Τρίτη 29 Αυγούστου 2017

Αλέξανδρος Καραμανλάκης 1888 – 1912




Έλληνας δημοσιογράφος και πρωτοπόρος αεροπόρος. Υπήρξε ο πρώτος νεκρός της ελληνικής αεροπορίας.
Ο Αλέξανδρος Καραμανλάκης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 18 Ιανουαρίου1888. Πρωτότοκος γιος του εμπόρου Θεμιστοκλή Καραμανλάκη και της Ευρυδίκης Καραμανλάκη, σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Το 1908 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, μετά το κίνημα των Νεοτούρκων.
Ο Καραμανλάκης ασχολήθηκε από μικρός με τη δημοσιογραφία και στις 7 Ιανουαρίου1911 εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα Ανεξάρτητος Αθηνών με τον υπότιτλο «Πολιτική, κοινωνιολογική και φιλολογική εβδομαδιαία επιθεώρησις». Η εφημερίδα κυκλοφόρησε 43 φύλλα και ανέστειλε την έκδοσή της στις 28 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς.
Στις 8 Αυγούστου 1911 ο Καραμανλάκης αναχώρησε για τη Γερμανία και Γαλλία «προς μελέτην ειδικήν των μεγάλων εκδόσεων και της εν γένει δημοσιογραφικής κινήσεως εν Ευρώπη», όπως έγραψε η εφημερίδα του. Αφού έμεινε για λίγο στη Γερμανία, πήγε στη Γαλλία και γράφτηκε στην αεροπορική σχολή του διάσημου αεροπόρου και μηχανικού Λουί Μπλεριό (1872-1936).
Τέσσερις ημέρες μετά την ιστορική πτήση του Εμμανουήλ Αργυρόπουλου, στις 12 Φεβρουαρίου 1912, ο Καραμανλάκης φτάνει στην Πάτρα, με ένα αεροπλάνο Μπλεριό 11 (Bleriot XI) στις αποσκευές του. Στις 26 Μαρτίου 1912 επιχειρεί να πετάξει από το Ρίο στην Αθήνα, ένα εγχείρημα επικών διαστάσεων για εκείνη την εποχή, δεδομένης και της πτητικής απειρίας του. Το αεροπλάνο του σηκώνεται και πέφτει σχεδόν αμέσως. Οι ζημιές δεν είναι μεγάλες και ο ίδιος δεν τραυματίζεται.
Ακολουθεί μία ακόμη αποτυχημένη απογείωση στις 9 Απριλίου, αλλά στις 23 του ίδιου μήνα απογειώνεται κανονικά από το Ρίο και πετάει για λίγο πάνω από την Πάτρα. Λίγες μέρες αργότερα, στις 30 Απριλίου, προσπαθώντας να απογειωθεί από την Εγλυκάδα της Πάτρας, θα πέσει και θα τραυματισθεί, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στο αεροπλάνο του.
Ο Καραμανλάκης μεταφέρει τις αεροπορικές του δραστηριότητες στην Αττική, όπου ο ουρανός της θα αποδειχθεί πιο φιλόξενος. Στις 17 Ιουλίου 1912 πετάει σε ύψος 2.200 μέτρων και στις 19 Αυγούστου υψώνεται στα 3.050 μέτρα, μία αξιοσημείωτη επίδοση για την εποχή του. Τώρα νοιώθει απόλυτα έτοιμος για την πραγματοποίηση του ονείρου του, την πτήση από την Αθήνα στην Πάτρα.
Την Τετάρτη 29 Αυγούστου 1912, στις 6:10 το πρωί, απογειώνεται από το Παλαιό Φάληρο. Περίπου δύο ώρες αργότερα επιχειρεί αναγκαστική προσθαλάσσωση στον Κορινθιακό Κόλπο (ανάμεσα στα χωριά Στόμι και Λυγιά και σε μικρή απόσταση από την ακτή), λόγω μηχανικής βλάβης. Το αεροπλάνο αρχίζει να χάνει ύψος και καταπέφτει στη θάλασσα. Ο Καραμανλάκης, μπλεγμένος στα σχοινιά του αεροπλάνου, προσπαθεί να απεμπλακεί, αλλά δεν τα καταφέρνει. Αφήσει την τελευταία του πνοή στο βυθιζόμενο αεροπλάνο του, σε ηλικία 24 ετών, και γίνεται ο πρώτος μάρτυρας της ελληνικής αεροπορίας.
Την επομένη γίνεται η κηδεία του στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση στην Αθήνα, παρουσία του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και πλήθους κόσμου, που τον συνοδεύει στην τελευταία του κατοικία στο Α' Νεκροταφείο. Τραγικές φιγούρες, η γηραιά μητέρα του και η νεαρά σύζυγός του. Μία εφημερίδα της εποχής έγραψε χαρακτηριστικά: «Η αρχαία Ελλάς έδωσε τον Ίκαρο θυσία της αεροπορικής ιδέας, η νεωτέρα Ελλάς δίδει τον Καραμανλάκη».
















Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Η Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο







Η Τουρκική εισβολή στην Κύπρο με την κωδική ονομασία «Αττίλας» ξεκίνησε την αυγή της 20ης Ιουλίου 1974, με αποβατικές και αεροπορικές επιχειρήσεις. Συμμετείχαν συνολικά γύρω στους 40.000 άνδρες υπό τη διοίκηση του αντιστρατήγου Νουρετίν Ερσίν. Η ελληνική πλευρά πιάστηκε στον ύπνο και η αντίδρασή της εκδηλώθηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Η Τουρκία υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο για εισβολή, αλλά για «ειρηνική επέμβαση», με σκοπό την επαναφορά της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο, που είχε καταλυθεί από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου (15 Ιουλίου 1974).
Τα τουρκικά αποβατικά σκάφη άρχισαν να αποβιβάζουν δυνάμεις ανενόχλητα στην περιοχή Πέντε Μίλι, οκτώ χιλιόμετρα δυτικά της Κερύνειας, λίγο μετά τις 5 το πρωί της 20ης Ιουλίου. Σχεδόν ταυτόχρονα, σμήνη τουρκικών αεροπλάνων άρχισαν τις επιθέσεις, συνεχώς και κατά κύματα κατά της ευρύτερης περιοχής της Κερύνειας και της Λευκωσίας, ενώ άλλα αεροσκάφη και ελικόπτερα επιχειρούσαν ρίψεις αλεξιπτωτιστών σε επίκαιρα σημεία. Οι κάτοικοι βρέθηκαν στο έλεος των εισβολέων. Άοπλοι πολίτες δολοφονήθηκαν, γυναίκες βιάστηκαν και αιχμάλωτοι στρατιώτες εκτελέστηκαν.
Η αντίδραση της ελληνικής πλευράς ήταν ανεξήγητα αργοπορημένη. Παρ’ ότι το ελληνικό Πεντάγωνο γνώριζε τις κινήσεις των Τούρκων, θεωρούσε ότι μπλοφάρουν. Μόλις στις 8:40 το πρωί δόθηκε επισήμως από την Αθήνα η εντολή εφαρμογής των πολεμικών σχεδίων, ενώ το ελληνικό ραδιόφωνο (το ΕΙΡΤ εν προκειμένω), μετέδωσε την είδηση γύρω στις 11 το πρωί. Η καθυστερημένη κινητοποίηση έδωσε τη δυνατότητα στους Τούρκους εισβολείς να παγιώσουν τις θέσεις τους και να δημιουργήσουν προγεφύρωμα από το Πέντε Μίλι της Κερύνειας προς τον Άγιο Ιλαρίωνα, έχοντας ως αντικειμενικό στόχο τη σύνδεσή του με τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Λευκωσίας.
Τούρκοι αλεξιπτωτιστές
Οι μονάδες της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ, όταν κινητοποιήθηκαν άρχισαν να πολεμούν με ηρωική αυτοθυσία, χωρίς μάλιστα να διαθέτουν αεροπορική κάλυψη και σύγχρονο οπλισμό. Αριθμούσαν γύρω στους 12.000 άνδρες (ελληνοκύπριους και ελλαδίτες), υπό τη διοίκηση του ταξιάρχου Μιχαήλ Γεωργίτση, που είχε το γενικό πρόσταγμα στο πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Στο μεταξύ, άρχισε να κινητοποιείται και ο ελληνοκυπριακός ανδρικός πληθυσμός και να μετέχει στον άνισο αγώνα με ό,τι διέθετε ο καθένας, πυροβολώντας από τις στέγες των σπιτιών του κατά των εισβολέων αλεξιπτωτιστών.

Στην Αθήνα, η κυβέρνηση αιφνιδιασμένη από την εξέλιξη των γεγονότων αρχίζει να παρουσιάζει εικόνα διάλυσης. Κηρύσσει γενική επιστράτευση, η οποία εξελίσσεται σε φιάσκο, δείχνοντας την τραγική κατάσταση που βρισκόταν ο Ελληνικός Στρατός. Και να σκεφθεί κανείς ότι την Ελλάδα κυβερνούσαν οι στρατιωτικοί και ο Στρατός αν μη τι άλλο θα έπρεπε να βρισκόταν σε υψηλό επιχειρησιακό επίπεδο.
Ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο, που βρίσκεται και πάλι στην Αθήνα ως εντολοδόχος του Κίσινγκερ, συναντάται στο Πεντάγωνο με το αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγό Μπονάνο. Ο παριστάμενος Δημήτριος Ιωαννίδης σε οργίλος ύφος απευθύνεται προς τον Σίσκο «Μας εξαπατήσατε... Ημείς θα κηρύξωμεν πόλεμον!» και αποχωρεί από τη σύσκεψη. Έκτοτε, τα ίχνη του αόρατου δικτάτορα χάνονται. Ο Σίσκο στη διάρκεια της ημέρας μάταια αναζητεί αρμόδιο για συνομιλίες.
Αργά το βράδυ, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εκδίδει το υπ’ αριθμόν 353 ψήφισμα, με το οποίο καλεί σε κατάπαυση του πυρός και σε αποχώρηση από την Κύπρο του «ξένου στρατιωτικού δυναμικού». Παρά την ομόφωνη έγκρισή του, αγνοείται από την Τουρκία, η οποία έχοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων επείγεται να εφαρμόσει πλήρως τα σχέδια της. Γενικά, η διεθνής αντίδραση κατά του «Αττίλα» είναι χλιαρή.
Την επομένη, 21 Ιουλίου, οι μάχες στην Κύπρο συνεχίζονται με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Στόχος των ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο είναι να αποκόψουν τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Λευκωσίας από το προγεφύρωμα της Κερύνειας. Οι Έλληνες στρατηγοί απορρίπτουν εισήγηση για επέμβαση στην Κύπρο, προβλέποντας αποτυχία του σχετικού εγχειρήματος. Δύο ελληνικά υποβρύχια που πλέουν προς την Κερύνεια διατάσσονται να επιστρέψουν στην Ελλάδα.

Οι Τούρκοι εισβολείς, παρά την αριθμητική τους υπεροχή και την ποιοτική υπεροχή του οπλισμούς τους, αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα. Μάλιστα, από ασυνεννοησία η τουρκική αεροπορία βυθίζει το αντιτορπιλικό Κοτσατεπέ (D-354), το οποίο εξέλαβε για ελληνικό πλοίο και προκαλεί ζημιές σε άλλα δύο τουρκικά αντιτορπιλικά.
Την ίδια μέρα, σημειώνεται δραστηριοποίηση του αμερικανικού παράγοντα για την επίτευξη ανακωχής. Ο Σίσκο, που πηγαινοέρχεται μεταξύ Αθηνών και Άγκυρας, δεν βρίσκει κάποιον αρμόδιο στην Αθήνα να διαπραγματευτεί, καθώς όλοι οι αρμόδιοι έχουν εξαφανιστεί. Την ευθύνη αναλαμβάνει τελικά ο αρχηγός του Ναυτικού, ναύαρχος Πέτρος Αραπάκης, ο οποίος σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κίσινγκερ συμφωνεί η ανακωχή να ισχύσει από τις 4 το απόγευμα της 22ης Ιουλίου.
Στις 2 το πρωί της 22ας Ιουλίου, 12 ελληνικά μεταγωγικά τύπου Νοράτλας, που μετέφεραν καταδρομείς στο νησί, βάλλονται, κατά λάθος, από φίλια πυρά πλησίον του αεροδρομίου της Λευκωσίας, με αποτέλεσμα το ένα από αυτά να καταρριφθεί (4 μέλη του πληρώματος και 27 καταδρομείς έχασαν τη ζωή τους), ενώ άλλα δύο να πάθουν σοβαρές ζημιές. Την ίδια ημέρα, οι Τούρκοι εισβολείς εντείνουν τις επιχειρήσεις τους. Αποβιβάζουν άρματα μάχης και το μεσημέρι καταλαμβάνουν την πόλη της Κερύνειας.
Στις 4 το απόγευμα αρχίζει να τηρείται η ανακωχή κατά τα συμφωνηθέντα, η οποία όμως θα παραβιασθεί αρκετές φορές από τους εισβολείς. Σ’ αυτό το χρονικό σημείο, οι Τούρκοι ελέγχουν το 3% του Κυπριακού εδάφους, έχοντας δημιουργήσει ένα προγεφύρωμα, που συνδέει την Κερύνεια με τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Λευκωσίας.


















Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

Διεθνής Ημέρα Νέλσον Μαντέλα



Η Διεθνής Ημέρα Νέλσον Μαντέλα καθιερώθηκε το 2009 από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για να τιμηθεί η «προώθηση και η ποιότητα της ειρήνης» που ασπάστηκε στη ζωή του και για τις οποίες αγωνίστηκε ο πρώην πρόεδρος της Νότιας Αφρικής. Εορτάζεται κάθε χρόνο στις 18 Ιουλίου, ημέρα γενεθλίων του





















Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Σπύρος Καλογήρου 1922 – 2009




Ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, που ταυτίστηκε με το ρόλο του κακού στη μεγάλη οθόνη. Σήμα κατατεθέν του: η χαρακτηριστική, τρεμάμενη φωνή του και το άγριο παρουσιαστικό του.
Βέρος Αθηναίος, ο Σπύρος Καλογήρου γεννήθηκε στην Κυψέλη στις 3 Νοεμβρίου του 1922. Στα εφηβικά του χρόνια άρχισε να εργάζεται ως φωτογράφος. Με το θέατρο ασχολούνταν ερασιτεχνικά, μέχρι που κάποιος σκηνοθέτης τον παρότρυνε να γραφτεί στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου.
Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1955, με τον θίασο του Ν. Χατζίσκου στον «Ερωτόκριτο» και ακολούθησε ο «Άμλετ». Η θεατρική του σταδιοδρομία άρχισε ουσιαστικά να διαμορφώνεται με την ένταξή του στο «Θέατρο Τέχνης» του Καρόλου Κουν, το 1960, με το οποίο έπαιξε σε ιστορικές παραστάσεις (π.χ. «Όρνιθες», «Πέρσες») σε Ελλάδα και εξωτερικό. Συνεργάστηκε με τους θιάσους των Λαιμού, Ροντήρη, Μινωτή, Σολωμού, Κουν, ΚατράκηΜυράτΛαμπέτη, Κατερίνας κ.ά.
Στη δεκαετία του '80 άρχισε να συγκροτεί προσωπικούς θιάσους μαζί με τη σύζυγό του, Ευαγγελία Σαμιωτάκη, κι έκαναν πολλές περιοδείες. Έπαιξε σε περίπου διακόσια θεατρικά έργα και σε όλα τα είδη του θεάτρου, κλασικούς και σύγχρονους συγγραφείς, από θέατρο του παραλόγου (Ιονέσκο) μέχρι επιθεώρηση, αλλά και σε πολλά του ελληνικού δραματολογίου.
Από τους τελευταίους, χαρακτηριστικούς ρόλους του στη σκηνή, στον οποίο υπήρξε απολαυστικός, ήταν αυτός του Λουκά στο «Λόγω Φάτσας» του Γιώργου Διαλεγμένου, που σκηνοθέτησε ο Αντώνης Αντύπας στο «Απλό Θέατρο» (1993-1995). Το καλοκαίρι του 1996 εμφανίστηκε με τον Θύμιο Καρακατσάνη στο «Καραγκιόζη-Ντριμ», ερμηνεύοντας τον Μπάρμπα-Γιώργο, ενώ το 1999 έπαιξε στο πλευρό της Μιμής Ντενίση στο «Εγώ η Λασκαρίνα».

Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1955 στην ταινία του Ντίμη Δαδήρα «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας». Έκτοτε συμμετείχε σε περισσότερες από 60 ταινίες, μαζί με τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού σινεμά. Εμφανίστηκε σε περίπου 55 ταινίες, ανάμεσά τους οι: «Η Αθήνα τη νύχτα», «Στεφανία», «Κοντσέρτο για πολυβόλα», «Η νεράιδα και το παλικάρι», «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά», «Η Μαρία της σιωπής», «Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο», «Στάκαμαν». Όμως, η ταινία που άφησε εποχή ήταν η «Λόλα», στην οποία ο Σπύρος Καλογήρου είχε πει την αξέχαστη φράση «Είναι πολλά τα λεφτά Άρη», προς τον τότε συμπρωταγωνιστή του Νίκο Κούρκουλο, για τα «μάτια» της Τζένης Καρέζη.
Το 1966, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, του απονεμήθηκε τιμητική διάκριση για την ερμηνεία του στη μικρού μήκους ταινία «Τζίμης ο Τίγρης» του Παντελή Βούλγαρη και οι κριτικοί κινηματογράφου τού απένειμαν το 1971 τον Αργυρό Απόλλωνα για τον ρόλο του στην ταινία «Κατάχρηση εξουσίας». Τιμήθηκε με τη Χρυσή Κεφαλή του «Θεάτρου Βαχτάγκοφ» της Μόσχας. Εμφανίστηκε και σε τηλεοπτικές σειρές («Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή»).
Παρά την κινηματογραφική εικόνα του κακού, με την οποία ταυτίστηκε, στην αληθινή ζωή του ο Σπύρος Καλογήρου υπήρξε ένας πολύ γλυκός και τρυφερός άνθρωπος. Συνοδοιπόρος του στη ζωή υπήρξε η Ευαγγελία Σαμιωτάκη, επίσης ηθοποιός, με την οποία παντρεύτηκε το 1952. Μαζί απέκτησαν ένα γιο και αποτέλεσαν ένα από τα πιο αγαπημένα και μακροβιότερα ζευγάρια της σοουμπίζ.
Πέθανε, σε ηλικία 87 ετών, στις 27 Ιουνίου 2009.















Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Την παραμονή τ’ Αϊ-Γιαννιού





Η παραμονή του γενεθλίου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (24 Ιουνίου) χαρακτηρίζεται από πυρολατρικά και μαντικά έθιμα. Στα πυρολατρικά έθιμα ανάγονται οι φωτιές του Αϊ Γιαννιού του Φανιστή, ή Ριζικάρη ή Ριγανά, όπως ονομάζεται για την περίσταση ο Άγιος σε διάφορα μέρη της χώρας, ενώ στα μαντικά ξεχωρίζει ο Κλήδονας, η μολυβδομαντεία, η ονειρομαντεία κ.ά.
Οι φωτιές του Αϊγιαννιού, που μας είναι πιο οικείο ως έθιμο, ανάβονται συνήθως σε σταυροδρόμια κατά γειτονιές, με ανταγωνιστική διάθεση, καθώς κάθε γειτονιά θέλει να παρουσιάσει τη μεγαλύτερη φωτιά. Σε αυτή ρίχνονται εύφλεκτα άχρηστα αντικείμενα του σπιτιού και απαραιτήτως το μαγιάτικο στεφάνι. Μικροί και μεγάλοι πηδούν πάνω από τη φωτιά, κάνοντας μια ευχή για καλή υγεία και απαλλαγή από το κακό. Ο Κλήδονας (κληδών=οιωνός) είναι μία μαντική πράξη, που τελείται με σκοπό να φανερωθεί, ιδιαίτερα στις κοπέλες, το ριζικό ή η τύχη τους. Απαραίτητα συστατικά, μια στάμνα με «αμίλητο» νερό, ένα φρούτο ή κάποιο προσωπικό μικροαντικείμενο μιας κοπέλας.
Τα έθιμα αυτά της υπαίθρου είναι παγανιστικής προελεύσεως, που καταδικάζονται από την Εκκλησία (65ος Κανόνας της Πενθέκτης Συνόδου του 691) και τείνουν να εκλείψουν, αν δεν έχουν εκλείψει, σε μια εποχή έντονης αστικοποίησης. Ένας απόηχός τους ακούγεται ακόμη στο νοσταλγικό τραγούδι των Σπανού/Παπαδόπουλου «Στην Αριστοτέλους»:
...Και φωτιές ανάβανε στους μεγάλους δρόμους
τ’ Αϊ Γιάννη θα ’τανε θαρρώ...
Την ανάμνηση διασώζει και ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημά του «Φωτιές του Αϊ Γιάννη» από τη συλλογή «Τετράδιο Γυμνασμάτων» (1940).
Ανάλογα έθιμα υπάρχουν και στους λαούς της Βόρειας Ευρώπης, που ανάγονται στην έλευση του καλοκαιριού (Θερινό Ηλιοστάσιο). Ο σπουδαίος ρώσος συνθέτης Μόδεστος Μουσόργκσκι έγραψε ένα συμφωνικό ποίημα, εμπνευσμένο από τους θρύλους και τις παραδόσεις της ημέρας, το οποίο ολοκλήρωσε στις 23 Ιουνίου 1867. Τίτλος του «Η Νύχτα του Αγίου Ιωάννη στο Φαλακρό Βουνό» και βασίστηκε σε διήγημα του Νικολάι Γκόγκολ, με ήρωα σ' ένα χωρικό, που είναι αυτόπτης μάρτυς ενός χορού δαιμόνων την παραμονή της γιορτής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο «Φαλακρό Βουνό» του Κιέβου.

















Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Παγκόσμια Ημέρα του Πατέρα





Η Παγκόσμια Ημέρα του Πατέρα πρωτογιορτάστηκε στις 19 Ιουνίου 1910 και έκτοτε γιορτάζεται κάθε τρίτη Κυριακή του Ιουνίου. Με δώρα απ' όλη την οικογένεια τιμώνται ο πατέρας, ο παππούς ή ο προπάππους.
Εμπνεύστρια της Παγκόσμιας Ημέρας του Πατέρα ήταν η αμερικανίδα Σονόρα Σμαρτ Ντοντ, που θέλησε να καθιερώσει μια γιορτή ανάλογη με την Ημέρα της Μητέρας, προκειμένου να τιμήσει τον πατέρα της Γουίλιαμ Τζάκσον Σμαρτ, βετεράνο του Αμερικανικού Εμφυλίου, που ανέθρεψε μόνος του τα 6 παιδιά της οικογένειας.

















Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Μάνος Χατζιδάκις 1925 – 1994





Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδας, ο Μάνος Χατζιδάκις, γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, «τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως έλεγε και ο ίδιος.
Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκη Αρβανιτίδου. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα.
Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Παράλληλα διδασκόταν βιολί και ακορντεόν.

Παγοπώλης και φορτοεκφορτωτής

Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκις εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.
Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (ΓκάτσοςΣεφέρηςΕλύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.

Γνωριμία με τον Κουν

Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Η γόνιμη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια, με μουσικές για παραστάσεις όπως: «Γυάλινος Κόσμος» (1946), «Αντιγόνη» (1947), «Ματωμένος Γάμος» (1948), «Λεωφορείον ο Πόθος» (1948), «Ο θάνατος του Εμποράκου» (1949) κ.ά.
Εν τω μεταξύ, το 1949 με μια διάλεξη του για το ρεμπέτικο τραγούδι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική αστική κοινωνία.
Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τις Όρνιθες.
Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.

Χατζιδάκις και σινεμά

Με τη Μελίνα Μερκούρη
Μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν και οι μουσικές που συνέθεσε για σπουδαίες ταινίες του ελληνικού και του διεθνούς κινηματογράφου. Αναφέρουμε ενδεικτικά την «Κάλπικη Λίρα» (Γ. Τζαβέλλα 1954), τη «Στέλλα» (Μ. Κακογιάννη, 1955), το «Δράκο» (Ν. Κούνδουρου, 1956), το «America-America» (Ελ. Καζάν, 1962), «Sweet Movie» (Ντ. Μακαβέγιεφ, 1974), κ.ά.

Το 1960 κερδίζει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή», τραγούδι το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα.
Ωστόσο, η μουσική του για τον ελληνικό κινηματογράφο και μια σειρά ελαφρών τραγουδιών τού χαρίζει μια «λαϊκότητα ανεπιθύμητη», την οποία δεν θα αποδεχθεί ποτέ και θα τη μάχεται μέχρι το τέλος της ζωής του.
Πνεύμα ανήσυχο, ο Μ. Χατζιδάκις χρηματοδοτεί το Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκις» του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη. Το βραβείο απονέμεται στον Ιάννη Ξενάκη, άγνωστο τότε στο ελληνικό κοινό.
Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ με τον Ζιλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Στην Αμερική θα παραμείνει μέχρι το 1972 και η μουσική του αντίληψη θα επηρεαστεί σημαντικά από την pop music. Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble.
Τo 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», μέσα από το οποίο επιχειρεί να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής.

Η γέννηση του «Τρίτου»

Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς.
Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.
Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.
Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας στις 15 Ιουνίου 1994.

























Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

Παγκόσμια Ημέρα Εθελοντή Αιμοδότη




Η 14η Ιουνίου καθορίστηκε ως Παγκόσμια Ημέρα του Εθελοντή Αιμοδότη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τον Ερυθρό Σταυρό και την Ερυθρά Ημισέληνο, την Παγκόσμια Ομοσπονδία Εθελοντών Αιμοδοτών και τον Διεθνή Οργανισμό Μετάγγισης Αίματος.
Αφορμή στάθηκαν τα γενέθλια του αυστριακού ιατρού Καρλ Λαντστάινερ, που ανακάλυψε τις ομάδες αίματος το 1900 και αργότερα τα ρέζους, τιμήθηκε δε, με το Nobel Ιατρικής το 1930 για τη σημαντική αυτή ανακάλυψη.
Την ημέρα αυτή τιμάται ο ανώνυμος εθελοντής αιμοδότης και ο αλτρουισμός που επιδεικνύει προς τον πάσχοντα συνάνθρωπό του, προσφέροντας δύο πολύτιμα αγαθά του χωρίς ανταμοιβή: 10 λεπτά χρόνο από τη ζωή του και 400 κ.ε. αίμα από τα 6 λίτρα που διαθέτει.
Το μήνυμα του εορτασμού της Ημέρας του Εθελοντή Αιμοδότη δεν είναι μόνο να εξαλείψει την προκατάληψη, το φόβο και την άγνοια γύρω από την αιμοδοσία, αλλά κυρίως:
  • να προσελκύσει νέους εθελοντές αιμοδότες
  • να ενθαρρύνει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους να γίνουν κανονικοί αιμοδότες, δηλαδή τακτικοί εθελοντές αιμοδότες
  • να μεταγγίσει στη νέα γενιά αιμοδοτών την ιδέα της μη αμειβόμενης Εθελοντικής Αιμοδοσίας.
Κάθε χώρα, για να καλύψει τις ανάγκες της σε αίμα, χρειάζεται 60.000 φιάλες αίμα, σε 1.000.000 κατοίκους και άρα στην Ελλάδα των 10 εκατομμυρίων απαιτούνται τουλάχιστον 600.000 μονάδες, από τις οποίες μόνο το 40% καλύπτεται από εθελοντές αιμοδότες.

















Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Αρμάνδος Δελλαπατρίδης 1895 – 1960




Ο Αρμάνδος Δελλαπατρίδης, υπήρξε γραφική φιγούρα του Μεσοπολέμου, που παρίστανε τον πολιτικό και διασκέδασε τους Αθηναίους. Κατά διαστήματα νοσηλευόταν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο και το όνομά του έγινε συνώνυμο του «τρελλού».

Γεννήθηκε στην Μυτιλήνη το 1895 και χρόνια αργότερα ήλθε στην Αθήνα «δια να σώση την Ελλάδαν», όπως δήλωνε. Ήταν άκακος άνθρωπος και είχε τρελλαθεί λέγανε είτε από έναν άτυχο έρωτα είτε από το «δούλεμα» που υφίστατο από φίλους και γνωστούς στην πατρίδα του επειδή από μικρός είχε την μανία της πολιτικής.

Η χαρακτηριστική του ενδυμασία περιλάμβανε ρεντιγκότα με σκληρό κολλάρο , ριγέ παντελόνι και ημίψηλο. Την εμφάνισή του συμπλήρωνε το μούσι, οι φαβορίτες και το μονόκλ. Φανατικός βενιζελικός είχε στήσει το στρατηγείο του στο καφενείο Ζαχαράτου (στην θέση που βρίσκεται σήμερα το ξενοδοχείο Athens Plaza), στην Πλατεία Συντάγματος.

Από εκεί περιφερόταν στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας και εκφωνούσε πολιτικούς λόγους ως αρχηγός του φανταστικού κόμματος των Κυανοχιτώνων ή των Κυανολεύκων. Ήταν συμπαθής στο αθηναϊκό κοινό, που διασκέδαζε μαζί του και τον συντηρούσε με φιλοδωρήματα.

Οι «οπαδοί» του συχνά συγκεντρώνονταν στην Πλατεία Συντάγματος, περισσότερο για να τον «προγκάρουν», όπως έγραφε ο Τύπος της εποχής, παρά για να ακούσουν τους πύρινους λόγους που εκφωνούσε με τις θέσεις του κόμματός του. Έδινε και αυτός αφορμές, όταν επιχειρηματολογούσε για την ανάγκη σύνδεσης της Ακρόπολης και του Λυκαβηττού με γέφυρα και ανέλυε τους λόγους γιατί είναι επιβεβλημένη η υπόγεια συγκοινωνία μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης.

Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940, βρήκε τον Αρμάνδο Δελλαπατρίδη στο απόγειο της δόξας του. Ως τύπος είχε το δικό του νούμερο στις επιθεωρήσεις, υπήρξε θέμα χρονογραφημάτων και της καθημερινής γελοιογραφίας. Αλλά με την Κατοχή άρχισε η παρακμή του. Λόγω των στερήσεων η διανοητική του κατάσταση επιδεινώθηκε. 

Κλείστηκε στο Δημόσιο Ψυχιατρείο, από το οποίο βγήκε μετά τον πόλεμο, εν μέσω γενικής αδιαφορίας. Οι νέοι δεν τον γνώριζαν και οι παλαιοί δεν τον θυμούνταν. Από την παλαιά αίγλη του «Σωτήρος της Ελλάδος» είχε μείνει ένα φθαρμένο κοστούμι και ένα ξεθωριασμένο ημίψηλο.

Ο Αρμάνδος Δελλαπατρίδης πέθανε, ολότελα ξεχασμένος, στο Δημοτικό Νοσοκομείο της Αθήνας, την 1η Ιουνίου 1960, σε ηλικία 65 ετών.













Η ιστορία του Οδηγισμού






Ο Οδηγισμός είναι μία παγκόσμια οργάνωση νεότητας, με 10.000.000 μέλη σε 140 χώρες σ' όλο τον κόσμο. Σκοπός του είναι να αξιοποιήσει τον ελεύθερο χρόνο των παιδιών και των νέων, με παιδαγωγικά, σύγχρονα και ευχάριστα προγράμματα, που θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους, έτσι ώστε να εξελιχθούν σε άτομα ελεύθερα, υπεύθυνα, ευτυχισμένα και ικανά να γίνουν φορείς ανάπτυξης και δημιουργίας ενός καλύτερου κόσμου.
Ιδρύθηκε στις 31 Μαΐου του 1910 στην Αγγλία από τον Λόρδο Ρόμπερτ Μπέιντεν Πάουελ, ως η θηλυκή εκδοχή του προσκοπισμού, τον οποίο είχε ιδρύσει ο ίδιος τρία χρόνια νωρίτερα. Στη νέα αυτή προσπάθειά του είχε και την καθοριστική βοήθεια της αδερφής του, Ανιές.
Στην Ελλάδα, η πρώτη αντίστοιχη προσπάθεια έγινε στις 10 Ιουνίου του 1915, με την ίδρυση του Σώματος Ελληνίδων Προσκόπων, που ιδρύθηκε από το Σώμα Ελλήνων Προσκόπων, στο οποίο και υπαγόταν αρχικά. Διαλύθηκε, όμως, τον επόμενο χρόνο, για να ανασυσταθεί ως ανεξάρτητη κίνηση το 1932 από την Ειρήνη Καλλιγά.
Σήμερα, το Σώμα Ελληνίδων Οδηγών έχει περισσότερα από 20.000 μέλη σε 160 πόλεις και χωριά.




















Τρίτη 30 Μαΐου 2017

Πρώτη πράξη αντίστασης



Η σημαία που κατέβασαν o Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας

Στα τέλη Μαΐου του 1941 είχε συμπληρωθεί ένας μήνας από την παράδοση της Αθήνας στους Γερμανούς, που ολοκλήρωναν τις επιχειρήσεις τους στην Ελλάδα με την κατάληψη της Κρήτης. Ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας ήταν δύο νεαροί φοιτητές, που δάκρυζαν, όπως και χιλιάδες Αθηναίοι, βλέποντας τη γερμανική σβάστικα να κυματίζει στην Ακρόπολη. Το χιτλερικό σύμβολο προκαλούσε την ελληνική υπερηφάνεια. Έπρεπε, λοιπόν, να κατέβει…
Το παράτολμο σχέδιο γεννήθηκε στο μυαλό τους ένα ανοιξιάτικο σούρουπο στο Ζάππειο, καθώς αντίκριζαν την Ακρόπολη και στρώθηκαν στη δουλειά για να το υλοποιήσουν. Πήγαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβασαν ό,τι σχετικό με τον Ιερό Βράχο. Στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια ανακάλυψαν όλες τις σπηλιές και τις τρύπες της Ακρόπολης. Γρήγορα, αντιλήφθηκαν ότι η μόνη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους γερμανούς φρουρούς ήταν μέσω του Πανδρόσειου Άντρου.
Το πρωί της 30ης Μαΐου 1941, ο Γλέζος και ο Σάντας πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο ότι η Κρήτη είχε πέσει. Οι Γερμανοί με προκηρύξεις κόμπαζαν για το κατόρθωμά τους. Οι δύο νέοι αποφάσισαν να δράσουν το ίδιο βράδυ. Όπλα δεν είχαν, παρά μόνο ένα φαναράκι κι ένα μαχαίρι. Η ώρα είχε φθάσει 9:30 το βράδυ. Η μικρή φρουρά της Ακρόπολης ήταν μαζεμένη στην είσοδο των Προπυλαίων και διασκέδαζε με νεαρές Ελληνίδες, που πουλούσαν τον ερωτά τους, πίνοντας μπύρες και μεθοκοπώντας.
Με άγνοια κινδύνου, πήδηξαν τα σύρματα, σύρθηκαν ως τη σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου και άρχισαν να σκαρφαλώνουν από τις σκαλωσιές, που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για τις ανασκαφές. Φθάνοντας σε απόσταση ολίγων μέτρων από τον ιστό της σημαίας δεν αντιλήφθηκαν κανένα φρουρό και με γρήγορες κινήσεις κατέβασαν από τον ιστό το μισητό σύμβολο του ναζισμού. Ήταν μία τεράστια σημαία, διαστάσεων 4x2 μ. Είχαν φθάσει πια μεσάνυχτα. Οι δύο «κομάντος» δίπλωσαν και πήραν μαζί τους τη σημαία και ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο απομακρύνθηκαν από την Ακρόπολη, χωρίς και πάλι να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς, που συνέχιζαν τη διασκέδασή τους.
Με έκπληξη η γερμανική φρουρά αντιλήφθηκε νωρίς το πρωί ότι η σβάστικα έλειπε από τον ιστό. Οι γερμανικές αρχές πανικοβλημένες διέταξαν ανακρίσεις. Μόλις στις 11 το πρωί ανάρτησαν μια νέα σημαία στον κενό ιστό.
Γλέζος και Σάντας καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο, οι άνδρες της φρουράς εκτελέστηκαν, οι έλληνες διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιοχής απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους, ενώ για τους φύλακες της Ακρόπολης δεν προέκυψε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο.
Η υποστολή της σβάστικας από την Ακρόπολη αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη αντιστασιακή πράξη στην κατεχόμενη Αθήνα, μία ενέργεια με συμβολικό χαρακτήρα, αλλά τεράστια απήχηση στο ηθικό των δοκιμαζόμενων Ελλήνων. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ιδρύθηκαν οι δύο μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις ΕΑΜ και ΕΔΕΣ.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη τρεις φορές από τους Γερμανούς, φυλακίστηκε και κατόρθωσε να δραπετεύσει, ενώ ο Λάκης Σάντας ξέφυγε από τους διώκτες του και κατετάγη στον ΕΛΑΣ.



















Τετάρτη 24 Μαΐου 2017

Διεθνής Ημέρα Εξαφανισμένων Παιδιών





Η Διεθνής Ημέρα Εξαφανισμένων Παιδιών (International Missing Children’s Day) διοργανώνεται κάθε χρόνο στις 25 Μαΐου για να ευαισθητοποιήσει το κοινό σχετικά το παγκόσμιο πρόβλημα της εξαφάνισης παιδιών και παράλληλα να επισημάνει στους γονείς τα μέτρα που πρέπει να λάβουν για την προστασία των παιδιών τους.
Καθιερώθηκε πρώτα ως Εθνική Ημέρα Εξαφανισμένων Παιδιών στις ΗΠΑ, με απόφαση του αμερικανού προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν το 1983 και με την πάροδο του χρόνου διεθνοποιήθηκε. Η επιλογή της 25ης Μαΐου σχετίζεται με την ημερομηνία εξαφάνισης το 1979 του εξάχρονου Έιταν Πατς, η περίπτωση του οποίου συντάραξε τις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του International Centre for Missing & Exploited Children (2014), κάθε χρόνο εξαφανίζονται: 800.000 παιδιά στις ΗΠΑ, 100.000 στη Γερμανία, 45.000 στη Βραζιλία, 20.000 στην Αυστραλία και 15.000 παιδιά στη Ρωσία. 
Στη χώρα μας, σύμφωνα με «Το Χαμόγελο του Παιδιού», το 2014 καταγγέλθηκαν 111 περιπτώσεις εξαφανισμένων παιδιών, από τις οποίες ο οργανισμός διαχειρίστηκε τις 91 περιπτώσεις, εκ των οποίων οι 82 εξιχνιάστηκαν και τα παιδιά επέστρεψαν στις οικογένειές τους.













Τρίτη 23 Μαΐου 2017

Η εξαγορά του Μανχάταν




Οι ρίζες της ονομασίας του Μανχάταν χάνονται στα βάθη των αιώνων. Πιστεύεται ότι προέρχεται από τη γλώσσα των Αλγκονκούιαν -των παλαιότερων γνωστών κατοίκων της περιοχής- και σημαίνει «λοφώδες νησί». Επί αιώνες, αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες περιοχές αλιείας και κυνηγιού για τους ιθαγενείς.
Από την πρώτη στιγμή που οι Ευρωπαίοι πάτησαν το πόδι του στο Νέο Κόσμο, το Μανχάταν τράβηξε την προσοχή τους. Είδαν ένα τεράστιο λιμάνι, φυσικά προστατευμένο από τις θύελλες του βόρειου Ατλαντικού, αλλά και από κάθε επίδοξο εισβολέα, χωρίς ακραίες καιρικές συνθήκες και με πρόσβαση στο εσωτερικό της αμερικανικής ηπείρου, μέσω του ποταμού Χάντσον.
Το 1624 η ολλανδική εταιρία Dutch West India Company ίδρυσε στο νότιο τμήμα του νησιού το Νέο Άμστερνταμ, ως ένα σταθμό εμπορικών συναλλαγών. Δύο χρόνια αργότερα, έφτασε στην περιοχή ως νέος κυβερνήτης ο Πίτερ Μίνουιτ και η πρώτη ενέργειά του ήταν να αγοράσει το Μανχάταν από τους Ινδιάνους, στις 24 Μαΐου. Ως αντάλλαγμα, προσέφερε εμπορεύματα, αξίας 60 φιορινιών (24 δολαρίων).
Το γεγονός μάς είναι γνωστό από μία επιστολή προς τη διοίκηση της ολλανδικής εταιρίας. Συχνά, τα εμπορεύματα προσδιορίζονται ως μπρελόκ, χάντρες και άλλα φανταχτερά μπιχλιμπίδια, αυτό όμως μπορεί και να μην είναι ακριβές, αλλά να οφείλεται στη φαντασία των συγγραφέων του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία μίας άλλης αγοραπωλησίας, του νησιού Στάτεν, στην οποία συμμετείχε επίσης ο Μίνουιτ, ως αντάλλαγμα δόθηκαν πανωφόρια, κατσαρόλες, τσεκούρια, φτυάρια, βελόνες και άλλα αγαθά.
Σύμφωνα, πάντως, με τους σύγχρονους ερευνητές, οι ιθαγενείς πρέπει να αγνοούσαν την έννοια της μόνιμης ιδιοκτησίας γης, δεδομένου ότι κινούνταν διαρκώς... Δημιουργούσαν καταυλισμούς όπου έβρισκαν τροφή και όταν η εποχή άλλαζε εγκατέλειπαν την περιοχή. Όταν συμφώνησαν στην πώληση του Μανχάταν, στην καλύτερη περίπτωση -λένε οι ιστορικοί- θεώρησαν ότι παραχωρούσαν τα δικαιώματα κυνηγιού και αλιείας στους Ολλανδούς, οι οποίοι με τη σειρά τους κάποια στιγμή θα έφευγαν, όπως έκαναν οι ίδιοι.



















Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Η Γενοκτονία των Ποντίων




Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανές δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.
Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.
Το 1908 ήταν μια χρονιά - ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.
Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.
Οι Τούρκοι με πρόσχημα την «ασφάλεια του κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες.
Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1916, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια!
Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στην «τελική λύση».
Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των γερμανών και σοβιετικών συμβούλων του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000, ενώ κάποιοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 350.000.
Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.
Με αρκετή, ομολογουμένως, καθυστέρηση, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου 1994 την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.




















Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Η ιστορία του Λας Βέγκας Το Λας Βέγκας τη δεκαετία του ’50




Το Λας Βέγκας τη δεκαετία του ’50

To Λας Βέγκας (Las Vegas) είναι πόλη των ΗΠΑ στην Πολιτεία της Νεβάδας με 600.000 κατοίκους. Κατέχει επάξια τον τίτλο της παγκόσμιας πρωτεύουσας του τζόγου, αφού στην επικράτειά της υπάρχουν 1701 χώροι αφιερωμένοι στη Θεά Τύχη. «Las Vegas» σημαίνει στα ισπανικά «Οι Λειμώνες», εξαιτίας του πράσινου και των πολλών υδάτων που υπάρχουν στην περιοχή. Είναι μία όαση στην καρδιά της ερήμου Μοχάβε και μέχρι το 1848 ανήκε στο Μεξικό.
Οι πρώτοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στο Λας Βέγκας στις 15 Μαΐου του 1905 και ήταν υπάλληλοι σιδηροδρομικών εταιρειών που ανεφοδίαζαν τους συρμούς, που περνούσαν από την περιοχή. Στις 16 Μαρτίου 1911 έγινε επισήμως πόλη με 800 κατοίκους. Η πόλη φυτοζωούσε έως το 1930, όταν με απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης εγκρίθηκε η κατασκευή του γιγαντιαίου φράγματος Μπάουλντερ (σήμερα Χούβερ) στον ποταμό Κολοράντο. Χιλιάδες Αμερικανοί συνέρρευσαν στο Λας Βέγκας για να διεκδικήσουν τις 5.000 θέσεις εργασίας στην κατασκευή του φράγματος. Η πόλη άλλαξε όψη από τη μία μέρα στην άλλη. Ο παράνομος τζόγος άρχιζε να ανθίζει και η Ποτοαπαγόρευση καταργήθηκε στην πράξη.
Έτσι, οι αρχές αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να νομιμοποιήσουν τον τζόγο, προκειμένου να εισρεύσει ζεστό χρήμα στα δημόσια ταμεία στην εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Όλα έγιναν μεθοδικά και οργανωμένα και η πρώτη άδεια δόθηκε το 1931 στο Northern Club. Η άρση της Ποτοαπαγόρευσης το 1933 και η νομιμοποίηση της πορνείας ήταν άλλα δύο μέτρα που συμπλήρωσαν το σκηνικό και χάρισαν στο Λας Βέγκας το προσωνύμιο «Αμαρτωλή Πόλη» (Sin City).
Το πρώτο νόμιμο καζίνο του Λας Βέγκας άνοιξε το 1931
Στη δεκαετία του '40 άρχισαν να χτίζονται τα πρώτα μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα με καζίνο στην περίφημη Las Vegas Strip, με την καθοριστική συμβολή όλων των κλάδων της Αμερικανικής Μαφίας (ιρλανδικής, ιταλικής και εβραϊκής). Συνδύαζαν διακοπές σε εξωτικό περιβάλλον και τζόγο. Ονομαστό ήταν το Καζίνο «Φλαμίνγκο», ιδιοκτησίας των γκάνγκστερ Μπάγκσι Σίγκερ και Μέγιερ Λάνσκι. Ο κόσμος, παρότι υποψιαζόταν ότι το οργανωμένο έγκλημα ήλεγχε τον τζόγο, συνέρρεε κατά εκατομμύρια στην «Πόλη που δεν κοιμάται ποτέ». Τη λάμψη τους στην πόλη δάνειζαν μεγάλα ονόματα της σόου-μπιζ, όπως ο Έλβις Πρίσλεϊ, ο Φρανκ Σινάτρα, οι Άμποτ και Κοστέλο, ο Ντιν Μάρτιν και πολλοί άλλοι, που έδιναν συναυλίες και παραστάσεις στις ευρύχωρες αίθουσες των καζίνο.

Με την πάροδο του χρόνου, το Λας Βέγκας έκανε πολλά βήματα για να απεξαρτηθεί από τον τζόγο. Στις μέρες μας λανσάρεται ως κατά βάση τουριστικός προορισμός και ο τζίρος από τα καζίνο αντιπροσωπεύει μόλις το 20% των εσόδων της πόλης. Ο συνεδριακός τουρισμός είναι μια νέα χρυσοφόρα πηγή, έχοντας ξεπεράσει σε τζίρο τα καζίνο, ενώ οι αρχές, με γενναία οικονομικά κίνητρα που φθάνουν μέχρι την πλήρη φορολογική απαλλαγή, ευνοούν την εγκατάσταση επιχειρήσεων νέων τεχνολογιών και τραπεζών. Σταθερή αξία για το Λας Βέγκας παραμένει η ανθούσα βιομηχανία γάμων, με πάνω από 300 ημερησίως. Γίνονται σχεδόν αυτόματα, με χαμηλό κόστος (35$) και χωρίς πολλές διατυπώσεις. Αντίθετα, το διαζύγιο κοστίζει ακριβότερα (430$).













Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Φρανκ Σινάτρα 1915 – 1998





Αμερικανός τραγουδιστής και ηθοποιός, με μακρόχρονη και επιτυχημένη καριέρα στον κόσμο του θεάματος και ακροάματος, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 150 εκατομμύρια δίσκους. Έχει χαρακτηριστεί ως ο σημαντικότερος αμερικανός τραγουδιστής του 20ου αιώνα. Για τους θαυμαστές του εξακολουθεί να παραμένει η «Φωνή». Μεγάλες του επιτυχίες τα τραγούδια: «Strangers in the Night», «My Way», «That's Life», «Fly Me to the Moon» και «Theme From New York New York».
Ο Φράνσις Άλμπερτ «Φρανκ» Σινάτρα (Francis Albert "Frank" Sinatra), γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1915 στο Χόμποκεν του Νιου Τζέρσι. Ίσως το πιο «σημαδιακό» γεγονός στη ζωή του ήταν η ίδια του η γέννηση: καθώς έβγαινε από την κοιλιά της μητέρας του, όχι μόνο κόπηκε ο λοβός του αριστερού του αφτιού, αλλά και ο λαιμός του τραυματίσθηκε επικίνδυνα από τη λαβίδα του γιατρού. Όλοι νόμιζαν ότι το μωρό γεννήθηκε νεκρό - ευτυχώς επενέβη έγκαιρα η γιαγιά του: τον έβαλε κάτω από κρύο νερό και η ζωή επέστρεψε αμέσως.
Ήταν μοναχογιός του σικελού μποξέρ και πυροσβέστη Αντονίνο Μαρτίνο Σινάτρα, και της επίσης ιταλίδας νοσοκόμας Ναταλίνα Γκαραβέντα, που μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη του 19ου αιώνα. Όλη η οικογένεια κακομάθαινε τον μικρό Φρανκ με ακριβά δώρα και ρούχα. Εκείνος, όμως, ήταν «αλητάκι» και μάλιστα για ένα διάστημα έδρασε ως αρχηγός μιας συμμορίας μικροκλεφτών.
Τραγουδιστής αποφάσισε να γίνει όταν το 1933 άκουσε για πρώτη φορά ζωντανά τον Μπιγκ Κρόσμπι. Μετά τη διάκρισή του σε μία ραδιοφωνική εκπομπή ταλέντων, ο νεαρός με τα ρουφηγμένα μάγουλα και τα έντονα ζυγωματικά έπιασε δουλειά σ' ένα μικρό κλαμπ του Νου Τζέρσι, όπου προσέλκυσε την προσοχή του τρομπετίστα και μπαντ-λίντερ Χάρι Τζέιμς. Λίγο αργότερα, το 1940, εντάχθηκε στην μπάντα του Τόμι Ντόρσεϊ και σύντομα η καριέρα του άρχισε να απογειώνεται.
Οι προσεγμένοι στίχοι των τραγουδιών του, ερωτικοί, όμως λιγότερο αφελείς από το συνηθισμένο, και ο τρόπος με τον οποίο τόνιζε ή «έπνιγε» τις λέξεις, διέφεραν από οτιδήποτε είχε ακούσει ως τότε η αμερικανική νεολαία. Τα μέρη όπου εμφανιζόταν γέμιζαν από κοπέλες στα πρόθυρα της λιποθυμίας και γύρω από το πρόσωπό του δημιουργήθηκε μια υστερία που μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα μετέπειτα φαινόμενα του Έλβις Πρίσλεϊ και των Beatles. Σ' αυτό συνέβαλε και η εμφάνισή του στη μεγάλη οθόνη, ερμηνεύοντας τις μπαλάντες του σε μιούζικαλ. Είχε κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο το 1941 στην ταινία «Las Vegas Nights».
Οι θαυμαστές του τού έδωσαν το παρατσούκλι που θα ζήλευε κάθε αοιδός: Η Φωνή. Όμως, ένα βράδυ του 1952 στο μοδάτο κλαμπ Copacabana της Νέας Υόρκης η διάσημη φωνή σίγησε, καθώς οι φωνητικές χορδές του είχαν ματώσει. Η δισκογραφική εταιρεία του έκανε ότι δεν τον ήξερε και όλοι τον ξέγραψαν.
Το 1953 ικέτεψε την Columbia να του δώσει ένα ρόλο στην ταινία «Από εδώ ως την αιωνιότητα», με προσβλητικά χαμηλή αμοιβή. Εξαργύρωσε την απόφασή του αυτή με το Όσκαρ β' ανδρικού ρόλου κι επανήλθε δριμύτερος. Η φωνή του ήταν πλέον πιο ώριμη, τα τραγούδια του απέπνεαν την εμπειρία του άντρα που πέρασε πολλά και νίκησε τις κακοτοπιές.
Ο «Φράνκι» έγινε ο σούπερ-σταρ της μουσικής βιομηχανίας και του κινηματογράφου, ένας από τους πλουσιότερους τραγουδιστές του αιώνα. Του άρεσε πολύ να δουλεύει με τους φίλους του, να γυρίζουν μαζί ταινίες και μετά να πηγαίνουν στα καλύτερα πάρτι ως το πρωί. Έτσι, δημιουργήθηκε στις αρχές του 1960 το περίφημο «Rat Pack», η ιστορική ανδροπαρέα του Σινάτρα και των Ντιν Μάρτιν, Σάμι-Ντέιβις Τζούνιορ, Πίτερ Λόφορντ και Τζόι Μπίσοπ.
Το 1971 δήλωσε ότι αποσύρεται, δεν κατάφερε όμως να κρατηθεί μακριά από το μικρόφωνο περισσότερο από δύο χρόνια. Τη δεκαετία του 1990 συνέπραξε με διάφορους αστέρες του σύγχρονου μουσικού στερεώματος, όπως ο Μπόνο των U2 και συνέχισε να τραγουδά ως τον Φεβρουάριο του 1995, οπότε άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Η «φωνή» σίγησε για πάντα στις 14 Μαΐου του 1998, στο Λος Άντζελες.
Ο Φρανκ Σινάτρα έζησε έντονη ζωή. Είχε όποια γυναίκα επιθυμούσε και παντρεύτηκε τέσσερις φορές: τη Νάνσι Μπαρμπάτο (1939-1951), την Άβα Γκάρντνερ (1951-1957), τη Μία Φάροου (1966-1968) και την Μπάρμπαρα Μαρξ (1976-1998), πρώην σύζυγο του Ζέπο Μαρξ. Με την πρώτη σύζυγο απέκτησε και τα τρία παιδιά του, την γνωστή τραγουδίστρια Νάνσι Σινάτρα (γ. 1940), τον τραγουδοποιό και μαέστρο Φρανκ Σινάτρα τζούνιορ (γ.1944) και τη θεατρική και κινηματογραφική παραγωγό Τίνα Σινάτρα (γ.1948).
Υπήρξε στενός φίλος και υποστηρικτής του Τζον Φ. Κένεντι και του Ρόναλντ Ρίγκαν. Πολλοί τον κατηγόρησαν ότι είχε διασυνδέσεις με την ιταλική Μαφία και αρκετά από τα ονόματα των συνεργατών του περιέχονταν σε «ύποπτους» φακέλους του FBI. Αυτός ήταν και ο λόγος που έχασε την άδεια του καζίνου του στο Λας Βέγκας. Η πόλη, όμως, αναγνώρισε την προσφορά του, δίνοντας το 2001 το όνομά του σε μία κεντρική λεωφόρο της.
Ο «γαλανομάτης» ήταν έξοχος ως τραγουδιστής της ερωτικής μπαλάντας, χάρη στις ιδιότυπες παύσεις του και τους λεπτούς συγκινησιακούς τόνους της βαρύτονης φωνής του. Η ερμηνεία του έφτανε στα ύψη, όταν τραγουδούσε για μοναξιά, ανεκπλήρωτους έρωτες και κατεστραμμένα όνειρα. Χειριζόταν το μικρόφωνο με άνεση και στεκόταν στη σκηνή χαλαρός και όχι σαν να 'χε καταπιεί μπαστούνι, όπως πολλοί τραγουδιστές της εποχές του.