Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Αποκριάτικα ξεφαντώματα στην Κοκκινιά του ’36








του Μίμη Πετρωτού
Τα καλλιστεία και οι χοροί πριν 77 χρόνια: ῾Η πολιτεία μας πάντοτε εἶχε τὴ φήμη ὅτι ὁ λαός της γλεντάει, τὸ ρίχνει “ἔξω”, ποὺ λένε.
Κι’ ὄχι τώρα, ἀλλά πρὶν πολλὰ χρόνια ἡ Κοκκινιὰ φημιζόταν γιὰ τὴν… κοσμική της κίνηση. Μάλι- στα γιὰ τὴν κοσμική της ζωὴ καὶ γιὰ τὰ καλλιστεῖα ποὺ σκάρωνε καὶ ποὺ συγκέντρωνε τότε πολὺ κόσμο ἀπ’ την Ἀθήνα καὶ τον Πειραιᾶ. Κι ὅλα αὐτά πρὶν 70 καὶ πλέον χρόνια ὄταν ἦταν συν- οικισμὸς ἀκόμη καὶ ὑπάγονταν στὸν Δῆμο Πειραιῶς. Οἱ αἴθουσες τότες “Κρυστάλ”, “Ἀλὰμπρα”, “Σὰν Σουσὶ”, “Ζαβαριάν”, “Βαριετέ” γνώριζαν μεγάλη… κοσμικὴ κίνηση καὶ πολλὲς χαριτωμένες Κοκκινιώτισσες εἴχαν ἐκλεγεῖ “μὶς” καί “στάρ” ὃπως θά λέγαμε σήμερα. Τά καλλιστεῖα αὐτά τά διοργάνωνε τότε τό σωματεῖο “Ἓνωση Νέων” ἀπό τὸ 1928 ὡς τό 1935 κι’ ἐρχόνταν καί τά πα- ρακολουθοῦσαν προσωπικότητες τῆς τότε ἐποχής ὃπως οἱ δημοσιογράφοι Γιοκαρίνης, Θεοδο- σόπουλος, Μπουκουβάλας κ.ἂ.
Οἱ ἀπόκρηες ἦταν ὁ καιρός τῶν καλλιστεῖων αὐτῶν πού ἀναμένονταν μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον ὃπως μᾶς λένε οἱ παλαιοί. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἦταν γιά πολλὰ χρόνια ὁ Δαμ. Καραμπετιάδης ὁ ὁποίος φημιζόταν γιὰ τὴν… αὐστηρότητά του. Ἒτσι ἀπ’ αὐτόν μάθαμε ὃτι ἐξελέγησαν κατά και- ρούς “μὶς Κοκκινιὰ” οί δίδες Μανιατάκη, Καλαφάτη, Κελέρη καὶ Χατζηστυλιανοῦ.
Μά ἐκτός ἀπ’ τά καλλιστεῖα ἐποχὴ ἂφησαν καί οἱ χοροὶ ποὺ σκαρώνονταν τότε ὃπως καὶ στὶς μέρες μας. Ἄν δοῦμε μερικά τέτοια ἀποκριάτικα γλέντια ὃπως μᾶς τά ἔδωσαν οἱ χρονικογράφοι τῆς πόλης μας. Πρῶτος καί καλλίτερος ὁ Σῶτος Σκούταρης που ’γραφε τό… κοσμικό ρεπορτὰζ στὶς τοπικὲς ἐφημερίδες.
Ἀπόκριες τού 1936… Ἡ Κοκκινιά χορεύει χορεύει μέχρι τὸ πρωῒ. Πρωτοστατοῦν τά σωματεῖα της. Ἡ Φιλελευθέρα νεολαία, ὁ Ἄρης, ἡ Ἓνωση Πισσιδών, ὁ Πρωτεύς, ὁ Μουσικὸς ὅμιλος, ἡ Χαλ- κιδών κ.ἄ. Γράφη λοιπόν ὁ Σκούταρης στήν ἐφημερίδα “Ἀναγέννησις” στό φύλο στίς 2 τοῦ Μάρτη τοῦ 1936 μέ τό ψευδώνυμο, “Σῶτος Μ. Κοσμικός”.

… Ἡ τελευταῖα βδομάδα τῆς ἀπόκρηας συγκέντρωσε ἀρκετό κόσμο στίς χοροεσπερίδες πού δόθηκαν τό περασμένο Σάββατο… Τόσο ἡ Φιλελευθέρα Νεολαία τῆς πόλεώς μας ὅσο καί τό λαμπρό σωματεῖο μας ὁ Ἅρης. Ἒπρεπε νά διαλέξουν πιό μεγάλες αἴθουσες γιά τούς χορούς των. Ἒτσι πολύς κόσμος ἀναγκάστηκε τό βράδυ τοῦ περασμένου Σαββάτου νά δῆ μόνο τάς εἰσόδους των ἀπό μακριά καί ν’ ἀποχωρήση κατόπιν χωρίς νά μπῇ σ’ αὐτά παρ’ ὅλα τά ἕξοδα πού ἔκανε γιά νά προετοιμαστῆ. Καί νομίζω πώς αὐτό ἔγινε καί μέ τήν ἐπέμβαση τῆς… Ἀστυνομίας. Τέλος ὅσοι ἐπρόλαβον τόν… χορόν εἶδον καί δέν εἶναι, καί λίγοι αὐτοί πού χόρεψαν μ’ ἐξαιρετική μανία κι ἔβγαλαν τό ἄχτι τους μέ τό παραπάνω. Πάρα κάτω ἀκολουθεῖ τό τυπικό δημοσιογραφικό κατεβατό μέ τά ὀνόματα ὅλων αὐτῶν πού παρευρέθηκαν “μετά τῆς κυρίας του” ἢ “μετά τῆς μνηστῆς του” …
Ὁ Σκούταρης μᾶς πληροφορεῖ ἀκόμη ὅτι μεγάλη ἐπιτυχία σημείωσε ὁ χορός τῆς Φιλελευθέρας νεολαίας καί ἡ ἐπιτυχία αὐτή ὀφείλεται στούς Βερνῖκον, Ρηνιωτάκην, Βασιλᾶν, Καρσίκην, Ἀ- βραμίδην, Βασιλειάδην Θεοφύλακτον καί Παπαδόπουλον οἱ ὁποῖοι “εἰργάσθησαν ἐντατικῶς καί δραστηρίως”…
Στὸ χορὸ τοῦ Ἄρεως ὁ Σκούταρης διάκρινε ἕνα πλῆθος χορευτῶν καί χορευτριῶν ὅπως τούς Κατίκαν, Ίωαννίδων, Καρβελᾶν, Θωμόγλου, Βοσκίδην, Πορτοκάλην, Χ”Ἀθανασίου καί πολλούς ἄλλους, καθώς καί τάς δίδας Κοντηλιᾶ, Τζανέτου, Ἀσμάνη, Κεχαγιᾶ, Λεμπέση, Νάνου, Μυράλη, Μιχαηλίδου, Μακρῆ κ.ἄ…
Στό χορό τοῦ Πρωτέως, διεκρίθησαν αἱ κυρίες καί δεσποινίδες, Μπάτη,Οίκονομοπούλου, Βουλί- γκα και Ἀ)φές Μίχου ἐνῶ ἀπό τοὺς ἄνδρες οἱ κ.κ. Κοραής, Μίχος, Μουρακόπουλος, Ἀναστα- σιάδης, Καραμπετιάδης, Ἰγγλέσης, Καρσίκης, Τσιμερέκης κ.ἄ.
Στό Χορό τοῦ Πισσιδῶν τούς προσκεκλημένους ὑποδέχονταν οἱ κ. κ. Παγιασλῆς, Καχραμάνο- γλου, Ἀργυριάδης, καί Βογιατζόγλου πού ἀποτελοῦσαν τήν διοίκησι τοῦ συλλόγου.
Μετά ἀπό ἕνα χρόνο τίς ἀπόκρηες τού 1937 ἔκανε ἐντύπωση ὁ χορός τῶν προσφύγων δη- μοσιογράφων πού ἔγινε στό “Βαριετέ”, καί πού τοῦ δόθηκε τ’ ὄνομα “Μποέμικη βραδυά”, ἀπ’ τούς Σκούταρη καί Πιππίνο. Διατάγουμε λοιπόν γιά τόν χορό τοῦτο:

Τό κοσμικώτερο χορευτικό γεγονός τῶν Ἀπόκρεων ἦτο ἡ Μποέμικη βραδυά, πού ἔδωσαν οἱ πρόσφυγες δημοσιογράφοι στό Βαριετέ, ὁ ἐκλεκτότερος κόσμος τῆς πόλεώς μας παρευρέ- θη ἡ χορωδία τῆς Κοκκινιάς, εὐγενῶς προσφερθεῖσα, ἐτραγούδησε διάφορα ἀποκρηάτικα καί κλασσικά τεμάχια τῶν μεγαλυτέρων Ἑλλήνων Μουσουργῶν, ὑπό τήν διεύθυνσι τοῦ κ. Δ. Καλκάνη κατεχειροκροτηθεῖσα. Ἐπικολούθησαν σατιρικοί στίχοι τῶν λογοτεχνῶν μας κ.κ. Σ. Σκούταρη καί I. Πιππίνου, γιομάτοι πνεῦμα σκορπίσαντες καί εὐθυμία καί τό γέλιο. Μετά ἐτραγούδησεν ὁ βαρύτονος ντιζέρ κ. Ν. Ζαχαριουδάκης…
Πηγή: “Χρονικά της Νίκαιας” (Φεβ. - Μαρ. 1964, Χρόνος Β’ Αρ. Φύλλου 17-18)





















Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

Μουνυχία, η ακρόπολις του Πειραιώς και των Αθηνών!





Η Μουνυχία [ή Μουνυχίη ή Μωνυχία ή (το) Μουνύχιον] είναι ο υψηλότερος λόφος (86,59 μ.) του Πειραιώς. Επήρε το όνομά της, από τον ήρωα Μούνυχο[1] (του Παντακλέους ή Παντευκλέους), που πρώτος κατέλαβε το ύψωμα, και ίδρυσε επ’ αυτού ιερόν της Μουνυχίας Αρτέμιδος. Αυτός ήταν αρχηγός των Μινυών, που εκδιώχθησαν από τον Μινύειο Ορχομενό Βοιωτίας, από τους Θράκες.[2] Κατ’ άλλους όμως, ήταν αυτόχθων βασιλεύς, που εκχώρησε την Μουνυχία στους Μινύες. Στον Πειραιά είχε ιδιαίτερο τέμενος ή ναό. Τέλος, ίσως ο βράχος να επήρε το όνομά του επειδή γυμνός καθώς φάνταζε τότε, έμοιαζε με μονό νύχι (οπλή) αλόγου…

Ο Πειραιώτης που κατοικούσε εδώ ελέγετο Μουνύχιος και η Πειραιώτισσα Μουνυχιάς.

Από την αρχαιότητα αυτός ο βράχινος λόφος είχε εκτιμηθεί, και σε συνδυασμό με την καλή ακτή του, αντιλήφθηκαν ότι μπορεί να προσφέρει καλή οχύρωση και άμυνα. Και πράγματι, ο λόφος χρησιμοποιήθηκε για οχύρωση της νήσου του Πειραιώς[3], και έγινε η ακρόπολίς του. Πάνω σε αυτόν ιδρύθη ο πρώτος οργανωμένος οικισμός της περιοχής, από τους Μινύες.[4] Αλλά ήταν και ένα είδος ασύλου: Εδώ κατέφευγαν οι αρνούμενοι να δεχθούν το αξίωμα του τριηράρχου[5], όσοι αισθάνονταν αδικημένοι, και οι διωκόμενοι για εγκλήματα![6]

Η Μουνυχία καταλάμβανε την έκταση από το (νυν) Πασσαλιμάνι έως και την Καστέλλα[7] εκεί που ταπεινούται προς Φάληρο. Η Μουνυχία, η Ζεία (Ζέα-Πασαλιμάνι) και ο Κάνθαρος ήταν τα τρία λιμάνια του Πειραιώς.[8]

Η Μουνυχία είχε πολλούς ναούς και βωμούς. Περιφημότεροι: Της Αρτέμιδος[9] και της Σωτείρας Ελλιμενίας Αρτέμιδος, του Απόλλωνος, του Ασκληπιού, του Διονύσου, της Βένδιδος, της Μεγάλης Μητέρας Θεάς, της Κυβέλης[10], κ.ά. Οι συλλατρείες Διονύσου-Βένδιδος-Κυβέλης αποδεικνύουν την ύπαρξη παλαιοτάτου θρακο-μακεδονικού στοιχείου στον Πειραιά.

Η Άρτεμις πανηγυριζόταν τον μήνα Μουνυχιώνα, όταν τελούνταν και τα Μουνύχια (την 16ηΜουνυχιώνος, δηλ. αντίστοιχα με το σημερινό διάστημα Μαρτίου-Απριλίου)[11]. Ήταν ο 10ος μήνας του αθηναϊκού ημερολογίου. 

Κι αυτό, γιατί, έλεγαν πως η θεά Άρτεμις εμφανίσθηκε απ’ εδώ, απ’ τον ναό της, ως λαμπρά πανσέληνος, κι εφώτισε τους Αθηναίους στην Ναυμαχία της Σαλαμίνος! Κατά την ημέρα της εορτής της, προσέφεραν στην θεά τυρόπλαστους παλκούντες[12] «αμφιφώντων» (επειδή η εορτή ήταν ανάμεσα σε δυο φώτα: Την ανατολή του Ηλίου και την δύση της Σελήνης). Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο ναός της Αρτέμιδος ήταν στην κορυφή του (νυν) Προφήτ’ Ηλία, για να υπάρχει ορατότης προς την Σαλαμίνα, και να βλέπονται δυο «φώτα» (ανατολή και δύση). Η λατρεία της κόρης της Λητούς στην Μουνυχία Πειραιώς ήταν απ’ τις κορυφαίες και επιφανέστερες στην αρχαία Ελλάδα![13]

Στο ιερό της Μουνυχίας (όπως και της Βραυρώνος) διέτριβαν ιερές άρκτοι. Κάποτε, που φονεύθηκε μια τέτοια, έπεσε λιμός στην Αθήνα! Ο χρησμός είπε πως για να σωθεί η μιαρή πόλις πρέπει να θυσιασθεί στον βωμό της Μουνυχίας Αρτέμιδος η θυγατέρα κάποιου πολίτη. Τότε εμφανίσθηκε οΠειραιώτης Έμβαρος (ή Βάρος) και είπε πως δέχεται να θυσιάσει την κόρη του, αρκεί να έμενε στην οικογένειά του το ιερατικόν αξίωμα! Αλλά αντί της κόρης, προσεκόμισε στον βωμό αίγα ντυμένη γυναικεία, ή, κατ’ άλλην εκδοχή, προσέφερε όντως την κόρη του, κερδίζοντας για τα τέκνα της την ιερατεία. Έτσι έμεινε παροιμιώδης φράσις στα χείλη των Ελλήνων το «Έμβαρος ειμί» ή «Έμβαρος ει», για κάθε πανούργο, παραπαίοντα και ανόητο άνδρα…

Από το 1855 είχε αναφερθεί εδώ πάνω «επίπεδον ύψωμα περίεργον δια τους παρατεταγμένους εκεί κατὰ γραμμὴν λίθους». Το σημείο παρατήρησε ο Γάλλος συνταγματάρχης, διευθυντὴς του εν Πειραιεί στρατιωτικού αποσπάσματος, και διέταξε ανασκαφή. Άλλωστε τέτοιες οδηγίες είχαν από τις χώρες τους: Όπου βρίσκουν αρχαία να σκάβουν, να τα κλέβουν και να τα στέλνουν στις χώρες τους, να γεμίζουν τα μουσεία τους... Αμέσως ευρέθη μια μαρμάρινη πλάκα, που:
·         Επιβεβαίωνε την ύπαρξη του ναού της Αρτέμιδος, όπου διατηρείτο Μητρώον,
·         Την εορτή αυτής κατά τον μήνα Μουνυχιώνα.
·         Αναφέρεται ο θεσμός του ιεροταμία[14]. Αναφέρεται το όνομα του Ερμογένους Παιονίδη, που δεν ήταν ετήσιος.
·         Υπήρχε ο θεσμός των Οργεώνων ή Γεννητών. Αυτοί που λατρεύουν κάτι κοινό, δηλ. θιασώτες, των οποίων ο κύριος σκοπὸς ήταν η ἐπιμέλεια και λατρεία κοινών ιερών.[15


Η επιγραφή, γραμμένη στην καθομιλουμένη (δημοτική) και όχι σε λόγια γλώσσα, χρονολογήθηκε λίγο προ των ρωμαϊκών χρόνων, και αυτό έχει την αξία του, για να μάθουμε την ζωή του Πειραιώς, λίγο προ την ολοσχερή καταστροφή του από τον Σύλλα. Το κείμενο της επιγραφής, διέσωσε και διάβασε ο τότε φοιτητής της Φιλολογικής Σχολής, Α. Ι. Αντωνιάδης και το δημοσίευσε. Η «ανασκαφὴ» εξακολούθησε. Η επιγραφή κατετέθη στην… οικία του Γάλλου συνταγματάρχου! Ευρέθησαν και δύο ωραίες προτομές (bustes), επί μιας των οποίων ευρίσκεται και επιγραφή![16]

Στον λόφο της Καστέλλας (ή «του Προφήτ’ Ηλία») θα πρέπει να υπήρχε και αρχαίος ναός, υπέρ του Απόλλωνος, πάλι όπου τώρα ο Ι.Ν. Προφήτ’ Ηλία.

Ο ναός της Βένδιδος (Βενδίδειον ιερόν)[17] ήταν κι αυτός όχι μακράν αυτού της Αρτέμιδος. Η Βένδις ήταν μια θρακική θεά, που αργότερα στην ενσωμάτωση έγινε επίθετο της Αρτέμιδος. Στις υπώρειες της Μουνυχίας είχαν βρεθεί, λαξευμένα στον βράχο, αρχαία οικήματα, τάφοι, και θέσεις, οι λεγόμενες «νύμφες».

Άλλες σημαντικές αρχαίες εορτές του Πειραιώς ήταν τα Βενδίδεια και τα  Περαία.

Το 1872 η Μουνυχία ήταν μια από τις τοποθεσίες που η ελληνική διπλωματία έφερνε τις ξένες διπλωματικές αποστολές, προς ξενάγηση και ευχαρίστηση, μετά την επίσκεψη στις αρχαιότητες της Ακροπόλεως και του Θησείου! Έτσι έκαναν ο βασιλεύς και η βασίλισσα, κατά την επίσκεψη του δουκός και της δουκίσσης του Μεκλεμβούργου «μεθ’ όλου του επιτελείου των».

 Μάλιστα «η Ακρόπολις, το Θησείον, η Μουνυχία ως και άλλοτε ήσαν κατάφωτα εκ βεγγαλικών φώτων»![18] Τι τους έδειχναν άρα γε; Το 1878 η τότε βασιλική οικογένεια, Γεωργίου Α΄ και Όλγας, είχε χρησιμοποιήσει τα 2 από τα 7 νεόδμητα αρχοντικά του Τσίλερ στην Καστέλλα για να κάνει εκεί τις θερινές της διακοπές! Αυτά τα πανέμορφα αρχοντικά, η παραμονή της βασιλικής οικογενείας, και τα θαλάσσια μπάνια (λουτρά) στο Πασαλιμάνι, έκαναν την περιοχή πρώτης τάξεως κοσμοπολίτικο θέρετρο…


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


[1] Επειδή το όνομα το πρωτοβρίσκουμε στους Κενταύρους, με τον Μούνυχο να είναι ένας από τους άτυχους Κενταύρους στον πόλεμο κατά των Λαπίθων, και από αυτήν την θεσσαλο-μινυακή μυθολογία επέρασε στα ονόματα των Μινυών, η γραφή με «υ» είναι ορθοτέρα και να σημαίνει τον έχοντα ένα νύχι (μόνυχο), παραπέμποντας στην οπλή των αλογοσώματων κενταύρων. Πάντως συναντάται και με «ι».
[2] Βλ. Διόδ., Ελλάν. Frgm., σχολ. Δημοσθ. 18.107b.
[3] Η πειραϊκή χερσόνησος διαχωρίσθηκε από την αττική γη με θαλάσσια ζώνη, κατά το τέλος της Τριτογενούς περιόδου. Στην Τεταρτογενή περίοδο οι προσχώσεις του Κηφισού ποταμού την μετέβαλαν σε ελώδη περιοχή που ονομάσθηκε Αλίπεδον ή Αλαί (τμήμα του νυν Νέου Φαλήρου). Ήταν λοιπόν νησί, γι’ αυτό και ονομάσθηκε Περαιεύς, εκ του ρ. «περαιόω» (= περαιώ, διαπορθμεύω > πέραμα) - Βλ. και Γ. Λεκάκη «Τελικά ο Στράβων είχε (πάλι) δίκιο για το αρχαίο νησί του Πειραιά: Η “Ατλαντίδα του Σαρωνικού”», στην εφημ. «Ελευθερία» Λονδίνου, 25.4.2013.
[4] Ο Πειραιεύς ιδρύεται αργότερα, κατά τον 5ο αι. π.Χ.
[5] Αυτοί έπρεπε με ίδια χρήματα να συντηρούν για έναν χρόνο μια τριήρη και το πλήρωμά της, ούτως ώστε να είναι πάντα ετοιμοπόλεμη και διαθέσιμη.
[6] Βλ. σχολ. Δημοσθ. 18.185. Αυτό ακριβώς, ότι η πειραϊκή χερσόνησος ήταν καταφύγιο κακοποιών έδωσε την όποια κακή φήμη στους Πειραιώτες, που φυσικά την έχουν όλοι οι κάτοικοι μεγάλων λιμανιών σε όλον τον κόσμο.
[7] Βλ. άρθρο Διον. Σουρμελή, γραφέν στις 9.3.1843, και δημοσιευθέν στην εφημ. «Αιών» (αρ. φ. 427, 24.3.1843), στο οποίο εσχολίαζε τα λάθη στην διατριβή του Κ. Ουλερίχου «Οι λιμένες και τα Μακρὰ τείχη των Αθηνών»
[8] Το αρχαίο λιμάνι του Πειραιώς ήταν μεγαλύτερο του σημερινού: Ξεκινούσε από το Φάληρο και περιέκλειε την (νυν) Ακτή Μιαούλη! - βλ. Κλεάνθη και Σάουμπερτ.
[9] Αντικείμενα σχετικά με την λατρεία της, από  το ιερό της Αρτέμιδος Μουνυχίας, μπορείτε να ιδείτε στο Αρχ. Μουσείο Πειραιώς. Και σε αυτόν τον ναό της Αρτέμιδος ευρέθη «κρατηρίσκος, που κοσμείται με μορφές νεαρών κοριτσιών, αντιπροσωπευτικό δείγμα των αγγείων της κλασικής εποχής, συνδεομένων με την λατρεία της θεάς Αρτέμιδος. Έχει καλυκωτό σώμα, υψηλό κωνικό πόδι και διπλές οριζόντιες λαβές. Σε κάθε πλευρά του σώματος, μεταξύ των λαβών, απεικονίζονται τρεις νεανίδες, που τρέχουν ή χορεύουν με ευρύ διασκελισμό. Το σώμα τους αποδίδεται με υπόλευκη βαφή, ενώ το κεφάλι με σκούρα καστανή. Επάνω από την μία σωζόμενη λαβή εικονίζεται ορθογώνιος βωμός με φλόγα, που επιστέφεται από υπόλευκες έλικες. Η εσωτερική επιφάνεια του αγγείου και το πόδι κοσμούνται από σύστημα παράλληλων σκουροκάστανων ταινιών. Αγγεία αυτού του είδους έχουν ευρεθεί σε διάφορα ιερά της Αρτέμιδος και πλην της Μουνυχίας, και στης Ταυροπόλου, Αυλιδίας, Αριστοβούλης στην Αγορά, Βραυρώνιο Ακρόπολης, Σπήλαιο Πανός και Νυμφών. Οι απεικονιζόμενες νεανίδες έχουν ερμηνευθεί ως άρκτοι, τα κορίτσια που αφιερώνονταν στη θεά. Λόγω της ύπαρξης ιχνών καύσης σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν ερμηνευθεί ως θυμιατήρια, δεν αποκλείεται, όμως, να χρησιμοποιούνταν και για την προσφορά σπονδών» (ΠΗΓΗ: Υπ. Πολ.).
[10] Λατρευτικό άγαλμα της Κυβέλης ευρέθη στο (νυν) Μοσχάτο. Μπορείτε να το δείτε στο Αρχ. Μουσείο Πειραιώς.

[11] Τι εξαιρετική σύμπτωση: Και σήμερα, το μεγαλύτερο πανηγύρι της περιοχής, γίνεται την 25η Μαρτίου, όταν εορτάζει η εκκλησιά της Ευαγγελίστριας!
[12] Σήμερα τα λέμε «τσιζ-κέικ».
[13] Μαζί με την λατρεία της θεάς στην Βραυρώνα, τις Φέρραις Θεσσαλίας, την Σπάρτη, κ.α. – βλ. και Μύλλερ (Dor. I, σελ. 372-385-391), Ν. Γ. Πολίτη στην εφημ «Αιών», αρ. φ. 4134, 9.4.1883, και Γ. Λεκάκη «Τα 300 επίθετα της Αρτέμιδος και τι μας μαρτυρούν για την θεά!».
[14] «Όπως και εν Αθήναις τα μεγάλα ιερά είχαν ιδιαιτέρους ταμίες. Οταν καθιερώθη ο Παρθενών, διωρίσθη ταμίας των ιερών χρημάτων της Αθηνάς, και άλλοι 9 για τα άλλα ιερά ομού. Ετήσιοι, κληρούμενοι εκ των πλουσιωτάτων, δηλ. των πεντακοσιομεδίμνων, εισπράττοντες και διατηρούντες τα στους θεοὺς ανήκοντα χρήματα εξ αφιερωμάτων, λαφύρων κλπ. και ιδίως εκ των δημευομένων, οι μεν της Αθηνάς την δεκάτην, οι δε των άλλων θεών την πεντηκοστήν. Και έχοντες εξουσίαν όταν περὶ δημεύσεως απόφασις τους φαινόταν άδικος να την αναιρούν»! Είναι συγκλονιστικό να καταλάβουμε, πως η δικαιοσύνη στην αρχαία Αθήνα, τουλάχιστον, ήταν ανεξάρτητη. Κάθε ιεροταμίας μπορούσε, λοιπόν, να παραβλέψει ή να ακυρώσει μια απόφαση δικαστηρίου! – βλ. Α. Ι. Αντωνιάδης στην εφημ. «Αθηνά» (26.9.1855), Μέγα Ετυμ.
[15] Αυτοί δεν είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους, αλλά μόνο κοινή λατρευτική. («Ουδὲ απὸ του αυτού αίματος, αλλ’ ετέραν τινὰ κοινωνίαν έχοντες συγγενικών οργίων ή θεών, αφ’ ων ὀργεῶνες οἱ κατὰ δήμους ἐν τακταῖς ἡμέραις θύοντες θυσίας τινάς», Μ. Ἐτυμ.
[16] Βλ. εφημ. «Αθηνά», αρ. φύλ. 2318, 26.9.1855.
[17] Βλ. Ξεν. «Ελλ.» 2.4.11.
[18] Βλ. εφημ. «Εθνοφύλαξ», αρ. φυλ. 2435, 28.3.1872.







Το Ποριώτικο νερό του Πειραιά





Του Στέφανου Μίλεση

Μέσα από τις πολύτιμες αναφορές του Κ. Φαλτάϊτς έχουν διασωθεί στοιχεία για το περίφημο Ποριώτικο νερό που κάποτε τροφοδοτούσε τον Πειραιά και ήταν ανάρπαστο για την ποιότητά του και τις ευεργετικές του ιδιότητες.
Ο Πειραιάς λοιπόν προμηθευόταν νερό από την πηγή της «Ψίφτης» που βρισκόταν ακριβώς έναντι του Πόρου στο «Φανάρι». Το νερό προερχόταν από μια πηγή που ανήκε στον Α. Ανδρεάδη ο οποίος με την σειρά του την είχε νοικιάσει σε έναν επιχειρηματία τον»Παππά» ο οποίος φρόντιζε με δικά του υδροφόρα ατμόπλοια να το μεταφέρει στον Πειραιά. Γιαυτό ακριβώς τον λόγο και το νερό του Πόρου που έπιναν για χρόνια οι Πειραιώτες ήταν γνωστό και ως «νερό του Παππά».
Τα πλοία του Παππά ξεφόρτωναν στην συνέχεια το νερό σε μεγάλες αποθήκες στην Ακτή Ξαβερίου, από τις οποίες προμηθεύονταν με την σειρά τους οι υδροδιανομείς με τα κάρα τους. Αυτοί με την σειρά τους κατέβαλαν ιδιαίτερη προσπάθεια να ανέβουν στις ανηφοριές της Πειραϊκής Χερσονήσου πριν ακόμη ονομασθούν Καλλίπολη και Χατζηκυριάκειο. Αγκομαχώντας τα μουλάρια και τα άλογα έσερναν το βαρύ φορτίο τους στους ταλαιπωρημένους από την χρήση χωματόδρομους. Γυναίκες με στάμνες και ότι άλλο μέσο αποθήκευσης νερού διέθετε η καθεμία το προμηθεύονταν αδιαμαρτύρητα καθώς το νερό που έδιναν τα πηγάδια του Πειραιά ή η δημόσιες βρύσες δεν ήταν και το καλύτερο.
Αυτό βέβαια σταμάτησε όταν η ύδρευση του Πειραιά, ανατέθηκε στην ΟΥΛΕΝ η οποία λέγεται πως φρόντισε να αποζημιώσει ακόμα και εκείνους που είχαν υδροφόρα κάρα και διένειμαν το Ποριώτικο νερό σε όλες τις γειτονιές του Πειραιά. Και από την άλλη το νερό της πηγής του Ανδρεάδη με την σειρά του δεν πήγαινε χαμένο καθώς δημιουργήθηκε ένα τεράστιο λεμονοπερίβολο που ποτιζόταν με αυτό το περίφημο νερό. Για εκείνη την έκταση μάλιστα κάποτε έλεγαν πως ήταν την δεκαετία του ’30 το μεγαλύτερο λεμονοπερίβολο που υπήρχε. Και ο ναύσταθμος στην θέση Αράπη στην Σαλαμίνα προμηθευόταν επίσης με το περίφημο νερό του Πόρου, αν και αυτό ήταν από διαφορετική πηγή από εκείνη του Πειραιά. Συγκεκριμένα προερχόταν από μια πηγή που ήταν γνωστή ως «Πηγή του Τομπάζη» που βρισκόταν στον Γαλατά. Μέχρι που και ο ναύσταθμος με την σειρά του απέκτησε δική του ύδρευση μέσω Σκαραμαγκά και έτσι έπαψε κι αυτός να προμηθεύεται με το νερό του Πόρου. Όμως ούτε ο Πειραιάς, ούτε ο ναύσταθμος ούτε ακόμα και ο ίδιος ο Πόρος θα απολάμβαναν από αυτό το νερό καθώς αγνοούσαν την ύπαρξή του, αν δεν μεσολαβούσε ένας παλιός Δήμαρχος του Πόρου ο Σπυρίδωνας Καραμάνος που αποφάσισε για την μεταφορά του. Μέχρι τότε οι Ποριώτες ήταν υποχρεωμένοι να έχουν στέρνες ή να φέρνουν νερό από αλλού. Συγκεκριμένα ακριβώς απέναντι από το νησί, στα υψώματα που λέγονται Μπέλεσι υπήρχε άφθονο νερό που έτρεχε μέχρι και τον Γαλατά. Ο Καραμάνος πρότεινε να το περάσει μέσα από την θάλασσα με μολυβένιους σωλήνες. Και το έργο πραγματοποιήθηκε με τα μέσα που υπήρχαν τότε πολύ πετυχημένα. Οι σωλήνες φορτώνονταν σε μια σχεδία κατά τεμάχια, δένονταν με σχοινιά και αφού τις συγκολλούσαν μεταξύ τους μέχρι κάποιο μήκος, τις κατέβαζαν με τα σχοινιά να βυθιστούν στην θάλασσα μέχρι να πιάσουν τέρμα. Έτσι το 1881 πέρασε το νερό με αυτό το υποθαλάσσιο δίκτυο μεταφοράς από την πλευρά της Πελοποννήσου στον Πόρο. Μάλιστα οι Ποριώτες τότε για να τιμήσουν τον Δήμαρχό τους έδωσαν σε έναν από τους κεντρικούς δρόμους το όνομά του.














ΑΚΤΗ ΞΑΒΕΡΙΟΥ - ΚΑΡΒΟΥΝΙΑΡΙΚΑ






Τον τελευταίο καιρό έψαχνα μετά μανίας να βρώ την προέλευση του ονόματος της Ακτής Ξαβερίου. Αφενός γιατί μένω κοντά σε αυτή την ακτή, αφετέρου διότι οι πληροφορίες που είχα περί αυτής δεν με έπειθαν πραγματικά περί της ορθής προέλευσης της ονομασίας.

Οι πληροφορίες (κυρίως προφορικές) που υπήρχαν για χρόνια από παλαιότερους ερευνητές ή απλά μεγαλύτερους σε ηλικία πειραιώτες μιλούσαν για μια ταβέρνα ενός ιταλού με όνομα Ξαβέριο Στέλλα που υπήρχε στην περιοχή και που εξ΄ αιτίας της έλαβε το όνομα όλη η περιοχή.  Μάλιστα η εκδοχή αυτή κυκλοφορούσε ευρέως σε όλο το διαδίκτυο αλλά και σε σχετικά βιβλία εξειδικευμένα στα περί ονομασίας οδών, πλατειών, ακτών κ.λ.π.










Η έρευνα ξεκινά:

Επειδή δεν έβρισκα στα αρχεία εφημερίδων τίποτα που να με διαφωτίζει, ούτε σε κάποιο από τα βιβλία στα οποία έχω πρόσβαση και λαμβάνω συνήθως πληροφορίες, αναγκάστηκα να ξεκινήσω κάπως περίεργα την έρευνα ψάχνοντας να βρώ το μνήμα του πρώτου εποικιστή και το οποίο τελικώς βρήκα. Με έκπληξη όμως διαπίστωσα ότι δεν επρόκειτο περί ενός απλού μνήματος αλλά περί οικογενειακού. Σεβόμενος λοιπόν τους απογόνους της οικογενείας (τα ονόματα των οποίων επίσης αναγράφονται επ΄ αυτού) δείχνω μόνο την κορυφή του μνήματος.


 Από εφημερίδες εποχής μέχρι η μόνη αναφορά που υπήρχε για την περιοχή ήταν για ναυπηγεία και ταρσανάδες. Μάλιστα επειδή στην περιοχή υπήρχαν τόσα πολλά σκάφη στην θάλασσα που περίμεναν να μπουν σε ταρσανάδες προς επισκευή, αναγκάστηκε η αρχή του λιμένα να εκδόσει και διαταγή έξωσης όλων των ναυπηγικών μονάδων σε αυτή την πλευρά του λιμανιού προκειμένου να αποσυμφορήσει το λιμάνι του πειραιά το οποίο έφτασε να έχει κυκλοφοριακό πρόβλημα. Η μόνη αναφορά για ταβέρνα στην περιοχή είναι αυτή:




Ένας πνιγμός 14χρονου στην περιοχή στις αρχές του 20ου αιώνα γίνεται αιτία αναφοράς ενός οινομαγειρείου "Μουστάκα" στην περιοχή που ήδη όμως αναφέρεται ως ακτήν Ξαβερίου.  Επίσης ακόμα παλαιότερα δημοσιεύματα (του 1880) ονομάζουν ήδη την περιοχή ως Ξαβερίου. Πλήθος δημοσιευμάτων του 1895 χρησιμοποιεί την έκφραση "αν θες να φτιάξεις το πέραμα πήγαινε στου Ξαβέριου".  Πέραμα είναι είδος ξύλινου σκαριού. Το πήγαινε "στου Ξαβέριου" ή "έξω από του Ξαβέριου" όπως είναι διατυπωμένη η έκφραση σαφώς δεν εννοεί "στην ακτήν Ξαβερίου" αλλά κάποιο σημείο γνωστό ως του Ξαβέριου. Και επειδή η περιοχή έχει μόνο ταρσανάδες τι άλλο να υποθέσουμε ότι μιλάμε για τον "ταρσανά του Ξαβέριου".

Ώσπου ξαφνικά η κυρία Έλενα Βλάχου-Overholser, στέλνει ένα mail στο περιοδικό Athens Voice στον Δημοσιογράφο Δημήτρη Φύσσα και αναφέρει τα εξής καταπληκτικά πράγματα:

" Ο Ξαβέριος Στέλλας ήταν Ιταλός (Saverio Stella). Γεννήθηκε στο Trani της Απουλίας (καμιά 50αριά χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Bari) το 1836 και σε ηλικία 20-22 ετών εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου και ανέπτυξε δραστηριότητα ως προμηθευτής πλοίων. Το οικόπεδο στο οποίο έχτισε το σπίτι του συνόρευε αργότερα με την βιομηχανία κονιάκ του Καμπά και με ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του εφοπλιστή Λαιμού, κοντά στο Βασιλικό Περίπτερο. Το κάτω μέρος των σπιτιών της οικογενείας (το δεύτερο σπίτι το έχτισε ο μεγαλύτερο γιός του ο Nicola Stella) είχε μαγαζιά. Ένα από αυτά ήταν όντως ταβέρνα, την οποία διαχειριζόταν στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα ο Στέλιος Σαριδάκης. Υπάρχουν ακόμα κάποιοι απόγονοι του Ξαβέριου Στέλλα στην Ελλάδα, ένας από τους οποίους είμαι και εγώ. Φιλικά Έλενα Βλάχου-Overholser".

Επειδή η ζωή πολλές φορές ξεπερνά την φαντασία. Η ταβέρνα δημιουργήθηκε από τον γιό του Ξαβέριου τον Νικόλαο Στέλλα. Όμως η περιοχή προϋπήρχε ως Ξαβέριου από τον πατέρα του και την παράκτια δραστηριότητα που είχε ανέπτυξε στην περιοχή.


ΚΑΡΒΟΥΝΙΑΡΙΚΑ

Τα λεγόμενα «Καρβουνιάρικα» αποτελούν παλαιότερη δημώδη ονομασία του χερσαίου νοτίου τμήματος του λιμένα Πειραιώς και συγκεκριμένα της ακτής από τον Ναό του Αγίου Νικολάου όπου το Τελωνείο μέχρι και του άλλοτε Βασιλικού Περιπτέρου, το γνωστό ως "Παλατάκι" στον προλιμένα, δεξιά του εισπλέοντος.
Βέβαια από τα Καρβουνιάρικα μέχρι το Παλατάκι μεσολαβούσε το κομμάτι εκείνο της ακτής που είχε λάβει το όνομα "Ξαβέρι" ή "Ξαβέρη", η σημερινή ακτή Ξαβερίου. Στην αρχαιότητα το νότιο τμήμα του κυρίως σημερινού λιμένα Πειραιώς λεγόταν Κάνθαρος ("λιμήν Κανθάρου"), έναντι του βορείου τμήματος, που λεγόταν « «λιμήν των Αλών».
Η ονομασία «καρβουνιάρικα» ήταν αυθαίρετη και επικράτησε επειδή στην ακτή αυτή γίνονταν οι φορτοεκφορτώσεις των γαιανθράκων, (κάρβουνου), καθώς και η προσέγγιση των πλοίων για ανθράκευση. Την αυτή ονομασία έφερε και η υπερκείμενη της ακτής αυτής συνοικία που γειτνίαζε νότια με το Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο, και βορειοανατολικά με την συνοικία Υδραίικα (του Πειραιά).
Μετά το άδοξο τέλος της μικρασιατικής εκστρατείας, στη περιοχή των καρβουνιάρικων εγκαταστάθηκε πλήθος προσφύγων που διέμεναν σε ξύλινα παραπήγματα που διατηρήθηκαν μέχρι το 1968 τα οποία και απομάκρυνε ο τότε δήμαρχος του ΠειραιάΑριστείδης Σκυλίτσης, όπου και διανοίχτηκε η εκεί παραλιακή λεωφόρος
Πάντως ακόμη και στις ημέρες μας, σε μια περιορισμένη έκταση κάτω από την γέφυρα της ακτής Ξαβερίου προς Ακτή Μιαούλη, υφίστανται μερικά απομεινάρια εκείνων των παραπηγμάτων που ονομάζονταν κάποτε το "Χωριό του Ξαβέρη" ή το "Χωριό των Καρβουνιάρικων". Σημειώνεται όμως ότι από της εγκατάστασης εκεί των προσφύγων και καθ΄ όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμουη φθίνουσα πλέον διακίνηση ανθράκων, (φορτοεκφόρτωση κάρβουνου), λόγω της ανάπτυξης των πετρελαιομηχανών, γίνονταν στη βόρεια ακτή του λιμένα, αμέσως μετά τα λεγόμενα λεμονάδικα, δηλαδή στην ακτή από του σταθμού του Ηλεκτρικού μέχρι σχεδόν τον Ναό του Αγίου Διονυσίου.
Χαρακτηριστικό κτίρια στα Καρβουνιάρικα του Πειραιά υπήρξε το μεγάλο μηχανουργείο του Πότου, το οποίο απαλλοτριώθηκε από τον ΟΛΠ καθώς και το κτίριο των Γενικών Αποθηκών. Η γνωστή σκάλα του Μανίνα, περίπου στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το εκθεσιακό κέντρο του ΟΛΠ, υπήρξε ένα από τα κεντρικότερα σημεία αναφοράς των Καρβουνιάρικων.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε άρχισε η αναμόρφωση και ανάπτυξη του λιμένα Πειραιώς, η λεγόμενη πλέον «καρβουνόσκαλα» μεταφέρθηκε στον λιμένα Κερατσινίου, έναντι της Ιχθυόσκαλας και του νέου Ικονίου, όπου και εγκαταστάθηκε μεγάλη γερανογέφυρα φορτοεκφόρτωσης γαιανθράκων. Τα έργα της αναμόρφωσης του κεντρικού λιμένος Πειραιά δεν μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστη τη συνοικία των Καρβουνιάρικων. Τα νέα κρηπιδώματα που τοποθετήθηκαν καθ'όλο το μήκος της ακτής και η διαπλάτυνση / επέκταση του λιμένος σε αυτό το σημείο το έκαναν σήμερα αγνώριστο σε σχέση με το παρελθόν. Επίσης, η ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας και η ανάγκη εύρεσης χερσαίων παραλιμένιων χώρων προς οικοδόμηση έστρεψε πολλούς εργολάβους προς την σχετικά ανεκμετάλλευτη περιοχή των Καρβουνιάρικων επί της οποίας οικοδομήθηκαν μια σειρά από πολυώροφα μέγαρα όπου στεγάστηκαν κυρίως εταιρίες που σχετίζονταν με τη ναυτιλία, τράπεζες εγχώριες αλλά και ξένες και γραφεία ασφαλιστικών εταιριών. Εννοείται βέβαια πως η ανατίμηση των οικοπέδων της περιοχής υπήρξε απλά τρομακτική.
Σημείο αναφοράς στα "σύγχρονα" Καρβουνιάρικα του Πειραιά μετά την αναμόρφωση της ακτής είναι το (πρώην) Εκθεσιακό Κέντρο του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ) του οποίου η πρώτη αρχική χρήση υπήρξε Σταθμός Επιβατών, το Μέγαρο του ΟΛΠ καθώς και ένας εναπομείναν παλαιός γερανός φόρτο-εκφόρτωσης.
ΠΗΓΕΣ
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%8D%CE%BB%CE%B7:%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1

PIREORAMA STEFANOS MILESIS
















Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Η Τρούμπα του Πειραιά






  Η Τρούμπα πήρε το όνομά της από την τρόμπα – αντλία- που ήταν τοποθετημένη  από  το 1860  σε πηγάδι, στην περιοχή αυτή,  στην αρχή  της  οδού Αιγέως, σημερινής 2ας Μεραρχίας,  από  το  οποίο  έπαιρναν νερό τα πλοία.
     Τα  κακόφημα σπίτια – οίκοι ανοχής - άρχισαν να εγκαθίστανται εκεί μετά την Κατοχή. Πριν από αυτήν  υπήρχαν  διάφορα κέντρα διασκέδασης, μεταξύ των οποίων και τεκέδες.  Όμως έκλεισαν τα Βούρλα, και γρήγορα   έγιναν  πάρα  πολλά, μιας και το περιβάλλον προσφερόταν, στο  μεγάλο τετράγωνο που περικλειόταν από την Ακτή Μιαούλη, τη Φιλελλήνων, την Κολοκοτρώνη και τη Σωτήρος Διος. Επίκεντρο  οι δρόμοι  Φίλωνος και Νοταρά. Δεκάδες κόκκινα φανάρια, και εκατοντάδες  ονόματα Τζένη, Λιάνα, Μαίρη, Πίτσα, Κίτσα κλπ, όλα ψεύτικα βέβαια.
     Μια πολύ ανάγλυφη εικόνα  μας δίνει ακόμα και σήμερα  η ταινία « Κόκκινα Φανάρια».
     Στα 1960-65  ή  Τρούμπα  ήταν στις…. δόξες της. Πάρα πολλοί  οι οίκοι ανοχής,  κι ανάμεσά τους τα καμπαρέ, με επικεφαλής τα « Τζων Μπουλ», « Μπλακ Κατ»,   και τα άλλα παρόμοια κέντρα.  Με  στριπ τηζ  και άλλα νούμερα, που προσπαθούσαν να ικανοποιήσουν  και τα πιο  δύσκολα γούστα.

 Ο ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟΣ  ΠΕΙΡΑΙΑΣ  ΚΑΙ  Η ΤΡΟΥΜΠΑ

  Για τον προπολεμικό Πειραιά και το ρεμπέτικο,  ο ρεμπέτης    Νίκος  Μάθεσης,     γράφει  στα  απομνημονεύματά  - όπως τα παρέδωσε  στον Κώστα Χατζηδουλή:
      «Ο Πειραιάς πριν μισό αιώνα με τα καταγώγια, τους ντεκέδες, τα μπαρμπουταντζίδικα, τα Βούρλα και τα   «καφέ-σαντάν»  του.
      Ο Πειραιάς με τους νταήδες του, τους μάγκες, τους ρεμπέτες, τους αγαπητικούς, τους πορτοφολάδες και τους κλέφτες των λιμανιών. Ο Πειραιάς προ 57 χρόνια όπως τον έζησα εγώ, τότε ήμουν 11 χρονών και τον θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Τότε και πριν έλθουν οι πρόσφυγες ήταν μικρός. Θυμάμαι το 1917 όπου ήμουν πρόσκοπος στην ομάδα του Λελούδα με έναν συμμαθητή μου που τώρα είναι δικηγόρος, επίσης και ο αδερφός του δικηγόρος είναι. Και όταν ερχότανε απ' τη Θεσσαλονίκη το "Λαφαγιέτ", το πλοίο νοσοκομείο (γαλλικό ήτανε) στου Ξαβέριου και έφερνε Έλληνες στρατιώτες τραυματίες από τις μάχες του Σκρα και τους κερνούσαμε και μετά τους πήγαιναν στο Χατζηκυριάκειον που ήτανε νοσοκομείο τότε. Εκεί μπροστά στου Ξαβέριου ήταν αραγμένα πολεμικά καράβια γαλλικά , ιταλικά, αγγλικά και ελληνικά. Και σαν δεν είχαμε δουλειά πηγαίναμε παρέες και κολυμπάγαμε και λέγαμε στους Γάλλους "μουσχιού ντόνε μουά λεπέν" ή "ντόνε μουά νεσού". Δηλαδή, "κύριε δω μας ψωμί" ή "δω μας μια δεκάρα". Κι αυτοί μας έλεγαν "μαργαρήτ...".
     Τότες ο Πειραιάς ήταν πολύ άγριος. Από την μια ο αποκλεισμός, από την άλλη τα πολιτικά μας μίση. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα, Τρούμπα και Τζελέπη ήταν στην ημερησίαν διάταξιν. Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλαο, Γύφτικα, στο Χατζηκυριάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. Ζάρια μες το δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του έδινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε την δίκοπη επιδειχτικά να την δει! Τι να έκανε; Από στρατιώτη αγράμματο βουνήσιο τον ρίξανε χωροφύλακα στον Πειραιά μες τα λυσσασμένα τσακάλια. Πρωτοδικείο, Εισαγγελία δεν είχε τότε ο Πειραιάς! Από  την Αθήνα κατέβαιναν οι νωματαρχέοι νταήδες να επιβάλουν την τάξη και να συλλάβουν κανέναν επικίνδυνο καταζητούμενον. Ο Μαρούδας και ο Γαλιγάλης, οι μάγκες είχανε συνθέσει και στίχους για τους μόρτες καταδότες και ας μην τους ήξεραν και το τραγουδούσαν παίζοντας το μπουζούκι τους.
       »Ο Πειραιάς τότε είχε και έφιππη χωροφυλακή. Χαμαιτυπεία είχε μόνο στα Βούρλα που τώρα είναι φυλακές. Εκεί οι γυναίκες δεν βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον τρόπο τους και πηδάγανε τα μεσάνυχτα μέσα παρ' όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι! Αλλά καμία δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια οι γυναίκες αλλά όσοι εγκληματούσαν για την γυναίκα, αυτή ήταν υποχρεωμένη μέχρι να βγει απ' την φυλακή να τον συντηρεί. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα σκοτωνότανε απ' τους φίλους του. Αλλά και όταν έβγαινε, η πρώτη του δουλειά ήταν να την στεφανωθεί. απαραίτητος κανών!!! Για τον σκυλόμαγκα ο άγραπτος νόμος είναι σκληρός! Καφωδεία ο Πειραιάς είχε πολλά γύρω στην Ντρούμπα. Απάνω στο πάλκο έπαιζαν τσιφτετέλια, ζεϊμπέκικο κ.λ.π. Κάτω στο πάλκο ορχήστρα ευρωπαϊκή, πιάνο, βιολί και τζάζι για ταγκό κ.λ.π. Και μπροστά χαμηλά, σχεδόν κάτω ήταν δώδεκα κορίτσια σε παράταξη άβαφτες Γερμανίδες που έπαιζαν με την σειρά τους βιολιά. Αυτή την διαρρύθμιση είχαν όλα τα καφωδεία της Τρούμπας. Οι φόνοι εκεί γινόντουσαν συχνότατα. Αφού του έτρωγε τα λεπτά του και τον έκανε στούπα, του έλεγε να την περιμένει απέξω! Και η αρτίστα έβγαινε αγκαζέ με τον ντερβίση της, αλλά και ο άλλος ο επαρχιώτης άγριος, και το ψυχικό γινότανε...
    Επίσης και τα παιχνίδια ήταν πάμπολλα (λέσχες). Μέσα κάθε καρυδιάς καρύδι, μπράβοι, αβανταδόροι, μούτρα, να πουν αμέσως φυλακή σε ένα γνέμα! Φόνοι πιο πολλοί στα παιχνίδια γιατί έχανες τα λεπτά σου, ίσως και ξένα που στα είχαν εμπιστευθεί να τους ψωνίσεις κάτι πράγματα. Και το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι και ... όσο για μάγκες, δηλαδή ρεμπέτες, κάθε συνοικία είχε τους δικούς της. Αν ακουγότανε κανένας ρεμπέτης καλός με πράξεις σωστές ρεμπέτικες, δηλαδή παλικαρίσιες εξηγήσεις, τότε ακουγότανε και στον Πειραιά, δηλαδή στην καρδιά του Πειραιά. Στα παιχνίδια που είχαν οι νταήδες ανεγνωρισμένοι... Έσπαγε τα δεσμά της συνοικίας του και από μαχαλόμαγκας αφανής –ενός μαχαλά -γινότανε διεθνής. Αναγνωριζότανε από όλες τις συνοικίες, αλλά πως;
        Έπρεπε με έργα και όχι με λόγια, να μαλώσει, να μαχαιρώσει, να μπιστολίσει, να τραυματίσει καλόν νταή ανεγνωρισμένον, ασχέτως εάν δεν πήγε στην φυλακή. Μηνύσεις δεν γινόντουσαν, θα καθαρίζανε στον δεύτερο γύρο που θα έβγαινε ο χτυπημένος απ' το νοσοκομείο...
        Η αστυνομία το μάθαινε και ερχότανε να σου πάρει κατάθεση και εσύ τους έλεγες ότι έπεσες από ένα μικρό γκρεμό και σου μπήκαν κάτι σίδερα στην κοιλιά... και σου έλεγε μακάρι μόλις βγεις να σου μπούνε κι άλλα να ησυχάσουμε από εσάς τα τομάρια...Αν όμως έκανες μήνυση κατέρρεες αυτομάτως και όλοι οι μάγκες είχαν να κάνουν με σένα και να σε ξεφτιλίζουν...Τέτοια γινόντουσαν που και που, μάλλον από γερασμένους νταήδες και από φιγουρατζήδες ρεμπέτες...
      Όσο για μπουζούκια, ο Πειραιάς με τους μαγκίτες του, ήτανε ορχήστρα πλήρης. Μέρα και βράδυ από όπου και να πέρναγες, δηλαδή από καφενείο, άκουγες το κελάηδισμα του μπουζουκιού ή του μπαγλαμά και την μυρωδιά της ταλμίρας (χασίς) ή από αργιλέ ή από τσιγαριλίκι. Και αυτός που το έπαιζε δεν ήταν κάνα παιδάκι, ήταν άνθρωπος της τούφας και το είχε μάθει στο σχολείο - φυλακή. Έτσι λεγότανε η φυλακή για να μην καταλαβαίνουν οι ανίδεοι. Παιδιά κάτω των 20 χρόνων και ανώμαλοι απαγορευότανε η είσοδος δια καρπαζιάς, σβουριχτής και κλοτσάς! Εδώ το νταραβέρι είναι του τάδε και συχνάζει όλο το σκυλολόι».

 Το  1925   είχαν ξεσπάσει  δύο μεγάλες πυρκαγιές στον Πειραιά  στις 19-7-1925 στο σύμπλεγμα αποθηκών της Αμερικάνικης περίθαλψης στην Ηετιωνία ακτή, και στις 18-9-1925 στο Τελωνείο στην Τρούμπα. 
        Πολλοί από τους  μεγάλους ρεμπέτες  δούλεψαν στην Τρούμπα. Μεταξύ αυτών:
===   Στα 1949- 50   ο Μάρκος Βαμβακάρης  δούλεψε  στην Τρούμπα σ’ ένα μαγαζί στην παραλία,   στου Λινάρη.
===  Μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο ο Μιχάλης  Γενίτσαρης ανέλαβε ένα μαγαζί στην Τρούμπα. Μαζί του  ήταν   ο Παπαϊωάννου, ο Κερομύτης και ο Νίκος ο Πουνέντης,  ώσπου μία φασαρία με έναν Εγγλέζο στάθηκε η αφορμή να του το κλείσει η αστυνομία.
 === Ο  Τάκης Μπίνης  είχε  παλιό  όνειρο την Τρούμπα. Αφηγείται σχετικά:
  « Τέλειωσα τη δευτέρα Γυμνασίου με άριστα, το ίδιο και στην Τρίτη και άκουγα κάπου - κάπου που συζητούσαν η μάνα κι ο πατέρας μου για το μέλλον μου. Ο ένας έλεγε πως θα γινόμουν δικηγόρος, ο άλλος ήθελε να γίνω αξιωματικός κι εγώ έλεγα από μέσα μου, «κούνια που σας κούναγε, σε λίγο θα με χάσετε και από την Τούμπα, θα είμαι μπουζουξής μες στη μαγκιά, στην  Τρούμπα του Πειραιά».
      Ο  Τάκης Μπίνης  από τη  Θεσσαλονίκη,  έκανε το όνειρό του πραγματικότητα στην   κατοχή.  Συνελήφθη για αντιστασιακή δράση  αλλά  δραπέτευσε και ύστερα από πολύμηνη περιπλάνηση στα βουνά έφτασε με τα πόδια στη Χαλκίδα και από κει στον  Πειραιά  το 1944 , και  δούλεψε στην Τρούμπα  σαν μπουζουκτσής.
===  Ο λαϊκός συνθέτης  κιθαρίστας και τραγουδιστής Γιάννης Μπαφούνης ή Σαμιώτης  δούλεψε   στο «Καρρέ του Aσσου» στην  Τρούμπα , που το 'χε ο Ηλίας Νοταράς.  Και πολλοί άλλοι



  ΒΑΣΙΛΗΣ Π. ΚΟΥΤΟΥΖΗΣ
   Δημοσιογράφος -ερευνητής
        25 -11 - 2000

















Η ιστορία της στο πέρασμα των αιώνων - το έθιμo της Λαγάνας





Τα νηστίσιμα αλλά και τα θαλασσινά έχουν την τιμητική τους. Εκτός όμως από τον χαλβά, την φασολάδα και τις γαρίδες, δεν λείπει από το Σαρακοστιανό τραπέζι η πατροπαράδοτη λαγάνα.

Η ιστορία της Λαγάνας

Η λαγάνα είναι άζυμος άρτος, δηλ. παρασκευάζεται χωρίς προζύμι. Τέτοιος άρτος πρόχειρος χρησιμοποιήθηκε από τους Ισραηλίτες κατά τη νύχτα της Εξόδου τους από την Αίγυπτο υπό την αρχηγία του Μωυσή. Έκτοτε επιβαλλόταν από το Μωσαικό Νόμο για όλες τις ημέρες της εορτής του Πάσχα, μέχρι που ο Χριστός στο τελευταίο του Πάσχα ευλόγησε τον ένζυμο άρτο.

Η ιστορία της λαγάνας διατρέχει όλη τη διατροφική παράδοση από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ο Αριστοφάνης στις “Εκκλησιάζουσες” λέει “Λαγάνα πέττεται” δηλαδή “Λαγάνες γίνονται”.

Ο Οράτιος στα κείμενά του αναφέρει τη λαγάνα ως “Το γλύκισμα των φτωχών”. Το έθιμο της λαγάνας παρέμεινε αναλλοίωτο ανά τους αιώνες και συνηθίζεται να παρασκευάζεται με μεράκι από τον αρτοποιό της γειτονιάς, τραγανή λαχταριστή και σουσαμένια και καταναλώνεται κατά την Καθαρά Δευτέρα, την Πρωτονήστιμη Δευτέρα της Σαρακοστής.

Η ονομασία της “Καθαρά” προήλθε από τη συνήθεια που είχαν οι νοικοκυρές το πρωί της ημέρας αυτής, να πλένουν με ζεστό νερό και στάχτη όλα τα μαγειρικά σκεύη, ως “ημέρα κάθαρσης”. Στη συνέχεια τα κρεμούσαν στη θέση τους όπου και παρέμεναν μέχρι τη λήξη της νηστείας. Επίσης κατά την ημέρα αυτή εξέρχονταν όλοι οικογενειακώς στην ύπαιθρο και έστρωναν κάτω στη γη και έτρωγαν νηστίσιμα φαγητά όπως χαλβά, ελιές, ταραμά και λαγάνα.

Από την Καθαρά Δευτέρα προετοιμάζεται ο άνθρωπος μετά τις εορτές και την καλοφαγία των Απόκρεων, να καθαρίσει την ψυχή και το σώμα του για να φτάσει στο τέρμα δηλ. στο Πάσχα και να αναστηθεί ξανά με την Ανάσταση του Κυρίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λαγάνα που έχει το σχήμα της “κυρα-Σαρακοστής”,που παριστάνει μια μακριά γυναίκα που έχει ένα σταυρό στο κεφάλι, δεν έχει στόμα γιατί είναι όλο νηστεία.

Τα χέρια της είναι σταυρωμένα για τις προσευχές, έχει επτά πόδια που συμβολίζουν τις επτά εβδομάδες της νηστείας. Έθιμο που συνηθιζόταν για να μετρούν το χρόνο κατά την περίοδο της Σαρακοστής ήταν κάθε Σάββατο να κόβουν το ένα πόδι και το τελευταίο το έκοβαν το Μ.Σάββατο όπου το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο ή σε ένα καρύδι και όποιος το έβρισκε ήταν ο τυχερός της επόμενης χρονιάς.

Η νόστιμη και λαχταριστή για όλους μας λαγάνα είναι ένα προϊόν άξιο σεβασμού και με πραγματική πλούσια ιστορία, θα είναι μεγάλη απώλεια για τις επερχόμενες γενεές να ξεχάσουν τις παραδόσεις μας, να ξεχάσουν τις παλιές σαρακοστιανές μυρουδιές.

Οι αρτοποιοί της γειτονιάς πιστοί στις παραδόσεις μας παρασκευάζουν την Καθαρά Δευτέρα τη λαγάνα συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση του εθίμου, ώστε οι νέες γενεές να έχουν την ευκαιρία να ακούσουν, να μυρίσουν και να γευτούν τη Σαρακοστή γιατί οι Σαρακοστιανές μυρωδιές είναι έμμεσοι φορείς μιας βαθιάς πνευματικότητας.
















Χαλβάς





Με το όνομα χαλβάς βρίσκουμε μια ποικιλία από εντελώς διαφορετικά γλυκίσματα τα οποία συναντώνται σε διάφορες παραλλαγές σε όλες τις χώρες των Βαλκανίων, αρκετές της Μεσογείου και αρκετές της Μέσης Ανατολής (μέχρι και την Ινδία και το Πακιστάν). Πρώτες ύλες για τους χαλβάδες είναι συνήθως κάποια λιπαρή ουσία (βούτυρο, ελαιόλαδο, ηλιέλαιο, ταχίνι), άμυλο (νισεστές, σιμιγδάλι, ταχίνι), ενώ σε μερικές χώρες χρησιμοποιούν και υλικά όπως καρότο, ρεβίθι ή παπάγια) και γλυκαντικές ουσίες (ζάχαρη, μέλι, πετιμέζι, γλυκόζη, χαρουπόμελο). Για ποικιλία στις γεύσεις ή σαν διακόσμηση προστίθενται συνήθως διάφοροι ξηροί καρποί (κυρίως αμύγδαλα, σταφίδες) και αρωματίζεται με μπαχαρικά (βανίλια, γαρύφαλλα, κανέλα, κάρδαμο, κρόκος), μέλι, κακάο ή σοκολάτα, ξύσμα ξινών φρούτων ή/και κομματάκια από αυτά, χυμούς φρούτων ή άλλα φυσικά αρωματικά παρασκεύασματα (ροδόνερο, αφεψήματα λουλουδιών).

Η ονομασία του φαίνεται να προέρχεται από την αραβική ρίζα حلوى ή hulw (χαλβά) που σημαίνει γλυκό. Η προφορά της λέξης στις χώρες αυτές είναι περίπου ίδια, ωστόσο οι παραλλαγές ξεχωρίζονται από την όψη και την υφή. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς μπήκε στην Ελλάδα, πιθανολογείται ότι πέρασε στην ελληνική κουζίνα προς το τέλος του 12ου αιώνα. Τα σύγχρονα διατροφικά αδιέξοδα που δημιούργησε η τεχνολογία τροφίμων με την κατάχρηση συντηρητικών και χημικών υποκατάστατων, έστρεψαν και πάλι το ενδιαφέρον στις διατροφικές συνήθειες των περασμένων δεκαετιών και σε μία σειρά προϊόντων που αποτελούσαν τη βάση της διατροφής από αρχαιοτάτων χρόνων, ώστε άρχισαν να συζητιούνται το πετιμέζι, το ταχίνι και το σουσαμόλαδο.[1]

Από τους γνωστότερους χαλβάδες είναι ο σησαμένιος, ο σιμιγδαλένιος, ο φαρσαλινός ή παζαριώτικος, παραδοσιακός χαλβάς των Φαρσάλων, ο περσικός και ο κετέν χαλβάς. Ο χαλβάς από σησάμι (σωστότερα από ταχίνι) είναι νηστίσιμος, ανάλογα, όμως, με την τήρηση της νηστείας για το λάδι, νηστίσιμοι θεωρούνται και οι άλλοι δύο τύποι εφόσον έχουν παρασκευαστεί τοιουτοτρόπως.









Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

ΣΗΡΡΑΓΓΙΟΝ Εμεις το γνωριζουμε σπηλια του παρασκευα







1.300 π.Χ.  Οι Μινύες στη Μουνιχία. Σπηλιά της Αρετούσας. Σηράγγειο.
Οι  Μινύες ήταν ένας από  τους επιφανέστερους  λαούς  της ηρωικής εποχής με κέντρο τ6ν  Ορχομενό Βοιωτίας, και εκπροσωπούσαν την ναυτική εμπορική  δύναμη της προϊστορικής   Ελλάδας.
Οι  πρώτοι  αυτοί  κάτοικοι  του Πειραιά,  έφεραν τη λατρεία της  θεάς των  Θρακών     Βενδίοδος  (Εκάτης) και της Φεραίας   Αρτέμιδος, που  λατρευόταν στη  Μουνιχία – Καστέλα-  σαν  «Μουνιχία  Αρτεμις».

Η περιοχή  είχε ονομαστεί Μουνιχία από τον ήρωα Μούνιχο, γιο του Παντακλέους ή Πεντευκλέους  από το γένος των Μινύων, που μετοίκισε μαζί με τους οπαδούς του από τον Ορχομενό στην περιοχή αυτή, αφού μετά τον κατακλυσμό – καταποντισμό είχε μείνει ακατοίκητη.

Πιστεύεται   ότι το  ιερό της Μουνιχίας Αρτέμιδος  βρισκόταν  στην κορυφή του λόφου, εκεί που βρίσκεται     σήμερα  ο  να6ς  του  Προφήτη Ηλία.

Σαν κατοικία των Μινύων  αναφέρεται το Σηράγγειο, η γνωστή  «σπηλιά του Παρασκευά»,   που  πήρε το όνομα αυτό από τον επιχειρηματία Εμμ. Παρακευά, που είχε κέντρο εκεί. Λέγεται ακόμη και σπηλιά Λαλαούνη.

Το σπήλαιο αυτό είχε πολλά υπόγεια διαμερίσματα, κατασκευασμένα με  αρκετή δεξιοτεχνία

 ΤΟ ΣΗΡΑΓΓΕΙΟ




Το  Σηράγγειο, κατά μία εκδοχή θεωρείται  ως  Ασκληπιείο του Πειραιά, το υπόγειο  αυτό κατασκεύασμα  μέσα σε βράχους, της Καστέλας. Αποκαλύφθηκε, κατά τον Χρ. Πανάγο, το  1897 και, κατά τον Γ. Ζαννέτο το 1894. Το φυσικό «κοίλωμα» του Σηραγγείου  προϋπήρχε αλλά αξιοποιήθηκε, με την εκτέλεση ορισμένων έργων από τους  Μινύες. Η στοά του εισχωρεί 12 μέτρα μέσα στο βράχο, κάτω από τη λεωφόρο  Φαλήρου (Βασ. Παύλου). Αν και δεν έχουμε θετικές πληροφορίες για το σκοπό,  για τον οποίο κατασκευάσθηκε, πιθανολογείται ότι ήταν ιερό, αφιερωμένο  στον  τοπικό ήρωα Σήραγγο.  Θεωρείται   ότι  στους ιστορικούς χρόνους δεν  αποκλείεται να χρησιμοποιήθηκε ως  ασκληπιείο    και ως «Πορφυρείο», για την  κατεργασία των πολλών πορφυρούχων κοχυλιών που αφθονούσαν στην Πειραϊκή ακτή. Αργότερα, πάντως και ως τους ρωμαϊκούς χρόνους στο Σηράγγειο  λειτούργησε «βαλανείο» (δημόσιο λουτρό) και τότε κατασκευάστηκαν τα δύο  ψηφιδωτά που υπήρχαν εκεί και, κατά περίεργο τρόπο, εξαφανίστηκαν στην  περίοδο της Δικτατορίας (1967 - 1974). Ακόμη μέσα εκεί υπήρχε ένα ηρώο, δυο πανάρχαιοι τάφοι, και τα δύο ψηφιδωτά, ένα που παρίστανε το Σήραγγο σε άρμα, και ένα τη Σκύλλα. Μέσα στο σπήλαιο βρέθηκε και βωμός του Αποτρόπαιου  Απόλλωνα.










ΣΗΡΑΓΓΕΙΟΝ