Κυριακή 28 Αυγούστου 2016

Το πανηγύρι του «Αγίου Ιωάννη Ρέντη» που μετατράπηκε σε εμφύλια σύρραξη Αθηναίων και Πειραιωτών κτηματιών





Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Από τα πιο λαοφιλή πανηγύρια ήταν του Αγίου Ιωάννη στου Ρέντη, στις 29 Αυγούστου. Τον 19o και τουλάχιστον το πρώτο μισό του 20ού αιώνα χιλιάδες πανηγυριστές συνέρρεαν από παντού στη λαμπρή τοποθεσία του Αγίου Ιωάννη του Ρέντη για να γιορτάσουν κάτω από τα δένδρα όπου στήνονταν προσωρινά καφεπαντοπωλεία. Ζουρνάδες, νταούλια και άφθονος ρητινίτης έρρεε στο όνομα της Αποτομής της Κεφαλής του Προδρόμου. Ελάχιστα έχουν γραφεί για εκείνο το εκκλησάκι των χρόνων της Τουρκοκρατίας, το οποίο «επεκτάθηκε» τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, όταν λειτουργούσε ως ησυχαστήριο χωμένο στα καταπράσινα περιβόλια, για να εξαφανιστεί σχεδόν κάθε ίχνος του τη δεκαετία του 1970 όταν ανεγέρθηκε ο σημερινός επιβλητικός ναός. Και όμως, για χάρη εκείνου του παλαιού μικρού ναϊδρίου κόντεψαν να γίνουν ακόμη και ένοπλες συρράξεις μεταξύ άγριων φουστανελάδων του Ψυρρή και σκληροτράχηλων αχθοφόρων του Πειραιά. Ήταν οι εκφραστές της μεγάλης διαμάχης που είχε ξεσπάσει μεταξύ των Αθηνών και του Πειραιώς για τα όριά τους, από την εποχή που ιδρύθηκαν οι δύο δήμοι στα πρώτα χρόνια του Όθωνα. Πίσω τους κρύβονταν τεράστια συμφέροντα και ζητήματα γης, καθώς και η κατάφυτη και περιτριγυρισμένη από ευθαλείς κήπους περιοχή των μυροβόλων εκτάσεων του Ρέντη.
Ο Ιερός Ναός στα τέλη της δεκαετίας 1970 πριν σχηματισθούν οι ευρύτατοι κοινόχρηστοι χώροι που τον περιβάλλουν.
Ο Άγιος Ιωάννης Ρέντη
Οι νεότεροι ιστορικοί υποστηρίζουν πως το ταπεινό ξωκλήσι ανήκε κάποτε στον μεγαλοϊδιοκτήτη της περιοχής από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας Ρέντη. Πρόσφατες γραπτές μαρτυρίες όμως θέλουν τον ναΐσκο και έναν οικίσκο που αποτελούσε συνέχειά του να ανεγείρονται από τον μεταγενέστερο ιδιοκτήτη της περιοχής Αθηναίο κτηματία Γιωργάκη Στρέφη τον 18ο αιώνα. Όταν έφυγε από τη ζωή, η ιδιοκτησία της γης πέρασε στα χέρια των κληρονόμων του, μεταξύ των οποίων και η οικογένεια Κοκόση. Ο ευρύτατος περίβολος του μικρού ναού –η σημερινή πλατεία, στην άκρη της οποίας υπήρχαν και τα κελιά των μοναχών- αποτέλεσε αντικείμενο σφοδρότατης δικαστικής διαμάχης μεταξύ των κληρονόμων.
Ότι απέμεινε από τους προηγούμενους ναούς βρίσκεται εγκιβωτισμένο στη μαρμάρινη αυτή κατασκευή.
Δύο καλοί Αθηναίοι χριστιανοί φρόντισαν μετά την Επανάσταση του 1821 να επισκευάσουν το εγκαταλελειμμένο εκκλησάκι για να μην εισέρχονται ζωντανά. Όπως όλα τα ξωκλήσια, έτσι κι ο Άγιος Ιωάννης, με απόφαση του Δήμου Αθηναίων, υπήχθη διοικητικά στην αρμοδιότητα του Ναού της Γέννησης του Χριστού, του γνωστού ως «Χριστοκοπίδη», της συνοικίας Ψυρρή. Μάλιστα, τη φροντίδα και λειτουργία του ανέλαβαν δύο επίτροποι –Αναγνωστόπουλος και Χατζημπαμπάκος– του Χριστοκοπίδη που ασχολήθηκαν με την επισκευή και τον καλλωπισμό του. Δεν άργησαν να γίνουν και τα επίσημα εγκαίνιά του, στα τέλη της δεκαετίας του 1850, προεξάρχοντος του Επισκόπου Οιτύλου Προκόπιου Γεωργίου. Έκτοτε, ο ναΐσκος διοικούνταν και επιτροπευόταν από το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Χριστοκοπίδη.
Ο Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννη σήμερα.
Τα όρια Αθηνών-Πειραιώς
Επί πέντε ολόκληρα χρόνια κρατούσε μία από τις διαμάχες μεταξύ Αθηναίων και Πειραιωτών. Από το 1857 μέχρι το 1861 εξαντλήθηκαν όλες οι βαθμίδες της Δικαιοσύνης, από το Ειρηνοδικείο μέχρι τον Άρειο Πάγο, για να καθορισθούν τα όρια των δύο δήμων. Τελικά ως όριο πιάστηκε η κοίτη του Κηφισού ποταμού από την εκβολή του στο Φάληρο μέχρι το ναΐδριο του Αγίου Ιωάννου που συμπεριλήφθηκε στα όρια του Δήμου Πειραιώς «ως πανηγυριζομένου και συντηρουμένου υπό του Δήμου τούτου». Από εκεί το όριο έφθανε στην οδό Αγίας Άννης για να συναντηθεί με τον δρόμο που πήγαινε από τον Πειραιά στο Δαφνί και ήταν αμαξιτός και από εκεί να φθάσει στο Κερατσίνι ή Κερατόπυργο, όπως ονομαζόταν τότε. Έτσι, ένα σημαντικό κομμάτι του Ελαιώνα περιερχόταν στον Δήμο Πειραιώς και οι δοσοληψίες της γης πραγματοποιούνταν πλέον από το Υποθηκοφυλακείο του.
Τοπίο των Αθηνών από πίνακα του Χ. Κ. Στίλλιγκ.
Και οι Ψυρριώτες που το συντηρούσαν και το λειτουργούσαν; Το λαοφιλές εκκλησάκι ήταν «χρυσό» για όποιον το διαχειριζόταν αφού κάθε χρόνο χιλιάδες πιστοί συνέρρεαν για να προσκυνήσουν και να πανηγυρίσουν. Στα τέλη της βασιλείας του Όθωνα, είχε εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της Αττικής. Οπότε «μέγας αναβρασμός επικρατεί διά την παραχώρησιν του εξωκλησίου του αγίου Ιωάννου του προδρόμου εις τον δήμον Πειραιώς και πολλοί κάτοικοι μαζή με άνδρες της εθνοφυλακής προτίθενται να υπερασπιστούν την εκκλησίαν των πατέρων των», έγραφαν οι εφημερίδες στις αρχές Αυγούστου 1865, προϊδεάζοντας για το τι θα επακολουθούσε.
Φουστανελοφόρος.
Κουμπουροφόροι
Οπλισμένοι κτηματίες και φουστανελοφόροι από τη συνοικία Ψυρρή καιροφυλακτούσαν επί 24ώρου βάσεως. Η μεταβολή των ορίων των δήμων δεν συνεπάγεται και αλλαγή της τύχης του Αγίου Ιωάννη, υποστήριζαν και έστηναν κάθε βράδυ γλέντια με νταούλια και βιολιά που πλήρωναν οι επίτροποι του Χριστοκοπίδη. Ούτε το κουβέντιαζαν να υπαχθεί στην Αγία Τριάδα Πειραιώς, όπως είχε συμφωνήσει και η επίσημη Εκκλησία. Τα επιχειρήματά ήταν αφοπλιστικά. Οι εκκλησίες, τα δώρα και τα ιερά κειμήλια δεν μεταβάλλουν κτήση, δεν ενεχυριάζονται, δεν εκποιούνται και δεν υποθηκεύονται. Μόνον σε περίπτωση που η εκκλησία στην οποία ανήκουν πρόκειται να αγοράσει και να ελευθερώσει χριστιανούς αιχμαλώτους! Άρα κακώς συμφώνησαν Εκκλησία και Κυβέρνηση, οπότε ο λόγος τώρα δινόταν στα κουμπούρια. Εξάλλου, πλήθος ναΐσκων λειτουργούσαν και λειτουργούν ως παρεκκλήσια ακόμη και εξωχώριων ναών και ιδρυμάτων, όπως η περίπτωση του Αγίου Τάφου.
Προγενέστερη μορφή του ναού.
Η ημέρα του πανηγυριού του Αγίου Ιωάννη πλησίαζε. Η κατάσταση εκτραχυνόταν. Ανώνυμες προκηρύξεις προειδοποιούσαν: «Είθε να μη ευρεθώμεν εις την λυπηράν ανάγκην ν’ αναγγείλωμεν ότι εχύθη αίμα αθώων πολιτών, υπερασπιζομένων την εκκλησίαν των πατέρων των»! Ακολούθησε προκήρυξη με τις υπογραφές των Ψυρριωτών επιτρόπων: «Ο Ναός είναι και έσεται εις αιώνα τον άπαντα κτήμα αναφαίρετον εις τον ενταύθα ενοριακόν ναόν Χριστοκοπίδη ου έχομεν την τιμήν να επιτροπεύομεν». Ξεκαθάριζε, δε, πως ήταν δική τους υπόθεση η προετοιμασία του ναού για τον εορτασμό.
Εξοχικό τοπίο του Ελαιώνα το 1865.
Επικράτησαν οι Ψυρριώτες
Οι μάγκες του Ψυρρή κατασκήνωσαν στου Ρέντη και εν μέσαις Αθήναις θυμήθηκαν τις εποχές των κλεφταρματολών. Αλλά σε μια ξαφνική έφοδο οι επίτροποι της Αγίας Τριάδας Πειραιώς, συνοδευόμενοι από χωροφύλακες, κατάφεραν να τους πάρουν τα κλειδιά του ναΐσκου! Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Ακολούθησαν ξυλοδαρμοί όποιου περνούσε και ανέβαινε από τον Πειραιά στην Αθήνα. Ήταν πλέον σίγουρο ότι θα υπήρχαν θύματα. Σε σύσκεψη οι δύο δήμαρχοι Αθηνών και Πειραιώς, ο νομάρχης Σπ. Αντωνιάδης και ο επικεφαλής της Αστυνομίας Δ. Βρατσάνος κατέληξαν σε μια προσπάθεια συμβιβασμού των πραγμάτων. Προτάθηκε ο από κοινού εορτασμός και η διανομή των εσόδων. Η πρόταση απορρίφθηκε και τη γιορτή πραγματοποίησαν αποκλειστικά και μόνον οι Αθηναίοι έχοντας επικεφαλής τον Δήμαρχο Περικλή Ζαχαρίτσα.
Ο Άγιος Ιωάννης σε χαρτογράφηση του 1882.
Η ανάπτυξη των συγκοινωνιών –ιδιαίτερα των σιδηροδρομικών γραμμών– έκανε ακόμη δημοφιλέστερο το εκκλησάκι. Το οποίο από το 1925 δεν ανήκε πλέον σε κανέναν από τους δύο δήμους, Αθηναίων ή Πειραιώς, αλλά στην αυτόνομη πλέον Κοινότητα Αγίου Ιωάννη Ρέντη. Το 1946 αναβαθμίστηκε σε Δήμο, ενώ σήμερα η περιοχή υπάγεται στον Δήμο «Νίκαιας – Αγίου Ιωάννη Ρέντη». Όταν η περιοχή ανακηρυσσόταν σε κοινότητα, το 1925, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών έκανε δημοπρασία για την επέκταση του ναού προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του πλούσιου προσφυγικού στοιχείου. Αλλά και ο νεότερος ναός κατεδαφίστηκε και στη δεκαετία του 1970 στη θέση του ανεγέρθηκε ένας μεγαλοπρεπής και καλλιεπής ναός, ο οποίος ανήκει εκκλησιαστικώς στη Μητρόπολη Πειραιώς. Δεν ακολουθήθηκε –δυστυχώς– το παράδειγμα τόσων ναών που φρόντισαν να διατηρήσουν στο πλάι τους τα ναΐδρια της Τουρκοκρατίας, τα σπάνια αυτά δείγματα της παλαιότητας.


















Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Άγιος Φανούριος






Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο άγιος Φανούριος στην κάμινο. Εικόνα δια χειρός Φίκου
Ο Άγιος Φανούριος είναι άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ιστορική ύπαρξή του αγνοήθηκε μέχρι και τον 14ο αιώνα, οπότε και ενευρέθη εικόνα του, στο νησί της Ρόδου. Σύμφωνα με την εικόνα του, ο άγιος ήταν νεαρός στρατιώτης ο οποίος υπέστη 12 μαρτύρια. Υπάρχει επίσης η υπόθεση από ερευνητές ότι ο άγιος συγχέεται με τον Άγιο Γεώργιο, καθώς η εικόνα φαίνεται να έχει αρκετές ομοιότητες με αυτή του Αγίου Γεωργίου.

Από την εύρεση της εικόνας θεωρείται προστάτης του νησιού της Ρόδου. Γρήγορα μάλιστα η φήμη τους ως αγίου του απλώθηκε στα Δωδεκάνησα, την Κύπρο, την Κρήτη, τη Χίο, τη Λέσβο και τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο. Σημερα υπάρχουν πολλές εκκλησίες κτισμένες στο όνομά του. Γιορτάζεται στις 27 Αυγούστου.

Η παρετυμολογική παρήχηση του ονόματός του με το φαίνω: φανερώνω τον έκανε δημοφιλή στη λαϊκή παράδοση για την φανέρωση χαμένων ανθρώπων, ζώων ή πραγμάτων. Οι χριστιανοί φτιάχνουν μια νηστίσιμη πίτα την εορταστική του ημέρα, την φανουρόπιτα, για να τους φανερώσει ο άγιος απολεσθέντα αντικείμενα, την τύχη των ανύπανδρων κοριτσιών ακόμα και εργασία στους ανέργους και διάφορα άλλα. Η πίτα είναι μικρή και στρογγυλή, καθώς και όσο την φτιάχνουν έχουν μια λαμπάδα αναμμένη. Γίνεται με εννέα υλικά, νηστίσιμα και αφού διαβαστεί και κοπεί σε σαράντα κομμάτια μοιράζεται στους πιστούς.

Μολονότι ο βίος του Αγίου Φανουρίου δεν έχει καμία σχέση με τη θεατρική τέχνη, ο Άγιος Φανούριος είναι ο Άγιος Προστάτης των Καραγκιοζοπαιχτών, ακριβώς επειδή τους "φανερώνει" δουλειές. Υπήρχε και λάβαρο του Πανελλήνιου Σωματείου Θεάτρου Σκιών με τον Άγιο Φανούριο, το οποίο λάβαρο δυστυχώς δεν διασώζεται σήμερα, παρά μόνο σε μεταπολεμικό ασπρόμαυρο φωτογραφικό υλικό με τους παλιούς καραγκιοζοπαίχτες Νίκο Ζαβραδινό, Κώστα Μάνο, Τάκη Μελλίδη, Μήτσο Μώρο, Ανδρέα Νικητόπουλο και Σωτήρη Σπαθάρη. Ο τελευταίος εικονίζεται καθιστός κάτω από το λάβαρ

























Γεώργιος Σουρής




Γεννήθηκε το 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει παπά. Όταν η οικογένειά του χρεοκόπησε, ο πατέρας του τον έστειλε υπάλληλο στο κατάστημα ενός θείου του σιτέμπορου στη Ρωσία. Ο Σουρής όμως, ξεκίνησε να γράφει κρυφά τους στίχους του στα κατάστιχα και μετά από δύο μήνες αποχώρησε. Όταν ήλθε στην Αθήνα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να πάρει πτυχίο μετά την απόρριψή του από τον καθηγητή του Σιμτέλο στο μάθημα της μετρικής, κατ΄ άλλους στα Λατινικά, γεγονός που του στοίχισε πολύ όπως διαπιστώνεται στους εκδικητικούς του στίχους. Για να βγάλει τον επιούσιο παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε.

Όπως σημείωνε τότε ο Σπύρος Μελάς, ο Σουρής είχε πλούσια πνευματικά προσόντα και πλούτο γνώσεων με συνέπεια να καταστεί εξαίρετος δημοσιογράφος της έμμετρης σάτιρας των γεγονότων της εποχής. Οι πρώτοι σατιρικοί του στίχοι δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά "Ασμοδαίος", "Μή χάνεσαι" του Βλάση Γαβριηλίδη και "Ραμπαγάς".

Στις 2 Απριλίου 1883, σε ηλικία 30 ετών έβγαλε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του, που ο Γεώργιος Δροσίνης τη βάφτισε «Ο Ρωμηός», που ήταν μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα. Τον Αύγουστο έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά κόπηκε «μετά πολλών επαίνων», όπως σατιρίζει, στη μετρική. Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε ως τις 17 Νοεμβρίου 1918 (τελευταίο φύλλο), λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη και 2 παραρτήματα. Το 1900, στο Δημοτικό Θέατρο των Αθηνών, παρουσιάστηκαν με επιτυχία οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνους, σε έμμετρη απόδοσή του. Έγραψε και αρκετές έμμετρες κωμωδίες, οι οποίες καυτηρίαζαν τα κακώς κείμενα της εποχής.

Το έργο του χαρακτηριζόταν από την ποιητική του γονιμότητα και την πληθώρα των στίχων του. Έγραφε πάντα καλοπροαίρετα σχολιάζοντας το λαό, τους άρχοντες, τους Βασιλείς, χωρίς ωστόσο να βρίζει. Συχνά αυτοσαρκαζόταν και έξοχο δείγμα αυτοσαρκασμού είναι το ποίημα «Η Ζωγραφιά μου». Η γλώσσα του είναι μικτή. Χρησιμοποιεί πολύ τη δημοτική, αλλά συχνά στα ποιήματά του υπάρχουν αρκετές λόγιες λέξεις και φράσεις, για λόγους είτε μετρικούς είτε σατιρικούς. Είχε άλλωστε συγκρουστεί εντονότατα με τον Γιάννη Ψυχάρη και τους μαχητικούς δημοτικιστές των αρχών του 20ού αιώνα[1]. Βεβαίως, κάποιοι τον είπαν στιχοπλόκο και κατηγόρησαν το έργο του υποστηρίζοντας πως στερείται ποιητικής αξίας ή ότι είναι εντελώς επιφανειακό.

Ο Σουρής προτάθηκε 5 χρονιές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας:

To 1907, από 9 μέλη της Ένωσης Ελλήνων Καλλιτεχνών, τον καθηγητή Φιλολογίας και Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιο Χατζιδάκη, τον Πρόεδρο της Βουλής Νικόλαο Λεβίδη με άλλους 100 βουλευτές.
Το 1908 (η πρόταση του 1908 φέρει δυσανάγνωστη υπογραφή).
Το 1909, από τον Φιλολογικό Όμιλο Παρνασσό και τους Δημήτριο Πατσόπουλο και Παύλο Καρολίδη.
Το 1911, από την Ελληνική Φιλολογική Εταιρεία (με έδρα την Κωνσταντινούπολη)
Το 1912, ξανά από τον Γεώργιο Χατζιδάκη.

Ο Γ. Σουρής παντρεύτηκε το 1881, σε ηλικία 28 ετών την Μαρή Κωνσταντινίδη, από τη Χίο, του γένους Αργέντη Ροδοκανάκη, με την οποία και πέρασε μια ευτυχισμένη ζωή αποκτώντας πέντε παιδιά. Η γυναίκα του επέμενε πως είχε έξι, συμπεριλαμβάνοντας και τον σύζυγό της που "καθώς ήταν αδέξιος και ανέμελος" είχε πραγματική ανάγκη μητρικής στοργής και φροντίδας.

Ο Γ. Σουρής πέθανε το 1919 στο Νέο Φάληρο και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού. Από τα πέντε του παιδιά ο Κρίτων και η Αλεξάνδρα δεν απέκτησαν παιδιά. Η Έλλη (Μοσχονά) έζησε στην Αγγλία όπου απέκτησε τρία παιδιά, την Μαρί (άκληρη), τον Χαράλαμπο (άκληρος)και την Λητώ (Carathers) που απέκτησε μια κόρη (εν ζωή) την Jill που ζει στην Αγγλία. Η Ηρώ (Χαλμούκου) απέκτησε δύο παιδιά την Ναυσικά και τον Τάκη που δεν απέκτησαν παιδιά. Η Μυρτώ παντρεύτηκε τον Νικόλαο Δουμπιώτη (της οικογένειας των αγωνιστών από τα Δουμπιά Χαλκιδικής),τον μετέπειτα γνωστό Μακεδονομάχο Καπετάν Αμύντα (και μετέπειτα στρατηγό). Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ιωάννη και την Ελισάβετ. Ο Ιωάννης κατετάγη εθελοντής στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και "χάθηκε" στο Αλβανικό μέτωπο. Η Ελισάβετ (Γιαννακοπούλου) απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτριο και τον Νικόλαο. Και οι δύο ζουν στην Αθήνα και έχουν ο μεν Δημήτριος τρία παιδιά (Αλέξης, Φίλιππος, Βεατρίκη), ο δε Νικόλαος τρία παιδιά (Ελισάβετ, Σμαράγδα, Γεώργιος).





















Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Παναθήναια






Η μεγαλύτερη και λαμπρότερη γιορτή της πόλης των Αθηνών, με την πιο μεγαλοπρεπή πομπή, που έχει απαθανατιστεί στη ζωοφόρο του Παρθενώνα. Γιορταζόταν κάθε τέσσερα χρόνια στο τέλος του μηνός Εκατομβαιώνος (μέσα Αυγούστου) προς τιμήν της θεάς Αθηνάς, της προστάτιδας της πόλης. Αρχικά ήταν ετήσια γιορτή και είχε τοπικό χαρακτήρα, από την εποχή όμως του Πεισιστράτου αναδιοργανώθηκε και γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια, κατά τα πρότυπα των πανελληνίων αγώνων, με την ονομασία Παναθήναια τα μεγάλα (Μεγάλα Παναθήναια).

Η πομπή των Παναθηναίων ξεκινούσε από το Δίπυλο του Κεραμεικού (μία από τις πύλες του τείχους της πόλης), με προεξάρχουσες τις «εργαστίνες», κορίτσια ευγενικής καταγωγής που είχαν αναλάβει την ύφανση του πέπλου του αγάλματος της Αθηνάς Παρθένου. Ο πέπλος είχε κεντημένες σκηνές από τη Γιγαντομαχία (μάχη των θεών εναντίον των Γιγάντων), στην οποία είχε διακριθεί η θεά Αθηνά. Η πόλη, ως δείγμα ευγνωμοσύνης για την εργασία τους, έθετε επικεφαλής της πομπής τα κορίτσια που είχαν υφάνει τον πέπλο. Η πομπή κατέληγε πάνω στον Ιερό Βράχο, όπου και γι­νόταν η παράδοση του πέπλου στην ιέρεια του ναού της Αθηνάς.
Μετά την κατασκευή του Παρθενώνα (423 π.Χ.) με το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, που ήταν κολοσσιαίων διαστάσεων (12 μ.), το μέγεθος του πέπλου είχε αυξηθεί αναλόγως, έτσι ώστε η μεταφορά του από το Δίπυλο ως τα Προπύλαια να γίνεται με πλοίο πάνω σε ρόδες. Ο πέπλος απλωνόταν ως ιστίο στο κατάρτι του πλοίου της πομπής. Οι εργαστίνες πήγαιναν τον πέπλο με τα χέρια από τα Προπύλαια ως το ναό, τον παρέδιδαν στο ιερατείο της θεάς και ακολουθούσε η καθιερωμένη θυσία ζώων στο βωμό του ναού της Αθηνάς.

Στη ζωοφόρο του Παρθενώνα απεικονίζονται οι ίδιοι οι Ολύμπιοι θεοί ως παρατηρητές της πομπής, παρόντες στην πιο μεγάλη ημέρα της πόλης. Εκτός των θεών παριστάνονται οι άρχοντες της πόλης και ομάδες ανθρώπων που συμμετείχαν στην πομπή. Στο κέντρο της παράστασης βρίσκεται η σκηνή της παράδοσης του πέπλου, το καταληκτικό γεγονός της πομπής. Ακολουθούν κοπέλες που κουβαλούν σκεύη για τη θυσία, ιππείς, ηλικιωμένοι με ανθισμένα κλαδιά ελιάς στα χέρια τους (οι επονομαζόμενοι «θαλλοφόροι»), μέτοικοι που κρατούσαν δίσκους με προσφορές καρπών και γυναίκες με αγγεία γεμάτα νερό για τον επιβεβλημένο καθαρμό πριν από την τέλεση της θυσίας. Ουσιαστικά γινόταν μία παρέλαση όλων των πο­λιτών μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα.

Στο τέλος της πομπής παριστάνονταν τα προς θυσία ζώα (πρόβατα, βόδια, αγελάδες), τα οποία και θα αποτελούσαν το κύριο γεύμα για το τσιμπούσι, που θα ακολουθούσε τη θυσία και το οποίο γινόταν στην περιοχή του Κεραμεικού και όχι πάνω στον Ιερό Βράχο.

Ως επέκταση των Παναθηναίων, που είχαν κυρίως θρησκευτικό χαρακτήρα, τελούνταν η γιορτή των Μεγάλων Παναθηναίων, που λαμπρύνονταν με αθλητικούς και μουσικούς αγώνες, διαγωνισμό ραψωδιών και ομαδικό διαγωνισμό χορού (πυρρίχιος).

Τον πυρρίχιο πιστευόταν ότι χόρεψε πρώτη η Αθηνά, αμέσως μόλις γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία. Τα Μεγάλα Παναθήναια καθιερώθηκαν γύρω στο 565 π.Χ. και διαρκούσαν τέσσερις ημέρες (στα κλασικά χρόνια η διάρκειά τους έφτανε τις οκτώ ημέρες). Την προηγούμενη νύχτα λάμβανε χώρα παννυχίδα (ολονύκτια χορευτική εκδήλωση στην οποία έπαιρναν μέρος νέοι), καθώς και λαμπαδηδρομία, δηλαδή αγώνες δρόμου με αναμμένες λαμπάδες.

Το έπαθλο στους αθλητικούς αγώνες των Μεγάλων Παναθηναίων ήταν ένας αμφορέας γεμάτος λάδι, (πολύτιμο δώρο για εκείνη την εποχή, τόσο για την ποσότητα, όσο και για την αναγκαιότητα του προϊόντος στην καθημερινή ζωή) κι ένα στεφάνι από κλαδί ελιάς (το ιερό δένδρο της θεάς, με το οποίο νίκησε τον Ποσειδώνα στο μεταξύ τους «διαγωνισμό» για την ανάληψη της προστασίας της πόλης).

Οι γνωστοί Παναθηναϊκοί αμφορείς παριστάνουν στη μία τους όψη πάνοπλη τη θεά Αθηνά και στην άλλη σκηνή από το αγώνισμα, στο οποίο είχε διακριθεί ο βραβευμένος με τον αμφορέα αθλητής.










Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Η μεγάλη σφαγή του Ηρακλείου


Μετά την ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, οι Κρητικοί, που είχαν ξεσηκωθεί για μία ακόμη φορά κατά του οθωμανού δυνάστη, δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν τίποτα περισσότερο από την αυτονομία, που τους προσέφεραν οι Μεγάλες Δυνάμεις.

Στις 18 Ιουλίου 1898 η Συνέλευση των Κρητών εξέλεξε εκτελεστική επιτροπή, το «Εκτελεστικόν Κρήτης», που θα αναλάμβανε τη διακυβέρνηση της νήσου για το χρονικό διάστημα μέχρι την άφιξη του ύπατου αρμοστή πρίγκηπα Γεωργίου, δευτερότοκου γιου του βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου Α’. Το αποτελούσαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Ιωάννης Ζαχαράκης, ο Ιωάννης Σφακιανάκης, ο Εμμανουήλ Μυλωνογιαννάκης, ο Νικόλαος Γιαμαλάκης και ο Αντώνιος Χατζηδάκης.

Η εξέλιξη αυτή ανησύχησε, όπως ήταν φυσικό, τους Τουρκοκρητικούς (γηγενείς μουσουλμάνους, ως επί το πλείστον), που αποτελούσαν περί το 15% του συνολικού αριθμού των κατοίκων της μεγαλονήσου. Κι ενώ απόσπασμα του αγγλικού στρατού εγκαθιστούσε στο Ηράκλειο υπαλλήλους τού Εκτελεστικού, σύμφωνα με την απόφαση των ξένων ναυάρχων, ο εξαγριωμένος τουρκικός όχλος της πόλης εξετράπη σε πράξεις πρωτοφανούς βαρβαρότητας.

Στις 25 Αυγούστου 1898, εκατοντάδες χριστιανοί σφαγιάστηκαν και μαζί τους 17 άγγλοι στρατιώτες και ο πρόξενος της Αγγλίας στο Ηράκλειο Λυσίμαχος Καλοκαιρινός. Πυρπολήθηκαν καταστήματα και συνοικίες χριστιανών και η εικόνα επανέφερε στη μνήμη τις σκληρότερες στιγμές της τουρκικής θηριωδίας. 

Η Αγγλία αντέδρασε αμέσως και δυναμικά. Απαγχονίστηκαν 17 σημαίνοντες Τουρκοκρητικοί, πρωταίτιοι των βανδαλισμών, άλλοι απελάθηκαν ή φυλακίστηκαν και ο τουρκικός στρατός υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη. Στις 2 Νοεμβρίου 1898 και ο τελευταίος τούρκος στρατιώτης εγκατέλειπε το κρητικό έδαφος.

Η ελευθερία της Κρήτης ήταν πλέον γεγονός. Οι Μεγάλες Δυνάμεις ανέλαβαν την προστασία της νήσου και η μακραίωνη περίοδος της δουλείας είχε τελειώσει οριστικά. Η Κρητική Πολιτεία που συστάθηκε αποτέλεσε το μεταβατικό στάδιο πριν από την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα την 1η Δεκεμβρίου 1913.













Τρίτη 23 Αυγούστου 2016

Η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου




Η σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου, πίνακας του Φρανσουά Ντιμπουά

Με τον χαρακτηρισμό αυτό έμεινε στην ιστορία η γενική σφαγή των Διαμαρτυρομένων (Ουγενότων) στο Παρίσι, από τους Ρωμαιοκαθολικούς, στις 24 Αυγούστου 1572, κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Βαρθολομαίου. Ως έκφραση χρησιμοποιείται στον καθημερινό λόγο για περιπτώσεις μαζικών και βίαιων εκκαθαρίσεων.

Ο τερματισμός του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Διαμαρτυρομένων και Καθολικών στη Γαλλία με το Διάταγμα του Αγίου Γερμανού (1570) δεν έλυσε το πρόβλημα στις σχέσεις ανάμεσα στα δύο χριστιανικά δόγματα, που διεκδικούσαν την άσκηση επιρροής στον άβουλο βασιλιά Κάρολο Θ’. Ο διορισμός στο ανακτορικό συμβούλιο του προτεστάντη ναυάρχου Γκασπάρ Ντε Κολινί και η μεγάλη επιρροή του στον βασιλιά προκάλεσε την αντίδραση των Ρωμαιοκαθολικών.

Οι μηχανορραφίες του Ντε Κολινί ανάγκασαν τη βασιλομήτορα Αικατερίνη των Μεδίκων να ζητήσει τη στήριξη των Καθολικών. Έπεισε τον γιο της ότι ο Ντε Κολινί δήθεν συνωμοτούσε εναντίον του και ότι έπρεπε να τον εξουδετερώσει. Η αφορμή δόθηκε στις 18 Αυγούστου, όταν στο Παρίσι είχαν συρρεύσει πολλοί ουγενότοι ευγενείς για τον γάμο του Ερρίκου των Βουρβώνων, βασιλιά της Ναβάρας, με την αδελφή του γάλλου βασιλιά Μαργαρίτα του Βαλουά.

Η απόπειρα εναντίον του Ντε Κολινί στις 22 Αυγούστου απέτυχε και τότε η Αικατερίνη έπεισε τον Κάρολο να διατάξει τη σφαγή όλων ανεξαιρέτως των Διαμαρτυρόμενων του Παρισιού. Τη νύχτα της 23ης προς την 24η Αυγούστου χιλιάδες διαμαρτυρόμενοι σφαγιάστηκαν και μέσα στη σύγχυση που δημιουργήθηκε και αρκετοί καθολικοί. Την εκτέλεση του σχεδίου ανέλαβε ο δούκας Ερρίκος της Γκύζης, που είχε προετοιμάσει κατάλληλα τους φανατικούς Ρωμαιοκαθολικούς στρατιώτες του για την επίτευξη του αιφνιδιασμού.

Την επόμενη ημέρα ανάλογες σφαγές σημειώθηκαν και σε άλλες γαλλικές πόλεις με προτεσταντικό πληθυσμό, όπως η Λιόν, η Ρουέν, το Μπορντώ και η Ορλεάνη. Όταν στις 3 Οκτωβρίου 1572 με βασιλική διαταγή τερματίστηκαν οι σφαγές, πάνω από 30.000 διαμαρτυρόμενοι είχαν χάσει τη ζωή τους.

Τα γεγονότα της Νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου αποτέλεσαν θρίαμβο για τη βασιλομήτορα Αικατερίνη των Μεδίκων και των φανατικών Καθολικών. Ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ’ χαιρέτησε τη σφαγή των Διαμαρτυρομένων και διέταξε δημόσιες προσευχές ευχαριστίας προς τον Θεό. Η Γαλλία, όμως, βγήκε ζημιωμένη από την παράλογη αυτή έκρηξη της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Ο εμφύλιος θρησκευτικός πόλεμος αναζωπυρώθηκε και η χώρα έχασε τις συμμαχίες της με τις προτεσταντικές χώρες.
















Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Δουλεμπόριο


Μορφές δουλείας

Η κυρίαρχη μορφή δουλείας ήταν συνήθως για τους μεν άνδρες η εξαναγκαστική εργασία μέχρι φυσικής εξόντωσης, για τις δε γυναίκες η σεξουαλική εκμετάλλευση. Τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, χρησιμοποιούνταν συνήθως για σκληρή εργασία ή, σπανιότερα, για υποχρεωτική ενσωμάτωση στον κυρίαρχο πληθυσμό, αλλάζοντας θρήσκευμα και εθνικότητα. Επίσης, όταν έφταναν στην εφηβεία ή και νωρίτερα, τα κορίτσια άρχιζαν να χρησιμοποιούνται ως σεξουαλικά αντικείμενα και τα αγόρια μετά τα 13-14 λογαριάζονταν συνήθως ως ενήλικες δούλοι. Τα αγόρια σε κάποιους πολιτισμούς γίνονταν ευνούχοι ή αφομοιώνονταν σε στρατιωτικές υπηρεσίες, εφόσον είχαν ασπασθεί το θρήσκευμα, την ιδεολογία και την εθνικότητα της κυρίαρχης ομάδας.

Το φαινόμενο ήταν πιο ανεπτυγμένο στις κοινωνίες που είτε επειδή είχαν σχετικά χαμηλό πληθυσμό είτε για άλλους λόγους χρειάζονταν περισσότερο και φθηνότερο εργατικό δυναμικό για την ανάπτυξη της οικονομίας τους.

Η δουλεία εξακολουθεί να παρατηρείται και σήμερα με διάφορες μορφές, κυρίως σε βάρος γυναικών (εξαναγκαστική πορνεία), παιδιών (επαιτεία, κακοποίηση, εργασία) και σπανιότερα ανδρών (εκμετάλλευση αιχμαλώτων πολέμου σε μερικά αφρικανικά κράτη

Ορισμένοι θεωρούν ότι μορφή δουλείας αποτελεί σήμερα και η δουλειά σε οποιαδήποτε χώρα στηρίζει την οικονομία της στο καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, λόγω της a priori εκμετάλλευσης της υπεραξίας των εργαζομένων, ενώ πολλοί ταυτίζουν τη δουλεία και με άλλες σκληρές, όμως σχετικά ηπιότερες μορφές εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο –π.χ. της δουλοπαροικίας. Μορφή δουλείας συνιστά κατά κάποιους και η σύγχρονη ποινή της προσωποκράτησης για οφειλές όπως και τα καταναγκαστικά έργα, στα οποία αρκετές χώρες υποβάλουν τους καταδίκους τους. Γενικά, ως δουλεία μπορεί -με την ευρύτερη έννοια της χρήσης των ατόμων- να θεωρηθούν όλες οι διάδοχες καταστάσεις οικονομικής εκμετάλλευσης και υποβιβασμού κοινωνικών ομάδων, αλλά οι περισσότεροι θεωρούν ότι η κυριολεκτική χρήση του όρου δουλεία προϋποθέτει τη νόμιμη ή εθιμική αφαίρεση της ιδιότητας του υποκειμένου και την μετατροπή του ατόμου σε αντικείμενο (res) του νόμου.
Η κατάσταση σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες που απαγόρευσε στη νεότερη ιστορία τη δουλεία, αμέσως μετά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821. Το σύνταγμα του 1822[22], του 1823[23] όπως και του 1844[24] όριζαν ότι «εις την ελληνική επικράτειαν ούτε πωλείται ούτε αγοράζεται άνθρωπος. Αργυρώνητος δε παντός γένους και πάσης θρησκείας, άμα πατήσας το Ελληνικό έδαφος, είναι ελεύθερος και από τον δεσπότην αυτού ακαταζήτητος».

Το σημερινό Σύνταγμα με το άρθρο 22, ορίζει ότι «οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται» και «η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.»

Περιπτώσεις δουλείας πάντως παρατηρούνται και σήμερα στην Ελλάδα, όπως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Αφορά κυρίως τα παιδιά που παρανόμως εξωθούνται στην επαιτεία και των γυναικών που εξωθούνται παρά τη θέλησή τους στην πορνεία. Ο σημερινός ορισμός της δουλείας έχει διαφοροποιηθεί ελαφρά από τον κλασικό και ως δουλεία ορίζεται «η πλήρης εξουσία και έλεγχος ενός ανθρώπου επάνω σε κάποιον άλλο με στόχο κυρίως την οικονομική ή και άλλης μορφής εκμετάλλευσή του». Με αυτή την έννοια ο δούλος δεν στερείται νόμιμα της ανθρώπινης υπόστασής του όπως την εποχή που η δουλεία ήταν νόμιμη, αλλά παραμένει δούλος γιατί χειραγωγείται απόλυτα[25]

Επίσης συζητείται και το θέμα της προσωποκράτησης για οφειλές, γεγονός που στιγματίζεται από πολλούς νομικούς. Στην Ελλάδα η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει αποφανθεί αρνητικά, θεωρώντας το μέτρο αντισυνταγματικό, γιατί «αποτελεί μέτρο καταναγκασμού όχι επάνω στην περιουσία του οφειλέτη, αλλά επί του ιδίου του προσώπου του οφειλέτη». Η προσωποκράτηση για οφειλές έχει απαγορευθεί στις περισσότερες χώρες στον κόσμο τόσο για ηθικούς λόγους, όσο και για πρακτικούς –ο έγκλειστος δεν είναι δυνατόν να εργασθεί για να αποπληρώσει την οφειλή του.

Ο ΟΗΕ εκτιμά ότι σήμερα ζουν περίπου 27.000.000 άνθρωποι σε διάφορες χώρες ως δούλοι, κυρίως γυναίκες και παιδιά. Το δυσάρεστο είναι ότι αυτή η σύγχρονη μορφή δουλείας περνά σχεδόν απαρατήρητη και ο βασικότερος λόγος είναι ο παράνομος χαρακτήρας της. Όσο δηλαδή η δουλεία ήταν νόμιμη, τηρούνταν αρχεία εμπορικά και όλες οι πράξεις ήταν εμφανείς. Τώρα που η δουλεία διενεργείται παράνομα, τηρείται απόλυτη μυστικότητα από όλους τους αυτουργούς –τις ομάδες που συλλαμβάνουν τους δούλους, τις ομάδες που τους μεταφέρουν στην αγορά και την αγορά που τους εκμεταλλεύεται.

Η σύγχρονη δουλεία επιβιώνει επειδή επίσης δεν στηρίζεται σε φυλετικά κριτήρια και θύματά της αποτελούν όλες οι ανθρώπινες ομάδες που έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό την κατάσταση της αδυναμίας, ανεξαρτήτως θρησκείας, εθνικότητας, ηλικίας ή φύλου. Επίσης, οι δούλοι δεν απασχολούνται σε συγκεκριμένη αγορά ή βιομηχανία ή σε ορισμένες έστω πόλεις, και έτσι δεν υπάρχουν σταθερές οδοί μεταφοράς ή σταθερές αγορές, ώστε να ιχνηλατηθούν και να διαλυθούν τα κέντρα διοργάνωσης του δουλεμπορίου.

Τέλος, ο μέσος πολίτης δεν έχει συναίσθηση του γεγονότος ότι η δουλεία εφαρμόζεται πιθανόν στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο στο οποίο πηγαίνει σχολείο το παιδί του ή εργάζεται ο ίδιος ούτε και αναγνωρίζει εύκολα τη δουλεία ως φαινόμενο. Συχνά την εκλαμβάνει ως ξεπεσμό του ατόμου με δική του πρωτοβουλία –δεν μπορεί π.χ. να διαχωρίσει εύκολα την πόρνη που επέλεξε και συνεχίζει να επιλέγει να ασκεί αυτό το επάγγελμα από εκείνην που εξαναγκάσθηκε να το επιλέξει όταν ήταν ανήλικη. Καθώς δηλαδή ο μέσος άνθρωπος θεωρεί κάποιες δραστηριότητες εξαιρετικά εξευτελιστικές, ομαδοποιεί τους ανθρώπους που τις ασκούν.

Εντούτοις, άπαξ και ένα άτομο προσπαθεί να διαφύγει από τον εξευτελισμό και δεν μπορεί, τότε είναι δούλος με την κλασική έννοια της λέξης. Αν επίσης έχει περιορισμένες πνευματικές ικανότητες, τότε ακόμα κι αν δεν προσπαθεί συνειδητά να διαφύγει, και πάλι αποτελεί δούλο, γιατί δεν επέλεξε ποτέ ο ίδιος να χρησιμοποιηθεί. Αν πρόκειται για παιδί, ασφαλώς και δεν είχε επιλογή εξαρχής, οπότε και πάλι αποτελεί δούλο.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Μάικλ Κόλινς 1890 – 1922



Ήρωας του Ιρλανδικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας και πολιτικός, το «Γελαστό Παιδί» του τραγουδιού του Μίκη Θεοδωράκη.
Ο Μάικλ Τζέιμς Κόλινς (Michael James Collins στα αγγλικά, Mícheál Séamus Ó Coileáin στα Ιρλανδικά) γεννήθηκε στο Κλονακίλτι της κατεχόμενης από τους Άγγλους Ιρλανδίας στις 16 Οκτωβρίου 1890. Ήταν το τρίτο από τα οκτώ παιδιά του Μάικλ Τζον Κόλινς, αγρότη, λάτρη των μαθηματικών και μέλους μιας μυστικής οργάνωσης για την απελευθέρωση της Ιρλανδίας.
Ο μικρός Μάικλ ήταν ένα προικισμένο παιδί, με δυναμικό ταμπεραμέντο, που ζούσε και ανέπνεε για την αποτίναξη του βρετανικού ζυγού από την πατρίδα του. Σε ηλικία 15 ετών εγκατέλειψε το σχολείο και δούλεψε ως ταχυδρομικός στο Λονδίνο και θεληματάρης σε μια χρηματιστηριακή εταιρεία. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο σπούδασε νομικά και εντάχθηκε, όπως και ο πατέρα του, στην «Ιρλανδική Ρεπουμπλικανική Αδελφότητα» (IRB), μία μυστική οργάνωση που όρκιζε τα μέλη της στην απελευθέρωση της Ιρλανδίας και ήταν υπεύθυνη για τις σημαντικότερες εξεγέρσεις του 19ου αιώνα.
Στις αρχές του 1916 επέστρεψε στο Δουβλίνο και προσελήφθη σ’ ένα δικηγορικό γραφείο. Λίγους μήνες αργότερα έλαβε ενεργό μέρος στην «Εξέγερση του Πάσχα» (24 Απριλίου 1916), που, αν και απέτυχε, άνοιξε τον δρόμο πέντε χρόνια αργότερα για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας. Συνελήφθη, κρατήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και απολύθηκε το Δεκέμβριο του 1916.
Στις βρετανικές εκλογές του Δεκεμβρίου του 1918, πλειοψήφησε στην Ιρλανδία το κόμμα Σιν Φέιν («Εμείς οι ίδιοι»), που υποστήριζε την ανεξαρτησία της χώρας, με επικεφαλής τον Ίμον Ντε Βαλέρα και επίλεκτο μέλος τον Μάικλ Κόλινς. Οι ιρλανδοί βουλευτές συγκρότησαν στο Δουβλίνο προσωρινή κυβέρνηση και Εθνοσυνέλευση («Ντάιλ Έρεαν»), η οποία ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας. Ο αιρετός πρόεδρος Ίμον Ντε Βαλέρα και ο αντιπρόεδρος Άρθουρ Γκρίφιθ ήταν στη φυλακή και μεγάλο μέρος της ευθύνης τους περιήλθε στον Κόλινς, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος υπουργός Εσωτερικών του Σιν Φέιν. Στη συνέχεια οργάνωσε την απόδραση του Ντε Βαλέρα από τη φυλακή Λίνκολν (Φεβρουάριος 1919) και ο ίδιος έγινε υπουργός Οικονομικών.
Ο Κόλινς διακρίθηκε, κυρίως, για τις στρατιωτικές του ικανότητες κατά τη διάρκεια του Αγγλοϊρλανδικού Πολέμου (1919-1921). Δημιούργησε μικρές και ευκίνητες ομάδες ανταρτών («flying columns»), οι οποίες χτυπούσαν γρήγορα αγγλικούς στόχους και εξαφανίζονταν. Οι ομάδες αυτές βασιζόταν στην καθοδήγηση τοπικών ηγετών, στην καλή γνώση της περιοχής όπου δρούσαν και στη στενή σχέση με το λαό της, που αντιστάθμιζε την έλλειψη εφοδίων. Αυτή η τακτική ανέδειξε τον Μάικλ Κόλινς ως έναν από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς του ανταρτοπολέμου, που αργότερα αντιγράφτηκε από την ΕΟΚΑ στην Κύπρο. Ως κύριος σχεδιαστής και συντονιστής του επαναστατικού κινήματος στην Ιρλανδία, ήταν στην πρώτη θέση της λίστας με τους καταζητούμενους από τους Βρετανούς, που τον είχαν επικηρύξει αντί 10.000 λιρών.
Μετά την ανακωχή του Ιουλίου 1921, ο Γκρίφιθ και ο Κόλινς ήταν οι απεσταλμένοι του Ντε Βαλέρα στο Λονδίνο για τις διαπραγματεύσεις ειρήνης (Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1921). Η Συνθήκη της 6ης Δεκεμβρίου 1921 υπογράφηκε από τον Γκρίφιθ, με την πεποίθηση ότι ήταν η πιο ευνοϊκή που μπορούσε να επιτευχθεί την εποχή εκείνη για την Ιρλανδία και με την απόλυτη βεβαιότητα ότι έτσι υπέγραφε τη δική του καταδίκη σε θάνατο. Η Συνθήκη εκχωρούσε στην Ιρλανδία καθεστώς αυτοκυβερνώμενης πολιτείας (dominion) με την επωνυμία Ιρλανδικό Ελεύθερο Κράτος, στο πλαίσιο της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.
Οι όροι για τη διχοτόμηση της Ιρλανδίας σε βόρεια και νότια, καθώς και ο όρκος πίστης στο αγγλικό στέμμα ήταν απαράδεκτοι για τον Ντε Βαλέρα και τους άλλους εθνικιστές ηγέτες. Η πειστικότητα του Κόλινς οδήγησε στην αποδοχή της Συνθήκης, που ψηφίστηκε από την Ιρλανδική Συνέλευση με μικρή πλειοψηφία. Σχηματίστηκε προσωρινή διακυβέρνηση, με πρόεδρο τον Γκρίφιθ και πρωθυπουργό τον Κόλινς.
Σχεδόν αμέσως ξέσπασαν στασιαστικές κινήσεις κατά της Συνθήκης. Ο Κόλινς απέφυγε να λάβει μέτρα εναντίον των πρώην συναδέλφων του, ώσπου επαναστάτες του Ιρλανδικού Ρεπουμπλικανικού (Δημοκρατικού) Στρατού (IRA) κατέλαβαν τα «Τέσσερα Δικαστήρια» στο Δουβλίνο, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον εμφύλιο πόλεμο. Ο Κόλινς ανέλαβε την αρχηγία του στρατού και κατέστειλε τη στάση. Μετά το θάνατο του Γκρίφιθ (12 Αυγούστου 1922) ήταν ο μόνος κυρίαρχος κι έτσι ανέλαβε και την προεδρία της κυβέρνησης.
Δέκα μέρες αργότερα ήρθε και το δικό του τέλος. Ενώ βρισκόταν σε περιοδεία στην περιφέρειά του στο δυτικό Κορκ, πυροβολήθηκε σε ενέδρα στο Μπιλ Να Μπλαθ καιπέθανε στις 22 Αυγούστου 1922. Ο θάνατός του σκεπάστηκε από αχλύ μυστηρίου κι ακόμα και σήμερα εγείρει θεωρίες συνωμοσίας.

Σχετικά

  • Τον Απρίλιο του 1962 ανέβηκε στην Αθήνα το θεατρικό έργο του ιρλανδού συγγραφέα Μπρένταν Μπίαν «Ένας Όμηρος». Στην παράσταση ακουγόταν το τραγούδι «Το γελαστό παιδί», που θρηνούσε το χαμό του Μάικλ Κόλινς. Ο Βασίλης Ρώτας μετέφρασε το ποίημα του Μπίαν από τα αγγλικά και ο Μίκης Θεοδωράκηςέγραψε τη μουσική. Το τραγούδι γνώρισε μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία και συνδέθηκε με ελληνικά συμβάντα (δολοφονία Λαμπράκη κ.ά.).
  • Η ζωή και ο αγώνας του Κόλινς πέρασαν και στον κινηματογράφο το 1996, από τον συμπατριώτη του σκηνοθέτη Νιλ Τζόρνταν. Η ταινία «Μάικλ Κόλινς ο επαναστάτης», με τον Λίαμ Νίσον στον επώνυμο ρόλο, απέσπασε το Χρυσό Λιοντάρι καλύτερης ταινίας και βραβείο καλύτερης ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας και Όσκαρκαλύτερης φωτογραφίας και μουσικής.





















Η ιστορία του Ερυθρού Σταυρού



Η υπογραφή της Συνθήκης της Γενεύης, με την οποία ιδρύθηκε ο Ερυθρός Σταυρός.

Ο Ερυθρός Σταυρός είναι ένας διεθνής οργανισμός ανθρωπιστικού χαρακτήρα, ο οποίος ιδρύθηκε με σκοπό την προσφορά βοήθειας στα θύματα των πολέμων. Είναι μία από τις πρώτες μη κυβερνητικές οργανώσεις και στις μέρες μας η μεγαλύτερη και σημαντικότερη, με δράση σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Εκτός από την περίθαλψη των τραυματιών και την προστασία των αιχμαλώτων πολέμου, ο Ερυθρός Σταυρός σε καιρό ειρήνης παρεμβαίνει σε περιπτώσεις καταστροφών, ενώ ασχολείται ιδιαίτερα με το ζήτημα των προσφύγων.
Αφορμή για την ίδρυση του Ερυθρού Σταυρού στάθηκε η Μάχη του Σολφερίνο (24 Ιουνίου 1859), κατά την οποία οι Γάλλοι νίκησαν τους Αυστριακούς στην πόλη Σολφερίνο της βόρειας Ιταλίας, μετά από ολοήμερη μάχη. Αυτόπτης μάρτυς της αγριότητας των πολεμικών συγκρούσεων, ο ελβετός επιχειρηματίας Ζαν Ανρί Ντυνάν, ο οποίος ταραγμένος από την αγωνία των τραυματισμένων στρατιωτών, οργάνωσε ένα δίκτυο βοήθειας, με τη συνδρομή ντόπιων εθελοντών.
Με την επιστροφή του στη Γενεύη, ο Ντυνάν γράφει ένα βιβλίο με τίτλο «Αναμνήσεις από το Σολφερίνο», στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναπτύσσει ιδέες για την εθελοντική βοήθεια κατά τη διάρκεια του πολέμου. Προτείνει οι τραυματίες και όλοι όσοι τους φροντίζουν να θεωρούνται ουδέτεροι, ακόμα και στο πεδίο της μάχης. Τον Αύγουστο του 1863 πέντε πολίτες της Γενεύης, οι Γκιστάβ Μουανιέ, Λουί Απιά, Τεοντόρ Μωνουάρ, Γκιγιόμ Ντυφούρ και Ανρί Ντυνάν, ιδρύουν τη Διεθνή Επιτροπή για τη Βοήθεια των Τραυματιών. Στις 29 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου ειδικοί από 16 χώρες 
συναντώνται στη Γενεύη και υιοθετούν τις ιδέες του Ντυνάν.
Ένα χρόνο αργότερα, στις 22 Αυγούστου του 1864, με πρωτοβουλία της Ελβετίας διοργανώνεται μια διεθνής διπλωματική διάσκεψη και υπογράφεται η Σύμβαση της Γενεύης, όπου αναγνωρίζεται ο ρόλος της Επιτροπής και η υποχρέωση των εμπολέμων να προστατεύουν τους τραυματίες και να τους παρέχουν τις απαραίτητες φροντίδες. Οι αρχές της Σύμβασης του 1864 επεκτάθηκαν αργότερα στους τραυματίες των συγκρούσεων στη θάλασσα (1899 και 1907), στους αιχμαλώτους πολέμου (1929) και στους άμαχους πληθυσμούς (1949).
Το 1876 η Διεθνής Επιτροπή για τη Βοήθεια των Τραυματιών θα μετονομασθεί σε Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, όπως είναι γνωστή και σήμερα. Ως έμβλημα του Ερυθρού Σταυρού υιοθετείται ο κόκκινος ισοσκελής σταυρός σε λευκό φόντο, που είναι η ελβετική σημαία με αντεστραμμένα χρώματα. Οι μουσουλμανικές χώρες που εισήλθαν στον Διεθνή Οργανισμό αργότερα απαίτησαν την αλλαγή του εμβλήματος, που παρέπεμπε στον Χριστιανισμό. Έπειτα από διαπραγματεύσεις αποφασίστηκε οι χριστιανικές χώρες να χρησιμοποιούν τον Ερυθρό Σταυρό και οι μουσουλμανικές 
χώρες την Ερυθρά Ημισέληνο. Και οι δύο οργανώσεις συνεργάζονται στενά κάτω από την ομπρέλα της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου που εδρεύει στη Γενεύη. Το Ισραήλ από την ίδρυσή του το 1948 έχει τη δική του οργάνωση, το Ερυθρό Άστρο του Δαυίδ. Τα τελευταία χρόνια προτείνεται η υιοθέτηση ενός ουδέτερου εμβλήματος για όλο αυτό το ανθρωπιστικό κίνημα, που θα είναι ο Ερυθρός Κρύσταλλος.
Το Ελληνικό Τμήμα του Ερυθρού Σταυρού (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός) ιδρύθηκε στις10 Ιουνίου 1877 υπό την προστασία της Βασίλισσας Όλγας, με πρώτο πρόεδρο τον νομομαθή Μάρκο Ρενιέρη (1815-1897). Στις 6 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου αναγνωρίστηκε από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό. Σκοποί του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, όπως περιγράφονται στο καταστατικό του, είναι σε περίοδο πολέμου η θεραπεία και η περίθαλψη των τραυματιών, η μέριμνα για τους αιχμαλώτους και η προστασία των θυμάτων του πολέμου, ενώ σε περίοδο ειρήνης η παροχή βοηθείας στους πληττόμενους από θεομηνίες και επιδημίες, η παροχή κοινωνικο-προνοιακού και φιλανθρωπικού έργου και η προαγωγή της δημόσιας υγείας γενικότερα. Η δράση του ΕΕΣ επεκτείνεται και εκτός των ελληνικών συνόρων, με αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας σε διάφορα μέρη του κόσμου.
Έργο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού υπήρξε η ίδρυση Σταθμών Πρώτων Βοηθειών, Κέντρων Αιμοδοσίας, σχολών Νοσηλευτικής, νοσοκομείων («Ερρίκος Ντυνάν», «Ασκληπείο Βούλας», «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο» στους Αμπελοκήπους) και της Υπηρεσίας Αναζητήσεως αγνοουμένων.















Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Καραγκιόζης





Λαϊκό θέατρο σκιών, ανατολίτικης προέλευσης, που πήρε το όνομά του από τον πρωταγωνιστή του, τον Καραγκιόζη, ένα πανέξυπνο τύπο, μόνιμα φτωχό και σαρκαστή των πάντων.
Για την καταγωγή του Καραγκιόζη έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες. Πιο πειστική είναι αυτή που τον θέλει να κατάγεται από τη μακρινή Ανατολή (Κίνα και Ινδία) και μέσω Τουρκίας να ήλθε στην Ελλάδα κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ο τουρκικός Καραγκιόζης (Karagöz = μαυρομάτης στα τουρκικά) διαδόθηκε σε όλες τις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήδη από τον 17ο αιώνα, διασκεδάζοντας το κοινό με την ιθυφαλλική εμφάνισή του και την αισχρολογία του.
Πρώτη γραπτή μαρτυρία για τον Καραγκιόζη στον ελληνικό χώρο έχουμε στις 18 Αυγούστου 1841, όταν η αθηναϊκή εφημερίδα «Ταχύπτερος Φήμη» αναγγέλλει: «Την 21 του παρόντος, θα παρουσιαστεί εις Ναύπλιον η κωμωδία του Καραγκιόζη, έχουσα αντικείμενον τον Χατζ-Αββάτην και Κουσζούκ-Μεϊμέτην». Το 1852 η εφημερίδα «Αθηνά» άσκησε κριτική στη διεύθυνση της Αστυνομίας Αθηνών, διότι ανεχόταν «την εν τισιν καφενείοις παράστασιν του λεγόμενου Καραγκιόζη, ενώ άλλοτε αυστηρώς εμποδίζετο αύτη». Και κατήγγηλλε ότι «αισχρών και ασέμνων πράξεων σκηναί παρίστανται δια των νευροσπάστων εις τα βωμολοχικά τοιαύτα των Ασιατών θέατρα», ώστε η διαφθορά να περνάει σε ολόκληρη την κοινωνία, αφού «απειράριθμον πλήθος διαφόρων παίδων, και πολλοί μάλιστα εκ των μαθητών των γυμνασίων και των σχολείων μας» σύχναζαν εκεί κάθε βράδυ «αδιακόπως».
Ο εξελληνισμός του Καραγκιόζη πρέπει να ξεκίνησε το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, από την Ήπειρο, όταν καραγκιοζοπαίχτες της εποχής εκείνης παρουσίαζαν την παράσταση με τοΜεγαλέξανδρο και το φίδι, συνδέοντας έτσι για πρώτη φορά τον Καραγκιόζη με την ελληνική λαϊκή παράδοση. Η Πάτρα ήταν το μέρος, όπου ο Καραγκιόζης εξελληνίστηκε οριστικά μέσα από τις καινοτομίες, που επέφερε σε πρόσωπα και θέματα ο καραγκιοζοπαίχτης Μίμαρος, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Δημητρίου Σαραντούνη (1865-1912).
Ο Μίμαρος δημιούργησε νέους χαρακτήρες (Κολλητήρι, Σιορ Διονύσιος, Βεληγκέκας), έστρεψε τις παραστάσεις του Καραγκιόζη και προς το ηρωικό δράμα (με αναφορές στους ήρωες του ‘21), μεγάλωσε τη σκηνή, τοποθετώντας την καλύβα και το σαράι, ενώ άρχισε να φτιάχνει τις φιγούρες με χαρτόνι και όχι από τενεκέ, όπως κατασκευάζονταν μέχρι τότε. Ο μαθητής του Μίμαρου, Γιάννης Ρούλιας, δημιούργησε τον τύπο του Μπαρμπαγιώργου, ο Γιάννης Μώρος τον Σταύρακα και ο σπουδαίος καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μόλλας (1871-1949) λιγότερο δημοφιλείς ήρωες, όπως τον Πεπόνια, τον Καικαί και τον Νώντα.
Οι παραστάσεις του Καραγκιόζη ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στη χώρα μας μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και προσέλκυαν κόσμο κάθε ηλικίας. Σταδιακά, μετά τον πόλεμο και με την άνοδο του κινηματογράφου, ο Καραγκιόζης άρχισε να χάνει την αίγλη του και περιορίστηκε μόνο στο παιδικό κοινό. Στις μέρες μας και τα παιδιά ακόμα δείχνουν να τον εγκαταλείπουν, έχοντας ανακαλύψει νέους ήρωες από την τηλεόραση και το διαδίκτυο.

Οι βασικοί ήρωες του Καραγκιόζη

  • Καραγκιόζης: Ο πρωταγωνιστής του θεάτρου σκιών. Είναι κακάσχημος και καμπούρης, μόνιμα φτωχός και σαρκαστής των πάντων. Σοφίζεται χίλια τεχνάσματα για να τα βολέψει στη ζωή και τα καταφέρνει περίφημα, μ’ όλο που φορτώνεται καρπαζιές κάθε τόσο. Σύμφωνα με το συγγραφέα Γιώργο Ιωάννου «το σπουδαιότερο μήνυμά του μπροστά στην απελπισία της νεοελληνικής ζωής είναι ο αντιστασιακός αμοραλισμός του και το αιώνιο κέφι του».
  • Κολλητήρης και Κοπρίτης: Γιοι του Καραγκιόζη, «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του πατέρα τους.
  • Μπαρμπαγιώργος: Θείος του Καραγκιόζη, που εκφράζει τον πρωτόγονο,  απλοϊκό, αλλά αχάλαστο Έλληνα. Ζει σε κάποιο χωριό της Ρούμελης και έρχεται στην πόλη για δουλειές ή για να βοηθήσει τον ανιψιό του.
  • Χατζηαβάτης: Φοράει τουρκική φορεσιά και σκούφια. Είναι τίμιος και σοβαρός, αλλά συχνά ενδίδει στους πειρασμούς του Καραγκιόζη και διαπράττει μαζί του διάφορες μικροαπάτες. Του αρέσει να κολακεύει τους ισχυρούς και στη νεοελληνική ζωή έχει ταυτιστεί με τον δουλοπρεπή τύπο, «τον αιώνια συμβιβαστικό και συνεργαζόμενο πάντα με τις δυνάμεις κατοχής της εξουσίας.» (Ιωάννου)
  • Σιορ-Διονύσιος ή Νιόνιος: Είναι κατά φαντασία αριστοκράτης, που δυτικοφέρνει και μιλάει με το ζακυνθινό ιδίωμα.
  • Σταύρακας: Μάγκας και ψευτοπαλληκαράς, φίλος του Καραγκιόζη, που συχνά πυκνά τον χλευάζει.
  • Βεληγκέκας: Τουρκαλβανός, εκτελεστικό όργανο του Πασά.
  • Μορφονιός: Υπερβολικά άσχημος, με μεγάλο κεφάλι και τεράστια μύτη, που θεωρεί τον εαυτό του μέγα εραστή.
  • Εβραίος: Κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη και μιλάει κακά ελληνικά.
  • Μπέης: Πλούσιος αστός, που αναθέτει δουλειές στο Καραγκιόζη μέσω του Χατζηαβάτη.
  • Βεζύρης ή Πασάς: Αντιπροσωπεύει την τουρκική εξουσία.











Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Μπλόκο της Κοκκινιάς



1944-Το μπλόκο της Κοκκινιάς

Το καλοκαίρι του 1944 το παιχνίδι είναι χαμένο για τη Γερμανία. Οι σύμμαχοι προελαύνουν και στην Ελλάδα οι εφημερίδες δημοσιεύουν τις γερμανικές ανακοινώσεις για την ηρωική αντίσταση των στρατευμάτων τους. Δημοσιεύουν όμως και χάρτες. Κι ένας βλάκας μπορεί να καταλάβει τι γίνεται. Η αντίσταση γίνεται όλο και προς τα πίσω.

Griechenland, griechische Soldaten
Ανδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας σε… εξόρμηση στην περιφέρεια
Η κυβέρνηση Ράλλη έχει δημιουργήσει τα Τάγματα Ασφαλείας για να χτυπήσει το ΕΑΜ. Στόχος του δεν είναι μόνο η βοήθεια στους Γερμανούς που σε λίγο θα φύγουν αλλά η… επόμενη μέρα.

Η Ασφάλεια και τα Τάγματα Ασφαλείας όλο το καλοκαίρι χτυπούν γειτονιές της Αθήνας που σχεδόν ήταν αυτόνομες εξ αιτίας της έντονης παρουσίας του ΕΛΑΣ.

4
Ταγματασφαλίτες στον Άγνωστο Στρατιώτη.
Η Κοκκινιά λεγόταν και  «Μόσχα».  Στις 15 και 16 Αυγούστου στο συνοικισμό Κιλικιανών άρχισαν οι πρώτες συγκρούσεις. Το ίδιο και στα Μανιάτικα. Κανείς όμως δεν περίμενε αυτό που θα ακολουθούσε.
Είναι 2.30 τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Αυγούστου. Δυνάμεις του  1ου Συντάγματος Ευζώνων, διμοιρία του Μηχανοκίνητου της Αστυνομίας, μαζί με Γερμανούς της 11ης Μεραρχίας κυκλώνουν μια τεράστια περιοχή που περικλείει τη Κοκκινιά, τη Νίκαια, τον Κορυδαλλό.

Στις 6 το πρωί ακούγονται τα… χωνιά των συνεργατών των Γερμανών:

«Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άντρες από 14 έως 60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου».

Στις 9 το πρωί η πλατεία έχει γεμίσει με κόσμο. Ο καυτός Αυγουστιάτικος ήλιος δημιουργεί λιποθυμίες. Εκεί συνεργάτες των Γερμανών, κάτοικοι της περιοχής, υποδεικνύουν τους οργανωμένους στο ΕΑΜ. Ενας από τους καταδότες είναι πρώην μέλος της ΟΠΛΑ.

Εντοπίζονται σχεδόν αμέσως  στελέχη όπως ο λοχαγός του ΕΛΑΣ και γραμματέας της ΚΟΒ Κιλικιανών Αποστόλης Χατζηβασιλείου, ο γραμματέας της ΚΟΒ Κοκκινιάς και αρχηγός της ΟΠΛΑ Παναγιώτη Ασμάνη, ο Θοδωρής Περιβνόλας, αλλά και μαχήτριες όπως η Διαμαντώ Κουμπάκη, η Αθηνά Μαύρου κ.ά

Πίσω από την πλατεία βρίσκεται ένα παλιό εργοστάσιο. Εκεί στη «μάντρα» βασανίζονται και εκτελούνται  από τους Γερμανούς 50 άτομα. Ο δήμιος πίνει ούζο και πυροβολεί.

6
Παρέλαση των Ταγμάτων Ασφαλείας
Στα Αρμένικα μια μικτή μονάδα του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ μετά από μάχη καταφέρνει να διαφύγει. Στην ανταλλαγή πυρών τραυματίζεται ένας Γερμανός και μερικοί Ελληνες συνεργάτες τους. Σε αντίποινα μεταφέρονται εκεί  από την πλατεία Οσίας Ξένης κι εκτελούνται 40 άνδρες και γυναίκες. Καίνε και μερικά σπίτια. Κι η περιοχή πήρε το όνομα «Καμμένα του Καραβά».

Οι συγκεντρωμένοι στην πλατεία της Οσίας Ξένης μεταφέρονται στο Χαϊδάρι και πολλοί από αυτούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Οι Ταγματασφαλίτες φωνάζουν: . «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ, η Γερμανία είναι εδω.  Πάρτε το χαμπάρι, θα πεθάνετε όλοι σας».
Οι Γερμανοί στις επίσημες αναφορές τους κάνουν λόγο για 104 νεκρούς και 3.000 ομήρους. Πηγές της Αντίστασης ανεβάζουν τους νεκρούς στους 200.

Την επόμενη μέρα άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας συλλαμβάνουν κι εκτελούν τον 18χρονο Στέλιο Σπανό (Καρδάρα), ομαδάρχη της ΟΠΛΑ. Την ίδια μέρα στην Καισαριανή  άνδρες του ΕΛΑΣ αναγνωρίζουν και εκτελούν δύο αστυφύλακες του μηχανοκίνητου της Αστυνομίας. Σε αντίποινα Γερμανοί και Ταγματασφαλίτες συλλαμβάνουν 35 κι εκτελούν τους πέντε από αυτούς. Άνδρες της ΟΠΛΑ και κάτοικοι της περιοχής σκοτώνουν με τη σειρά τους δύο αιχμαλώτους Εύζωνες.

Ο κύκλος της βίας θα αργούσε πολύ να σταματήσει.

Ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές του μπλόκου της Κοκκινιάς; Και τι απέγιναν;

Από την Ειδική Ασφάλεια παρόντες ήταν  οι αξιωματικοί Μπατράνης, Βακαλόπουλος, Παρθενίου, Τηλέμαχος Μόρφης, Τσανακαλιώτης, Μητρόπουλος, Γκίνος, Τσιμπίδαρος, Παπαγεωργίου και ένας διερμηνέας  με το όνομα  Ανθόπουλος.
Το γενικό πρόσταγμα  της επιχείρησης το είχε ο συνταγματάρχης των Ταγμάτων Ασφαλείας  Γιώργος Πλυτζανόπουλος. Μετά την Κατοχή ο Πλυτζανόπουλος προήχθη σε υποστράτηγο του Ελληνικού Στρατού, ενώ ο ανιψιός του έγινε δήμαρχος Κοκκινιάς επι χούντας
Δεξί του χέρι ήταν ο ταγματάρχης  Γιώργος Σγούρος. Συνοδεύεται μάλιστα κι από τον γιο του, τον «μπέμπη» όπως τον φώναζε Θόδωρο.Μετά την κατοχή  καταδικάστηκε αλλά αφέθηκε ελεύθερος και συνέχισε να υπηρετεί ως Ταγματάρχης. Διορίστηκε αργότερα Διοικητής στο 3ο Τάγμα Μακρονήσου
Επικεφαλής του μηχανοκίνητου της Αστυνομίας Πόλεων, ήταν ο Νίκος Μπουραντάς., οποίος απολογούμενος στο Δικαστήριο Δωσιλόγων, απάντησε : «Εγώ τρώγω ένα ξεροκόμματο, βουτηγμένο στο αίμα! Αλλά ρέει στις φλέβες μου άφθονο ελληνικό αίμα»

.Από κοντά και οι… πρόθυμοι. Οι καταδότες. Άνθρωποι που συνεργάζονταν στενά με την αστυνομία όπως ο  Κιρκόρ Μπαταβιάν, Γρηγόρης Ιωαννίδης, Μπεμπέκογλου, Μεϊμάρης, Λυκουρέζος



















Βίκυ Μοσχολιού 1943 – 2005






Η Βίκυ Μοσχολιού γεννήθηκε στις 17 Μαΐου του 1943 στο Μεταξουργείο και έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Αιγάλεω. Χρόνια στερημένα, αλλά γεμάτα αγάπη και μουσική, καθώς ο πατέρας της δεν αποχωριζόταν το γραμμόφωνο και την πλούσια συλλογή του από λαϊκά δισκάκια της εποχής.

Για να βοηθήσει την οικογένεια της, δεκατριάχρονο κοριτσάκι ακόμα, πιάνει δουλειά σε εργοστάσιο ως κορδελιάστρα. Πάντα, όμως, είτε ανάμεσα στις κλωστές και τα καρούλια, είτε στις ανθισμένες μυγδαλιές της Αγίας Βαρβάρας, η Βίκυ έχει ένα τραγούδι στο στόμα. Οι αυστηρών αρχών γονείς της, όμως, δεν της επιτρέπουν να δουλέψει νύχτα. Με την παρέμβαση της ξαδέρφης της, Έφης Λίντα, πείθονται τελικά και το 1962, Κυριακή του Πάσχα, η Βίκυ κάνει την πρεμιέρα της στο πάλκο, δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δούκισσα, στην Τριάνα του Χειλά.

Εκεί, δύο χρόνια μετά, την ακούει τυχαία ο Σταύρος Ξαρχάκος που αναζητά εκείνη την περίοδο μια νέα φωνή για να ερμηνεύσει το θρυλικό πλέον τραγούδι Χάθηκε το φεγγάρι στην ταινία Λόλα, με το Νίκο Κούρκουλο και την Τζένη Καρέζη. Είναι η αρχή μιας λαμπρής καριέρας, καθώς ακολουθούν αμέτρητες συνεργασίες, σχεδόν με όλους τους κορυφαίους συνθέτες και στιχουργούς: τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Δήμο Μούτση, τον Άκη Πάνου, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Κουγιουμτζή, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Μάρκο
Βαμβακάρη.

Τα τρένα που φύγαν, Τα δειλινά, Οι μετανάστες, Τα αρχοντορεμπέτικα είναι μερικές μόνο επιτυχίες από το πλούσιο ρεπερτόριό της, που ξεκινά από το ρεμπέτικο και το λαϊκό για να καταλήξει στο ελαφρολαϊκό και το έντεχνο, γιατί η σπουδαία, ιδιαίτερη δωρική φωνή της με τη χαρακτηριστική βραχνάδα και τις απεριόριστες δυνατότητες δεν χώρεσε ποτέ ταμπέλες.

Στις αρχές της δεκαετίας του '60 η Βίκυ Μοσχολιού αρχίζει συναυλίες με το Σταύρο Ξαρχάκο και το Γρηγόρη Μπιθικώτση σ' όλη την Ελλάδα, ενώ το 1968 πραγματοποιεί με δικά της έξοδα την πρώτη μεγάλη συναυλία έλληνα καλλιτέχνη στην Κύπρο.

Το 1972 είναι η πρώτη λαϊκή τραγουδίστρια που εγκαταλείπει τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα και τα υψηλά νυχτοκάματα για να κατέβει στην πλάκα, αρχικά στο Ζουμ και μετά στο Ζυγό, δημιουργώντας ένα εναλλακτικό τρόπο διασκέδασης, με άλλο ήθος και ύφος. Έξι συνεχείς σεζόν η Μοσχολιού τραγουδά στις μπουάτ Μούτση, Μαρκόπουλο, Θεοδωράκη και Σπανό και παράλληλα δισκογραφεί μερικά από τα σημαντικότερα τραγούδια της, όπως το Έτσι είναι η ζωή, Μια βραδιά στη Λάρισα, Μεσόγειος, Η Ρόζα η ναζιάρα, Άνθρωποι Μονάχοι.


Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η Βίκυ Μοσχολιού εμφανίστηκε στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης το Ρόαγιαλ Άλμπερτ Χολ του Λονδίνου και το θέατρο Ολυμπιά του Παρισιού. Γιατί με τη σεμνότητα και την απλότητα που την διακατείχε ελάχιστες φορές μιλούσε για τους θριάμβους της.

Την ίδια διακριτικότητα επέδειξε και στην προσωπική της ζωή, κρατώντας την πάντα μακριά από το φως της δημοσιότητας κι ας οργίαζε ο κοσμικός τύπος της εποχής για το φλογερό της ειδύλλιο με τον μετέπειτα σύζυγό της, για 18 ολόκληρα χρόνια, τον θρύλο των γηπέδων, Μίμη Δομάζο, με τον οποίο απέκτησε δύο κόρες.

Η Βίκυ Μοσχολιού πέθανε, χτυπημένη από την επάρατο νόσο, στις 16 Αυγούστου του 2005.
















Η ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων






Οι Ολυμπιακοί Αγώνες πρωτάρχισαν το 776 π.Χ. στην Ολυμπία της Ήλιδας, με τη συμμετοχή αθλητών απ’ όλο τον ελληνικό κόσμο της αρχαιότητας. Κατά τη διάρκεια των Αγώνων κηρυσσόταν εκεχειρία και οι πολεμικές επιχειρήσεις διακόπτονταν. Κατείχαν τόσο σημαντική θέση στη ζωή των Ελλήνων, ώστε το μεταξύ τους διάστημα, η Ολυμπιάδα, χρησιμοποιήθηκε ως βάση του χρονολογικού συστήματός τους. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες πέρασαν από διάφορες φάσεις ακμής και παρακμής, έως ότου καταργήθηκαν από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδόσιο τον Μέγα το 393 μ.Χ. ως ειδωλολατρικοί. 1503 χρόνια αργότερα αναβίωσαν, χάρις στις ενέργειες δύο ανθρώπων, του γάλλου βαρώνου Πιερ Ντε Κουμπερτέν (1836-1937) και του έλληνα λόγιου και επιχειρηματία Δημητρίου Βικέλα (1835-1908).

Το αρχαιολογικό ενδιαφέρον των Γάλλων αρχικά και των Γερμανών μετέπειτα για τους θησαυρούς της Αρχαίας Ολυμπίας, σε συνδυασμό με την ανάγκη των λαών για παγκόσμια άμιλλα και ει­ρήνη, αναθέρμαναν τον 19ο αιώνα την ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπια­κών Αγώνων. Το 1834 και το 1836, σουηδοί φίλαθλοι, εμπνεόμενοι από την αρχαία Ελλάδα, οργάνωσαν Ολυμπιακούς Αγώνες στην πόλη Χέλσινμποργκ.

Τον Οκτώβριο του 1850 ο βρετανός χειρουργός Γουίλιαμ Μπρουκς διοργάνωσε τους ετήσιους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Γουένλοκ της κομητείας του Σροπσάιρ, με αγωνίσματα δρόμων, αρχαίο πένταθλο, ιππασία, κρίκετ κ.ά. Μεταξύ του Μπρουκς και της Ελλάδας υπήρξε στενός δεσμός, καθώς ο τότε βασιλιάς Γεώργιος Α’ έστειλε στον Μπρουκς ένα ασημένιο έπαθλο κι αυτός με τη σειρά του προσέφερε ειδικό έπαθλο σε έλληνα αθλητή που διακρίθηκε στο δρόμο, κατά την Α’ Ζάππεια Ολυμπιάδα του 1859
Το 1833 ο ποιητής Παναγιώτης Σούτσος αναφέρεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες και δύο χρόνια αργότερα παροτρύνει τις ελληνικές κυβερνήσεις να αναβιώσουν τα αρχαία Ολύμπια. Το 1838 γίνεται η πρώτη προσπάθεια τέλεσης Ολυμπιακών Αγώνων από τον γειτονικό στην Ολυμπία Δήμο Λετρίνων (σημερινός Πύργος Ηλείας) από μία ομάδα φωτισμένων αρχαιολατρών.

Το 1859, ο Ηπειρώτης εθνικός ευεργέτης Ευαγγέλης Ζάππας αναλαμβάνει με δικές του δαπάνες την ανα­βίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Στις 18 Οκτωβρίου, με την παρουσία της βασιλικής οικογένειας, γίνεται η έναρξη των Α' Ολυμπίων. Ο διε­θνής Τύπος χαιρέτισε την πρωτοβουλία, αλλά οι ελληνικές εφη­μερίδες τη σχολίασαν αρνητικά, λόγω της απειρίας των διοργα­νωτών, αλλά και της απόφασής τους να μην διεξαχθούν οι Αγώ­νες στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Η πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή πλατεία Εθνικής Αντίστασης, γνωστότερη ως Πλατεία Κοτζιά) δεν μπόρεσε να καλύψει τις ανάγκες μιας τέτοιας διοργάνωσης. Παρά την αποτυχία των Αγώνων, η προσπάθεια δεν πήγε χαμένη. Διεξήχθησαν ακόμη τρεις Ζάππειες Ολυμπιάδες ή «Ολύμπια» (1870, 1875, 1889), που ενίσχυσαν σημαντικά το αίτημα για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η ιδέα για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων κέρδιζε ολοένα και περισσότε­ρο έδαφος στην Ευρώπη. Την 25η Νοεμβρίου 1892 ο 29χρονος τότε βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν, μιλώντας στη Σορβόννη κατά τη διάρκεια του συ­νεδρίου της Ένωσης Αθλητικών Σωματείων της Γαλλίας, πρότεινε την ανασύσταση του θεσμού, σε διεθνές επίπεδο, αλλά συνάντησε γενική αδιαφορία.

Ο Κουμπερτέν δεν απογοητεύτηκε. Δύο χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 1894, έθεσε εκ νέου την πρότασή του στο Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο, που διοργάνωσε ο ίδιος στη Σορβόννη. Την Ελλάδα εκ­προσώπησε ο λόγιος Δημήτρης Βικέλας, ο οποίος αποδέχτηκε τη σχετική πρόταση του ιδρυτή του Πανελλήνιου Γυ­μναστικού Συλλόγου, Ιωάννη Φωκιανού. Ο Βικέλας, σε συνεργασία με τον Κουμπερτέν, παρουσίασε στο συνέδριο υπόμνημα, με μοναδικό θέμα την αναβίωση των Αγώνων.
Στις 23 Ιουνίου 1894 οι σύνεδροι ψήφισαν ομόφωνα την ανασύσταση του αρχαίου θεσμού, εκφράζοντας την ευχή για τον εορτασμό στην Αθήνα των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων το 1896. Ο Βικέλας ορίστηκε πρόεδρος της νεοσυσταθείσας Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και ο Κουμπερτέν γραμματέας της.



















Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Νήσος Χίος




Η Χίος είναι νησί του Ανατολικού Αιγαίου. Απέχει ελάχιστα από τις ακτές της Μικράς Ασίας. Μόλις 3,5 ναυτικά μίλια τη χωρίζουν από το ακρωτήριο Πούντα ως τη χερσόνησο της Ερυθραίας στο ύψος του Τσεσμέ. Είναι το πέμπτο μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας (842 τετρ.χιλιόμετρα) με μήκος ακτών 213 χιλιόμετρα και πληθυσμό, που ζει στην πόλη της Χίου, πρωτεύουσα και κύριο λιμάνι του νησιού καθώς και στα 64 χωριά του νησιού. Ακόμα η Χίος έχει μεγάλη απόδημη κοινότητα σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη.

Τα κύρια προϊόντα που εξάγει είναι η ονομαστή χιώτικη μαστίχα, το λάδι, τα σύκα και το κρασί, ενώ έχει διεθνή φήμη για το μέγεθος και την ποιότητα της ναυτιλίας της. Διοικητικά, μαζί με τα νησιά Οινούσσες και Ψαρά, αποτελεί τον νομό Χίου με πληθυσμό που φθάνει τους 51.320 κατοίκους (απογραφή 2011). Η πρωτεύουσα του νομού, πόλη της Χίου, λέγεται και Χώρα.

 Μυθολογία
Μαστίχα
Για το όνομα της Χίου έχουν πλεχτεί πολλοί μύθοι. Το παλαιότερο όνομα του νησιού ήταν, κατά τον Όμηρο, προελληνικό, Κίος ή Κέως, ονόματα παραπλήσια με το σημερινό. Οι παλαιότεροι μύθοι αναφέρουν ότι το όνομα «Χίος» προέρχεται από τη Χιόνη που ήταν νύμφη, κόρη του Οινοπίωνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο πρώτος κάτοικος και βασιλιάς του νησιού ήταν ο Οινοπίων, γιος του Διονύσου και τηςΑριάδνης, ο οποίος ήρθε από την Κρήτη στο νοτιότερο άκρο της Χίου και έμαθε στους κατοίκους του νησιού το εμπόριο, τη θάλασσα και το πώς να καλλιεργούν τα αμπέλια. Εκτός από τη Χιόνη, την πατρότητα της Χίου διεκδικεί και άλλο μυθικό πρόσωπο, ο Χίος, γιος τουΩκεανού ή του Ποσειδώνα, που ονομάστηκε έτσι επειδή κατά τη γέννησή του έπεσε πολύ χιόνι. Κατά τον ιστορικό - γεωγράφο Ισίδωρο, οι Σύροι αποκαλούσαν Χίο τη μαστίχα. Ο γεωγράφος Όλφερτ Ντάπερ (1635-1689) λέει ότι Chia σημαίνει όφις στη συριακή γλώσσα, εξ ου και το άλλο όνομα της Χίου Οφιούσα, το οποίο δόθηκε λόγω των πολλών φιδιών που είχε. Άλλο όνομα της Χίου ήταν Πιτυούσα, μάλλον λόγω των πολλών πεύκων που υπήρχαν, ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα της. Άλλο όνομά της ήταν Αριούσα από το δέντρο «αριών», το οποίο είναι ένα είδος δρυός – πρίνου. Τα άρια (δρυς) κάλυπταν ένα μεγάλο μέρος της βορειοδυτικής Χίου. Άλλα ονόματα ήταν Αιθάλη (αναφέρει ο έφορος Πλίνιος) και Αρέθουσα, αναφέρουν ο Ιταλός Ruberto Valentino και ο Ιερώνυμος.
Η προϊστορική παράδοση αναφέρει δύο ανθρώπους που πρωτοκατοίκησαν το νησί, τον Οινοπίωνα και τον Μάκαρα. Ο Οινοπίωνας ήταν ο πρώτος μυθικός βασιλιάς της Χίου, είχε κρητική καταγωγή και ήταν αυτός που έφερε στη Χίο την καλλιέργεια του αμπελιού και την παραγωγή του καλύτερου οίνου της εποχής, του Αριούσιου Οίνου. Τα εγκώμια γι’ αυτόν τον οίνο ήταν πολλά, όπως νέκταρ, γλυκύτατος, θεραπευτικός, αρωματικός και εύπεπτος. Πατέρας του Οινοπίωνα ήταν ο Θεός Διόνυσος και μητέρα του η Αριάδνη, κόρη του Βασιλιά της Κρήτης, Μίνωα. Από τον πατέρα του κληρονόμησε την αγάπη του για το κρασί και την μετέδωσε και στους Χιώτες. Με τον Οινοπίωνα συνδέεται και ο μύθος τουΩρίωνα, του διασημότερου μυθικού ήρωα της Χίου. Ο Ωρίων ήταν γιος του Θεού Ποσειδώνα και της Ευρυάλης, κόρης του Μίνωα. Ήταν επίσης γίγαντας και περίφημος κυνηγός. Ο Ωρίων αγάπησε την κόρη του Οινοπίωνα, Μερόπη, της οποίας το χέρι ζήτησε από τον πατέρα της. Ο Οινοπίωνας του ανέθεσε αρχικά να εξολοθρεύσει τα άγρια θηρία της Χίου. Ο Ωρίωνας κατάφερε να τα εξολοθρεύσει, αλλά ο Οινοπίωνας αθέτησε το λόγο του και δεν του έδινε την κόρη του. Ο Ωρίωνας φανερά στεναχωρημένος μέθυσε και έκλεψε την κόρη του Οινοπίωνα, Μερόπη. Για την ασέβειά του αυτή ο Οινοπίωνας τον τύφλωσε και τον έδιωξε από το νησί. Υπάρχουν βεβαίως και άλλες εκδοχές του μύθου. Η Χίος τιμούσε σαν ήρωα το μυθικό οικιστή και εκπολιτιστή της, Οινοπίωνα και η λατρεία του συνεχίστηκε μέχρι τα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα.
Προϊστορικοί λαοί
Οι παλαιότεροι κάτοικοι του νησιού ήταν οι Πελασγοί, οι οποίοι έφθασαν από τη Θεσσαλία, οι Κάρες και οι Λέλεγες. Αργότερα εγκαταστάθηκαν οι Άβαντες και τέλος οι Ίωνες. Αυτοί οι λαοί έζησαν για χιλιετίες στη Χίο και από την ανάμειξή τους με τους Δωριείς, οι οποίοι τους υπέταξαν και τους αφομοίωσαν, προήλθε ο πληθυσμός της Χίου. Για τους Πελασγούς ο Στράβων αναφέρει χαρακτηριστικά: «Χίοι οικιστές εαυτών Πελασγούς γασι τους εκ της Θετταλίας». Όμοιες πληροφορίες μας δίνουν και οι Ευστάθιος, Μενεκράτης ο Ελαΐτης. Όσον αφορά την προέλευση των Πελασγών και τις σχέσεις τους με άλλους λαούς έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες από αρχαίους συγγραφείς, που είναι όμως αντιφατικές. Βέβαιο πάντως είναι ότι οι Πελασγοί προηγήθηκαν των Δωριέων και μάλλον ήταν ινδοευρωπαίοι. Για την παρουσία των Αβάντων μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος, ο οποίος αναφέρει ότι ξεκίνησαν από την Εύβοια και εποίκισαν τη Χίο. Κατά τον Αριστοτέλη, το όνομά τους προέρχεται από την πόλη Άβα της Φωκίδας, από την οποία Θράκες άποικοι μετοίκησαν στην Εύβοια. Αναφορά στους Κάρες γίνεται από το Στράβωνα, ο οποίος αναφέρει ότι οι Κάρες κατείχαν την περιοχή από τη Μίλητο έως την παραλία της Εφέσου. Επίσης αναφέρει ότι στα νησιά Χίο και Σάμο κατοικούσαν και οι Λέλεγες, όπως και οι Κάρες και αργότερα εκδιώχθηκαν από τους Ίωνες. Κατά την ελληνική παράδοση, οι Κάρες ονομάζονταν προηγουμένως Λέλεγες και κατοικούσαν στα νησιά του Αιγαίου σαν υπήκοοι του Μίνωα. Οι πληροφορίες δυστυχώς είναι συγκεχυμένες και γι΄ αυτό δεν μπορούμε να καθορίσουμε την προέλευση των λαών, όπως και το χρόνο εγκατάστασης και παραμονής τους στο νησί.

Ταυτότητα
Η Νέα Μονή είναι ένα τοιχογραφημένο μοναστήρι, το οποίο χρονολογείται από την εποχή του Κωνσταντίνου του 9ου, ενώ έχει χαρακτηριστεί μνημείο εθνικής κληρονομιάς και Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO.
Σύμφωνα με μια εκδοχή, η Χίος είναι η γενέτειρα του Ομήρου, καθώς και των μαθηματικών Ιπποκράτη και Οινοπίδη.
Η Χίος είναι η πατρίδα κάποιων εκ των μεγαλύτερων εφοπλιστικών οικογενειών.
Η Χίος περιστοιχίζεται από τα αδελφά νησιά Οινούσσες και Ψαρά, από όπου και καταγόταν ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ήρωας της επανάστασης του 1821 για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.
Πολλοί υποστηρίζουν, πως η Χίος είναι η γενέτειρα του Χριστόφορου Κολόμβου. Ο Κολόμβος φαίνεται να ήξερε πολλά για το νησί, καθώς πολύ συχνά έγραφε γι΄ αυτό στα ημερολόγια του. Στο χωριό Πυργί υπάρχει το σπίτι του Κολόμβου, από όπου συγκέντρωσε και Χιώτες ναυτικούς, προκειμένου να ξεκινήσει το ταξίδι του προς τις "Δυτικές Ινδίες". Επιπρόσθετα, το "Κολόμβος" είναι ένα ιδιαίτερα συνηθισμένο επώνυμο στη Χίο.
Η Χίος είναι γενέτειρα σημαντικών ποιητών της σύγχρονης εποχής, όπως οι Δημήτρης Βάρος, Φώτης Αγγουλές, Γιώργος Διλβόης, Νίκος Γιαλλούρης και Ματθαίος Μουντές.
Η Δημόσια Ιστορική Κεντρική Βιβλιοθήκη Χίου "Κοραής" στο νησί της Χίου είναι μια από τις πιο σημαντικές στην Ελλάδα. Στη συλλογή της υπάρχουν περίπου 250.000 τόμοι.
Η πόλη του Βροντάδου (Ομηρούπολη) είναι το σημείο, στο οποίο λαμβάνει χώρα μια μοναδική γιορτή κατά την Ανάσταση του Θεανθρώπου το Πάσχα, ο ρουκετοπόλεμος, κατά τον οποίο οι κάτοικοι μαζεύονται στις εκκλησίες των δύο ενοριών, της Παναγίας Ερυθιανής και του Αγίου Μάρκου, από τις οποίες εκτοξεύουν χιλιάδες χειροποίητα βεγγαλικά προς την αυλή της αντίπαλης εκκλησίας τη στιγμή της Αναστάσεως.
Η Χίος είναι ο τόπος γέννησης του μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, του Έλληνα πολιτικού, πρόεδρου και ιδρυτή του Π.Α.Κ. και αργότερα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, καθώς και του İbrahim Ethem Pasha, ο οποίος είχε πολλούς απογόνους, ένας από τους οποίους είναι ο ζωγράφος Osman Hamdi Bey.
Η πόλη του Βροντάδου είναι ο τόπος γέννησης του Έλληνα διαστημικού φυσικού Σταμάτη Κριμιζή, ακαδημαϊκού, που έχει σχεδιάσει δεκάδες πειράματα σε διαστημόπλοια και δεκάδες διαστημικές αποστολές της NASA (Voyager 1 και 2, Cassini, Galileo, Ulysses, ACE, MESSENGER και άλλα πολλά). Προς τιμήν του έχει ονομασθεί ο αστεροειδής 8323 Κριμιζής.




















Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Ύμνος εις την Ελευθερίαν






Ποίημα του Διονυσίου Σολωμού (1798-1857), οι δύο πρώτες στροφές του οποίου σε μουσική του Νικολάου Μάντζαρου (1795-1872), αποτελούν τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδας (1865) και της Κύπρου (1966).

Ο Ύμνος εις την Ελευθερία γράφτηκε από τον 25χρονο Σολωμό στη Ζάκυνθο, πρώτα στα ιταλικά και εν συνεχεία στα ελληνικά, τον Μάιο του 1823, σε μία περίοδο ιδιαίτερης έξαρσης της Ελληνικής Επανάστασης. «…Δε θέλω να περάσει κανενός από το μυαλό πως την ώρα που νικούν οι δικοί μας στο Μαραθώνα, εγώ κάθομαι και τραγουδώ για ένα βοσκόπουλο…» (Ο θάνατος του βοσκού), έγραφε στον φίλο του Γεώργιο Δε Ρώσση την ίδια εποχή.

Το ποίημα του Σολωμού αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές. Το μέτρο είναι τροχαϊκό με εναλλαγές επτασύλλαβων και οκτασύλλαβων στίχων. Σύμφωνα με το περιεχόμενό του μπορεί να χωρισθεί στα εξής μέρη:

Προοίμιο (στρ. 1-34). Ο ποιητής παρουσιάζει τη θεά ελευθερία, θυμίζει τα περασμένα μαρτύρια του Ελληνισμού, την εξέγερση των σκλάβων, τη χαρά του Ελληνισμού, την έχθρα των Ευρωπαίων ηγεμόνων και την περιφρονητική αδιαφορία των Ελλήνων για τα φιλότουρκα αισθήματά τους.
Η περιγραφή της Μάχης της Τριπολιτσάς (στρ. 35-74).
Η μάχη της Κορίνθου και η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια (στρ. 75-87).
Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου στα 1822 και ο πνιγμός των Τούρκων στον ποταμό Αχελώο (στρ. 88-122).
Τα πολεμικά κατορθώματα στη θάλασσα, η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας κοντά στην Τένεδο και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε'. (στρ. 123-138).
Επίλογος (στρ. 139-158). Ο ποιητής συμβουλεύει τους αγωνιστές να απαλλαγούν από τη διχόνοια και προτρέπει τους δυνατούς της Ευρώπης να αφήσουν την Ελλάδα να ελευθερωθεί (Γιάννης Ν. Παππάς: «Για να γνωρίσουμε το Σολωμό», εκδ. Μεταίχμιο).
Η φήμη του ποιήματος ξεπέρασε γρήγορα τα στενά όρια της Ζακύνθου. Το 1824 μεταφράστηκε μέρος του στα αγγλικά και ολόκληρο στα γαλλικά. Στον επαναστατημένο ελληνικό χώρο δημοσιεύτηκε τον ίδιο χρόνο στο Μεσολόγγι, στην εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά» του Ιάκωβου Μάγερ. Θα ακολουθήσουν και άλλες δημοσιεύσεις τον επόμενο χρόνο, ενώ στις 21 Οκτωβρίου του 1825 θα δημοσιευθεί και η πρώτη κριτική του ποιήματος από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, που εκδιδόταν στο Ναύπλιο.

Μεταξύ 1828 και 1830, ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν μελοποιήθηκε από τον κερκυραίο μουσουργό Νικόλαο Μάντζαρο για τετράφωνη ανδρική χορωδία και ακουγόταν με ενθουσιασμό σε εθνικές εορτές στα Επτάνησα. Τον Δεκέμβριο του 1844 ο Μάντζαρος
παρουσίασε μια νέα μελοποίηση του ποιήματος και την υπέβαλε στον βασιλιά Όθωνα, με την ελπίδα να γίνει το «εθνικό άσμα» της χώρας. Μέχρι τότε ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας ήταν ο Βαυαρικός (η γνωστή μελωδία του Χάιντν, που σήμερα είναι ο εθνικός ύμνος της Γερμανίας και της Αυστρίας). Το έργο έγινε δεκτό μόνο ως σύνθεση και βραβεύτηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος.

Το 1865, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Κέρκυρα, ο Βασιλιάς Γεώργιος Α' άκουσε την εκδοχή της σύνθεσης του Μάντζαρου για ορχήστρα πνευστών από την  μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας και του έκανε εντύπωση. Ακολούθησε το Βασιλικό Διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1865, που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και εντελλόταν η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης, ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον Βασιλιά της Ελλάδος ή την Ελληνική Σημαία. Από τότε ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού, μελοποιημένος από τον Νικόλαο Μάντζαρο, θεωρείται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Από τις 18 Νοεμβρίου 1966 με την απόφαση 6133 του υπουργικού συμβουλίου καθιερώθηκε και ως εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας.





















Η Δικτατορία της 4ης Αυγούστου







Στις 4 Αυγούστου 1936 ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς με τη συγκατάθεση του βασιλιά Γεωργίου Β’ αναστέλλει βασικά άρθρα του Συντάγματος και κηρύσσει δικτατορία. Θα επιβάλλει ένα αυταρχικό καθεστώς με κάποια φασιστικά στοιχεία, που δεν θα οδηγήσουν όμως στη δημιουργία ενός ολοκληρωτικού κράτους. Το καθεστώς αποδείχτηκε ότι ήταν προσωποπαγές και θα καταρρεύσει μετά τον θάνατό του, στις 29 Ιανουαρίου 1941.
Ο Μεταξάς δεν συνάντησε σοβαρή αντίσταση στη διάρκεια της εξουσίας του. Η τετραετία πολιτικής αστάθειας, στρατιωτικών κινημάτων και οξύτητας των παθών που προηγήθηκαν είχαν κουράσει τον λαό, ο οποίος αποζητούσε τάξη και ασφάλεια. Επιπλέον, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της εποχής, Ελευθέριος ΒενιζέλοςΠαναγής Τσαλδάρης και Γεώργιος Κονδύλης είχαν εκλείψει και η νέα πολιτική ηγεσία δεν είχε αναδειχθεί ακόμη…