Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Μάο Τσε Τουνγκ 1893 – 1976




Ο Μάο γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1893 στην περιοχή Σαοσάν του Δήμου Σιανγκτάν της Επαρχίας Χουνάν της Κίνας σε μια αγροτική οικογένεια.[2] Οι γονείς του Μάο κατείχαν ένα κτήμα έκτασης περίπου ενός εκταρίου. Βάσει της υπάρχουσας κατάστασης στην Κίνα, το κτήμα ήταν αρκετό για την κάλυψη αναγκών της οικογενείας. Η μητέρα του ήταν φανατική βουδίστρια ενώ ο πατέρα του ήταν καθόλα σκεπτικιστής. Ο Μάο, συνολικά, είχε 7 αδέλφια, επίσης ήταν ο μεγαλύτερος εξ αυτών. Η μητέρα του τον γέννησε σε ηλικία 27 ετών, ενώ εκ των εφτά αδελφών μόνο τα τρία αγόρια επιβίωσαν.[3]
Στο σπίτι του Μάο, η εξουσία ήταν ο πατέρας του, κάτι, πού έτσι κι αλλιώς, επέβαλλε η κομφουκιανική παράδοση. Πιο συγκεκριμένα, ο Μάο, είχε πει, το 1936, σε μία συνέντευξή του, για την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι του:[4]
Τα κόμματα στην οικογένεια ήταν δυο. Το ένα ήταν ο πατέρας μου: η εξουσία. Η αντιπολίτευση, αντίθετα, αποτελούνταν από εμένα, τη μητέρα μου, τον αδελφό μου και καμιά φορά από τον ξωμάχο. Παρόλα αυτά, το ενωμένο μέτωπο της αντιπολίτευσης συχνά διασπόνταν από διχογνωμίες. Η μητέρα μου υποστήριζε την πολιτική της έμμεσης επίθεσης: ήταν αντίθετη σε όλες τις ακραίες εκδηλώσεις των αισθημάτων μας, όπως και στις προσπάθειές μας για μια ανοιχτή εξέγερση ενάντια στην εξουσία. Έλεγε ότι αυτό δεν είναι ο κινέζικος τρόπος.
Αυτές οι οικογενειακές αναμνήσεις πήραν πολιτική μορφή αντιπαράθεσης.
Ο Μάο που δούλευε από τα 6 του στα χωράφια του πατέρα του, έμαθε ήδη να διαβάζει και να κάνει λογαριασμούς, σχετικούς με την επιχείρηση της οικογένειας. Παρόλα αυτά, ο πατέρας του Μάο, αφού προώθησε στην αγορά το σιτάρι του, επέβαλε στον Μάο να αφήσει τις σπουδές του και να ασχοληθεί αποκλειστικά με την επιχείρηση, σε ηλικία 13 ετών. Και όχι μόνο αυτό: η ωφελιμιστική νοοτροπία του πατέρα του Μάο, τον οδήγησε και στην κατάλληλη επιλογή της νύφης, καθότι ο Μάο, μπορούσε να θεωρηθεί πλέον ενήλικας (στα 13 του). Εν τέλει, το 1907, τελέστηκαν οι γάμοι, με μία κοπέλα 18 ετών, τη Λούο.[5] Ο γάμος δεν κράτησε πολύ, καθώς, περίπου, δύο χρόνια αργότερα πέθανε η Λούο.[6] Λέγεται πως αυτό ήταν ένα περιστατικό, που κινητοποίησε τον Μάο, να αφήσει την ύπαιθρο, ωστόσο, αυτή η απόφασή του συνδέεται με την ανάγνωση ενός βιβλίου του Τσέγκ Κουανγίνγκ, το Προειδοποιητικά λόγια σε μια ευλογημένη εποχή.[5] Αργότερα ο Μάο, θα παραδεχτεί πως αυτό το βιβλίο του αναρρίπισε τη θέληση για μόρφωση.[7]
Το 1910, πλέον, ο Μάο είχε εγκαταλείψει το Σάο-σαν και μετέβη πρώτα στη Σιάνγκταν, όπου δειλά δειλά άρχισε να φοιτά και πάλι στο σχολείο. Ο Μάο αυτήν την περίοδο θα διαβάσει λιβελογράφημα, στο οποίο, αργότερα, αποδίδει ως την πρώτη αναφορά για τη διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης.[7] Επιπροσθέτως, ο Μάο άρχισε να μυείται και στη μελέτη της δυτικής κουλτούρας: ΜοντεσκιέΡουσώΟυάσιγκτονΝαπολέων.[8] Μάλιστα, λέγεται, πώς από τους δύο τελευταίους εμπνεύστηκε αρκετά για τις στρατηγικές του.[9]
Το 1911, ο Μάο μετέβη στην Τανγκ-σα, πρωτεύουσα του Χουνάν, αποφασισμένος πλέον να γραφτεί σε κάποια σχολή. Ο αναβρασμός που επικρατούσε στη χώρα και συγκεκριμένα στην πόλη ήταν ορατός. Ο Μάο ενεπλάκη στην επαναστατική υπόθεση, πνευματικώς. Επίσης, ο Μάο, έκοψε το κοτσιδάκι του, εμφανής κίνηση αποδοκιμασίας προς τα ανάκτορα, καθώς το έθιμο επέβαλλε στα αρσενικά να έχουν αφήσει ένα.[8] Η τελειωτική κατάρρευση των Τσινγκ, ξεκίνησε με μία στρατιωτική ανταρσία στη Γουχάν, περί τον Οκτώβρη του 1911. Ο Μάο που πλέον ήθελε να ενταχθεί, στη Γουχάν, στον επαναστατημένο στρατό, απέτυχε, καθώς δε διέθετε ένα πρέπον ζευγάρι μπότες, καθώς έβρεχε ασταμάτητα εκείνη την εποχή. Ο Μάο, που, πλέον, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, χωρίς τον πρέποντα εξοπλισμό, έμεινε απλώς παρατηρητής, της επανάστασης που ξεδιπλωνόταν σε όλη τη χώρα. Η δυναστεία των Τσίνγκ έπεσε τον Φεβρουάριο του 1912. Ο Μάο, παρ'όλα αυτά, προσχώρησε στον τακτικό στρατό, ο οποίος είχε προδώσει τους Τσινγκ. Εκεί παρέμεινε περί τους 6 μήνες,[10] με σχεδόν μηδενική συμμετοχή σε μάχη. Οι ασχολίες του ήταν η μελέτη εφημερίδων, μυώντας τον στη σοσιαλιστική ιδέα. Ο φοιτητής τότε Μάο αρνιόταν ελέω αυτής της κατάστασής να πηγαίνει να φέρνει νερό από την πόλη ή να κάνει άλλες βαριές δουλειές, όπως είχε παραδεχτεί ο ίδιος. Αντίθετα βοηθούσε στα συγγραφή γραμμάτων σε οικογένειες στρατιωτών.[11]

Βιογραφία

Την άνοιξη του 1913 γράφτηκε στην Τέταρτη Παιδαγωγική Ακαδημία στην πρωτεύουσα της ίδιας επαρχίας, Τσανγκσά, από όπου αποφοίτησε το καλοκαίρι του 1918.
Ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα τον Απρίλιο του 1918 ως ιδρυτικό μέλος της Νέας Εταιρείας Λαϊκής Μόρφωσης, μιας προοδευτικής οργάνωσης, ενώ προσχώρησε στον κομμουνισμό τον Νοέμβριο του 1920, ιδρύοντας την κομμουνιστική ομάδα στην Τσανγκσά.
Τον χειμώνα του 1920, παντρεύτηκε την πρώτη από τις τρεις συζύγους του, Γιανγκ Καϊχούι, με την οποία απέκτησε αργότερα τρία παιδιά.
Στις 23 Ιουλίου 1921, συνήλθε το 1ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) στη Σαγκάη, στο οποίο συμμετείχαν 12 εκπρόσωποι των κομμουνιστικών ομάδων ολόκληρης της χώρας –ανάμεσά τους ήταν κι ο Μάο–, αλλά και δύο εκπρόσωποι-παρατηρητές από την έδρα της Γ΄ Διεθνούς. Κατά το ίδιο συνέδριο, ιδρύθηκε και επισήμως το ΚΚΚ.
Έως το 1927 υπήρξε επαγγελματίας πολιτικός.

Ανάληψη της κομματικής εξουσίας

Ο Μάο στην κομμουνιστική βάση της Επαρχίας Τζιανγκσί (1931).
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1927, ο Μάο ηγήθηκε της Εξέγερσης του Θερισμού στην Επαρχία Χουνάν, όμως αυτή απέτυχε παταγωδώς. Μετά την αποτυχία οι εξεγερθέντες αναγκάστηκαν να αποτραβηχτούν στο Όρος Τζινγκάνγκ. Εκεί ίδρυσε την πρώτη κομμουνιστική βάση, αλλά και τον Κόκκινο Στρατό.
Το φθινόπωρο 1928 παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, Χε Ζιζέν, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τα οποία όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει αργότερα σε αγροτική οικογένεια όταν ξεκίνησε η Μεγάλη Πορεία. Δεν τα ξαναείδε ποτέ.
Η τότε κινεζική κυβέρνηση υπό τον Τσιανγκ Κάι Σεκ προχώρησε σε πολλές εκστρατείες κατά της Βάσης Τζινγκάνγκ, την οποία κατάφερε να καταλάβει στις αρχές 1929. Ωστόσο, ο Μάο σύντομα ίδρυσε μια ακόμη μεγαλύτερη βάση στην Επαρχία Τζιανγκσί. Έως το καλοκαίρι 1934, έγιναν πολλές πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ Τζιανγκ Καϊσέκ και Μάο Τσετούνγκ. Περίοδος κατά την οποία ο Μάο τελειοποίησε την περίφημη θεωρία του ανταρτοπόλεμου.
Παρά τις επιτυχημένες αποκρούσεις των δυνάμεων καταστολής, ο Μάο κατηγορήθηκε από την τότε ηγεσία του ΚΚΚ για τις τακτικές τουανταρτοπόλεμου, ότι επρόκειτο για ατολμία, και απαλλάχτηκε από τα κομματικά και διοικητικά του καθήκοντα.
Τελικά οι μετωπικές συγκρούσεις και ο πόλεμος χαρακωμάτων που επέλεξε η νέα ηγεσία του Κόκκινου Στρατού, αποδείχτηκαν ολέθρια για τη Βάση, η οποία και καταλήφθηκε από τον κυβερνητικό στρατό τον Οκτώβριο 1934, οπότε και ξεκίνησε η Μεγάλη Πορεία.
Φτάνοντας ο Κόκκινος Στρατός στην πόλη Ζουενγί της Επαρχίας Γκουιζόου, έλαβε χώρα σύσκεψη του Πολίτμπιρο, κατά την οποία αποκαταστάθηκε η ορθότητα του Μάο. Από τότε απέκτησε τον έλεγχο του κόμματος.

Ανάληψη της κρατικής εξουσίας

Μετά τη Μεγάλη Πορεία η οποία τερματίστηκε επισήμως στις 20 Οκτωβρίου 1935, ο Μάο ίδρυσε νέα βάση στην Επαρχία Σαανσί.
Το φθινόπωρο 1937 ξέσπασε ολομέτωπα ο Β' Σινοϊαπωνικός Πόλεμος, μ’ αποτέλεσμα τα δύο μεγάλα εθνικά κόμματα της Κίνας, ΚΚΚ και Εθνικιστικό Κόμμα (ΕΚ) του Τζιανγκ Καϊσέκ, να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, η οποία και θα καταλήξει σε συμμαχία κατά της Ιαπωνίας.
Το 1938, παντρεύτηκε την τρίτη σύζυγό του, Τζιανγκ Τσινγκ, με την οποία απέκτησε μια κόρη. Η Τζινγκ ήταν γνωστή και ως επικεφαλής της Συμμορίας των Τεσσάρων.
Ο πόλεμος κράτησε έως τον Αύγουστο 1945, οπότε η Ιαπωνία παραδόθηκε άνευ όρων. Ήταν και η λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο στα μέσα Μαρτίου 1946 ξέσπασε ο Εμφύλιος Πόλεμος μεταξύ του ΚΚΚ και ΕΚ, ο οποίος ανέδειξε τελικά νικητή το πρώτο.
Στις 1 Οκτωβρίου 1949, ο Μάο κήρυξε την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας ως Πρόεδρος της χώρας.

Ως Πρόεδρος της Χώρας

Τον Ιούνιο 1950 το καθεστώς του Μάο εισέβαλε στο Θιβέτ.
Τον Οκτώβριο 1950, η Κίνα ενεπλάκη στον Κορεατικό Πόλεμο, ο οποίος τερματίστηκε τρία χρόνια αργότερα, με την υπογραφή της συνθήκης ανακωχής στις 23 Ιουλίου 1953, δημιουργώντας μια αποστρατικοποιημένη ζώνη στον 38ο Παράλληλο. Κατά τον πόλεμο, σκοτώθηκε ο πρωτότοκος γιος του Μάο Ανγίνγκ.
Το 1958 κήρυξε την έναρξη του κινήματος «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός», κατά το οποίο η χώρα σύρθηκε σ’ ένα πυρετό παραγωγής χάλυβα. Το Μεγάλο Άλμα, αλλά και σωρεία λαθών που διέπραξε το καθεστώς, είχαν ως άμεσο αντίκτυπο την οικονομική και οικολογική καταστροφή την τριετία 1959-1961, κατά την οποία η χώρα θρήνησε δεκάδες εκατομμύρια θύματα.
Το 1966 ο Μάο κήρυξε την έναρξη της Πολιτιστικής Επανάστασης, η οποία διήρκεσε έως και τον θάνατό του, το 1976. Η Πολιτιστική Επανάσταση βύθισε τη χώρα στο χάος. Εκδιώχθηκαν πολλοί διανοούμενοι, αλλά και πάλαι ποτέ στενοί συνεργάτες του, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Λιου Σάοτσι, δεύτερο τότε στην κομματική ιεραρχία, ο οποίος πέθανε φυλακισμένος και στην εξαθλίωση το 1969.

Ο θάνατός του

Ο Μάο πέθανε στις 00:10 της 9ης Σεπτεμβρίου του 1976 στο Πεκίνο σε ηλικία 82 ετών. Το κάπνισμα πιθανώς να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επιδείνωση της υγείας του καθώς ήταν βαρύς καπνιστής για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.[12] Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν κρατικό μυστικό το ότι έπασχε από πολλαπλά προβλήματα σε καρδιά και πνεύμονες,[13] ενώ υπήρχαν αναφορές πως έπασχε και από Πάρκινσον και αρτηριοσκλήρυνση.[14][15]
Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση ήταν στην 27 Μαΐου του 1976 όταν συνάντησε τον πρωθυπουργό του Πακιστάν, Ζούλφικαρ Άλι Μπούτο, κατά την επίσημη επίσκεψη του τελευταίου στο Πεκίνο.[16] Ο Μάο είχε 3 ισχυρές καρδιακές προσβολές το 1976, κατά τον Μάιο και Ιούλιο, και μια 3η στις 5 Σεπτεμβρίου η οποία τον ακινητοποίησε, πριν πεθάνει λίγες μέρες αργότερα στις 9 του μηνός κατά τις πρώτες πρωινές ώρες. Το κομμουνιστικό κόμμα της Κίνας ανήγγειλε τον θάνατο του αργότερα την ίδια ημέρα μέσω ραδιοφωνικού μηνύματος κάνοντας παράλληλα έκκληση για την ενότητα του κόμματος.[17]
Το ταριχευμένο σώμα του Μάο εκτέθηκε για μια εβδομάδα σε δημόσιο προσκύνημα,[18] κατά τη διάρκεια του οποίου τον αποχαιρέτησαν περίπου 1 εκατομμύριο άτομα, ανάμεσα τους και ξένες διπλωματικές αποστολές.[18][19] Στις 18 Σεπτεμβρίου τηρήθηκε 3λεπτη σιγή σε όλη τη χώρα ως τελική απόδοση τιμής.[20] Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, στο νότιο μέρος της πλατείας Τιεν-αν-μεν, απέναντι από την Απαγορευμένη Πόλη, κατασκευάστηκε ένα μαυσωλείο για την τοποθέτηση της σωρού του, όπου και βρίσκεται έκτοτε.[21]


















Λέλα Καραγιάννη 1898 – 1944





Ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης, που εκτελέστηκε από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στο Δαφνί για την εθνική δράση της στις 8 Σεπτεμβρίου 1944.
Η Λέλα Μηνοπούλου γεννήθηκε το 1898 στη Λίμνη Ευβοίας. Ήταν πρωτότοκη κόρη του Αθανασίου Μηνόπουλου και της Σοφίας Μπούμπουλη. Το 1916 παντρεύτηκε τον φαρμακοποιό Νικόλαο Καραγιάννη, με τον οποίο απέκτησε επτά παιδιά: την Ιωάννα, τον Γεώργιο, την Ηλέκτρα, τον Βύρωνα, τον Νέλσωνα, τη Νεφέλη και την Ελένη.
Η κατάληψη της Ελλάδας υπό των Ιταλογερμανών μεταμόρφωσε την ελληνίδα νοικοκυρά σε πρωτεργάτιδα της Εθνικής Αντίστασης. Από τις πρώτες ημέρες της Κατοχής έφτιαξε μία ομάδα με πυρήνα μέλη της οικογένειάς της και άρχισε το έργο της απόκρυψης και φυγάδευσης των βρετανών στρατιωτικών που είχαν εγκλωβιστεί στην Ελλάδα. Με την πάροδο του χρόνου, η μικρή οικογενειακή ομάδα διευρύνθηκε και εξελίχθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση «Μπουμπουλίνα», που αριθμούσε πάνω από 100 μέλη.
Η σύλληψη του γιου της Γεωργίου τον Ιούνιο του 1941 και των θυγατέρων της Ιωάννας και Ηλέκτρας δεν την πτόησαν. Κατόρθωσε να τους απελευθερώσει και να συνεχίσει το έργο της. Ακολούθησαν επιτυχείς ομαδικές φυγαδεύσεις στη Μέση Ανατολή, τις οποίες επέβλεπε προσωπικά η ίδια. Τακτικά από τα ραδιοφωνικά κύματα του Καΐρου ακουγόταν η φράση «Τζάκσον - Τζάκσον ευχαριστούμε για το άρωμα». Ήταν το συμπεφωνημένο σύνθημα για τη διάσωση της αποστολής.
Τον Οκτώβριο του 1941 συνελήφθη, κατόπιν προδοσίας, και κλείστηκε στις φυλακές Αβέρωφ με την κατηγορία της κατασκοπίας. Δικάσθηκε από ιταλικό στρατοδικείο, αλλά αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων.
Μετά την αποφυλάκισή της συνέχισε το αντιστασιακό της έργο, με μεγαλύτερη ένταση και μεθοδικότητα. Άπλωσε ένα ευρύ δίκτυο συνεργατών σε κάθε κατοχική υπηρεσία της Αθήνας και λάμβανε πολύτιμες πληροφορίες για κινήσεις και τα σχέδια των κατοχικών αρχών από έλληνες συνεργάτες τους, αλλά και από αντιχιτλερικούς γερμανούς και αντιφασίστες ιταλούς αξιωματικούς, τις οποίες διοχέτευε στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, μέλη της οργάνωσής της προέβαιναν σε πράξεις δολιοφθοράς κατά κατοχικών στόχων.
Στις 11 Ιουλίου 1944 κι ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, συνελήφθη από τους Γερμανούς. Την ίδια ημέρα συνελήφθησαν και πέντε από τα παιδιά της. Ο σύζυγός της και τα δύο παιδιά της Γεώργιος και Ελένη κατόρθωσαν να διαφύγουν.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στα μπουντρούμια των Ες-Ες στην οδό Μέρλιν και βασανίσθηκαν άγρια. Όχι μόνο δεν ομολόγησαν, αλλά η Καραγιάννη χτύπησε τον αιμοχαρή ανακριτή της Φριτς Μπέκερ. Τα βασανιστήρια που ακολούθησαν ήταν φρικτά. Την κρέμασαν και της εξάρθρωσαν τα χέρια, της έκαυσαν τα άκρα με ηλεκτρική μηχανή, την υπέβαλαν επί τριήμερο στο μαρτύριο της δίψας και τέλος της τρύπησαν τα πλευρά με το πόμολο της πόρτας.
Δεν εκάμφη ακόμα και όταν της διαμήνυσαν ότι θα εκτελούσαν τον γιο της Νέλσωνα, αν δεν ομολογούσε. Αυτή τους απάντησε υπερήφανα: «Ζητείτε από μία ελληνίδα μάνα να προδώσει τους συνεργάτες της και την πατρίδα της με την απειλή του τυφεκισμού των παιδιών της. Ε, λοιπόν, μάθετε ότι τα παιδιά μου ανήκουν στην Ελλάδα και το αίμα τους θα πνίξει τους Ούνους και όλη τη Γερμανία σας!»
Την αυγή της 8ης Σεπτεμβρίου 1944, η Λέλα Καραγιάννη οδηγήθηκε με άλλους πατριώτες στο Άλσος Δαφνίου. Λίγο πριν από την εκτέλεσή της, απευθυνόμενη στους άλλους μελλοθάνατους, φώναξε: «Ψηλά παιδιά τα κεφάλια να δουν οι Ούνοι πως ξέρουν να πεθαίνουν οι Έλληνες για την πατρίδα τους».
Το πτώμα της, διάτρητο από τις σφαίρες, παρελήφθη κρυφά από φίλους της οικογένειάς της και τάφηκε στο Β’ Νεκροταφείο Πατησίων. Την επομένη, 9 Σεπτεμβρίου1944, τα πέντε παιδιά της απελευθερώθηκαν με τη μεσολάβηση μιας γερμανίδας κατοίκου της Αθήνας, η οποία επωφελήθηκε από την αλλαγή διοίκησης στη Γερμανική Φρουρά Αθηνών.
Για τη δράση της και το μαρτυρικό και ηρωικό τέλος της, η Λέλα Καραγιάννη τιμήθηκε ως εθνική ηρωίδα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό όσο λίγοι αγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα. Στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα έχει στηθεί μπρούντζινη προτομή της και ανάμεσα στο Εθνικό Μουσείο και στο Πολυτεχνείο ολόσωμο μαρμάρινο άγαλμά της. Η Ακαδημία Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 30ης Δεκεμβρίου1947, της απένειμε το Βραβείο Αρετής και Αυτοθυσίας.





















Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Παραολυμπιακοί Αγώνες







Η μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση παγκοσμίως για άτομα με σωματικές και νοητικές αναπηρίες, κατά το πρότυπο των Ολυμπιακών Αγώνων. Υπάρχουν Θερινοί και Χειμερινοί Παραολυμπιακοί Αγώνες, οι οποίοι, αρχής γενομένης από την Σεούλ τo 1988, διεξάγονται αμέσως μετά τους αντίστοιχους Ολυμπιακούς Αγώνες, στην ίδια πόλη και στις ίδιες εγκαταστάσεις. Διοργανώτρια των Ολυμπιακών Αγώνων είναι η Διεθνής Παραολυμπιακή Επιτροπή, που εδρεύει στην Βόννη της Γερμανίας, και αναγνωρίζεται από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή.
Αθλητές με αναπηρία είχαν συμμετάσχει σε Ολυμπιακούς Αγώνες ήδη από το 1904 και μάλιστα με σημαντικές επιτυχίες. Στο Σεντ Λούις ο Aμερικανός γυμναστής Τζορτζ Άιζερ, που αγωνιζόταν με τεχνητό πόδι, κατέκτησε 6 μετάλλια (3-2-1), ενώ το 1948 και το 1952 ο μονόχειρας Ούγγρος σκοπευτής Κάρολι Τάκατς διαγωνίστηκε στο πιστόλι κερδίζοντας από ένα χρυσό μετάλλιο.
Οι πρώτοι αγώνες για αθλητές με αναπηρία συνέπεσαν με την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου στις 29 Ιουλίου 1948. Έγιναν με πρωτοβουλία του Γερμανού νευρολόγου Λούντβιχ Γκούτμαν, ο οποίος είχε διαφύγει από την Ναζιστική Γερμανία και είχε εγκατασταθεί στο Λονδίνο. Οι αθλητές, Άγγλοι στρατιώτες με αναπηρίες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαγωνίσθηκαν με αμαξίδιο.
Στόχος του δρος Γκούτμαν ήταν η δημιουργία μιας διοργάνωσης για αθλητές με αναπηρίες στο πρότυπο των Ολυμπιακών Αγώνων. Τέσσερα χρόνια αργότερα, αθλητές από την Ολλανδία συμμετείχαν στους αγώνες με αμαξίδιο και έτσι γεννήθηκε το διεθνές αθλητικό κίνημα που είναι γνωστό πλέον ως Παραολυμπιακό Κίνημα.
Οι πρώτοι Παραολυμπιακοί Αγώνες έγιναν το 1960 στην Ρώμη (18-25 Σεπτεμβρίου), ύστερα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Συμμετείχαν 400 αθλητές από 23 χώρες και διαγωνίστηκαν σε 8 αθλήματα, 6 από τα οποία εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στο αγωνιστικό πρόγραμμα των Παραολυμπιακών Αγώνων (τοξοβολία, κολύμβηση, ξιφασκία, καλαθοσφαίριση, επιτραπέζια αντισφαίριση, στίβος).
Από τότε, οι Παραολυμπιακοί Αγώνες διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια, πάντα την ίδια χρονιά με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το 1976 διεξήχθησαν και οι πρώτοι Χειμερινοί Παραολυμπιακοί Αγώνες στο Ερνσκέλντσβικ της Σουηδίας (21-28 Φεβρουαρίου).
Oι Παραολυμπιακοί Αγώνες της Σεούλ (1988) ξεχώρισαν και από το γεγονός ότι οι Ολυμπιακοί και Παραολυμπιακοί Αγώνες φιλοξενήθηκαν για πρώτη φορά στην ίδια χώρα, στην ίδια πόλη και χρησιμοποιήθηκαν οι ίδιες εγκαταστάσεις με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Έκτοτε, οι Παραολυμπιακοί Αγώνες γίνονται πάντα στην ίδια πόλη με τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Το σύμβολο των Παραολυμπιακών Αγώνων είναι τρία ασύμμετρα μισοφέγγαρα σε κίνηση, χρώματος μπλε, κόκκινου και πράσινου, με σύνθημα «Spirit in Motion» («Πνεύμα σε κίνηση»). Ο Παραολυμπιακός Ύμνος έχει τίτλο «Hymne de l' avenir» (« Ο Ύμνος του Μέλλοντος») και τον συνέθεσε ο Γάλλος κιθαρίστας Τιερί Νταρνί.


















Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Τα Σεπτεμβριανά (1955)









Με τον όρο «Σεπτεμβριανά» εννοούμε το πογκρόμ που εξαπέλυσε ο τουρκικός όχλος, υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης Μεντερές, εναντίον της πολυπληθούς και ευημερούσας ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου1955. Αποτέλεσμα, οι 100.000 Έλληνες που ζούσαν εκείνη την περίοδο στην Πόλη να συρρικνωθούν σταδιακά και σήμερα μόλις και μετά βίας να ξεπερνούν τις 2.000.
Το 1955 τη γειτονική μας χώρα κυβερνούσε ο Αντνάν Μεντερές -ένας «πρώιμος Ερντογάν»- και το Δημοκρατικό Κόμμα. Ο Μεντερές έπαιζε αρκετά το μουσουλμανικό χαρτί, προκαλώντας εκνευρισμό στο κεμαλικό κατεστημένο της χώρας. Το αποδεικνύουν και τα χιλιάδες τζαμιά που κτίστηκαν επί πρωθυπουργίας του.
Η οικονομική κατάσταση στην Τουρκία δεν ήταν ανθηρή, ενώ ο εθνικιστικός πυρετός ανέβαινε, καθώς οι Ελληνοκύπριοι διεκδικούσαν την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Ήταν μια καλή αφορμή για τους τούρκους ηγέτες να αποσπάσουν την κοινή γνώμη από τα προβλήματά της, στρέφοντάς την κατά της ελληνικής μειονότητας που ευημερούσε. Στις 28 Αυγούστου 1955 ο Μεντερές ισχυρίστηκε δημόσια ότι οι Ελληνοκύπριοι σχεδίαζαν σφαγές κατά των Τουρκοκυπρίων.
Η αφορμή για το Πογκρόμ κατά του Ελληνισμού της Πόλης δόθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου, με την έκρηξη ενός αυτοσχέδιου μηχανισμού στο Τουρκικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, που στεγαζόταν και στεγάζεται και σήμερα στο σπίτι, όπου γεννήθηκε οΚεμάλ Ατατούρκ, ο ιδρυτής του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Ως δράστης συνελήφθη από τις ελληνικές αρχές ο Οκτάι Εγκίν, ένας μουσουλμάνος σπουδαστής από την Κομοτηνή, που αργότερα περιεβλήθη το φωτοστέφανο του ήρωα. Τιμήθηκε στην Τουρκία και διορίστηκε κυβερνήτης σε επαρχία. Χρόνια αργότερα σε μία συνέντευξή του στην «Ελευθεροτυπία» αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με το συμβάν και θεώρησε τον εαυτό του θύμα των ελληνικών αρχών.
Από την έκρηξη στο σπίτι του Ατατούρκ προκλήθηκαν μόνο μικρές υλικές ζημίες στις τζαμαρίες του κτιρίου, αλλά οι τουρκικές εφημερίδες εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός, μεγαλοποιώντας και διαστρεβλώνοντάς το, κατόπιν κυβερνητικών οδηγιών. Πρωτοσέλιδοι τίτλοι, όπως «Έλληνες τρομοκράτες κατέστρεψαν το πατρικό σπίτι του Ατατούρκ» της «Ισταμπούλ Εξπρές» και δημοσίευση μιας σειράς από παραποιημένες φωτογραφίες του συμβάντος, προκάλεσαν «αυθόρμητες» διαδηλώσεις στην Πλατεία Ταξίμ το απόγευμα της ίδιας μέρας.
Στις 5 το απόγευμα, το μαινόμενο πλήθος των 50.000 ατόμων στράφηκε κατά των ελληνικών περιουσιών στη συνοικία Πέραν. Οι λεηλασίες κράτησαν μέχρι τις πρωινές ώρες της 7ης Σεπτεμβρίου, όταν επενέβη ο Στρατός, καθώς η κατάσταση κινδύνευε να τεθεί εκτός ελέγχου. Μέχρι τότε, οι αρχές παρέμειναν απαθείς, όταν δεν διευκόλυναν τους πλιατσικολόγους στο έργο. Ο μηχανισμός του Δημοκρατικού Κόμματος, που ήλεγχε τα συνδικάτα, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στα έκτροπα.
Μεγάλος αριθμός διαδηλωτών μεταφέρθηκε από τη Δυτική Μικρά Ασία δωρεάν, αντί αμοιβής 6 δολαρίων, που ουδέποτε τους δόθηκε. 4.000 ταξί τους μετέφεραν στον χώρο των ταραχών, ενώ φορτηγά του Δήμου της Κωνσταντινούπολης είχαν αναπτυχθεί σε επίκαιρα σημεία της Πόλης, φορτωμένα με τσεκούρια, φτυάρια, ρόπαλα, αξίνες, σφυριά, σιδερένιους λοστούς και μπιτόνια βενζίνης, απαραίτητα σύνεργα για τον όχλο των επιδρομέων, που επέπεσε επί των ελληνικών καταστημάτων με τα συνθήματα «Θάνατος στους γκιαούρηδες», «Σπάστε, γκρεμίστε, είναι γκιαούρης», «Σφάξτε του έλληνες προδότες», «Κάτω η Ευρώπη» και «Εμπρός να βαδίσουμε κατά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης». Την οργή του όχλου δεν γλύτωσαν και κάποια καταστήματα αρμενικής και εβραϊκής ιδιοκτησίας.
Άνδρες και γυναίκες βιάστηκαν και σύμφωνα με τη μαρτυρία του γνωστού τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν, πολλοί ιερείς εξαναγκάστηκαν να υποστούν περιτομή, με θύμα ένα αρμένιο παπά. 16 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους και 32 τραυματίστηκαν.
Έκτροπα κατά των Ελλήνων δεν έγιναν μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στη Σμύρνη. Το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου τούρκοι εθνικιστές έκαψαν το ελληνικό περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση της Σμύρνης. Στη συνέχεια, κατέστρεψαν το νεόκτιστο εκκλησάκι της Αγίας Φωτεινής, ενώ λεηλάτησαν σπίτια ελλήνων στρατιωτικών, που υπηρετούσαν στο Στρατηγείο του ΝΑΤΟ.
Ο πρωθυπουργός Μεντερές σε δηλώσεις του ισχυρίστηκε ότι το πογκρόμ κατά των Ελλήνων ήταν έργο των κομμουνιστών. Ένας ισχυρισμός που κατέπεσε αυτοστιγμεί και από τις αναφορές των ξένων πρεσβειών στην Άγκυρα προς τις κυβερνήσεις τους, που επισήμαιναν τις μεγάλες ευθύνες των τουρκικών αρχών.
Η κυβέρνηση Παπάγου προσπάθησε να διεθνοποιήσει το θέμα, αλλά χωρίς σημαντικά αποτελέσματα. Αμερικανοί και Βρετανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να ασκήσουν πιέσεις στην Τουρκία, πολύτιμο σύμμαχό τους κατά τη διάρκεια του «Ψυχρού Πολέμου». Οι νατοϊκοί σύμμαχοί μας είπαν ξεκάθαρα να ξεχάσουμε το συμβάν. Μόνο το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών από τους διεθνείς οργανισμούς απαίτησε από την Τουρκία εξηγήσεις για την καταστροφή του 90% των ορθόδοξων ναών στην Κωνσταντινούπολη. Πάντως, τον Αύγουστο του 1995 η αμερικανική Γερουσία με απόφασή της κάλεσε τον Πρόεδρο Κλίντον να ανακηρύξει την 6η Σεπτεμβρίου Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Πογκρόμ.
Το Πογκρόμ κατά του Ελληνισμού της Πόλης προκάλεσε:
  • τον θάνατο 16 Ελλήνων και τον τραυματισμό 32
  • τον θάνατο ενός Αρμένιου
  • τον βιασμό 12 Ελληνίδων
  • τον βιασμό αδιευκρίνιστου αριθμού ανδρών (εξαναγκάστηκαν να υποστούν περιτομή)
  • την καταστροφή:
    4.348 εμπορικών καταστημάτων,
    110 ξενοδοχείων,
    27 φαρμακείων,
    23 σχολείων,
    21 εργοστασίων,
    73 εκκλησιών,
    περίπου 1000 κατοικιών, όλα ελληνικής ιδιοκτησίας.
Το οικονομικό κόστος των ζημιών ανήλθε σε 150 εκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, ενώ η ελληνική κυβέρνηση τις υπολόγισε σε 500.000.000 δολάρια. Η οικονομική αιμορραγία και ο φόβος ανάγκασαν χιλιάδες έλληνες ομογενείς να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα.
Αργότερα, το τουρκικό κράτος διά του προέδρου Τζελάλ Μπαγιάρ υποσχέθηκε αποζημίωση για την καταστροφή των ελληνικών περιουσιών. Στην καλύτερη των περιπτώσεων δεν ξεπέρασε το 20% των απαιτήσεών τους, με δεδομένο ότι τα περιουσιακά τους στοιχεία είχαν υποτιμηθεί δραματικά.
Πολλές λεπτομέρειες για τα Σεπτεμβριανά ήλθαν στο φως το 1961, κατά τη διάρκεια της δίκης για εσχάτη προδοσία του ανατραπέντος από τους στρατιωτικούς πρωθυπουργού Αντνάν Μεντερές, ο οποίος τελικά δεν γλύτωσε από την αγχόνη. Πολύτιμα στοιχεία προσκομίζει και το βιβλίο του διαπρεπούς ελληνοαμερικανού βυζαντινολόγου Σπύρου Βρυώνη «The Mechanism of catastrophe: The Turkish Pogrom οf September 6-7, 1955 and the destruction of Greek Community of Istambul (Greekworks.com, New York, 2005).





















Μητέρα Τερέζα 1910 – 1997













Μοναχή της Καθολικής Εκκλησίας, με σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο στην Ινδία. Το 1979 τιμήθηκε με Νόμπελ Ειρήνης και το 2016 ανακηρύχθηκε Αγία από την Καθολική Εκκλησία.
Η Ανιέζε Γκόντσε Μπογιάτζιου, όπως ήταν το κοσμικό της όνομα, γεννήθηκε στην πόλη Ισκίμπ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (νυν Σκόπια της ΠΓΔΜ) στις 26 Αυγούστου1910, από γονείς αλβανικής καταγωγής. Ορφανή από πατέρα στα οκτώ της χρόνια, είχε αποφασίσει από τα 12 της να ταχθεί στην υπηρεσία του Κυρίου και να γίνει μοναχή.
Η ευκαιρία της δόθηκε το 1928, όταν πήγε στην Ιρλανδία και εντάχθηκε στο Ίδρυμα της Παναγίας. Έπειτα από μόλις έξι εβδομάδες παραμονής στο Δουβλίνο αναχώρησε ατμοπλοϊκά για την Ινδία για να διδάξει γράμματα σε άπορα παιδιά, όπως ήταν ο κύριος σκοπός του ιδρύματος. Στη συνέχεια ζήτησε την άδεια να ερ­γαστεί για τους πτωχούς της Καλκού­τας.
Το 1948 έλαβε την ινδική υπηκοότητα και τον ίδιο χρόνο ίδρυσε μοναστικό τάγμα με την ονομασία «Ιεραπόστολοι της Φιλανθρωπίας». Κοντά της έσπευσαν προς βοήθειά της άτομα που συμπάθησαν την προσπάθειά της. Οργανώθηκαν ιατρεία και σχολεία.
Το 1950 το τάγμα της έλαβε την έγκριση του Πάπα Πίου ΙΒ’ και το 1965 υπήχθη απευθείας σ’ αυτόν. Στην πορεία του χρόνου το τάγμα υπό την καθοδήγηση της 
Μητέρας Τερέζας ίδρυσε πολλά κέντρα βοήθειας για τυφλούς, ηλικιωμένους, λεπρούς, αναπήρους, πάσχοντες από AIDS και ετοιμοθάνατους.
Το 1963 η Ινδική Κυβέρνηση της απένειμε τη διάκριση «Παντμάσρι» («Άρχοντας του Λωτού»), για να τιμήσει τις υπηρεσίες της προς το λαό της Ινδίας. Το 1964 κατά το ταξίδι του στην Ινδία ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ της παραχώρησε το επίσημο αυτοκίνη­τό του, το οποίο η Μητέρα Τερέζα έσπευσε να θέσει σε πλειστηριασμό για να ενισχύσει οικονομικά το λεπροκομείο της, που είχε ιδρύσει στο Ασανσόλ με την ονομασία «Σάντι Ναγκάρ» («Πόλη της Ειρήνης»).
Στις 8 Δεκεμβρίου 1979 τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης «για τη συμβολή της στην καταπολέμηση της φτώχειας και της δυστυχίας, που αποτελεί απειλή για την ειρήνη», την ίδια ημέρα που ο Οδυσσέας Ελύτης παραλάμβανε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το ποσό των 192.000 δολαρίων που συνόδευε το έπαθλο, το διέθεσε για τους φτωχούς της Ινδίας.
Η Μητέρα Τερέζα κοιμήθηκε εν ειρήνη στις 5 Σεπτεμβρίου 1997, σε ηλικία 87 ετών και τάφηκε στο ναό του Αγίου Θωμά της Καλκούτας.
Η Τερέζα της Καλκούτας, όπως ήταν επίσης γνωστή, υπήρξε μία από τις δημοφιλέστερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα και συχνά το όνομά της περιλαμβανόταν σε λίστες με τους επιδραστικότερους ανθρώπους του πλανήτη. Συχνές, όμως, ήταν και οι επικρίσεις που δεχόταν για τις συντηρητικές της θέσεις σε κοινωνικά θέματα. Το δημιούργημά της, το μοναχικό τάγμα «Ιεραπόστολοι της Φιλανθρωπίας» αριθμεί στις μέρες μας (2012), 4.500 μοναχές, που δραστηριοποιούνται σε 133 χώρες.
Η Καθολική Εκκλησία την ανακήρυξε Οσία στις 19 Οκτωβρίου 2003 και στις 4 Σεπτεμβρίου 2016 την κατέταξε στη χορεία των Αγίων.



















Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Μάνος Κατράκης 1909 – 1984


Αποτέλεσμα εικόνας για μάνοσ κατράκησ

Ο Μάνος Κατράκης (14 Αυγούστου 1908 - 2 Σεπτεμβρίου 1984) ήταν Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Στο θέατρο συνεργάστηκε με ιερά τέρατα όπως ο Μυράτ και η Κοτοπούλη κερδίζοντας τον θαυμασμό και των πιο απαιτητικών κριτικών, ενώ μέσω του κινηματογράφου έγινε γνωστός και αγαπητός σε όλους τους Έλληνες. Επιβλητική φυσιογνωμία, ψηλός, ευθυτενής, με χαρακτηριστική ηχηρή φωνή και έναν αέρα αριστοκρατικότητας, υποδυόταν συνήθως χαρακτήρες στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας (βασιλείς, γαιοκτήμονες-τσιφλικάδες, εφοπλιστές, βιομηχάνους, πολιτικούς κλπ).

Γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου του 1908 στο Καστέλι Κισσάμου, στην Κρήτη. Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης. Πριν συμπληρώσει τα 10 του χρόνια η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα, καθώς οι δουλειές του πατέρα δεν πήγαιναν και τόσο καλά και θεώρησαν πως η πρωτεύουσα θα προσέφερε περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες από τη Μεγαλόνησο.
Το μικρό Μάνο γοήτευε το ποδόσφαιρο. Έπαιζε αρχικά στην ομάδα του «Κεραυνού» και μετά στον «Αθηναϊκό». Κάποια στιγμή σε νεαρή ηλικία αναγκάζεται να γίνει ο προστάτης της οικογένειας, καθώς ο πατέρας του λείπει πια συνεχώς και ο μεγαλύτερος αδελφός του Γιάννης είναι ήδη ξενιτεμένος στην Αμερική

Γρήγορα πάντως το ταλέντο του θα ανακαλυφθεί. Εμφανίζεται για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή στην Αθήνα το 1927. Ο σκηνοθέτης Κώστας Λελούδας θα ενθουσιαστεί από το μπρίο και τη δυναμικότητα του νεαρού και έτσι έναν χρόνο αμέσως μετά θα παίξει στην πρώτη βουβή ταινία «Το λάβαρο του '21» (1928). Ταυτόχρονα σχεδόν συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις τοπικών θιάσων, όπως του «Θιάσου Νέων» του Ανδρέα Παντόπουλου και του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη, μέχρις ότου καταφέρνει να μπει στο Εθνικό Θέατρο (1931).
Από κει και πέρα όλα άλλαξαν ραγδαία για τον Κατράκη. Η δεκαετία του '30 έφερε την καταξίωσή του στο θεατρικό σανίδι, τη γνωριμία του με εξέχουσες προσωπικότητες του καιρού (όπως ήταν η φιλία του με τον μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο) αλλά και τον πρώτο του γάμο, σε ηλικία 25 ετών, με την επίσης ηθοποιό, Άννα Λώρη. Από το 1933 έπαιξε κατά σειρά με τους θιάσους Λουδοβίκου ΛούηΜήτσου Μυράτ, Βασίλη Αργυρόπουλου και Μαρίκας Κοτοπούλη μέχρι το 1935, όταν επαναπροσλήφθηκε από το Εθνικό θέατρο.
Ο γάμος του τέλειωσε σύντομα και γρήγορα ήρθε ο πόλεμος κι η κατοχή. Συμμετείχε στο μέτωπο και πολέμησε γενναία αλλά δραματικά γεγονότα στιγμάτισαν την τότε ζωή του: ένας δεύτερος γάμος που κι αυτός δεν ορθοπόδησε, ο χαμός κατά τη γέννα των μοναδικών δίδυμων παιδιών του. Το 1943, όταν ανέλαβε Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών συνέβαλε τα μέγιστα στην ίδρυση του Κρατικού θεάτρου Θεσσαλονίκης.
Ο Κατράκης εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της Κατοχής, και πολέμησε στην Εθνική Αντίσταση. Η πεισματική άρνησή του να υπογράψει "δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών" οδήγησε σε διώξεις, βασανιστήρια και εξορία στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη για σχεδόν επτά χρόνια. Η φιλία του και η κοινή πορεία με συναγωνιστές του, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τζαβαλάς Καρούσος και ο Γιάννης Χοντζέας, τον βοήθησαν να αντιμετωπίσει τις δραματικές αυτές στιγμές. Ταυτόχρονα είχε τη δύναμη να εμψυχώνει σύντροφους του στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη.
Όταν πια στις αρχές της δεκαετίας του '50 επιστρέφει στην Αθήνα οριστικά, το μετεμφυλιακό κλίμα είναι βαρύ. Λίγες πόρτες ανοιχτές, λίγες δουλειές. Αναγκάζεται να εργαστεί ευκαιριακά (στο ραδιόφωνο στην αρχή) αλλά σιγά-σιγά κατορθώνει να πάρει μικρούς ή μεγαλύτερους ρόλους στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

Το 1951 - 1952 διοργανώνει «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη. Το 1952 πρωταγωνίστησε στον «Προμηθέα» του Αισχύλου με τον Θυμελικό θίασο του Καρζή σεΔελφούς και Αθήνα, όπου μετά την παράσταση δέχεται την έκφραση συγχαρητηρίων από τους Βασιλείς. Ακολούθως πρωταγωνίστησε στον θίασο της Κοτοπούλη και το 1953οργάνωσε δικό του θίασο. Από το 1954 είναι πρωταγωνιστής του «Θεάτρου Αθηνών» και από το επόμενο έτος του «Εθνικού Λαϊκού Θεάτρου», στο οποίο ανέβαιναν συνεχώς παραστάσεις και με μεγάλη επιτυχία.
Στα 1954 θα γνωρίσει την πιο σημαντική σύντροφο της ζωής του και μετέπειτα σύζυγό του (τρίτη και τελευταία), τη Λίντα Άλμα μετά από μία θεατρική πρεμιέρα. Από κείνη τη μέρα και μετά δε θα τους χωρίσει τίποτα, μονάχα ο θάνατος του μεγάλου ηθοποιού, τριάντα χρόνια αργότερα.
Η επόμενη περίοδος ήταν η πιο λαμπρή για τον Κατράκη, τον καθιέρωσε και τον καταξίωσε ως μεγάλο άνθρωπο της τέχνης στη συνείδηση όλων.
Η φωνή του π.χ. όταν απαγγέλλει το «Άξιον Εστί» του Ελύτη ή το «Πέντε η ώρα που βραδιάζει» από τον Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας του Λόρκα θα μείνει για πάντα καταγεγραμμένη στη μνήμη των Ελλήνων.
Η συνεχής καταπόνηση του οργανισμού του του δημιούργησε με τον καιρό προβλήματα και η υγεία του εξασθένησε. Μανιώδης καπνιστής, σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, αρνήθηκε να ακολουθήσει αυστηρό πρόγραμμα θεραπείας. Έτσι, λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της τελευταίας ταινίας, στην οποία πρωταγωνίστησε -το Ταξίδι στα Κύθηρα με σκηνοθέτη τον Θόδωρο Αγγελόπουλο- άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, σε ηλικία 76 ετών, μετά από μάχη, με τον καρκίνο του πνεύμονα. Μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν μέλος του ΚΚΕ. Κηδεύτηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.









Τρίτη 30 Αυγούστου 2016

Ἡ Ἱστορία τῆς Ἁγίας Ζώνης




Στὶς 31 Αὐγούστου θὰ ἑορτάσουμε καὶ φέτος τὴν Κατάθεση τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου. Ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸ ἱερὸ κειμήλιο ποὺ σχετίζεται μὲ τὸν ἐπίγειο βίο τῆς Θεοτόκου καὶ διασῴζεται μέχρι σήμερα στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Βατοπαιδίου στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. Ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος τὴν ὕφανε ἀπὸ τρίχες καμήλας. 

Οἱ πληροφορίες γιὰ τὸν ἐπίγειο βίο τῆς Θεοτόκου εἶναι λιγοστὲς καὶ προέρχονται ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἀπὸ τὴν παράδοση ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς ἀκόμη χρόνους. 

Ἡ Θεοτόκος μέχρι τὴν Κοίμησή της παρέμεινε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἦταν μέλος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Τὴ φροντίδα της εἶχε ἀναλάβει ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου, ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. 

Οἱ τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπίγειας ζωῆς της εἶναι θαυμαστὲς καὶ συγκινητικές. Κοντὰ της βρέθηκαν οἱ Ἀπόστολοι οἱ ὁποῖοι ἔφτασαν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ τρόπο θαυμαστό, «ἐπὶ νεφελῶν». 

Καὶ τότε, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε θριαμβευτικὰ «ἐπὶ νεφελῶν», μὲ τὴ συνοδεία πλήθους ἀγγέλων. Ἡ Θεοτόκος προσευχήθηκε στὸν Υἱό της, παρηγόρησε τοὺς Ἀποστόλους καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ εἶναι πάντα κοντὰ στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ μεσιτεύει στὸν Υἱό της καὶ παρέδωσε τὴν πανάμωμη ψυχή της στὸν Κύριο. 

Οἱ Ἀπόστολοι ἐναπόθεσαν τὴν Ἁγία Σορὸ τῆς Θεοτόκου σὲ «καινὸν μνημεῖον» στὴ Γεθσημανή. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἑλένη ἀργότερα ἔκτισε τὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως. 
Τρεῖς μέρες μετὰ τὴν κοίμηση κατέβηκε ὁ Κύριος μὲ τὴ συνοδεία τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ πλήθους ἀγγέλων.

Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ μὲ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου παρέλαβε τὴν Ἁγία Σορὸ τῆς Θεοτόκου καὶ ὅλοι μαζὶ ἀνῆλθαν στοὺς οὐρανούς. Ἡ θαυμαστὴ Μετάσταση τῆς Θεομήτορος εἶχε συντελεστεῖ. Τὸ ἱερὸ Σῶμα της ἑνώθηκε πάλι μὲ τὴν ἁγνὴ ψυχή της. 

Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ἦταν ὁ μόνος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ποὺ εἶδε τὴ θαυμαστὴ Μετάσταση τῆς Θεοτόκου. Δὲν εἶχε μπορέσει νὰ παρευρεθεῖ στὴν κηδεία της εὑρισκόμενος στὶς Ἰνδίες. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, καὶ ἐνῷ τελοῦσε τὴ Θεία Λειτουργία, βρέθηκε στὴ Γεθσημανὴ μὲ θαυμαστὸ τρόπο καὶ εἶδε ὅλα ὅσα συνέβησαν. 

Τότε παρακάλεσε τὴν Παναγία νὰ τοῦ δώσει γιὰ εὐλογία τὴ Ζώνη της. Καὶ ἐκείνη, καθὼς ἀνέβαινε στοὺς οὐρανούς, τοῦ ἔριξε τὸ Ἱερὸ κειμήλιο «πρὸς δόξαν ἀκήρατον, ἀνερχομένη Ἁγνή, χειρί σου δεδώρησαι τῷ ἀποστόλῳ Θωμᾷ τὴν πάνσεπτον Ζώνην σου» ψάλλουμε στὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Καταθέσεως τῆς Τιμίας Ζώνης. 

Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς στὴ συνέχεια πληροφόρησε καὶ τοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους γιὰ τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ γεγονότα καὶ τοὺς ἔδειξε τὴν Ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας. 

Ἐκεῖνοι δοξολόγησαν τὸν Θεὸ καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς εὐλογήσει, καθὼς ἦταν ὁ μόνος ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὴν ἔνδοξη Μετάσταση τῆς Θεοτόκου. 

Τὴ διαφύλαξη τῆς Ἁγίας Ζώνης ἀνέλαβαν δύο φτωχὲς καὶ εὐσεβεῖς γυναῖκες στὰ Ἱεροσόλυμα, οἱ ὁποῖες φρόντιζαν τὴν Θεοτόκο. Παρέλαβαν μὲ εὐλάβεια τὸ ἱερὸ κειμήλιο καὶ ἀπὸ τότε τὸ ἔργο τῆς διαφύλαξής του συνέχιζε ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ μία εὐλαβὴς παρθένος καταγομένη ἀπὸ τὴν οἰκογένεια αὐτή. 

Ἡ ἀνακομιδὴ τῆς Τιμίας Ζώνης καὶ ἡ μεταφορά της στὴν Κωνσταντινούπολη ἔγινε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο (395-408). Ἡ ὑποδοχὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου στὴ Βασιλεύουσα ἦταν λαμπρότατη. Ὁ αὐτοκράτορας κατέθεσε τὴν Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου σὲ λειψανοθήκη ποὺ ὀνόμασε «ἁγίαν σορόν». Ἡ κατάθεση ἔγινε στὶς 31 Αὐγούστου, τελευταία μέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Στὴν πόλη τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τῆς ὁποίας Ὑπέρμαχος Στρατηγὸς καὶ Προστάτις ἦταν ἡ Θεοτόκος, θὰ φυλασσόταν πλέον ἡ Ἁγία Ζώνη τῆς Θεομήτορος. 

Ἡ κόρη τοῦ Ἀρκάδιου, ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία, ἀνήγειρε λαμπρὸ ναὸ πρὸς τιμὴ τῆς Παναγίας, τὸν περίφημο ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Χαλκοπρατείων. (Χαλκοπράτεια ὀνομαζόταν ἡ συνοικία ὅπου κτίστηκε ὁ ναός τὸ ὄνομά της ἡ συνοικία τὸ ἔλαβε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖ πρὶν κατασκευάζονταν καὶ πωλοῦνταν χάλκινα ἀντικείμενα). 

Στὸ ναὸ αὐτὸ ἡ αὐτοκράτειρα κατέθεσε τὴν Ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας. Ἡ ἴδια μάλιστα ἡ Πουλχερία κέντησε μὲ χρυσὴ κλωστὴ τὴν Τιμία Ζώνη διακοσμώντας την. Ἡ χρυσὴ αὐτὴ κλωστὴ εἶναι εὐδιάκριτη καὶ σήμερα στὸ τμῆμα ποὺ φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου. 

Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστῖνος Β΄ καὶ ἡ σύζυγός του Σοφία ἀνακαίνισαν τὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Χαλκοπρατείων καὶ ἀνήγειραν ἐκεῖ καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Σοροῦ. Ἐκεῖ, μέσα σὲ λειψανοθήκη καὶ πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, φυλασσόταν ἡ Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου. 
Πλῆθος πιστῶν συνέρρεαν γιὰ νὰ τὴν προσκυνήσουν μὲ εὐλάβεια ζητώντας ἀπὸ τὴν Παναγία νὰ μεσιτεύσει μὲ τὶς πρεσβεῖες της στὸν Κύριο. Πλῆθος θαυμάτων ἐπιτέλεσε ἡ Τιμία Ζώνη. Ἄνθρωποι δυστυχισμένοι καὶ πονεμένοι βρῆκαν λύτρωση μὲ τὴ θαυματουργὴ δύναμη τοῦ ἁγίου λειψάνου.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὑμνήθηκε ἀπὸ φημισμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς. Μὲ τὴ χάρη τῆς Παναγίας καθαγιάζει τοὺς πιστοὺς ποὺ προσέρχονται εὐλαβικὰ γιὰ νὰ τὸ προσκυνήσουν τοὺς ἀνυψώνει ἀπὸ τὴ φθορά, τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ ἀσθένειες καὶ θλίψεις. 

Στὴ συνέχεια ἡ Ἁγία Ζώνη τεμαχίστηκε καὶ τεμάχιά της μεταφέρθηκαν σὲ διάφορους ναοὺς τῆς Κωνσταντινούπολης. Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους τὸ 1204, κάποια τεμάχια ἁρπάχτηκαν ἀπὸ τοὺς βάρβαρους καὶ ἀπολίτιστους κατακτητὲς καὶ μεταφέρθηκαν στὴ Δύση. 

Ἕνα μέρος ὅμως διασώθηκε καὶ παρέμεινε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πόλης ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγο. Φυλασσόταν στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν. Ἡ τελευταία ἀναφορὰ γιὰ τὸ ἅγιο λείψανο εἶναι ἑνὸς ἀνώνυμου Ρώσου προσκυνητῆ στὴν Κωνσταντινούπολη μεταξύ τοῦ 1424 καὶ 1453. 

Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1453, εἶναι ἄγνωστο τί ἀπέγινε τὸ ὑπόλοιπο μέρος τῆς Ἁγίας Ζώνης στὴ συνέχεια. Ἔτσι τὸ μοναδικὸ σωζόμενο τμῆμα εἶναι αὐτὸ ποὺ φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου καθώς μὲ ἐξαιρετικὰ περιπετειώδη τρόπο ἔφτασε ἐκεῖ. Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος εἶχε κατασκευάσει ἕναν χρυσὸ σταυρὸ γιὰ νὰ τὸν προστατεύει στὶς ἐκστρατεῖες. Στὴ μέση του σταυροῦ εἶχε τοποθετηθεῖ τεμάχιο Τιμίου Ξύλου. Ὁ σταυρὸς ἔφερε ἐπίσης θῆκες μὲ ἅγια λείψανα Μαρτύρων, καὶ ἕνα τεμάχιο τῆς Τιμίας Ζώνης. Ὅλοι οἱ βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες ἔπαιρναν αὐτὸν τὸν σταυρὸ στὶς ἐκστρατεῖες. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ ὁ αὐτοκράτορας Ἰσαάκιος Β΄ Ἄγγελος (1185-1195) σὲ μιὰ ἐκστρατεία ἐναντίον τοῦ ἡγεμόνα τῶν Βουλγάρων Ἀσάν. Νικήθηκε ὅμως καὶ μέσα στὸν πανικὸ ἕνας ἱερέας τὸν πέταξε στὸ ποτάμι γιὰ νὰ μὴν τὸν βεβηλώσουν οἱ ἐχθροί. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μέρες ὅμως οἱ Βούλγαροι τὸν βρήκαν καὶ ἔτσι πέρασε στὰ χέρια τοῦ Ἀσᾶν. 

Οἱ Βούλγαροι ἡγεμόνες μιμούμενοι τοὺς Βυζαντινοὺς αὐτοκράτορες ἔπαιρναν μαζί τους στὶς ἐκστρατεῖες τὸν σταυρό. Σὲ μία μάχη ὅμως ἐναντίον τῶν Σέρβων ὁ βουλγαρικὸς στρατὸς νικήθηκε ἀπὸ τὸν Σέρβο ἡγεμόνα Λάζαρο (1371-1389). Ὁ Λάζαρος ἀργότερα δώρισε τὸ σταυρὸ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου μαζὶ μὲ τὸ τεμάχιο τῆς Τιμίας Ζώνης. 

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διασῴζουν καὶ μία παράδοση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου ἀφιερώθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνὸ (1341-1354), ὁ ὁποῖος στὴ συνέχεια παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμα, ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάσαφ καὶ μόνασε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου. 

Τὰ θαύματα ποὺ πραγματοποίησε καὶ πραγματοποιεῖ ἡ Τιμία Ζώνη εἶναι πολλά. Βοηθᾶ εἰδικὰ τὶς στεῖρες γυναῖκες νὰ ἀποκτήσουν παιδί. Ἂν ζητήσουν μὲ εὐλάβεια τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας, τοὺς δίδεται τεμάχιο κορδέλας ποὺ ἔχει εὐλογηθεῖ στὴν λειψανοθήκη τῆς Ἁγίας Ζώνης καὶ προσευχόμενες μὲ πίστη, καθίστανται ἔγκυες.

Λα Τοματίνα












Κάθε χρόνο την τελευταία Τετάρτη του Αυγούστου (31 Αυγούστου το 2016) διεξάγεται στην πόλη Μπουνιόλ της Ισπανίας ο περίφημος ντοματοπόλεμος (La Tomatina = η ντοματούλα), που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει διεθνή προβολή, βοηθούσης και της τηλεόρασης. Αποτελεί την κορύφωση των εκδηλώσεων για τον εορτασμό του προστάτη της πόλης (πολιούχου) Αγίου Λουδοβίκου (Μπερτράν) και της Παναγίας. Το Μπουνιουέλ απέχει 30 χιλιόμετρα από τη Βαλένθια κι έχει 9.000 κατοίκους. Κατά τη διάρκεια της «Λα Τοματίνα» ο πληθυσμός του ξεπερνά τις 40.000.
Το έθιμο ξεκίνησε το 1945, όταν κατά τη διάρκεια μιας καρναβαλικής εκδήλωσης με την ονομασία «Gigantes y Cabezudos» («Γίγαντες και Μεγαλοκέφαλοι»), μια παρέα νεαρών συνεπλάκη χρησιμοποιώντας ως όπλα τα λαχανικά ενός παρακείμενου μανάβικου. Η τοπική αστυνομία επενέβη και διέλυσε τον λαχανοπόλεμο.
Το σκηνικό επαναλήφθηκε και την επόμενη χρονιά, μόνο που αυτή τη φορά οι νεαροί ήταν οπλισμένοι με ντομάτες, που έφεραν από το σπίτι τους. Η αστυνομία σταμάτησε εκ νέου τον ντοματοπόλεμο και μάλιστα απαγόρευσε την επανάληψή του. Ήταν η εποχή που την Ισπανία κυβερνούσε ο δικτάτορας Φράνκο, ο νικητής του τριετούς εμφυλίου πολέμου (1936-1939).
Οι νεαροί, όμως, αψηφούσαν τις απαγορεύσεις και τις συλλήψεις και κάθε χρόνο επιδίδονταν στο αγαπημένο τους σπορ. Το 1957 ήταν μία κομβική χρονιά για την καθιέρωση του εθίμου. Μία νεανική ομάδα αποφάσισε να γιορτάσει την «Κηδεία της Ντομάτας» με μουσική και θεατρικά δρώμενα. Η εκδήλωση κορυφώθηκε με την περιφορά του φερέτρου της ντομάτας, δια μέσου των κεντρικών οδών της πόλης, συνοδεία επικήδειων εμβατηρίων.
Μόνο τότε η τοπική κοινωνία κατανόησε τη χρησιμότητα του εθίμου και το υιοθέτησε. Το 1975 η οργανωτική επιτροπή των εκδηλώσεων για τη θρησκευτική γιορτή του Αγίου Λουβοδίκου το ενέταξε στο πρόγραμμά της και ανέλαβε η ίδια την προμήθεια των «πυρομαχικών», καθώς μέχρι τότε τις ντομάτες τις έφερναν μαζί τους οι συμμετέχοντες.
Τα επόμενα χρόνια η φιέστα τής «Λα Τοματίνα» εξελίχθηκε σε μία από τις πιο δημοφιλείς και ασυνήθιστες γιορτές παγκοσμίως. Χιλιάδες επισκέπτες από κάθε γωνιά του κόσμου συνωστίζονται κάθε χρόνο στους δρόμους του Μπουνιουέλ, με μοναδικό σκοπό να πετάξουν ο ένας στον άλλο τόνους από ντομάτες.
Η μεγάλη επιτυχία έφερε και την εμπορική εκμετάλλευση. Έτσι, από το 2013 καθιερώθηκε εισιτήριο 10 ευρώ για κάθε ενδιαφερόμενο να συμμετάσχει στο ντοματοπόλεμο.























Η δολοφονία Τελίνι και η Κατάληψη της Κέρκυρας από τη φασιστική Ιταλία







Ένα χρόνο μετά την άνοδό του στην εξουσία κι ενώ η χώρα μας βίωνε τα επακόλουθα της μικρασιατικής καταστροφής, ο Μπενίτο Μουσολίνι και η φασιστική Ιταλία έδειξαν το σοβινιστικό τους πρόσωπο και τις επεκτατικές τους διαθέσεις στα Βαλκάνια.
Αφορμή στάθηκε το επεισόδιο της 27ης Αυγούστου 1923 στο δρόμο Ιωαννίνων - Κακκαβιάς, κατά το οποίο βρέθηκαν δολοφονημένοι πέντε Ιταλοί, μέλη της επιτροπής για την οριστική χάραξη της ελληνοαλβανικής μεθορίου, μετά την παραχώρηση της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία το 1921. Επρόκειτο για τον στρατηγό Τελίνι, τον ταγματάρχη Κόρτι, τον λοχαγό Μπανατσίνι, τον οδηγό του αυτοκινήτου τους και ένα διερμηνέα.
Ο Μουσολίνι, που ήθελε να ενισχύσει και το γόητρό του, χωρίς να περιμένει το αποτέλεσμα των ανακρίσεων από τις ελληνικές αρχές, επέδωσε ρηματική διακοίνωση στην Αθήνα με τους ακόλουθους όρους:
  • Απόδοση τιμών στην ιταλική σημαία και τις σορούς των δολοφονηθέντων.
  • Τελετή μνημοσύνου, παρουσία του Υπουργικού Συμβουλίου.
  • Αίτηση συγγνώμης προς την Ιταλία.
  • Συμμετοχή ιταλού στρατιωτικού στις ανακρίσεις.
  • Καταδίκη των ενόχων σε θάνατο.
  • Καταβολή αποζημίωσης 50.000.000 λιρετών.
Την Ελλάδα εκείνη την περίοδο κυβερνούσε η Επαναστατική Επιτροπή υπό τονΝικόλαο Πλαστήρα, η οποία φυσικά απέρριψε τους περισσότερους όρους του τελεσιγράφου, ως απαράδεκτους. Προσφέρθηκε να βοηθήσει τις οικογένειες των θυμάτων και πρότεινε στην Ιταλία να ανατεθεί η επίλυση της διαφοράς στην Κοινωνία των Εθνών. Παράλληλα, διαβεβαίωσε την ιταλική κυβέρνηση ότι οι δράστες δεν ήταν έλληνες, αλλά αλβανοί ληστές.
Στις 31 Αυγούστου, η Κοινωνία των Εθνών κάλεσε την Ελλάδα να ενεργήσει ταχύτατα για την ανεύρεση των ενόχων. Η χώρα μας από την πλευρά της ζήτησε τη σύσταση Ειδικής Επιτροπής για τη διερεύνηση του συμβάντος και τον καταλογισμό ευθυνών, αλλά και την επέκταση των ερευνών προς την Αλβανία.
Κι ενώ οι διπλωματικές προσπάθειες για την επίλυση της κρίσης βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους, η Ιταλία με πολεμική επιχείρηση την ίδια μέρα κατέλαβε την Κέρκυρα, με στόλο αποτελούμενο από 25 πλοία (3 θωρηκτά, 4 καταδρομικά, 6 αντιτορπιλικά τορπιλοβόλα και υποβρύχια). Προηγήθηκε απαίτηση του αρχηγού της ιταλικής μοίρας πλοιάρχου Φοσκίνι προς τον νομάρχη της Κέρκυρας Πέτρο Ευριπαίο για την παράδοση του νησιού. Όταν ο έλληνας αξιωματούχος αρνήθηκε, οι Ιταλοί άρχισαν να κανονιοβολούν την πόλη της Κέρκυρας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 15 γυναικόπαιδα και να τραυματισθούν 35 άμαχοι.
Αμέσως μετά, οι ιταλικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στο νησί και το κατέλαβαν. Για να δείξουν τις προθέσεις τους, τοποθέτησαν ένα ξύλινο κόκορα στο Παλαιό Φρούριο, με την επιγραφή: «Όταν λαλήσει αυτός ο κόκορας, τότε οι Ιταλοί θα φύγουν από την Κέρκυρα».
Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε έντονα και προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών, έχοντας με το μέρος της τη διεθνή κοινή γνώμη. Ο διεθνής οργανισμός (ο ΟΗΕ της εποχής) ανέλαβε να διευθετήσει το περιστατικό, αλλά συνάντησε την έντονη αντίδραση της Ιταλίας. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στη Διάσκεψη των Πρεσβευτών, η οποία υποχρέωσε την Ελλάδα:
  • Να καταβάλλει στην Ιταλία αποζημίωση 50.000.000 λιρετών.
  • Να τελέσει μνημόσυνο για τους δολοφονηθέντες, και
  • Να ενεργήσει ανακρίσεις για την ανεύρεση των δραστών της δολοφονίας, υπό την επίβλεψη Διεθνούς Επιτροπής.
Μόνο τότε η Ιταλία δέχθηκε να εκκενώσει την Κέρκυρα στις 27 Σεπτεμβρίου 1923, με τον λαό να τους κατευοδώνει με ένα σαρκαστικό «Κουκουρίκου!». Παρά τις προσπάθειες που έγιναν από τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι ένοχοι της πενταπλής δολοφονίας δεν ανακαλύφθηκαν ποτέ.