες, κ, ά.) που είναι 100% βιοδιασπώμενα, τα κακά του σκύλου μας μπορεί να μείνουν στο έδαφος μέχρι και ένα χρόνο πριν αρχίσουν να διαλύονται. Ο λόγος είναι ότι η διατροφή του σύγχρονου κατοικίδιου σκύλου διαφέρει πολύ από αυτήν των άγριων ζώων. Οι ακαθαρσίες των άγριων σαρκοφάγων είναι το αποτέλεσμα μιας δίαιτας με πρωτεΐνες υψηλής περιεκτικότητας και πλούσιας σε ασβέστιο. Το σιτηρέσιο δεν περιλαμβάνει συντηρητικά, χημικά ούτε σπόρους. Η αποσύνθεση των «άγριων» κοπράνων είναι θέμα ημερών. Φροντίζουν για αυτό οι μύγες, τα σκαθάρια, και άλλα εργατικά έντομα καθώς και τα βακτήρια που βρίσκονται στο έδαφος. Αντίθετα, οι σκυλοτροφές (ειδικά οι κακής ποιότητας) μπορεί να διατηρήσουν τη συνοχή τους και τη μυρωδιά τους για περισσότερο από έναν χρόνο, πριν αρχίσουν να διαλύονται. Αν, μάλιστα, είναι πλούσιες σε συντηρητικά, τότε παράγουν απόβλητα που είναι επίσης πλούσια σε συντηρητικά. Δεδομένου ότι τα περισσότερα συντηρητικά, ευτυχώς, δεν απορροφώνται από τον οργανισμό, αποβάλλονται μαζί με τις ακαθαρσίες και καταλήγουν στο έδαφος, τα φυτά και τον υδροφόρο ορίζοντα. Η μόνη περίπτωση που οι ακαθαρσίες των σκύλων αποσυντίθεται σε σκόνη και μάλιστα γρήγορα είναι όταν τα ζώα τρέφονται με ακατέργαστη δίαιτα. Η ωμή (RAW) διατροφή είναι η ίδια που κάνει ένα άγριο αρπακτικό. Παράγει, μάλιστα, λιγότερες ακαθαρσίες με πιο ήπια μυρωδιά.
5
Τέλος, αν δεν γίνουν άμεσα μέρος της τροφικής αλυσίδας,
 κατά τη διάρκεια της αποσύνθεση (άλλα ζώα, έντομα, μικροοργανισμοί), τα κόπρανα θα βρουν δίοδο προς τον υδροφόρο ορίζοντα και τα υπόγεια ρεύματα, καταλήγοντας σε ποτάμια, πηγές και τη θάλασσα. Εκεί, για να διαλυθούν, χρησιμοποιούν το οξυγόνο που βρίσκεται στο νερό και εκλύουν αμμωνία καθώς και άλλα βλαβερά συστατικά που ευνοούν την υπερβολική ανάπτυξη άλγης και φυκιών, βάζοντας σε κίνδυνο τη θαλάσσια ζωή. Θυμηθείτε εικόνες από το πρόσφατο παρελθόν, όταν οι βόθροι κατέληγαν στη θάλασσα -εγκληματικό. Το ξέρατε ήδη, ότι όταν οι ακαθαρσίες σκύλων, ανθρώπων και άλλων οργανισμών καταλήγουν στο νερό, είναι βλαβερές για το οικοσύστημα.



Νήσος Σαντορίνη




Προϊστορία
Σύμφωνα με τον μύθο, η Σαντορίνη αναδύθηκε από τα βάθη της θάλασσας – άποψη που δικαιολογείται από τη διαχρονική δραστηριότητα του υποθαλάσσιου ηφαιστείου και τη γεωλογική μορφολογία του νησιού. Ιχνη ζωής έχουμε από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, στα μέσα της τρίτης χιλιετίας π.Χ. Από τη Μέση Εποχή του Χαλκού (1900-1600 π.Χ.) οι ενδείξεις πληθαίνουν και μαρτυρούν μεγάλη ανάπτυξη.
Στην περιοχή του Ακρωτηρίου υπήρξε ένας προϊστορικός οικισμός με πολύ σημαντικό λιμάνι. Η μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Υστερης Εποχής του Χαλκού (1600 π.Χ. περίπου) έθαψε τον οικισμό αυτόν κάτω από 30 μέτρα τέφρας.
Ιστορικοί χρόνοι
Η έκρηξη του 1600 π.Χ. άλλαξε τη μορφή του νησιού. Δεν ξέρουμε αν όλοι οι κάτοικοι πρόλαβαν να το εγκαταλείψουν πριν από τη μεγάλη καταστροφή, πού μετοίκησαν, ή πότε επέστρεψαν. Σποραδικά ευρήματα από την περιοχή του Μονόλιθου μαρτυρούν κατοίκηση τουλάχιστον τον 13ο π.Χ. αιώνα.
Κατά τον Ηρόδοτο, το νησί που είχε το όνομα Στρογγύλη, λόγω του σχήματός του, μετονομάστηκε σε Καλλίστη, λόγω του κάλλους του. Στην Καλλίστη εγκαταστάθηκαν Φοίνικες τους οποίους οδήγησε ο Κάδμος ταξιδεύοντας για να βρει την Ευρώπη, την οποία είχε απαγάγει ο Δίας που είχε μεταμορφωθεί σε ταύρο. Οι οικιστές έμειναν στο νησί για οκτώ γενιές. Στη συνέχεια ήρθαν οι Λακεδαιμόνιοι με αρχηγό τον Θήρα, γιο του Αυτεσίωνα. Τον 10ο αιώνα, το νησί έγινε αποικία των Δωριαίων.

Γεωμετρική Εποχή (10ος -8ος π.Χ. αιώνας)
Για τους Γεωμετρικούς Χρόνους τα στοιχεία δεν είναι πολλά. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι στα τέλη του 9ου ή στις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. οι κάτοικοι μαζί με τους κατοίκους της Μήλου και της Κρήτης, υιοθέτησαν πρώτοι το φοινικικό αλφάβητο.
Στη Γεωμετρική Περίοδο ανήκουν τα νεκροταφεία που ανακαλύφθηκαν στη ΝΑ πλευρά της Σελλάδας και εκείνο που βρέθηκε στις παρυφές του Μέσα Βουνού. Τα νεκροταφεία χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά έως τον 7ο π.Χ. αιώνα και στουςτάφους ήταν πιθανόν τοποθετημένα αρχαϊκά αγάλματα Κούρων, τα οποία πιθανόν έκαναν εισαγωγή από τη Νάξο.

Αρχαϊκή Περίοδος (7ος-6ος π.Χ. αιώνας)
Στην περίοδο αυτή οι κάτοικοι του νησιού ανέπτυξαν σχέσεις με τα γειτονικά νησιά -όπως η Κρήτη, η Μήλος, η Πάρος- και τα σημαντικά κέντρα της εποχής -όπως η Αθήνα, η Κόρινθος, η Ρόδος και τα Ιωνικά κέντρα στις ανατολικές ακτές του Αιγαίου. Το 630 π.Χ. οι Θηραίοι ίδρυσαν την αποικία της Κυρήνης, στις βόρειες ακτές της Αφρικής.
Στοιχεία για την περίοδο αυτή έχουμε από τα ευρήματα στο νεκροταφείο της ΒΑ πλευράς της Σελλάδας που χρησιμοποιήθηκε ως τον 4ο π.Χ. αι. καθώς και το νεκροταφείο στο Καμάρι. Η οικονομία ήταν κλειστή και οι Θηραίοι καλλιεργούσαν, ψάρευαν και έκαναν εμπόριο με τα προϊόντα τους. Τον 6ο αιώνα η Θήρα είχε δικό της νόμισμα, με τα δυο δελφίνια ως έμβλημά της.

Κλασικοί-Ελληνιστικοί Χρόνοι
Την περίοδο αυτή συνεχίστηκαν οι σχέσεις με τα σημαντικά κέντρα της εποχής και ένα από τα βασικά εξαγώγιμα προϊόντα ήταν το κρασί. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο η Θήρα υποστήριξε τη Σπάρτη, αφού ήταν δωρική αποικία. Στα ελληνιστικά χρόνια έγινε ναυτική και στρατιωτική βάση των Πτολεμαίων διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, για τους οποίους το νησί ήταν σταθμός στους θαλάσσιους δρόμους από το νότιο προς το βόρειο Αιγαίο. Σημαντική γι' αυτούς ήταν η θέση της αρχαίας Θήρας και οι όρμοι του Καμαρίου και της Περίσσας.

Πρωτοχριστιανική-Βυζαντινή Περίοδος
Λίγα είναι τα ευρήματα της περιόδου αυτής και δείχνουν ότι το κέντρο των χρόνων αυτών ήταν στο ΝΑ τμήμα της Θήρας. Τον 4ο αιώνα υπήρχε οργανωμένη εκκλησία με Eπίσκοπο. Ως πρώτος Eπίσκοπος μαρτυρείται ο Διόσκουρος (342-344). Χριστιανικοί ναοί ιδρύθηκαν στη θέση αρχαίων ιερών ή ναών, όπως εκείνος του Πυθίου Απόλλωνα στην αρχαία Θήρα.
Στη βυζαντινή εποχή η Θήρα ανήκε στο Θέμα του Αιγαίου. Λόγω των αραβικών επιδρομών στη διάρκεια του 9ου αιώνα, οι κάτοικοι μετοίκησαν στο εσωτερικό του νησιού, σε οχυρές και αθέατες από τη θάλασσα θέσεις. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από παρακμή και φτώχεια.
Στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, όταν καταστράφηκαν τα ορμητήρια των πειρατών και αποδυναμώθηκαν οι Αραβες, ιδρύθηκε η βυζαντινή εκκλησία της Επισκοπής Γωνιάς. Στο τέλος του 12ου αιώνα η πειρατεία άρχισε και πάλι να πλήττει τα νησιά του Αιγαίου, λόγω της αποδυνάμωσης του βυζαντινού στόλου.

Μεσαιωνικοί οικισμοί
Οι οικισμοί της Σαντορίνης την εποχή του Μεσαίωνα χωρίζονται στους οχυρούς (Καστέλια) και σε αυτούς που δεν είχαν οχύρωση. Τα Καστέλια αναφέρονται στις γραπτές πηγές από τις αρχές του 15ου αιώνα. Από τα βυζαντινά χρόνια το μεγαλύτερο πρόβλημα των νησιών του Αιγαίου ήταν οι πειρατές οι οποίοι καταλάμβαναν τις ακτές, επιβάλλοντας φόρους και λεηλατώντας. Ετσι, οι κάτοικοι για να προστατευτούν δημιούργησαν κάστρα στα οποία προσέφευγαν όλοι –ακόμη και οι δουλοπάροικοι–, όταν δινόταν το σήμα συναγερμού. Από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας αναφέρεται στο νησί η ύπαρξη πέντε κάστρων.

Τα 5 Καστέλια
Ο Σκάρος στο Ημεροβίγλι ήταν το σημαντικότερο και εκεί εγκαταστάθηκαν οι Φράγκοι, μαζί με τον Δεσπότη τους. Δεύτερο κατά σειρά ερχόταν το Καστέλι της Επάνω Μεριάς (Οία), το οποίο ονομάστηκε του Αγίου Νικολάου. Το τρίτο βρισκόταν στην περιοχή του Πύργου, το τέταρτο στο Εμπορείο και το πέμπτο στον οικισμό του Ακρωτηρίου. Τα τέσσερα τελευταία πριν από τον καταστροφικό σεισμό του 1956 διατηρούνταν σε πολύ καλή κατάσταση.
Δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς κτίστηκαν τα Καστέλια (σίγουρα μεταξύ 14ου-18ου αιώνα), γιατί δεν έχουν σωθεί επιγραφές, ή ιστορικά στοιχεία σχετικά με αυτά. Βρίσκονται, πάντως, σε στρατηγικά σημεία και ήταν δύσκολα προσβάσιμα από τη θάλασσα. Είχαν έντονο φρουριακό χαρακτήρα, χάρη στη μορφολογία του εδάφους και στις οργανωμένες ως οχυρά κατοικίες της εξωτερικής περιμέτρου, οι οποίες είχαν ελάχιστα ανοίγματα προς τα έξω και σχημάτιζαν ουσιαστικά το τείχος.
Η δόμηση στο εσωτερικό τους ήταν πολύ πυκνή και τα κτίσματα ακουμπούσαν το ένα στο άλλο, ενώ αναπτύσσονταν καθ' ύψος. Ήταν διώροφα ή τριώροφα, στενά και επιμήκη, με κοινό μεσότοιχο. Οι δρόμοι ήταν πολύ στενοί.
Σχεδόν όλη η καθολική αριστοκρατία των Ενετών έμενε μέσα στα Καστέλια. Στην είσοδό τους οι τότε άρχοντες είχαν φτιάξει εκκλησίες αφιερωμένες στην Αγία Θεοδοσία, προστάτιδα των Καστελιών.
Οι Γουλάδες
Χαρακτηριστικό των Καστελιών ήταν οι αμυντικοί πύργοι-παρατηρητήρια, που ονομάζονται Γουλάδες (από την τουρκική λέξη κουλές). Ήταν πολυώροφοι, με χοντρά τοιχώματα και ορθογώνιες κατόψεις. Επρόκειτο για δημόσια ή ιδιωτικά κτίσματα και αποτελούσαν τα ύστατα καταφύγια των κατοίκων σε περίπτωση επίθεσης. Οι Γουλάδες βρίσκονταν μέσα στα Καστέλια (όπως στην Οία και στο Ακρωτήρι), ή έξω από αυτά (όπως στα Φηρά και στο Εμπορείο) ώστε να καταφεύγουν εκεί οι αγρότες.
Ο πιο καλοδιατηρημένος Γουλάς είναι αυτός των Φηρών, γνωστός ως Γουλάς των Δελένδα. Κτίστηκε από την οικογένεια των Ενετών Μπότζι, πριν από την ερήμωση του κάστρου στον Σκάρο. Πριν τον Β' παγκόσμιο πόλεμο εδώ κατοικούσε ο Γάλλος ευγενής Compte de Simoni. Σήμερα ανήκει στην οικογένεια Πέτρου Μ. Νομικού.
Πριν από τους σεισμούς του 1956 το καλύτερα διατηρημένο κάστρο ήταν του Πύργου. Του Σκάρου είναι τελείως κατεστραμμένο - ωστόσο αποτέλεσε το πρότυπο για τα άλλα Καστέλια του νησιού. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν μειώθηκαν οι πειρατικές επιδρομές, τα κτίσματα επεκτάθηκαν έξω από τον αμυντικό περίβολο των Καστελιών, δημιουργήθηκαν οι οικισμοί και η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από τον Σκάρο, στα Φηρά. Οι επεκτάσεις των Καστελιών και οι νέοι οικισμοί έγιναν χωρίς σχεδιασμό, με βάση τη μορφολογία του εδάφους. Οι δρόμοι που τα ένωναν με τους χώρους δουλειάς και παραγωγής (όπως ήταν οι κάναβες και οι ανεμόμυλοι), αποτέλεσαν τις κύριες οδούς των επεκτάσεων. Αντίστοιχα, γύρω από τον βασικό δρόμο άρχιζε να αναπτύσσεται ο κάθε νέος οικισμός –όπως έγινε στα Φηρά, στο Φηροστεφάνι, και στο Ημεροβίγλι.
Το διάστημα 1700-1900 ήταν καθοριστικό για το δομημένο περιβάλλον των οικισμών αφού επήλθε και αστικοποίησή τους -κυρίως μετά την Επανάσταση του 1821.
INFO
Το 1621 οι Σαντορινιοί αναγκάστηκαν να διορίσουν κοινούς αντιπροσώπους από τα πέντε Καστέλια για να διαπραγματευτούν με τους κουρσάρους. Τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας τέσσερις άρχοντες, οι κοινοί διοικητές της Σαντορίνης, με αντίστοιχες έδρες στα τέσσερα Καστέλια, κυβερνούσαν εκδίδοντας φιρμάνια, τα οποία επικύρωναν με κοινή σφραγίδα. Αυτή η σφραγίδα ήταν μοναδική. Χωριζόταν σε τέσσερα κομμάτια και για να χρησιμοποιηθεί έπρεπε να συναρμολογηθούν. Κάθε διοικητής φύλαγε και ένα τμήμα της. Ετσι όλες οι αποφάσεις ήταν αναγκαστικά ομόφωνες!