Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Β. Βαλκανικός Πόλεμος



Ένοπλη σύγκρουση, που διεξήχθη από τις 16 Ιουνίου έως τις 18 Ιουλίου του 1913 (28 Ιουλίου η τυπική λήξη της με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου) κατά κύριο λόγο στα εδάφη της απελευθερωμένης από του Οθωμανούς Μακεδονίας, μεταξύ των πρώην συμμάχων του Α' Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912 - 30 Μαΐου 1913). Αντιμέτωποι τέθηκαν από την μία πλευρά η Βουλγαρία και από την άλλη πλευρά η Ελλάδα, η Σερβία και το Μαυροβούνιο. Κατά της Βουλγαρίας στράφηκαν η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος χαρακτηρίσθηκε από την ταχύτητα διεξαγωγής του και τη σκληρότητα των μαχών του.
Προτού λήξει ακόμη ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος ήταν εμφανή τα σημάδια της επερχόμενης ρήξης μεταξύ των συμμάχων για τη διανομή των απελευθερωμένων εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Βουλγαρία πίστευε ότι ήταν «ριγμένη» στη μοιρασιά έναντι των συμμάχων της Ελλάδας και Σερβίας και υποδαύλιζε διάφορα επεισόδια -συχνά αιματηρά- εναντίον Σέρβων και Ελλήνων στη Μακεδονία. Σε σχέση με τη χώρα μας αμφισβητούσε ανοιχτά την κατοχή της Θεσσαλονίκης και της νοτιοανατολικής Μακεδονίας. Κάθε πρόταση φιλικής διευθέτησης των διαφορών τους με τη Βουλγαρία, η Ελλάδα και η Σερβία συναντούσαν την αδιαλλαξία της, την οποία υπέθαλπε για τους δικούς της λόγους η Αυστροουγγαρία.
Για να αντιμετωπίσουν της διαφαινόμενη βουλγαρική απειλή, η Ελλάδα και η Σερβία υπέγραψαν στις 19 Μαΐου 1913 στη Θεσσαλονίκη, συνθήκη ειρήνης, φιλίας και αμοιβαίας προστασίας. Το κείμενο της συνθήκης έφερε τις υπογραφές του πρεσβευτή της Ελλάδας στο Βελιγράδι Ιωάννη Αλεξανδρόπουλου και του πρεσβευτή της Σερβίας στην Αθήνα, Ματία Μπόσκοβιτς. Μετά τη συνθήκη αυτή, που συνοδευόταν από στρατιωτική σύμβαση «προς προετοιμασίαν και εξασφάλισιν των στρατιωτικών μέτρων αμύνης», Ελλάδα και Σερβία βρίσκονταν σε ακήρυκτο πόλεμο με τη Βουλγαρία. Οι προσπάθειες του τσάρου της Ρωσίας Νικόλαου Β' να βρει σημεία προσέγγισης ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Σερβία απέτυχαν, ενώ ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αναζητούσε τρόπους για ειρηνική διευθέτηση, προκειμένου να αποτρέψει την εχθρότητα της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας προς τις δύο χώρες (Ελλάδα και Σερβία), που θα απέβαινε υπέρ της Βουλγαρίας.
Οι βιαιότητες των Βουλγάρων κατά των ελληνικών πληθυσμών και οι συγκεντρώσεις βουλγαρικών στρατευμάτων σε ευαίσθητα σημεία της Μακεδονίας, προκάλεσαν την αντίδραση της Ελλάδας, η οποία δια του πρεσβευτή της στη Σόφια επέδωσε διακοίνωση προς τη βουλγαρική κυβέρνηση στις 12 Ιουνίου 1913. Η βουλγαρική κυβέρνηση όχι μόνο απέρριψε τη διακοίνωση, αλλά το απόγευμα της 16ης Ιουνίου διέταξε τα στρατεύματά της να επιτεθούν κατά των ελληνικών αποσπασμάτων στη Νιγρίτα και το Παγγαίο Όρος και των σερβικών δυνάμεων στο Ιστίπ (σημερινό Στιπ της ΠΓΔΜ). Την επομένη, οι Βούλγαροι κατέλαβαν από τους Σέρβους τη Γευγελή (Γκεβγκλίγια της ΠΓΔΜ) στην κοιλάδα του Αξιού, με σκοπό να αποκόψουν την επαφή σερβικών και ελληνικών στρατευμάτων.
Η αντίδραση της Ελλάδας και της Σερβίας ήταν άμεση και αποφασιστική. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος ήταν πλέον γεγονός. Η Ελλάδα με αρχηγό τον βασιλιά Κωνσταντίνο και επιτελάρχη τον αντιστράτηγο Βίκτωρα Δούσμανη παρέταξε στα πεδία των μαχών 119.000 άνδρες, που στελέχωναν 10 μεραρχίες Πεζικού και 1 ταξιαρχία ιππικού. Η Σερβία, με αρχηγό τον βασιλιά Πέτρο και επιτελάρχη τον βοεβόδα Ράντομιρ Πούτνικ, παρέταξε 260.000 άνδρες, από τους οποίους οι 12.000 ήταν η συνεισφορά του Μαυροβούνιο. Ο Βουλγαρικός στρατός αριθμούσε 576.000 άνδρες και τον διοικούσε ο βασιλιάς Φερδινάνδος, με βοηθό τον στρατηγό Μιχαήλ Σάβοφ και επιτελάρχη τον στρατηγό Ιβάν Φίτσεφ.
Μετά τη βουλγαρική επίθεση, ο Βενιζέλος ζήτησε από τον αρχιστράτηγο βασιλιά Κωνσταντίνο να αναληφθεί γενική αντεπίθεση, με πρώτο μέτρο την εκκαθάριση της Θεσσαλονίκης από τις στρατωνιζόμενες εκεί βουλγαρικές μονάδες, που ανέρχονταν σε 1.500 άνδρες. Οι Βούλγαροι αρνήθηκαν να αποσυρθούν και τότε ανέλαβε δράση η ΙΙ Μεραρχία Πεζικού υπό τον υποστράτηγο Καλάρη, η οποία ύστερα από ολονύκτια συμπλοκή τους εξανάγκασε να παραδοθούν στις 18 Ιουνίου. Η επιχείρηση εκκαθάρισης της Θεσσαλονίκης στοίχισε στις ελληνικές δυνάμεις 18 νεκρούς και 17 τραυματίες, ενώ οι απώλειες των Βουλγάρων ανήλθαν σε 60 νεκρούς, 17 τραυματίες και 1.360 αιχμαλώτους.
Ο κύριος στόχος του ελληνικού στρατηγείου ήταν η διάσπαση της οχυράς βουλγαρικής γραμμής Κιλκίς - Λαχανά - Δοϊράνης, που εάν επιτυγχάνετο θα σήμαινε την οριστική απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ο ελληνικός στρατός προήλασε ταχύτατα και κατατρόπωσε του Βουλγάρους στις μάχες Καλινόβου - Κιλκίς - Λαχανά (19 - 21 Ιουνίου 1913). Στις 20 Ιουνίου η Χ Μεραρχία κατέλαβε τη Γευγελή, η οποία άλλαξε χέρια για τρίτη φορά μέσα σ’ ένα χρόνο. Η καθοριστική ήττα των Βουλγάρων στο Κιλκίς προκάλεσε την αντικατάσταση του στρατηγού Σάβοφ με τον στρατηγό Ράτκο Ντιμιτρίεφ.
Οι Βούλγαροι έχοντας απολέσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, υποχώρησαν προς τη Στρώμνιτσα (σημερινή Στρούμιτσα της ΠΓΔΜ) και τις Σέρρες, διαπράττοντας φοβερά εγκλήματα κατά των ελληνικών πληθυσμών. Η Νιγρίτα, οι Σέρρες και το Δοξάτο ήταν οι πόλεις που έζησαν την εκδικητική μανία των Βουλγάρων και έπαθαν τις μεγαλύτερες καταστροφές. Οι Έλληνες συνέχισαν την καταδίωξη των Βουλγάρων και μετά τις μάχες της Δοϊράνης (22 - 23 Ιουνίου), της Στρώμνιτσας (26 Ιουνίου) και του Ντεμίρ Χισάρ (σημερινό Σιδηρόκαστρο, 27 Ιουνίου), κατέλαβαν τις Σέρρες (28 Ιουνίου) και τη Δράμα (1 Ιουλίου).
Ο Ελληνικός Στρατός στην Κρέσνα
Η προέλαση του ελληνικού στρατού επιβραδύνθηκε στα στενά της Κρέσνας (7 - 10 Ιουλίου). Η μάχη υπήρξε φονικότατη και έληξε με νίκη των Ελλήνων. Ο ελληνικός στρατός βρισκόταν τώρα επί βουλγαρικού εδάφους. Μία άλλη αιματηρή μάχη δόθηκε στην Άνω Τζουμαγιά (σημερινό Μπλαγκόεφγκραντ), η οποία έληξε στις 18 Ιουλίου, την ημέρα της ανακωχής και της λήξης των πολεμικών επιχειρήσεων. Στη μάχη της Τζουμαγιάς έχασε τη ζωή του ο ταγματάρχης Βελισσαρίου, ένας από τους ήρωες των Βαλκανικών Πολέμων.

Η VIII Μεραρχία προήλασε στη Θράκη και κατέλαβε προσωρινά την Ξάνθη (13 Ιουλίου) και την Γκιουμουλτζίνα (σημερινή Κομοτηνή, 16 Ιουλίου). Μεγάλη συμμετοχή στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο είχε και το ελληνικό ναυτικό, που κατέλαβε την Καβάλα (27 Ιουνίου) και προσωρινά το Ντεντέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη, 12 Ιουλίου). Αντίθετα, η νεοσύστατη ελληνική αεροπορία είχε μηδενική δράση, καθώς τα περισσότερα αεροπλάνα ήταν καθηλωμένα στο έδαφος, λόγω βλαβών, τις οποίες είχαν υποστεί κατά τη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου.
Από την πλευρά του, ο σερβικός στρατός αντιμετώπισε τους Βουλγάρους σε σειρά μαχών, με κυριότερη αυτή της Μπρεγκαλνίτσα (17 - 26 Ιουνίου) και τους απώθησε προς Ανατολάς στα παλαιά τους σύνορα. Στις 27 Ιουνίου 1913 μπήκε στο χορό και η Ρουμανία, η οποία κατέλαβε χωρίς αντίσταση τη Νότια Δοβρουτσά. Δύο ημέρες αργότερα, η Τουρκία εκμεταλλευόμενη τη δεινή θέση της Βουλγαρίας τής κηρύσσει τον πόλεμο και ανακαταλαμβάνει την Αδριανούπολη στις 9 Ιουλίου 1913.
Στις 18 Ιουλίου 1913, την ημέρα που ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος ζήτησε και πέτυχε ανακωχή των πολεμικών επιχειρήσεων με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, τα ελληνικά στρατεύματα βρίσκονταν βαθιά μέσα στο βουλγαρικό έδαφος, σε απόσταση 20 χιλιομέτρων σε ευθεία γραμμή από τη Σόφια, ενώ ο ρουμανικός στρατός απείχε 40 χιλιόμετρα από τη βουλγαρική πρωτεύουσα. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επέμενε στη συνέχιση του πολέμου μέχρι την κατάληψη της Σόφιας, αλλά τελικά, λόγω της σερβικής αδράνειας και της κοπώσεως του στρατού, πείστηκε στην αποδοχή της ανακωχής από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.
Η συνέχεια ανήκει στη διπλωματία. Η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία τάχθηκαν με το πλευρό της Βουλγαρίας, Γαλλία και Γερμανία υποστήριξαν τις ελληνικές θέσεις, που συνοψίζονταν στην επέκταση των ελληνικών συνόρων στη γραμμή Μάκρης - Πέρελικ, λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξανδρούπολης. Αγγλία και Ιταλία κράτησαν επιφυλακτική στάση. Στις 28 Ιουλίου 1913 υπογράφτηκε τελικά από τους εμπολέμους (Ελλάδα, Ρουμανία, Σερβία και Μαυροβούνιο από τη μία πλευρά και Βουλγαρία από την άλλη) η συνθήκη του Βουκουρεστίου, με την οποία έληξε και τυπικά ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος και η οποία προέβλεπε:
  • Τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα καθορίζονται από τα σερβοβουλγαρικά στο όρος Μπέλες ως τις εκβολές του ποταμού Νέστου.
  • Η Βουλγαρία διατηρεί το Μελένικο και το Νευροκόπι στη Β.Α. Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη μέχρι το λιμάνι του Ντεντέαγατς. Έτσι, ένα προαιώνιο όνειρο των Βουλγάρων για έξοδο στο Αιγαίο έγινε πραγματικότητα, έστω για μικρό χρονικό διάστημα.
  • Η Ρουμανία λαμβάνει το τετράγωνο Σιλιστρίας - Τουτουκάιας - Μπαλτσίκ.
  • Τα σερβοβουλγαρικά σύνορα καθορίζονται στη γραμμή του Άνω Αξιού.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, με χωριστή συνθήκη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακατέλαβε την Ανατολική Θράκη, μετά των 40 Εκκλησιών και της Αδριανούπολης.
Η χώρα μας πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο, με 5.851 νεκρούς, 23.847 τραυματίες και 188 αγνοουμένους. Συνολικά, οι Βουλγαρικές απώλειες έφθασαν τους 65.927 άνδρες (νεκρούς ή τραυματίες) και οι συμμαχικές, συμπεριλαμβανομένων Οθωμανών και Ρουμάνων τις περίπου 91.000 άνδρες. Ένα χρόνο μετά τη λήξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου, ακολούθησε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, που θα έβαζε και πάλι σε πολεμικές περιπέτειες τα βαλκανικά κράτη.




Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Μάνος Χατζηδάκης






Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδας, ο Μάνος Χατζιδάκις, γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, «τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως έλεγε και ο ίδιος.
Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκη Αρβανιτίδου. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα.
Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Παράλληλα διδασκόταν βιολί και ακορντεόν.

Παγοπώλης και φορτοεκφορτωτής

Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκις εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.
Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (ΓκάτσοςΣεφέρηςΕλύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.

Γνωριμία με τον Κουν

Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Η γόνιμη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια, με μουσικές για παραστάσεις όπως: «Γυάλινος Κόσμος» (1946), «Αντιγόνη» (1947), «Ματωμένος Γάμος» (1948), «Λεωφορείον ο Πόθος» (1948), «Ο θάνατος του Εμποράκου» (1949) κ.ά.
Εν τω μεταξύ, το 1949 με μια διάλεξη του για το ρεμπέτικο τραγούδι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική αστική κοινωνία.
Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τις Όρνιθες.
Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.

Χατζιδάκις και σινεμά


Με τη Μελίνα Μερκούρη
Μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν και οι μουσικές που συνέθεσε για σπουδαίες ταινίες του ελληνικού και του διεθνούς κινηματογράφου. Αναφέρουμε ενδεικτικά την «Κάλπικη Λίρα» (Γ. Τζαβέλλα 1954), τη «Στέλλα» (Μ. Κακογιάννη, 1955), το «Δράκο» (Ν. Κούνδουρου, 1956), το «America-America» (Ελ. Καζάν, 1962), «Sweet Movie» (Ντ. Μακαβέγιεφ, 1974), κ.ά.

Το 1960 κερδίζει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή», τραγούδι το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα.
Ωστόσο, η μουσική του για τον ελληνικό κινηματογράφο και μια σειρά ελαφρών τραγουδιών τού χαρίζει μια «λαϊκότητα ανεπιθύμητη», την οποία δεν θα αποδεχθεί ποτέ και θα τη μάχεται μέχρι το τέλος της ζωής του.
Πνεύμα ανήσυχο, ο Μ. Χατζιδάκις χρηματοδοτεί το Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκις» του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη. Το βραβείο απονέμεται στον Ιάννη Ξενάκη, άγνωστο τότε στο ελληνικό κοινό.
Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ με τον Ζιλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Στην Αμερική θα παραμείνει μέχρι το 1972 και η μουσική του αντίληψη θα επηρεαστεί σημαντικά από την pop music. Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble.
Τo 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», μέσα από το οποίο επιχειρεί να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής.

Η γέννηση του «Τρίτου»

Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς.
Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.
Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.
Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας στις 15 Ιουνίου 1994.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/147#ixzz3d6ixyUnF

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

Παγκόσμια μέρα κατά της παιδικής εργασίας .















Η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Παιδικής Εργασίας εορτάζεται κάθε χρόνο στις 12 Ιουνίου. Καθιερώθηκε από τη Διεθνή Οργάνωση Εργασία, με στόχο την καταπολέμηση της παιδικής εργασίας και πιο συγκεκριμένα τον περιορισμό της παράνομης διακίνησης παιδιών. Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο, περίπου 1,2 εκατομμύρια παιδιά πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης ενός καλά οργανωμένου δικτύου, που έχει στήσει μια γέφυρα μεταφοράς παιδιών από τις αναπτυσσόμενες στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες.

Η 12η Ιουνίου είναι, επίσης, αφιερωμένη στα παιδιά της αφρικανικής ηπείρου, που στην πλειοψηφία τους εργάζονται από πολύ τρυφερές ηλικίες και κάτω από αντίξοες συνθήκες.

Το 1999 οι περισσότερες χώρες - μέλη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας υπέγραψαν μια συμφωνία που υποχρέωνε όλες τις πλευρές να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, προκειμένου να περιοριστεί το φαινόμενο της παιδικής εργασίας. Έως σήμερα, όμως, τα αποτελέσματα αυτής της συμφωνίας δεν έχουν γίνει ορατά.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, ένα στα έξι παιδιά του πλανήτη εργάζεται σε κάποιο περιβάλλον που βλάπτει την ψυχική και σωματική του υγεία. 73 εκατομμύρια από τα εργαζόμενα παιδιά είναι ηλικίας κάτω των δέκα ετών και κάθε χρόνο τουλάχιστον 22 χιλιάδες από αυτά σκοτώνονται σε εργατικά ατυχήματα.

Περίπου 171 εκατομμύρια παιδιά στον πλανήτη εργάζονται σε ορυχεία, λατομεία και άλλους επικίνδυνους χώρους δουλειάς ή με επικίνδυνα υλικά, όπως χημικά, εντομοκτόνα ή βαρύ μηχανικό εξοπλισμό, αναφέρει έκθεση της UNICEF. Περιλαμβάνονται στα κατ' εκτίμηση 246 εκατομμύρια εργαζόμενα παιδιά, κάτω των 18 ετών, τα οποία κανονικά θα έπρεπε να μορφώνονται στις σχολικές αίθουσες, αποκτώντας εφόδια για μια καλύτερη ζωή.

«Παιδιά ακόμη και πέντε ετών δουλεύουν εξοντωτικά ωράρια, εξορύσσοντας βράχια, χρυσάφι, διαμάντια και πολύτιμα μέταλλα στην Αφρική, στην Ασία και τη Νότια Αμερική, διατρέχοντας μόνιμο κίνδυνο να πεθάνουν λόγω εργατικού ατυχήματος, να τραυματισθούν ή να μετατραπούν σε χρονίως ασθενή.

Η «Γιούνισεφ» ξεκίνησε κοινή προσπάθεια με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας σε φτωχές χώρες του πλανήτη, με στόχο τον τερματισμό της εργασίας παιδιών σε ορυχεία και λατομεία και την εγγραφή τους σε σχολεία.

Στην Ελλάδα, περί τα 50.000 ανήλικα παιδιά δουλεύουν σε μαγαζιά, βιοτεχνίες, εργοστάσια, αγροτικές εργασίες, ενώ κάθε χρόνο 10.000 παιδιά εγκαταλείπουν την υποχρεωτική εκπαίδευση και χάνουν το δικαίωμά τους σ' ένα μέλλον ίσων ευκαιριών.

Τα στοιχεία είναι κατ' εκτίμηση, καθώς δεν υπάρχουν ανάλογες έρευνες για το θέμα, και αυτό ακριβώς αποτελεί ένα από τα πολιτικά αιτήματα του «Δικτύου για τα Δικαιώματα του Παιδιού» όπως επισημαίνει η επικεφαλής του, Μυρσίνη Ζορμπά. Δηλαδή, να λειτουργήσει το από πενταετίας θεσμοθετημένο Παρατηρητήριο για τα Δικαιώματα του Παιδιού.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/worldays/116#ixzz3cp9lbd43


Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Νησος Σαντορινη





Προϊστορία
Σύμφωνα με τον μύθο, η Σαντορίνη αναδύθηκε από τα βάθη της θάλασσας – άποψη που δικαιολογείται από τη διαχρονική δραστηριότητα του υποθαλάσσιου ηφαιστείου και τη γεωλογική μορφολογία του νησιού. Ιχνη ζωής έχουμε από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, στα μέσα της τρίτης χιλιετίας π.Χ. Από τη Μέση Εποχή του Χαλκού (1900-1600 π.Χ.) οι ενδείξεις πληθαίνουν και μαρτυρούν μεγάλη ανάπτυξη.
Στην περιοχή του Ακρωτηρίου υπήρξε ένας προϊστορικός οικισμός με πολύ σημαντικό λιμάνι. Η μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Υστερης Εποχής του Χαλκού (1600 π.Χ. περίπου) έθαψε τον οικισμό αυτόν κάτω από 30 μέτρα τέφρας.

Ιστορικοί χρόνοι
Η έκρηξη του 1600 π.Χ. άλλαξε τη μορφή του νησιού. Δεν ξέρουμε αν όλοι οι κάτοικοι πρόλαβαν να το εγκαταλείψουν πριν από τη μεγάλη καταστροφή, πού μετοίκησαν, ή πότε επέστρεψαν. Σποραδικά ευρήματα από την περιοχή του Μονόλιθου μαρτυρούν κατοίκηση τουλάχιστον τον 13ο π.Χ. αιώνα.
Κατά τον Ηρόδοτο, το νησί που είχε το όνομα Στρογγύλη, λόγω του σχήματός του, μετονομάστηκε σε Καλλίστη, λόγω του κάλλους του. Στην Καλλίστη εγκαταστάθηκαν Φοίνικες τους οποίους οδήγησε ο Κάδμος ταξιδεύοντας για να βρει την Ευρώπη, την οποία είχε απαγάγει ο Δίας που είχε μεταμορφωθεί σε ταύρο. Οι οικιστές έμειναν στο νησί για οκτώ γενιές. Στη συνέχεια ήρθαν οι Λακεδαιμόνιοι με αρχηγό τον Θήρα, γιο του Αυτεσίωνα. Τον 10ο αιώνα, το νησί έγινε αποικία των Δωριαίων.

Γεωμετρική Εποχή (10ος -8ος π.Χ. αιώνας)
Για τους Γεωμετρικούς Χρόνους τα στοιχεία δεν είναι πολλά. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι στα τέλη του 9ου ή στις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. οι κάτοικοι μαζί με τους κατοίκους της Μήλου και της Κρήτης, υιοθέτησαν πρώτοι το φοινικικό αλφάβητο.
Στη Γεωμετρική Περίοδο ανήκουν τα νεκροταφεία που ανακαλύφθηκαν στη ΝΑ πλευρά της Σελλάδας και εκείνο που βρέθηκε στις παρυφές του Μέσα Βουνού. Τα νεκροταφεία χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά έως τον 7ο π.Χ. αιώνα και στους τάφους ήταν πιθανόν τοποθετημένα αρχαϊκά αγάλματα Κούρων, τα οποία πιθανόν έκαναν εισαγωγή από τη Νάξο.

Αρχαϊκή Περίοδος (7ος-6ος π.Χ. αιώνας)
Στην περίοδο αυτή οι κάτοικοι του νησιού ανέπτυξαν σχέσεις με τα γειτονικά νησιά -όπως η Κρήτη, η Μήλος, η Πάρος- και τα σημαντικά κέντρα της εποχής -όπως η Αθήνα, η Κόρινθος, η Ρόδος και τα Ιωνικά κέντρα στις ανατολικές ακτές του Αιγαίου. Το 630 π.Χ. οι Θηραίοι ίδρυσαν την αποικία της Κυρήνης, στις βόρειες ακτές της Αφρικής.
Στοιχεία για την περίοδο αυτή έχουμε από τα ευρήματα στο νεκροταφείο της ΒΑ πλευράς της Σελλάδας που χρησιμοποιήθηκε ως τον 4ο π.Χ. αι. καθώς και το νεκροταφείο στο Καμάρι. Η οικονομία ήταν κλειστή και οι Θηραίοι καλλιεργούσαν, ψάρευαν και έκαναν εμπόριο με τα προϊόντα τους. Τον 6ο αιώνα η Θήρα είχε δικό της νόμισμα, με τα δυο δελφίνια ως έμβλημά της.

Κλασικοί-Ελληνιστικοί Χρόνοι
Την περίοδο αυτή συνεχίστηκαν οι σχέσεις με τα σημαντικά κέντρα της εποχής και ένα από τα βασικά εξαγώγιμα προϊόντα ήταν το κρασί. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο η Θήρα υποστήριξε τη Σπάρτη, αφού ήταν δωρική αποικία. Στα ελληνιστικά χρόνια έγινε ναυτική και στρατιωτική βάση των Πτολεμαίων διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, για τους οποίους το νησί ήταν σταθμός στους θαλάσσιους δρόμους από το νότιο προς το βόρειο Αιγαίο. Σημαντική γι' αυτούς ήταν η θέση της αρχαίας Θήρας και οι όρμοι του Καμαρίου και της Περίσσας.

Πρωτοχριστιανική-Βυζαντινή Περίοδος
Λίγα είναι τα ευρήματα της περιόδου αυτής και δείχνουν ότι το κέντρο των χρόνων αυτών ήταν στο ΝΑ τμήμα της Θήρας. Τον 4ο αιώνα υπήρχε οργανωμένη εκκλησία με Eπίσκοπο. Ως πρώτος Eπίσκοπος μαρτυρείται ο Διόσκουρος (342-344). Χριστιανικοί ναοί ιδρύθηκαν στη θέση αρχαίων ιερών ή ναών, όπως εκείνος του Πυθίου Απόλλωνα στην αρχαία Θήρα.
Στη βυζαντινή εποχή η Θήρα ανήκε στο Θέμα του Αιγαίου. Λόγω των αραβικών επιδρομών στη διάρκεια του 9ου αιώνα, οι κάτοικοι μετοίκησαν στο εσωτερικό του νησιού, σε οχυρές και αθέατες από τη θάλασσα θέσεις. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από παρακμή και φτώχεια.
Στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, όταν καταστράφηκαν τα ορμητήρια των πειρατών και αποδυναμώθηκαν οι Αραβες, ιδρύθηκε η βυζαντινή εκκλησία της Επισκοπής Γωνιάς. Στο τέλος του 12ου αιώνα η πειρατεία άρχισε και πάλι να πλήττει τα νησιά του Αιγαίου, λόγω της αποδυνάμωσης του βυζαντινού στόλου.

Ενετοκρατία
Όταν ο Μάρκος Σανούδος (Marco Sanudo) ίδρυσε το Δουκάτο του Αρχιπελάγους (ή της Νάξου) το 1207, η Θήρα και η Θηρασιά παραχωρήθηκαν στον Ιάκωβο Μπαρότσι και παρέμειναν σ' αυτή την οικογένεια, με σύντομα διαλείμματα, έως το 1335. Στη διάρκεια της Ενετοκρατίας ίσχυε το φεουδαρχικό σύστημα και η Σαντορίνη έγινε έδρα της Καθολικής Αρχιεπισκοπής, μιας από τις τέσσερις του Δουκάτου.
Το 1335 ο Νικολός Σανούδος (Nicolo Sanudo) εξεδίωξε τους Μπαρότσι και προσάρτησε το νησί στο Δουκάτο της Νάξου. Μετά το 1487, η Βενετία ήταν εκείνη που όριζε πλέον τις τύχες των νησιών του Δουκάτου του Αιγαίου (1487).
Καθ' όλη τη διάρκεια της Λατινοκρατίας τα νησιά υπέφεραν σε μεγάλο βαθμό από πειρατικές επιδρομές Φράγκων, Μουσουλμάνων ακόμη και Ελλήνων, που ανάγκαζαν τους κατοίκους να ζουν σε οχυρωμένους οικισμούς, τα Καστέλια.
Την κατάσταση επέτεινε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις τοπικές λατινικές δυναστείες, ή ανάμεσα στον εκάστοτε Δούκα και τον Σουλτάνο. Την ίδια περίοδο, η συνύπαρξη δύο χριστιανικών κοινοτήτων –Kαθολικής και Oρθόδοξης– συχνά δημιουργούσε εντάσεις υποκινούμενες από τις θρησκευτικές ηγεσίες και των δύο κοινοτήτων.
Το 1537 ο διαβόητος πρώην πειρατής και ναύαρχος του τουρκικού στόλου Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα κατέλαβε το νησί για λογαριασμό του Σουλτάνου. Το 1566 παραχωρήθηκε στον πλούσιο Εβραίο τραπεζίτη Ιωσήφ Νάζη που κυβέρνησε μέσω αντιπροσώπου τα νησιά ως το 1579. Τότε η Σαντορίνη και τα άλλα νησιά, εκτός της Τήνου, παραχωρήθηκαν οριστικά στην οθωμανική αυτοκρατορία.




Μεσαιωνικοί οικισμοί
Οι οικισμοί της Σαντορίνης την εποχή του Μεσαίωνα χωρίζονται στους οχυρούς (Καστέλια) και σε αυτούς που δεν είχαν οχύρωση. Τα Καστέλια αναφέρονται στις γραπτές πηγές από τις αρχές του 15ου αιώνα. Από τα βυζαντινά χρόνια το μεγαλύτερο πρόβλημα των νησιών του Αιγαίου ήταν οι πειρατές οι οποίοι καταλάμβαναν τις ακτές, επιβάλλοντας φόρους και λεηλατώντας. Ετσι, οι κάτοικοι για να προστατευτούν δημιούργησαν κάστρα στα οποία προσέφευγαν όλοι –ακόμη και οι δουλοπάροικοι–, όταν δινόταν το σήμα συναγερμού. Από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας αναφέρεται στο νησί η ύπαρξη πέντε κάστρων.

Τα 5 Καστέλια
Ο Σκάρος στο Ημεροβίγλι ήταν το σημαντικότερο και εκεί εγκαταστάθηκαν οι Φράγκοι, μαζί με τον Δεσπότη τους. Δεύτερο κατά σειρά ερχόταν το Καστέλι της Επάνω Μεριάς (Οία), το οποίο ονομάστηκε του Αγίου Νικολάου. Το τρίτο βρισκόταν στην περιοχή του Πύργου, το τέταρτο στο Εμπορείο και το πέμπτο στον οικισμό του Ακρωτηρίου. Τα τέσσερα τελευταία πριν από τον καταστροφικό σεισμό του 1956 διατηρούνταν σε πολύ καλή κατάσταση.
Δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς κτίστηκαν τα Καστέλια (σίγουρα μεταξύ 14ου-18ου αιώνα), γιατί δεν έχουν σωθεί επιγραφές, ή ιστορικά στοιχεία σχετικά με αυτά. Βρίσκονται, πάντως, σε στρατηγικά σημεία και ήταν δύσκολα προσβάσιμα από τη θάλασσα. Είχαν έντονο φρουριακό χαρακτήρα, χάρη στη μορφολογία του εδάφους και στις οργανωμένες ως οχυρά κατοικίες της εξωτερικής περιμέτρου, οι οποίες είχαν ελάχιστα ανοίγματα προς τα έξω και σχημάτιζαν ουσιαστικά το τείχος.
Η δόμηση στο εσωτερικό τους ήταν πολύ πυκνή και τα κτίσματα ακουμπούσαν το ένα στο άλλο, ενώ αναπτύσσονταν καθ' ύψος. Ήταν διώροφα ή τριώροφα, στενά και επιμήκη, με κοινό μεσότοιχο. Οι δρόμοι ήταν πολύ στενοί.
Σχεδόν όλη η καθολική αριστοκρατία των Ενετών έμενε μέσα στα Καστέλια. Στην είσοδό τους οι τότε άρχοντες είχαν φτιάξει εκκλησίες αφιερωμένες στην Αγία Θεοδοσία, προστάτιδα των Καστελιών.

Οι Γουλάδες
Χαρακτηριστικό των Καστελιών ήταν οι αμυντικοί πύργοι-παρατηρητήρια, που ονομάζονται Γουλάδες (από την τουρκική λέξη κουλές). Ήταν πολυώροφοι, με χοντρά τοιχώματα και ορθογώνιες κατόψεις. Επρόκειτο για δημόσια ή ιδιωτικά κτίσματα και αποτελούσαν τα ύστατα καταφύγια των κατοίκων σε περίπτωση επίθεσης. Οι Γουλάδες βρίσκονταν μέσα στα Καστέλια (όπως στην Οία και στο Ακρωτήρι), ή έξω από αυτά (όπως στα Φηρά και στο Εμπορείο) ώστε να καταφεύγουν εκεί οι αγρότες.
Ο πιο καλοδιατηρημένος Γουλάς είναι αυτός των Φηρών, γνωστός ως Γουλάς των Δελένδα. Κτίστηκε από την οικογένεια των Ενετών Μπότζι, πριν από την ερήμωση του κάστρου στον Σκάρο. Πριν τον Β' παγκόσμιο πόλεμο εδώ κατοικούσε ο Γάλλος ευγενής Compte de Simoni. Σήμερα ανήκει στην οικογένεια Πέτρου Μ. Νομικού.
Πριν από τους σεισμούς του 1956 το καλύτερα διατηρημένο κάστρο ήταν του Πύργου. Του Σκάρου είναι τελείως κατεστραμμένο - ωστόσο αποτέλεσε το πρότυπο για τα άλλα Καστέλια του νησιού. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν μειώθηκαν οι πειρατικές επιδρομές, τα κτίσματα επεκτάθηκαν έξω από τον αμυντικό περίβολο των Καστελιών, δημιουργήθηκαν οι οικισμοί και η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από τον Σκάρο, στα Φηρά. Οι επεκτάσεις των Καστελιών και οι νέοι οικισμοί έγιναν χωρίς σχεδιασμό, με βάση τη μορφολογία του εδάφους. Οι δρόμοι που τα ένωναν με τους χώρους δουλειάς και παραγωγής (όπως ήταν οι κάναβες και οι ανεμόμυλοι), αποτέλεσαν τις κύριες οδούς των επεκτάσεων. Αντίστοιχα, γύρω από τον βασικό δρόμο άρχιζε να αναπτύσσεται ο κάθε νέος οικισμός –όπως έγινε στα Φηρά, στο Φηροστεφάνι, και στο Ημεροβίγλι.
Το διάστημα 1700-1900 ήταν καθοριστικό για το δομημένο περιβάλλον των οικισμών αφού επήλθε και αστικοποίησή τους -κυρίως μετά την Επανάσταση του 1821.


Τουρκοκρατία-20ος αιώνας
Ο σουλτάνος Μουράτ ο Γ΄το 1580, χορήγησε σημαντικά προνόμια στα νησιά των Κυκλάδων και αυτό βοήθησε στην ανάπτυξη του εμπορίου και στην αυτοδιοίκησή τους. Οι συνθήκες ζωής άλλαξαν. Οι χριστιανοί ήταν ελεύθεροι να κτίζουν ή να επισκευάζουν τις εκκλησίες τους –κάτι που αποδεικνύεται από τον αριθμό των ναών της περιόδου αυτής: Ο Francois Richard αναφέρει συνολικά 700, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν ορθόδοξοι. Η πίστη των ντόπιων στην Παναγία ήταν πολύ ισχυρή. Σ' Εκείνη έταζαν πριν ταξιδέψουν και Της άφηναν την περιουσία τους όταν πέθαιναν.
Κατά τον Richard, οι κάτοικοι έτρωγαν κριθαρόψωμο και παστά ορτύκια που έπιαναν με τα δίχτυα τους, έπιναν βρόχινο νερό από στέρνες, καλλιεργούσαν τα αμπέλια τους, κριθάρι, φασόλια, φάβα, κεχρί, κολοκύθια, αγγούρια και πεπόνια. Το κρασί το έκαναν εξαγωγή στη Χίο, τη Σμύρνη, τον Χάνδακα (Ηράκλειο Κρήτης), τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη. Ο ίδιος περιέγραψε και τις εκρήξεις του 1650.
Στα τέλη του 16ου και του 17ου αι. κτίστηκε το Καστέλι του Πύργου και οι εκκλησίες της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, η Αγία Θεοδοσία, η εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου, η Αγία Αικατερίνη, ο Ταξιάρχης και άλλες. Οι Ενετοί είχαν παρουσία στο νησί και επί Τουρκοκρατίας, ενώ το 1642 εγκαταστάθηκαν Ιησουίτες μοναχοί και πήραν άδεια να κτίσουν την πρώτη τους εκκλησία. Μάλιστα, καθώς το Καστέλι του Σκάρου είχε ήδη εγκαταλειφθεί, χρησιμοποίησαν οικοδομικό υλικό από εκεί.
Στα τέλη του 17ου αιώνα, το προνομιακό καθεστώς της Σαντορίνης και των άλλων νησιών, μαζί με τις αλλαγές στην κοινοτική οργάνωση, έδωσαν τη δυνατότητα για οικονομική ανάπτυξη –κάτι που έγινε πιο ορατό τον 18ο αιώνα. Δημιουργήθηκαν εμπορικοί στόλοι που ταξίδευαν στον Πόντο, το Αιγαίο, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μεσόγειο. Οι έμποροι δημιούργησαν στενές σχέσεις με μεγάλα λιμάνια στην Ανατολική Μεσόγειο (Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Οδησσό), όπου ίδρυσαν σημαντικές αποικίες.
Η Σαντορίνη ανέπτυξε τη γεωργία και τη ναυτιλία της και δημιουργήθηκε η κοινωνική τάξη των καραβοκύρηδων. Τον 18ο αιώνα ο πληθυσμός έφτασε τους 9.000 κατοίκους.
Κατά τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του 20ου, η ιστιοφόρος ναυτιλία ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη και σημαντικός αριθμός Σαντορινιών πλοίων έπλεαν στο Αιγαίο μεταφέροντας αγαθά. Η οικονομική ανεξαρτησία που απέκτησαν μέσω αυτών των δραστηριοτήτων είναι σήμερα ορατή στα παλιά μεγάλα σπίτια που σώζονται ακόμη στα χωριά της Σαντορίνης.
Τις παραμονές της επανάστασης του 1821 τα Σαντορινιά ιστιοφόρα πλοία αριθμούσαν αρκετές δεκάδες, αφού το νησί είχε τον μεγαλύτερο στόλο στο Αιγαίο, μετά την Υδρα και τα Ψαρά. Το 1856 είχε 269 και η ανάπτυξη συνεχίστηκε μέχρι την επικράτηση των ατμόπλοιων, στο τέλος του 19ου αιώνα. Λαμπρό παράδειγμα ήταν η Οία, το «χωριό των καπεταναίων». Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις πρώτες του 20ού, στη Σαντορίνη αναπτύχθηκε και η βιομηχανία.
Ο σεισμός του 1956 επιτάχυνε την οικονομική παρακμή του νησιού. Η θεαματική ανάκαμψη άρχισε μετά το 1970 όταν άρχισε να αναπτύσσεται ο τουρισμός με ρυθμούς πραγματικά εντυπωσιακούς.




Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Η Σφαγή του Διστόμου





Ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα των Ναζί στην κατεχόμενη Ελλάδα. Το πρωί της 10ης Ιουνίου 1944 γερμανική στρατιωτική φάλαγγα των Ες-Ες ξεκίνησε από τη Λιβαδειά για την Αράχωβα, με σκοπό την εκκαθάριση της περιοχής από τις αντάρτικες δυνάμεις. Στο Δίστομο ενώθηκε με άλλη γερμανική ομάδα που είχε ξεκινήσει από την Άμφισσα και προχώρησαν προς το Στείρι. Οι κάτοικοι έλαβαν εντολή να μην απομακρυνθούν από το χωριό, μέχρι την επιστροφή των γερμανικών δυνάμεων.
Στη θέση Καταβόθρα οι Γερμανοί δέχθηκαν επίθεση από αντάρτες του ΕΛΑΣ. Μετά από σύντομη, αλλά σφοδρή μάχη, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 15 νεκρούς και άλλους τόσους τραυματίες. Οι γερμανικές απώλειες ανήλθαν σε 6 νεκρούς και 15 τραυματίες.
διστομο3
ΚΛΙΚ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
Οι Γερμανοί απέδωσαν την επίθεση του ΕΛΑΣ σε ειδοποίηση των κατοίκων του Διστόμου και επέστρεψαν στο χωριό για να εκδικηθούν. Με διαταγή του διοικητή τους, υπολοχαγού Χανς Ζάμπελ, το Δίστομο πυρπολήθηκε και 218 κάτοικοι (114 γυναίκες και 104 άνδρες) εκτελέστηκαν απάνθρωπα. Μεταξύ των νεκρών, 45 παιδιά και έφηβοι και 20 βρέφη.

Η πρωτοφανής θηριωδία έγινε αμέσως γνωστή μέσω του BBC στο εξωτερικό και προκάλεσε την κατακραυγή της διεθνούς κοινής γνώμης. Η Γερμανική Διοίκηση της Αθήνας επέρριψε την ευθύνη αποκλειστικά στους κατοίκους του Διστόμου, επειδή, όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή της, δεν συμμορφώθηκαν με τις στρατιωτικές εντολές.

Μετά τηδιστομον αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου μπόρεσε να ανακαλύψει τον υπεύθυνο της Σφαγής, Χανς Ζάμπελ, ο οποίος είχε καταφύγει στο Παρίσι και είχε συλληφθεί. Οι γαλλικές αρχές τον διστομο 1παρέδωσαν στις ελληνικές, οι οποίες τον προφυλάκισαν.

Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, αλλά δικαιολογήθηκε ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, ο Ζάμπελ εκδόθηκε προσωρινά στη Δυτική Γερμανία για άλλη υπόθεση, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεών του.
Δειτε εδω 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Νησος Σαμος






Η Σάμος είναι ελληνικό νησί του ανατολικού Αιγαίου περί το μέσον αυτού και ανατολικά του Ικαρίου πελάγους, και ανήκει στον ομώνυμο νομό Σάμου. Το νησί είναι σήμερα γνωστό για το γλυκό μοσχάτο κρασί του "Νέκταρ", την οργιώδη βλάστηση και τα τουριστικά αξιοθέατά του, αλλά και για τις προσωπικότητες που παρείχε στην ελληνική ιστορία, όπως τον Πυθαγόρα, τον φιλόσοφοΕπίκουρο, τον αστρονόμο Αρίσταρχο που φέρεται να σχεδίασε τον πρώτο ηλιοκεντρικό χάρτη και άλλους. Επίσης εκεί παρήχθησαν τα πρώτα χάλκινα αγάλματα και τα αγγεία της Σάμου ήταν ξακουστά το 550 π.Χ.

Η ιστορία του νησιού στην αρχαιότητα

Οι πρώτοι άποικοι του νησιού ήταν Ίωνες από την Επίδαυρο και την Αργολίδα. Η Σάμος έγινε ένα από τα 12 μέλη της Ιονικής Συμμαχίας ή του Κοινού των Ιώνων. Γύρω στο 650 π.Χ. ήταν ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα στο Αιγαίο -τη βοηθούσε και η θέση της. Το νησί ήταν γνωστό από την αρχαιότητα για τα κρασιά του αλλά και τα κεραμεικά του, που τα εξήγαγε, ενώ εισήγαγε υφάσματα από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας και γενικά ανέπτυσσε έντονο διαμετακομιστικό εμπόριο. Οι Σάμιοι άνοιξαν εμπορικές οδούς με την Αίγυπτο, την Κυρήνη, την Κόρινθο αλλά και με τη Μαύρη Θάλασσα. Το εμπόριο έφερε και τη ρήξη με την εμπορική αντίπαλο Μίλητο.
Το Ηραίο
Χάρη στη συμμαχία τους με την Αίγυπτο αλλά και το δικό τους σημαντικό στόλο, οι Σάμιοι αντιστάθηκαν επί πολύ στον περσικό επεκτατισμό. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ήταν οι πρώτοι Έλληνες που έφτασαν στα στενά του Γιβραλτάρ.Το 535 η ολιγαρχία καταλύθηκε από τον Πολυκράτη που επέβαλε τυραννίδα μαζί με τα αδέλφια του, ένα από τα οποία στη συνέχεια σκότωσε και το άλλο το εξόρισε. Εντούτοις επί Πολυκράτη η Σάμος έφτασε στην ακμή της, παρότι ο στόλος της συνέχιζε να λειτουργεί και με πειρατικά κριτήρια, τα οποία την εποχή εκείνη θεωρούνταν περισσότερο πολεμικές επιχειρήσεις παρά κοινές ληστρικές.

Πέρσικη κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Πολυκράτης εκτελέστηκε από έναν σατράπη των Περσών που τον παρέσυρε σε παγίδα, το νησί κατακτήθηκε από την Περσία και ο πολιτισμός του σχεδόν αφανίστηκε και γι' αυτό συμμετείχε στην Ιωνική επανάσταση το 499 π.Χ. Εντούτοις ο ανταγωνισμός των Σαμίων προς τους Μιλησίους τους οδήγησε σε σχεδόν προδοτική συμπεριφορά στην αποφασιστική ναυμαχία του 494 π.Χ. στη Λάδη. Το 379 π. Χ. πάντως οι Σάμιοι ηγήθηκαν της επανάστασης εναντίον της Περσίας.

Πελοποννησιακός Πόλεμος

Σε αυτή τη διαμάχη ανάμεσα στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και την Αθηναϊκή, οι Σάμιοι τάχθηκαν με την Αθήνα. Όταν όμως οι Αθηναίοι υποστήριξαν σε μια διαμάχη τη Μίλητο, οι Σάμιοι αποχώρησαν από την αθηναϊκή συμμαχία. Τελικά αναγκάστηκαν να επανέλθουν με τη βία, χωρίς όμως να τιμωρηθούν τόσο σκληρά όσο άλλες πόλεις και νησιά που αποστάτησαν τότε. Γενικά η Σάμος είχε θέση ισοτιμίας με την Αθήνα σε σύγκριση με άλλες πόλεις και όταν οι Πεισιστρατίδες καταδίωκαν τους δημοκρατικούς της Αθήνας, εκείνοι μετέφεραν την έδρα του δημοκρατικού κόμματος στη Σάμο. Το νησί σταδιακά έγινε δημοκρατικό κι αυτό, αλλά όταν η Αθήνα ηττήθηκε με το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο ναύαρχος και ηγέτης των Σπαρτιατών, επέβαλε στη Σάμο την ολιγαρχία.
Με την Ανταλκίδειο ειρήνη το νησί ξαναπέρασε στην περσική κυριαρχία και οι Αθηναίοι μπόρεσαν να το αποσπάσουν από αυτήν το 366 π.Χ.

Το νόμισμα της αρχαίας Σάμου

Αρχαίο κέρμα της Σάμου. 5ος - 4ος αι. π.Χ.
Αρχαίο κέρμα της Σάμου. 2ος αι. π.Χ.
Τα κέρματα της αρχαίας Σάμου είχαν ως χαρακτηριστικό την κεφαλή του λιονταριού.
  • Ένα αργυρό τετράδραχμο της εποχής του 5ου - 4ου αι. π.Χ. απεικονίζει το κεφάλι λιονταριού, ενώ στην πίσω όψη φέρει την επιγραφή ΣΑ και απεικονίζει μέρος ενός ταύρου που κολυμπάει στο νερό, και έχει κάτω από τον ταύρο κλαδί ελιάς με δύο καρπούς. Έχει διάμετρο 24 χιλ. και ζυγίζει 13,05 γραμ..[3]
  • Ένα αργυρό τριημίδραχμο της εποχής του 2ου αι. π.Χ. που φυλάγεται στο Βρετανικό Μουσείο απεικονίζει το κεφάλι λιονταριού, ενώ στην πίσω όψη φέρει την επιγραφή ΣΑΜΙΩΝ και απεικονίζει έναν ταύρο που κολυμπάει στο νερό, και έχει κάτω από τον ταύρο ένα αγγείο που ίσως να είναι μια υδρία. Έχει διάμετρο 20,5 χιλ. και ζυγίζει 4,22 γραμμ..[3]

Ελληνιστικοί και Ρωμαϊκοί χρόνοι

Στο διάστημα 275-270 π.Χ. το νησί αποτέλεσε βάση του Αιγυπτιακού στόλου του Πτολεμαίου. Στη συνέχεια βρέθηκε κάτω από την εξουσία τωνΣελευκιδών. Το 189 π.Χ. οι Ρωμαίοι παραχώρησαν το νησί στο φιλικό προς αυτούς Βασίλειο της Περγάμου. Στα τέλη των Μιθριδατικών πολέμων το νησί αντιμετώπισε επιδρομές πειρατών. Παρόλα αυτά η Σάμος παρέμεινε ανθηρή και ακμάζουσα πόλη κατά την Ρωμαϊκή περίοδο.

Μεσαιωνική και νεότερη περίοδος

Βυζάντιο

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία μεταλλάσσει δραστικά το νησί με το έντονο χριστιανικό στοιχείο του οποίου υπάρχει πλούσια κληρονομιά έως σήμερα.[1] Από τον 4ο αιώνα υπάρχουν ήδη επίσκοποι ενώ κατά τον 7ο αιώνα, η Σάμος οργανώνεται στο βυζαντινό ομώνυμο Θέμα. Μεγάλη άνθηση την περίοδο αυτή έχει ο μοναχισμός στην περιοχή του Κέρκη. Από τον 13ο αιώνα πέρασε στον έλεγχο των Γενοβέζων.

Τουρκοκρατία

Η σημαία του "Στρατοπολιτικού Συστήματος" της Σάμου το 1821
Η Σάμος κατά τη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έχασε τον πληθυσμό της και για μία μεγάλη περίοδο παρέμεινε σχετικά έρημη. Οικίσεις διατηρήθηκαν στις ορεινές περιοχές του Κέρκη και της Αμπέλου. Κατά τη διάρκεια της εποχής τη "ερήμωσης" στη Σάμο λειτούργησαν ναυπηγεία του τουρκικού στόλου. Το νησί ξανακατοικήθηκε από τον 16ο αιώνα χάρη σε ένα οθωμανικό πρόγραμμα εποικισμού το οποίο έφερε κατοίκους από γειτονικά νησιά και από τη Μικρά Ασία. Συγκεκριμένα, με την άδεια του ΣουλτάνουΣουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, μετά το 1550 οι Τούρκοι αποφασίζουν τον εποικισμό του νησιού. Με πρωτοβουλία του ναυάρχου Κιλίτζ Αλή και με τη βοήθεια του Πάτμιου Νικολάου Σαρακίνη ξεκινά μια νέα περίοδος.[1] Η παροχή προνομίων και η απαγόρευση εγκατάστασης μουσουλμάνων στο νησί δημιουργεί ελκυστικό κλίμα για την επιστροφή μεγάλου μέρους του πληθυσμού (Σάμιοι που είχαν φύγει και άλλοι Έλληνες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, ενδεικτικά Εύβοια, Πήλιο, Ήπειρος). Τότε δημιουργήθηκαν σταδιακά οι περισσότεροι από τους σημερινούς οικισμούς. Κατά τον 18ο αιώνα, ένα εκτεταμένο δίκτυο χωριών απλωνόταν σε όλη την έκταση του νησιού. Πρωτεύουσα ήταν η Χώρα και το κυριότερο λιμάνι ήταν το Τηγάνι (σημερινό Πυθαγόρειο). Σταδιακά άρχισαν να αναπτύσσονται το Βαθύ και Καρλόβασι που έναν αιώνα αργότερα επρόκειτο να μετασχηματιστούν σε αστικά κέντρα.

Ελληνική επανάσταση

Η Σάμος κήρυξε την επανάσταση στις 20 Απριλίου 1821 με τον οπλαρχηγό Κωνσταντή Λαχανά. Στη συνέχεια τη διοίκηση της επανάστασης στο νησί ανέλαβε ο Λυκούργος Λογοθέτης. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 η Σάμος διατήρησε τοπική διοίκηση που έφερε την ονομασία Στρατοπολιτικόν Σύστημα Σάμου. Το νησί προστατεύτηκε επιτυχώς από τον ελληνικό στόλο μετά τις νίκες του στη Ναυμαχία της Σάμου και τη Ναυμαχία του Γέροντα. Αν και δεν καταλήφθηκε από τον τουρκικό στόλο δεν εντάχθηκε στο νεοσύστατο Βασίλειο της Ελλάδας. Η Σάμος έγινε αυτόνομη πριγκηπάτο με την ονομασία Ηγεμονία της Σάμου

Ηγεμονία τ

Ενσωμάτωση στην ΕλλάδαΤο 1835 εγκαθιδρύθηκε το ειδικό καθεστώς αυτονομίας του νησιού με το όνομα Ηγεμονία της Σάμου. Οι Σαμιώτες διατηρούσαν την υποχρέωση να καταβάλλουν ετήσιο φόρο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που ανερχόταν σε 2.700 λίρες. Ο ηγεμόνας διοριζόταν από τον Σουλτάνο και έφερε τον τίτλο του πρίγκηπα. Ήταν Χριστιανός Ορθόδοξος και ανώτερο στέλεχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του πριγκηπάτου υπήρξε αρχικά η Χώρα και στην συνέχεια η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στο Βαθύ.

Η Σάμος ενσωματώθηκε στην Ελλάδα το 1912[4][5]. Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου πολέμου το νησί γνώρισε αρχικά Ιταλική κατοχή. Στο διάστημα αυτό αναπτύχθηκε ισχυρό κίνημα Εθνικής Αντίστασης. Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών η Σάμος έμεινε για δύο μήνες ελεύθερη και την εξουσία ανέλαβαν οι αντάρτες. Τον Νοέμβριο του 1943 οι Γερμανοί προχώρησαν σε σφοδρούς βομβαρδισμούς. Το νησί πέρασε κάτω από γερμανική διοίκηση μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας.


Εθελοντικη Αιμοδοσια 06/07/2015 στην Αγια Σωτηρα Παλαιας Κοκκινιας





Για συμμετοχη  



δινουμε αιμα σωζουμε ζωες .Ελατε να δημιουργησουμε την δικη μας τραπεζα αιματος 


Εκδρομη στις σπετσες 28/06/2015






Για συμμετοχες
εκδρομη σπετσες
Αναχωρηση απο περιβολακι Νικαια .
Σταση για καφε στο ομορφο πορτοχελι 
Αφιξη κοστα και περναμε με καικι στις σπετσες 
στην ομορφη Νταπια 
Μπανακι στις ομορφες παραλιες των Σπετσων 
Επιστροφη και Σταση στην παλια επιδαυρο
Αφιξη Αθηνα 

Τιμη 12 ευρω + 4 ευρω το καικι απο κοστα σπετσες κοστα . Συνολον 16ευρω .




παρακαλω για τις συμμετοχες σας στην εκδρομη μεχρι 19 06 2015 .
Η συμμετοχη θα πιστοποιειται με την καταβολη χρηματων .
Σας ευχαριστω
Κοστος εκδρομης 16 ευρω




Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Bazzar ανταλλαγης με τροφιμα








μεγαλο bazzar ανταλλαγης με τροφιμα . 6&7 Ιουνιου 2015 στις κοινωνικες δομες Unesco 
οργανωση Σωμα Εθελοντων Κοκκινιας