Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Η ιστορία του Λας Βέγκας Το Λας Βέγκας τη δεκαετία του ’50




Το Λας Βέγκας τη δεκαετία του ’50

To Λας Βέγκας (Las Vegas) είναι πόλη των ΗΠΑ στην Πολιτεία της Νεβάδας με 600.000 κατοίκους. Κατέχει επάξια τον τίτλο της παγκόσμιας πρωτεύουσας του τζόγου, αφού στην επικράτειά της υπάρχουν 1701 χώροι αφιερωμένοι στη Θεά Τύχη. «Las Vegas» σημαίνει στα ισπανικά «Οι Λειμώνες», εξαιτίας του πράσινου και των πολλών υδάτων που υπάρχουν στην περιοχή. Είναι μία όαση στην καρδιά της ερήμου Μοχάβε και μέχρι το 1848 ανήκε στο Μεξικό.
Οι πρώτοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στο Λας Βέγκας στις 15 Μαΐου του 1905 και ήταν υπάλληλοι σιδηροδρομικών εταιρειών που ανεφοδίαζαν τους συρμούς, που περνούσαν από την περιοχή. Στις 16 Μαρτίου 1911 έγινε επισήμως πόλη με 800 κατοίκους. Η πόλη φυτοζωούσε έως το 1930, όταν με απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης εγκρίθηκε η κατασκευή του γιγαντιαίου φράγματος Μπάουλντερ (σήμερα Χούβερ) στον ποταμό Κολοράντο. Χιλιάδες Αμερικανοί συνέρρευσαν στο Λας Βέγκας για να διεκδικήσουν τις 5.000 θέσεις εργασίας στην κατασκευή του φράγματος. Η πόλη άλλαξε όψη από τη μία μέρα στην άλλη. Ο παράνομος τζόγος άρχιζε να ανθίζει και η Ποτοαπαγόρευση καταργήθηκε στην πράξη.
Έτσι, οι αρχές αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να νομιμοποιήσουν τον τζόγο, προκειμένου να εισρεύσει ζεστό χρήμα στα δημόσια ταμεία στην εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Όλα έγιναν μεθοδικά και οργανωμένα και η πρώτη άδεια δόθηκε το 1931 στο Northern Club. Η άρση της Ποτοαπαγόρευσης το 1933 και η νομιμοποίηση της πορνείας ήταν άλλα δύο μέτρα που συμπλήρωσαν το σκηνικό και χάρισαν στο Λας Βέγκας το προσωνύμιο «Αμαρτωλή Πόλη» (Sin City).
Το πρώτο νόμιμο καζίνο του Λας Βέγκας άνοιξε το 1931
Στη δεκαετία του '40 άρχισαν να χτίζονται τα πρώτα μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα με καζίνο στην περίφημη Las Vegas Strip, με την καθοριστική συμβολή όλων των κλάδων της Αμερικανικής Μαφίας (ιρλανδικής, ιταλικής και εβραϊκής). Συνδύαζαν διακοπές σε εξωτικό περιβάλλον και τζόγο. Ονομαστό ήταν το Καζίνο «Φλαμίνγκο», ιδιοκτησίας των γκάνγκστερ Μπάγκσι Σίγκερ και Μέγιερ Λάνσκι. Ο κόσμος, παρότι υποψιαζόταν ότι το οργανωμένο έγκλημα ήλεγχε τον τζόγο, συνέρρεε κατά εκατομμύρια στην «Πόλη που δεν κοιμάται ποτέ». Τη λάμψη τους στην πόλη δάνειζαν μεγάλα ονόματα της σόου-μπιζ, όπως ο Έλβις Πρίσλεϊ, ο Φρανκ Σινάτρα, οι Άμποτ και Κοστέλο, ο Ντιν Μάρτιν και πολλοί άλλοι, που έδιναν συναυλίες και παραστάσεις στις ευρύχωρες αίθουσες των καζίνο.

Με την πάροδο του χρόνου, το Λας Βέγκας έκανε πολλά βήματα για να απεξαρτηθεί από τον τζόγο. Στις μέρες μας λανσάρεται ως κατά βάση τουριστικός προορισμός και ο τζίρος από τα καζίνο αντιπροσωπεύει μόλις το 20% των εσόδων της πόλης. Ο συνεδριακός τουρισμός είναι μια νέα χρυσοφόρα πηγή, έχοντας ξεπεράσει σε τζίρο τα καζίνο, ενώ οι αρχές, με γενναία οικονομικά κίνητρα που φθάνουν μέχρι την πλήρη φορολογική απαλλαγή, ευνοούν την εγκατάσταση επιχειρήσεων νέων τεχνολογιών και τραπεζών. Σταθερή αξία για το Λας Βέγκας παραμένει η ανθούσα βιομηχανία γάμων, με πάνω από 300 ημερησίως. Γίνονται σχεδόν αυτόματα, με χαμηλό κόστος (35$) και χωρίς πολλές διατυπώσεις. Αντίθετα, το διαζύγιο κοστίζει ακριβότερα (430$).













Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Φρανκ Σινάτρα 1915 – 1998





Αμερικανός τραγουδιστής και ηθοποιός, με μακρόχρονη και επιτυχημένη καριέρα στον κόσμο του θεάματος και ακροάματος, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 150 εκατομμύρια δίσκους. Έχει χαρακτηριστεί ως ο σημαντικότερος αμερικανός τραγουδιστής του 20ου αιώνα. Για τους θαυμαστές του εξακολουθεί να παραμένει η «Φωνή». Μεγάλες του επιτυχίες τα τραγούδια: «Strangers in the Night», «My Way», «That's Life», «Fly Me to the Moon» και «Theme From New York New York».
Ο Φράνσις Άλμπερτ «Φρανκ» Σινάτρα (Francis Albert "Frank" Sinatra), γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1915 στο Χόμποκεν του Νιου Τζέρσι. Ίσως το πιο «σημαδιακό» γεγονός στη ζωή του ήταν η ίδια του η γέννηση: καθώς έβγαινε από την κοιλιά της μητέρας του, όχι μόνο κόπηκε ο λοβός του αριστερού του αφτιού, αλλά και ο λαιμός του τραυματίσθηκε επικίνδυνα από τη λαβίδα του γιατρού. Όλοι νόμιζαν ότι το μωρό γεννήθηκε νεκρό - ευτυχώς επενέβη έγκαιρα η γιαγιά του: τον έβαλε κάτω από κρύο νερό και η ζωή επέστρεψε αμέσως.
Ήταν μοναχογιός του σικελού μποξέρ και πυροσβέστη Αντονίνο Μαρτίνο Σινάτρα, και της επίσης ιταλίδας νοσοκόμας Ναταλίνα Γκαραβέντα, που μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη του 19ου αιώνα. Όλη η οικογένεια κακομάθαινε τον μικρό Φρανκ με ακριβά δώρα και ρούχα. Εκείνος, όμως, ήταν «αλητάκι» και μάλιστα για ένα διάστημα έδρασε ως αρχηγός μιας συμμορίας μικροκλεφτών.
Τραγουδιστής αποφάσισε να γίνει όταν το 1933 άκουσε για πρώτη φορά ζωντανά τον Μπιγκ Κρόσμπι. Μετά τη διάκρισή του σε μία ραδιοφωνική εκπομπή ταλέντων, ο νεαρός με τα ρουφηγμένα μάγουλα και τα έντονα ζυγωματικά έπιασε δουλειά σ' ένα μικρό κλαμπ του Νου Τζέρσι, όπου προσέλκυσε την προσοχή του τρομπετίστα και μπαντ-λίντερ Χάρι Τζέιμς. Λίγο αργότερα, το 1940, εντάχθηκε στην μπάντα του Τόμι Ντόρσεϊ και σύντομα η καριέρα του άρχισε να απογειώνεται.
Οι προσεγμένοι στίχοι των τραγουδιών του, ερωτικοί, όμως λιγότερο αφελείς από το συνηθισμένο, και ο τρόπος με τον οποίο τόνιζε ή «έπνιγε» τις λέξεις, διέφεραν από οτιδήποτε είχε ακούσει ως τότε η αμερικανική νεολαία. Τα μέρη όπου εμφανιζόταν γέμιζαν από κοπέλες στα πρόθυρα της λιποθυμίας και γύρω από το πρόσωπό του δημιουργήθηκε μια υστερία που μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα μετέπειτα φαινόμενα του Έλβις Πρίσλεϊ και των Beatles. Σ' αυτό συνέβαλε και η εμφάνισή του στη μεγάλη οθόνη, ερμηνεύοντας τις μπαλάντες του σε μιούζικαλ. Είχε κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο το 1941 στην ταινία «Las Vegas Nights».
Οι θαυμαστές του τού έδωσαν το παρατσούκλι που θα ζήλευε κάθε αοιδός: Η Φωνή. Όμως, ένα βράδυ του 1952 στο μοδάτο κλαμπ Copacabana της Νέας Υόρκης η διάσημη φωνή σίγησε, καθώς οι φωνητικές χορδές του είχαν ματώσει. Η δισκογραφική εταιρεία του έκανε ότι δεν τον ήξερε και όλοι τον ξέγραψαν.
Το 1953 ικέτεψε την Columbia να του δώσει ένα ρόλο στην ταινία «Από εδώ ως την αιωνιότητα», με προσβλητικά χαμηλή αμοιβή. Εξαργύρωσε την απόφασή του αυτή με το Όσκαρ β' ανδρικού ρόλου κι επανήλθε δριμύτερος. Η φωνή του ήταν πλέον πιο ώριμη, τα τραγούδια του απέπνεαν την εμπειρία του άντρα που πέρασε πολλά και νίκησε τις κακοτοπιές.
Ο «Φράνκι» έγινε ο σούπερ-σταρ της μουσικής βιομηχανίας και του κινηματογράφου, ένας από τους πλουσιότερους τραγουδιστές του αιώνα. Του άρεσε πολύ να δουλεύει με τους φίλους του, να γυρίζουν μαζί ταινίες και μετά να πηγαίνουν στα καλύτερα πάρτι ως το πρωί. Έτσι, δημιουργήθηκε στις αρχές του 1960 το περίφημο «Rat Pack», η ιστορική ανδροπαρέα του Σινάτρα και των Ντιν Μάρτιν, Σάμι-Ντέιβις Τζούνιορ, Πίτερ Λόφορντ και Τζόι Μπίσοπ.
Το 1971 δήλωσε ότι αποσύρεται, δεν κατάφερε όμως να κρατηθεί μακριά από το μικρόφωνο περισσότερο από δύο χρόνια. Τη δεκαετία του 1990 συνέπραξε με διάφορους αστέρες του σύγχρονου μουσικού στερεώματος, όπως ο Μπόνο των U2 και συνέχισε να τραγουδά ως τον Φεβρουάριο του 1995, οπότε άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Η «φωνή» σίγησε για πάντα στις 14 Μαΐου του 1998, στο Λος Άντζελες.
Ο Φρανκ Σινάτρα έζησε έντονη ζωή. Είχε όποια γυναίκα επιθυμούσε και παντρεύτηκε τέσσερις φορές: τη Νάνσι Μπαρμπάτο (1939-1951), την Άβα Γκάρντνερ (1951-1957), τη Μία Φάροου (1966-1968) και την Μπάρμπαρα Μαρξ (1976-1998), πρώην σύζυγο του Ζέπο Μαρξ. Με την πρώτη σύζυγο απέκτησε και τα τρία παιδιά του, την γνωστή τραγουδίστρια Νάνσι Σινάτρα (γ. 1940), τον τραγουδοποιό και μαέστρο Φρανκ Σινάτρα τζούνιορ (γ.1944) και τη θεατρική και κινηματογραφική παραγωγό Τίνα Σινάτρα (γ.1948).
Υπήρξε στενός φίλος και υποστηρικτής του Τζον Φ. Κένεντι και του Ρόναλντ Ρίγκαν. Πολλοί τον κατηγόρησαν ότι είχε διασυνδέσεις με την ιταλική Μαφία και αρκετά από τα ονόματα των συνεργατών του περιέχονταν σε «ύποπτους» φακέλους του FBI. Αυτός ήταν και ο λόγος που έχασε την άδεια του καζίνου του στο Λας Βέγκας. Η πόλη, όμως, αναγνώρισε την προσφορά του, δίνοντας το 2001 το όνομά του σε μία κεντρική λεωφόρο της.
Ο «γαλανομάτης» ήταν έξοχος ως τραγουδιστής της ερωτικής μπαλάντας, χάρη στις ιδιότυπες παύσεις του και τους λεπτούς συγκινησιακούς τόνους της βαρύτονης φωνής του. Η ερμηνεία του έφτανε στα ύψη, όταν τραγουδούσε για μοναξιά, ανεκπλήρωτους έρωτες και κατεστραμμένα όνειρα. Χειριζόταν το μικρόφωνο με άνεση και στεκόταν στη σκηνή χαλαρός και όχι σαν να 'χε καταπιεί μπαστούνι, όπως πολλοί τραγουδιστές της εποχές του.















Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

Στράτος Διονυσίου 1935 – 1990



Λαϊκός τραγουδιστής, που έλαμψε στις πίστες και τη δισκογραφία. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ερμηνευτές του λαϊκού και ελαφρολαϊκού τραγουδιού, με στιβαρή φωνή και μεγάλες διαχρονικές επιτυχίες.
Ο Στράτος Διονυσίου γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1935 στη Νιγρίτα Σερρών, από γονείς μικρασιάτες πρόσφυγες. Από μικρός βγήκε στη βιοπάλη και το 1947 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Δούλεψε ως μικροπωλητής, εργάτης και ράφτης, προτού ασχοληθεί με το τραγούδι. Η πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση έγινε στο κέντρο «Φαρίντα» της Θεσσαλονίκης, όπου έκανε αίσθηση με την πλούσια και τη γεμάτη φωνή του, με τη χαρακτηριστική και υπέροχη βραχνάδα. Εκεί γνώρισε και τη σύντροφο της ζωής του Γεωργία Λαβένη, με την οποία ανέβηκε στα σκαλιά της εκκλησίας το 1955. Το ζευγάρι απέκτησε τέσσερα παιδιά, τον Άγγελο (γ. 1957), τον Στέλιο (γ. 1974) και τον Διαμαντή (γ. 1977), που ακολούθησαν τα βήματα του πατέρα τους και την Τασούλα (1959-2012).
Στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 αποφασίζει να κάνει το μεγάλο βήμα και να κατέβει στην Αθήνα, όπως και τόσοι άλλοι καλλιτέχνες από τη Θεσσαλονίκη. Συνεργάζεται αρχικά με την Καίτη Γκρέυ και το 1959 εμφανίζεται στη δισκογραφία με το τραγούδι του Σταύρου Χατζιδάκη και του Χρήστου Κολοκοτρώνη «Δεν είμαι ένοχος». Ο κόσμος άρχισε να τον γνωρίζει και οι δισκογραφικές εταιρείες δεν άργησαν να τον ανακαλύψουν. Υπογράφει συμβόλαιο με την «Κολούμπια» και κάνει τις πρώτες επιτυχίες του: «Δεν με πόνεσε κανείς» (διασκευή από ινδικό τραγούδι), «Στης Αγάπης μου το Δίσκο» ή «Ηλεκτρόφωνο» (μουσική και στίχοι Μπάμπη Μπακάλη), «Φύγε φύγε» (Στράτου Ατταλίδη / Κώστα Βίρβου) και άλλες.

Το όνομά του άρχισε να γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό και οι μεγάλοι δημιουργοί του λαϊκού τραγουδιού άρχισαν να του εμπιστεύονται παλιές τους επιτυχίες, οι οποίες κυκλοφόρησαν σε δεύτερη εκτέλεση με τη φωνή του: «Αχάριστη» του Βασίλη Τσιτσάνη, «Πριν το χάραμα» του Γιάννη Παπαϊωάννου, «Η μπαμπέσα» του Γιώργου Μητσάκη, «Το φτωχομπούζουκο» του Μανώλη Χιώτη.
Το 1967 είναι μια χρονιά σταθμός για την καριέρα του, καθώς γνωρίζεται με τον Άκη Πάνου, ο οποίος του γράφει μερικές από τις μεγάλες του επιτυχίες: «Γιατί, καλέ γειτόνισσα» (1968), «Φέρτε το παιδί του χάρου» (1971), «Στο σταθμό του Μονάχου» (1972), «Ήταν ψεύτικα» (1972), «Μια γυναίκα» (1984), «Ασ’ τη να φύγει» (1984) κ.ά. Ο Μίμης Πλέσσας τον ανακαλύπτει, όταν τραγουδά στο κέντρο «Σου-Μου» της Ιεράς Οδού δίπλα στην Ανθούλα Αλιφραγκή και του δίνει να τραγουδήσει το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, που έγραψε για την ταινία «Ορατότης μηδέν» με πρωταγωνιστή τον Νίκο Κούρκουλο. Το τραγούδι σημείωσε τεράστια επιτυχία πριν ακόμη βγει το φιλμ στους κινηματογράφους στις αρχές του 1970. Ακολούθησαν όμως κι άλλοι, πολλοί δίσκοι, με τραγούδια που έγιναν το ίδιο ή και ακόμη πιο μεγάλες επιτυχίες: «Ο παλιατζής» (1969) και «Αγάπη μου επικίνδυνη» (1969) των Αντώνη Ρεπάνη και Δημήτρη Γκούτη και «Αφιλότιμη» (1972) των Γιώργου Χατζηνάσιου και Τάσου Οικονόμου.
Σε μία περίοδο που η καριέρα του είχε απογειωθεί, ο Στράτος έμπλεξε σε μια υπόθεση ναρκωτικών, που ο ίδιος τη χαρακτήρισε πλεκτάνη. Στις 30 Μαΐου 1975 καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 3 ετών κι εκτόπιση τριών ετών στα Γιάννινα για κατοχή ποσότητας ναρκωτικών (χασίς). Οδηγήθηκε στις φυλακές της Τίρυνθας, όπου παρέμεινε μέχρι το Πάσχα του 1976, οπότε αποφυλακίστηκε. Η καριέρα του, όμως, είχε πάρει την κατιούσα και το καλλιτεχνικό κύκλωμα τον είχε απορρίψει.
Με τη βοήθεια του στενού του φίλου Τόλη Βοσκόπουλου, που μεσουρανούσε εκείνη την περίοδο στις πίστες, κατόρθωσε να σταθεί στα πόδια του και να επανέλθει σύντομα στο προσκήνιο με διαχρονικές επιτυχίες, όπως τα τραγούδια «Τα πήρες όλα» (1981) και «Και λέγε λέγε» (1981) των Θανάση Πολυκανδριώτη και Γιάννη Πάριου, «Άκου, βρε φίλε» (1982) των Τάκη Σούκα και Κώστα Κοφινιώτη, «Ο Σαλονικιός» (1985) και «Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα» (1985) των Τάκη Σούκα και Κώστα Κοφινιώτη, «Εγώ ο ξένος» (1988) και «Λέγε με παλιόπαιδο» (1988) του Τάκη Μουσαφίρη.
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 είχε μαζί του τη Χαρούλα Αλεξίου, η οποία έκανε τις δεύτερες φωνές. Ακολούθησε μια πολύχρονη συνεργασία με τη Μαρίνα Βλαχάκη και τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του πάνω στην πίστα δίπλα του ήταν η Κική Λουκά.
Ο Στράτος Διονυσίου πέθανε από ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής το πρωί της 11ης Μαΐου 1990, σε ηλικία 54 ετών. Βρέθηκε λιπόθυμος σε σουίτα του ξενοδοχείου «Χανδρής» στη λεωφόρο Συγγρού (απέναντι από τον Ιππόδρομο του Νέου Φαλήρου), την οποία νοίκιαζε για να παρακολουθεί, όχι μόνο τις αγαπημένες του ιπποδρομίες, αλλά και την προπόνηση των αλόγων του. Άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». Το προηγούμενο βράδυ είχε εμφανισθεί κανονικά στο κέντρο του «Στράτος» της οδού Φιλελλήνων, ενώ νωρίτερα είχε ηχογραφήσει τραγούδια για το νέο του δίσκο, που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, με τον τίτλο «Ποιός άλλος;» και συνθέσεις του Τάκη Μουσαφίρη. Η κηδεία του ήταν πάνδημη και την παρακολούθησαν χιλιάδες θαυμαστών του στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας.


















Τρίτη 9 Μαΐου 2017

Ημέρα της Πανσελήνου του Μαΐου ή του Βούδα




Η ιερότερη γιορτή για τους Βουδιστές, καθώς την πανσέληνο του Μαΐου το έτος 623 π.Χ. γεννήθηκε, σύμφωνα με τους θρύλους, ο Σιντάρτα Γκαουτάμα, γνωστός και ως Βούδας, ιδρυτής μιας από τις αρχαιότερες θρησκείες του κόσμου. Επίσης, την ημέρα αυτή γιορτάζεται η φώτιση του Βούδα (νιρβάνα) και ο θάνατός του (πανιρβάνα).
Με αυτή την αφορμή, ο ΟΗΕ καθιέρωσε το 1999 την Πανσέληνο του Μαΐου ως Ημέρα του Βούδα (Day of Vesak) για να τονίσει τη συνεισφορά του Βουδισμού στον παγκόσμιο πολιτισμό (απόφαση 54/115 της Γ.Σ. του ΟΗΕ)


















Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

Αίμα στην Αθήνα για το Κυπριακό


Αθήνα, πλατεία Ομονοίας, 9 Μαΐου 1956

Στις 9 Μαΐου 1956 χιλιάδες λαού συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Ομονοίας για να καταδικάσουν τα σκληρά μέτρα του άγγλου κυβερνήτη Χάρντινγκ στην Κύπρο. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος βρισκόταν εξόριστος στις Σεϊχέλες, η ΕΟΚΑ είχε ξεκινήσει τον απελευθερωτικό αγώνα στη Μεγαλόνησο και την επομένη ήταν προγραμματισμένη από τις κατοχικές αρχές η εκτέλεση των αγωνιστών Μιχαλάκη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου. Την Ελλάδα κυβερνούσε ο νεοεκλεγμένος πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Οι διαδηλωτές ζητούσαν την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αποδοκιμάζοντας τον Υπουργό Εξωτερικών, Σπυρίδωνα Θεοτόκη, για την ενδοτική του πολιτική. «Άξων Αθηνών - Βελιγραδίου - Καΐρου» έγραφε το πανό που ξεχώριζε, υπονοώντας την αλλαγή πλεύσης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τη σύμπλευσή της με τους Τίτο και Νάσερ. Το συλλαλητήριο διοργάνωσε η Πανελλήνια Επιτροπή Ενώσεως Κύπρου (ΠΕΕΚ), με ομιλητή τον πρόεδρό της, Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δωρόθεο.
Μετά το πέρας του συλλαλητηρίου, οι συγκεντρωμένοι θέλησαν να οδεύσουν προς τη Βρετανική Πρεσβεία στο Κολωνάκι, παρά τις προτροπές του Προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας να διαλυθούν. Πλησίον της Πλατείας Κλαυθμώνος, η Αστυνομία τους εμπόδισε, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν ταραχές. Τα επεισόδια γενικεύτηκαν στο κέντρο της Αθήνας, με τα όργανα της τάξης να ανοίγουν πυρ κατά των διαδηλωτών. Ο αστυνομικός διευθυντής Αριστείδης Παπαδόπουλος απομονώθηκε και κακοποιήθηκε από τους διαδηλωτές. Τραυματίστηκε σοβαρά και περιήλθε σε αφασία.
Στην οδό Δραγατσανίου, λόγω του ότι είχαν στηθεί οδοφράγματα, η σύγκρουση ήταν ιδιαίτερα σφοδρή, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τρεις διαδηλωτές: Ευάγγελος Γεροντής (28 ετών), Ιωάννης Κωνσταντόπουλος (21 ετών), Φραγκίσκος Νικολάου (23 ετών), καθώς και ο αστυφύλακας Κώστας Γιαννακούρης, που πέθανε στο νοσοκομείο. Στα νοσοκομεία μεταφέρθηκαν 265 τραυματίες, 165 από σφαίρες αστυνομικών και 100 με μώλωπες από χτυπήματα.
Η κατάσταση γρήγορα εκτονώθηκε, αλλά ήταν σαφές ότι ο ελληνικός λαός απαιτούσε ενεργητικότερη εξωτερική πολιτική για το Κυπριακό.
























Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Παγκόσμια Ημέρα Θαλασσαιμίας (Μεσογειακής Αναιμίας)




Η 8η Μαΐου έχει καθιερωθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και την Παγκόσμια Οργάνωση Θαλασσαιμίας ως Παγκόσμια Ημέρα Θαλασσαιμίας (Μεσογειακής Αναιμίας). Έχει ως στόχο την αφύπνιση και ενθάρρυνση των επιστημόνων σε όλο τον κόσμο για την καλύτερη αντιμετώπιση της ασθένειας, καθώς και την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης σχετικά με τα προβλήματα των θαλασσαιμικών και την προσπάθεια που απαιτείται για την ασφάλεια και την επάρκεια αίματος.
Ο όρος Θαλασσαιμία (ακριβέστερα Θαλασσαναιμία), περιλαμβάνει μία ομάδα διαφορετικών κληρονομικών ανωμαλιών, που οδηγούν σε μείωση της συνθέσεως μιας ή περισσοτέρων από τις πολυπεπτιδικές αλύσεις του μορίου της αιμοσφαιρίνης. Έτσι, ο πάσχων από θαλασσαιμία (μεσογειακή αναιμία) χρειάζεται τακτικές μεταγγίσεις αίματος (όταν έχει κληρονομήσει δύο ανώμαλα αλληλόμορφα γονίδια) για να διατηρήσει σε φυσιολογικά επίπεδα την αιμοσφαιρίνη του οργανισμού του και να μην υποστεί ερυθροποίηση, που είναι βλαπτική για τον οργανισμό του. Όμως, η αγωγή αυτή προκαλεί αιμοσιδήρωση (αύξηση του σιδήρου), που μπορεί να αποδειχθεί θανατηφόρα, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα. Υπάρχει και η περίπτωση ένας άνθρωπος να είναι φορέας της νόσου, όταν έχει κληρονομήσει ένα αλληλόμορφο γονίδιο. Τότε κάνουμε λόγο, κακώς, ότι αυτός έχει το στίγμα της μεσογειακής αναιμίας.
Η πρώτη εμπεριστατωμένη περιγραφή της νόσου έγινε σε άτομα καταγόμενα από χώρες της Μεσογείου, από τον αμερικανό παιδίατρο Τόμας Μπέντον Κούλεϊ το 1925. Εξ ου και οι ονομασίες της Θαλασσαιμία ή Μεσογειακή Αναιμία.
Στις μέρες μας η νόσος μπορεί να προληφθεί. Αρκεί οι νέοι άνθρωποι που θέλουν να τεκνοποιήσουν, να υποβληθούν σε αιματολογικές εξετάσεις στα κέντρα πρόληψης της μεσογειακής αναιμίας, που λειτουργούν σχεδόν σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία της χώρας.
Στην Ελλάδα, 3.000 άνθρωποι με θαλασσαιμία χρειάζονται τακτικά αίμα. Οι ανάγκες είναι μεγάλες και μπορεί να ξεπερνούν τις 30 μονάδες αίματος ανά άτομο το χρόνο. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για την αύξηση της αιμοδοσίας στη χώρα μας.





















Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Βασίλης Διαμαντόπουλος 1920 – 1999




Διακεκριμένος Έλληνας ηθοποιός και δάσκαλος της υποκριτικής.
Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1920 στον Πειραιά. Σπούδασε αρχικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια στις δραματικές σχολές του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης.
Στο Θέατρο Τέχνης έκανε το ντεμπούτο του το 1942, παίζοντας μαζί με το δάσκαλό του, Κάρολο Κουν, στην ιστορική παράσταση της «Αγριόπαπιας» του Ίψεν, με την οποία το «Θέατρο Τέχνης» έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο «Αλίκης» (νυν «Μουσούρη»).
Μέχρι και το 1949, που παρέμεινε στο Θέατρο Τέχνης, ερμήνευσε περισσότερους από 30 ρόλους που τον καθιέρωσαν ως πρωταγωνιστή του ελληνικού θεάτρου. Ανάμεσα στα έργα που έπαιξε ήταν και τα «Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε» του Πιραντέλο, «Ρόσμερσχολμ» και «Βρικόλακες» του Ίψεν, «Για ένα κομμάτι γης» του Κόλντγουελ, «Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ, «Εμείς και ο χρόνος» και «Ο ανακριτής έρχεται» του Πρίσλεϊ, «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» και «Ο θάνατος του εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ, «Ματωμένος γάμος» του Λόρκα, «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» του Ευγένιου Ο’ Νιλ, «Το φιόρο του Λεβάντε» του Ξενόπουλου, «Λεωφορείο ο πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς και «Άννα Λουκάστα» του Τζόρνταν.
Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον θίασο της Κατερίνας στη «Νίνα» του Ρουσέν και το καλοκαίρι του 1950 πρωταγωνίστησε στην κωμωδία των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου «Ανώμαλος Προσγείωσις» στο ρόλο του Μαυρογιαλούρου, ρόλο που δόξασε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στην κινηματογραφική εκδοχή της κωμωδίας το 1965 με τον τίτλο «Υπάρχει και Φιλότιμο». Μέσα στον ίδιο χρόνο προσελήφθη στο Εθνικό Θέατρο. Εκεί έπαιξε σε παραστάσεις σταθμούς: «Ερρίκος Δ’» του Πιραντέλο, «Άνθρωποι και ποντίκια» του Στάινμπεκ, «Τρεις αδελφές» και «Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ, «Αγία Ιωάννα» του Μπέρναρντ Σο, τα περισσότερα σε σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν.
Τη σεζόν 1953-1954 συγκροτεί προσωπικό θίασο και ανεβάζει το έργο «Εκατομμυριούχοι της Νάπολης» του Ντε Φιλίπο, πάλι με σκηνοθέτη τον Κουν και το «Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή» του Πιραντέλο. Το καλοκαίρι του 1954 συνεργάζεται με τον θίασο του Νίκου Χατζίσκου και ερμηνεύει το ρόλο του πατέρα Λαυρέντιου στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σέξπιρ, που ανεβαίνει στο θέατρο «Εθνικού Κήπου». Τη σεζόν 1954-1955 κάνει μία έκτακτη εμφάνιση στο νέο «Θέατρο Τέχνης», που έχει ξεκινήσει την πορεία του στο υπόγειο του «Ορφέα», με τα μονόπρακτα του Τσέχοφ «Αρκούδα», «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» και του Πιραντέλο «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα».
Επανέρχεται στο Εθνικό Θέατρο το 1956 και συμμετέχει στις παραστάσεις «Χειμωνιάτικο παραμύθι» του Σέξπιρ, «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, «Η ηδονή της τιμιότητας» του Πιραντέλο, «Η άμαξα» του Μεριμέ, «Βασιλιάς Ληρ» και «Οθέλος» του Σέξπιρ.
Το 1958 είναι έτος - σταθμός στην καριέρα του. Ιδρύει το «Νέο Θέατρο», που εγκαινιάζει το σημερινό θέατρο «Αλάμπρα» και λειτουργεί έως το 1966 με πρωταγωνίστρια την τότε σύντροφό του Μαρία Αλκαίου. Ανεβάζει τα έργα: «Παραμύθι χωρίς όνομα» του Καμπανέλλη, «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια» του Κασόνα,­ μία παράσταση που αφήνει εποχή και γίνεται θρύλος,­ «Το φιόρο του Λεβάντε» του Ξενόπουλου, «Γαλιλαίος» του Μπρεχτ, «Σαββάτο, Κυριακή, Δευτέρα» του Ντε Φιλίπο, «Πέντε στρέμματα παράδεισος» των Σταύρου - Φραγκιά, «Το νησί της Αφροδίτης» του Πάρνη, «Αθάνατη πολυαγαπημένη» του Ρούσσου, όπου ερμήνευσε τον Μπετόβεν, άλλον ένα ρόλο του που πολυσυζητήθηκε, «Η τύχη της Μαρούλας» του Κορομηλά και άλλα. Για την προσφορά του τότε είχε τιμηθεί από την πολιτεία με το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α’.
Η δικτατορία ανακόπτει τη θεατρική του πορεία. Αυτοεξορίζεται στο Παρίσι, αλλά θα επιστρέψει στην Ελλάδα το 1970. Αρχικά συνεργάζεται με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΒΘΕ) και αργότερα με το «Θέατρο Σάτιρα» του Γιώργου Μιχαλακόπουλου, στου οποίου την ίδρυση συμμετείχε και ο ίδιος. Οι δυο τους το 1972 θα γράψουν ιστορία στη μικρή οθόνη με τη συμμετοχή τους στην τηλεοπτική σειρά «Εκείνος κι Εκείνος», με τα γεμάτα αντικαθεστωτικούς υπαινιγμούς κείμενα του Κώστα Μουρσελά.
Ένα χρόνο αργότερα οι δύο ηθοποιοί θα κάνουν μία ακόμα επιτυχία περιοδεύοντας στην Ελλάδα με την πολιτική επιθεώρηση «Ω, τι κόσμος, μπαμπά» του Κώστα Μουρσελά, σε μουσική του Βασίλη Δημητρίου, αλλά και με τα έργα «Ας παίξουμε τους δολοφόνους» του Φάιφερ και «Συνεργός» του Ντίρενματ.
Τα επόμενα χρόνια εμπλουτίζει το προσωπικό του δραματολόγιο με πρωταγωνιστικές εμφανίσεις σε μερικά ακόμα από τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου: «Ασήμαντος πόνος» του Πίντερ, «Σχολείο γυναικών» του Μολιέρου, «Σφήκες» του Αριστοφάνη, «Παραθεριστές» του Γκόρκι, «Φοίνισσες» του Ευριπίδη με σκηνοθέτες τον Μίνωα Βολανάκη, τον Ντίνο Γιαννόπουλο, τον Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Λεωνίδα Τριβιζά και άλλους. Θα παίξει τον Καρένιν στην «Άννα Καρένινα» του Τολστόι, που ανεβάζει η Κάτια Δανδουλάκη, θα ανεβάσει ο ίδιος στη Νίκαια το «Μίστερο μπούφο» του Ντάριο Φο, θα παίξει με την Κατερίνα Βασιλάκου «Δωδέκατη νύχτα» του Σέξπιρ, με τον Ανδρέα Μπάρκουλη στο «Σλουθ» του Άντονι Σάφερ και θα είναι ο Αζντάκ στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ και ο Βολπόνε στην ομώνυμη κωμωδία του Μπεν Τζόνσον, που ανεβάζει ο Μίνως Βολανάκης.
Το 1993 ιδρύει το «Σύγχρονο Θέατρο» και ανεβάζει την «Ανάκριση» του Πέτερ Βάις. Εκεί έπαιξε και τον τελευταίο του ρόλο στο θέατρο. Είχε γράψει, επίσης, το θεατρικό «Οι καλικαντζαραίοι», που παρουσίασε το 1979 στο θέατρο του Λυκαβηττού.
Στον κινηματογράφο είχε λίγες και επιλεκτικές εμφανίσεις και με το ταλέντο και το κύρος του, έδινε αξία στο ρόλο και ανέβαζε το επίπεδο του έργου. Ανάμεσα στις ταινίες που έπαιξε ήταν ο «Μαρίνος Κοντάρας» του Τζαβέλλα, «Τελευταία αποστολή» του Τσιφόρου, «Νυχτερινή περιπέτεια» του Τερζάκη, «Η αρπαγή της Περσεφόνης» του Γρηγορίου, «Το αμαξάκι» του Ντίνου Δημόπουλου, «Ερωτικές ιστορίες» του Καψάσκη, «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ» του Μανθούλη και «Νόμος 4000» του Δαλιανίδη. Το 1981 τιμήθηκε με το βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στην ταινία του Θόδωρου Μαραγκού «Μάθε παιδί μου γράμματα». Η τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση ήταν στην ταινία του Βασίλη Μπουντούρη «Μπίζνες στα Βαλκάνια» (1997).
Στην τηλεόραση εμφανίσθηκε από πολύ νωρίς, ήδη από τα πρώτα βήματα του ΕΙΡ (σημερινής ΕΡΤ), με το μονόπρακτο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Αυτός και το παντελόνι του» (1966). Εκτός από το «Εκείνος κι εκείνος», έπαιξε σε σειρές, όπως «Ο συμβολαιογράφος», «Χατζηεμμανουήλ», «Αλέξανδρος Δελμούζος», «Λαυρεωτικά», «Η αγάπη άργησε μια μέρα» και στην τηλεταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Καλή σου νύχτα κυρ Αλέξανδρε» (1981), όπου υποδύθηκε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Το 1977 έγραψε και σκηνοθέτησε την κωμική σειρά «Από την κλειδαρότρυπα», με πρωταγωνιστές τον ίδιο, τη Χρυσούλα Διαβάτη και τον Θύμιο Καρακατσάνη.
Δίδαξε υποκριτική από νέος στις δραματικές σχολές του «Θεάτρου Τέχνης» και του Εθνικού Θεάτρου, ενώ ίδρυσε και δική του δραματική σχολή, που λειτούργησε παράλληλα με το «Νέο Θέατρο». Το 1983 δημιούργησε το «Θεατρικό Εργαστήρι» και το 1994 τη δραματική σχολή «Ίασμος».
Υπήρξε ενεργό μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ) και είχε αναπτύξει συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα στο χώρο του ΚΚΕ.
Παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη με την ηθοποιό και ραδιοφωνική παραγωγό Τώνια Καράλη, με την οποία απέκτησε μία κόρη και τη δεύτερη με την ηθοποιό Μαρίνα Γεωργίου, με την οποία απέκτησε ένα γιο.
Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος πέθανε από ανακοπή καρδιάς στις 5 Μαΐου 1999, σε ηλικία 78 ετών.




















Χρήστος Ευθυμίου 1900 – 1971




Κωμικός ηθοποιός του θεάτρου, που διακρίθηκε σε κλασικούς και νεώτερους ρόλους. Έπαιξε στον κινηματογράφο και συνεργάστηκε με το ραδιόφωνο.
Γεννήθηκε στο Κωσταλέξι Φθιώτιδας στις 3 Αυγούστου 1900 και ήταν γιος θεατρίνου. Τέλειωσε το γυμνάσιο στη Λαμία και η στρατιωτική του θητεία συνέπεσε με τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Η μονάδα του Ευθυμίου ήταν από τις πρώτες που αποβιβάστηκε στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν πληροφορίες από εκείνη την περίοδο. Αργότερα, πάντως, του απονεμήθηκε μετάλλιο ανδρείας.
Ο Χρήστος Ευθυμίου σπούδασε νομικά, αλλά τον κέρδισε η υποκριτική. Γράφτηκε χωρίς εξετάσεις στη νεοϊδρυθείσα Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου το 1925, ως εξαιρετικό ταλέντο, πείθοντας τους αρμόδιους της σχολής μόνο με την εμφάνισή του, τις γκριμάτσες και τον τρόπο που τόνιζε τις λέξεις. Μετά από τετραετείς θεατρικές σπουδές, με δασκάλους τον Φώτο Πολίτη, τον Σπύρο Μελά και τον Αιμίλιο Βεάκη, αποφοίτησε με άριστα το 1929 και αμέσως προσελήφθη στον θίασο της Κυβέλης.
Το 1931 εντάχθηκε στο δυναμικό του Βασιλικού Θεάτρου (νυν Εθνικό Θέατρο), στο οποίο παρέμεινε έως το 1955 και αναδείχθηκε ως ένας εκ των πρωταγωνιστών του. Ηθοποιός με κωμική κατασκευή, κατόρθωνε να επιβάλλεται με την τέχνη του και τις εξαίσιες διακυμάνσεις του κωμικού τόνου. Διέπρεψε σε έργα του Μολιέρου και το 1952 παρασημοφορήθηκε από τη Γαλλική Κυβέρνηση για την εξαίρετη ερμηνεία του των έργων του σπουδαίου γάλλου θεατρικού συγγραφέα.
Έπαιξε με άνεση Σαίξπηρ, Γκολντόνι, Αριστοφάνη, αλλά και Μελά, Σακελλάριο ακόμη και επιθεώρηση. Μετά τον θάνατο του Βασίλη Λογοθετίδη, το 1960, τέθηκε επικεφαλής του θιάσου του εκλιπόντος δημοφιλούς κωμικού. Δύο χρόνια αργότερα παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλιά Παύλο για την προσφορά του στο ελληνικό θέατρο.
Αξιόλογη ήταν η παρουσία του στον ελληνικό κινηματογράφο. Τυποποιήθηκε σε ρόλους αφελούς και μπούφου, πράγμα που τον έκανε δημοφιλή στο λαϊκό κοινό. Οι ρόλοι του στις ταινίες Ο γυναικάς (1957) και Ένας βλάκας και μισός (1959) έμειναν αξέχαστοι. Επίσης, χαρακτηριστική υπήρξε η επί μακρόν συμμετοχή του σε καθημερινές απογευματινές ραδιοφωνικές πεντάλεπτες παρλάτες με την ατάκα «Αχ τι τραβάω!».
Ο Χρήστος Ευθυμίου πέθανε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 1971.





















Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Δούκισσα της Πλακεντίας 1785 – 1854



Γαλλίδα αριστοκράτισσα και ένθερμη φιλελληνίδα, που έφερε τον τίτλο ευγενείας «Δούκισσα της Πλακεντίας» (Duchesse de Plaisance στα Γαλλικά) και με τον οποίο ήταν γνωστή στην Αθήνα τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια.
Η Σοφί Μπαρμπέ ντε Μαρμπουά, όπως ήταν το πατρικό της όνομα, γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1785 στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ και ήταν κόρη του μαρκήσιου Φρανσουά Μπαρμπέ ντε Μαρμπουά (1745-1837), διακεκριμένου πολιτικού κατά την περίοδο της Α’ Αυτοκρατορίας (1804-1815) και της Παλινόρθωσης των Βουρβώνων (1815-1830), και της αμερικανίδας Ελίζαμπεθ Μουρ (1765 - 1834), κόρης του κυβερνήτη της Πενσυλβάνιας Γουίλιαμ Μουρ.
Σε ηλικία 19 ετών η Σοφί παντρεύτηκε τον στρατηγό Αν - Σαρλ Λεμπρέν (1775-1859), υπασπιστή του Ναπολέοντα Α’. To 1824, χρονιά που ο σύζυγός της κληρονόμησε από τον πατέρα του το τίτλο του δούκα της Πλακεντίας, το ζευγάρι χώρισε, χωρίς να πάρει διαζύγιο. Η δούκισσα, πλέον, της Πλακεντίας αναχώρησε μαζί με τη μονάκριβη κόρη της Ελίζα, για την Ιταλία, συνοδευόμενη από τον θαυμαστή της, ποιητή και θερμό φιλέλληνα Καζιμίρ Ντελαβίν (1793 - 1843), τον οποίο εγκατέλειψε μόλις έφθασαν στη Γένοβα.
Ο Ντελαβίν πρόλαβε να της μεταδώσει τα φιλελληνικά του αισθήματα και η δούκισσα αποφάσισε το 1830 να ταξιδέψει στην Ελλάδα, μαζί με την κόρη της, την οποία υπεραγαπούσε. Την εποχή εκείνη η χώρα μας έκανε τα πρώτα της βήματα ως ανεξάρτητο κράτος και η γαλλίδα αριστοκράτισσα προσέφερε διάφορα ποσά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης. Με δαπάνες της ίδρυσε σχολείο θηλέων, που λειτούργησε πρώτα στην Αίγινα και στη συνέχεια στο Ναύπλιο, ενώ χρηματοδότησε τη δεύτερη έκδοση των «Ελληνικών Χρονικών» του Μεσολογγίου. Προσέφερε σημαντικά ποσά για φιλανθρωπικά έργα και βοήθησε ιδιαίτερα τους χωρικούς της Πεντέλης, όπου είχε αγοράσει κτήματα.
Αρχικά υποστήριξε τον Καποδίστρια, αλλά στη συνέχεια στράφηκε εναντίον του. Βρισκόταν στη Φλωρεντία, όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Κυβερνήτη κι εξέδωσε φυλλάδιο, στο οποίο υποστήριζε την εγκληματική πράξη των Μαυρομιχαλαίων. Το 1834 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου έγινε επίλεκτο μέλος της υψηλής κοινωνίας της ελληνικής πρωτεύουσας.
Το 1836 η κόρη της Ελίζα υπέστη νευρικό κλονισμό, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του μνηστήρα της Ηλία Κατσάκου Μαυρομιχάλη, ταγματάρχη του στρατού και υπασπιστή του Όθωνα, από επιδημία χολέρας στο Μόναχο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η νεαρή κοπέλα προσβλήθηκε από φυματίωση, που τότε ήταν σχεδόν ανίατη ασθένεια. Η μητέρα της έκανε τα πάντα για να τη γλυτώσει από το «χτικιό». Την πήγε στη Βηρυτό, όπου όμως άφησε την τελευταία της πνοή το 1837.
Το πλήγμα για τη δούκισσα ήταν συντριπτικό. Αρνήθηκε την ταφή της κόρης της κι αφού ταρίχευσε τη σορό της, τη μετέφερε στην Αθήνα και την εναπόθεσε σ’ ένα δωμάτιο της προσωρινής της κατοικίας, που βρισκόταν κοντά στη σημερινή πλατεία Κουμουνδούρου (γωνία Μυλλέρου και Αγησιλάου). Από τότε, η συμπεριφορά της άρχισε να γίνεται αλλόκοτη (πρέσβευε τη δική της «θρησκεία», μείγμα ιουδαϊσμού και μωαμεθανισμού) κι εξελίχθηκε σε μισάνθρωπη, όταν το 1846 καταστράφηκε η προσωρινή της οικία και αποτεφρώθηκε η ταριχευμένη σορός της κόρης της. Η κατάστασή της επιδεινώθηκε, εξαιτίας της υδρωπικίας από την οποία έπασχε και η οποία την είχε παραμορφώσει.
Η Δούκισσα της Πλακεντίας, έχοντας μεγάλη οικονομική επιφάνεια, αγόρασε διάφορα κτήματα στα περίχωρα της τότε Αθήνας και στην Πεντέλη κι έκτισε τρία μέγαρα σε σχέδια του στενού της φίλου, αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη (1802 -1862). Επειδή, όμως, πίστευε σε μια προφητεία ότι θα πέθαινε, όταν θα ολοκληρωνόταν η οικοδόμηση της κατοικίας της, άφησε και τα τρία κτίρια ημιτελή.
Το ένα από αυτά, κτισμένο στις όχθες του Ιλισού, ονομαζόταν «Βίλα Ιλίσια» και αποτελούσε τη χειμερινή της κατοικία. Κτίστηκε κατά τα έτη 1840- 1848 και σήμερα στεγάζει το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο (οδός Βασιλίσσης Σοφίας 22). Τα άλλα δύο βρίσκονται στην Πεντέλη και άρχιζαν να κτίζονται το 1840. Το ένα ονομάστηκε «Σπιτάκι» (Maisonnette) και το άλλο «Καστέλο της Ροδοδάφνης», στο οποίο μέχρι πρόσφατα γίνονταν οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Πεντέλης. Τον ίδιο χρόνο άρχισε η οικοδόμηση των κτιρίων «Πλακεντία» (Plaisance) και «Πυργάκι» (Tourelle) στο δρόμο που οδηγεί προς τη Μονή Πεντέλης (θέση Μυρτιές) , τα οποία προορίζονταν για ξενώνες. H «Πλακεντία» ολοκληρώθηκε το 1846, ενώ το «Πυργάκι» και το «Καστέλο», έμειναν ημιτελή.

Η Σοφί Μπαρμπέ ντε Μαρμπουά, που έμεινε στην ιστορία ως «Δούκισσα της Πλακεντίας», πέθανε στις 2 Μαΐου 1854 στην Αθήνα, σε ηλικία 69 ετών. Τάφηκε σε αρχαιοπρεπή τάφο σε σχήμα ναΐσκου από πεντελικό μάρμαρο, που χτίσθηκε σε σχέδια του Σταμάτη Κλεάνθη, κοντά στο «Σπιτάκι» της Πεντέλης.

















Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Έντουαρντ Κόντριγκτον 1770 – 1851





Άγγλος ναύαρχος, το όνομα του οποίου συνδέθηκε με μία από τις αποφασιστικότερες στιγμές της Ελληνικής Επανάστασης, τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου.
Ο Έντουαρντ Κόντριγκτον (Edward Codrigton) - Εδουάρδος Κόδριγκτων το εξελληνισμένο όνομά του- γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 27 Απριλίου 1770. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια γαιοκτημόνων. Σε ηλικία 13 χρονών κατατάχθηκε στο αγγλικό πολεμικό ναυτικό και γρήγορα ξεχώρισε για τις ικανότητές του. Στα 25 του ανέλαβε κυβερνήτης του πολεμικού Babet και στη συνέχεια της φρεγάτας Druid. Ως κυβερνήτης του πλοίου Ωρίων έλαβε μέρος στην περίφημη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ (21 Οκτωβρίου 1805) εναντίον του γαλλοϊσπανικού στόλου και αργότερα με τον βαθμό του υποναυάρχου στις επιχειρήσεις των Άγγλων εναντίον των ΗΠΑ (1812-1815).
Τον Δεκέμβριο του 1826 ως αντιναύαρχος ανέλαβε τη διοίκηση του αγγλικού στόλου της Μεσογείου και βρισκόταν στις ελληνικές θάλασσες, όταν η Αγγλία η Ρωσία και η Γαλλία αποφάσισαν να παρέμβουν για τη διακοπή των εχθροπραξιών στην Πελοπόννησο, σε εφαρμογή της Συνθήκης του Λονδίνου (24 Ιουνίου / 6 Ιουλίου 1827), η οποία προέβλεπε την ίδρυση ελληνικού κράτους υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Ο Κόδριγκτον με τους αρχηγούς του γαλλικού και του ρωσικού στόλου, Δεριγνί και Χέυδεν έλαβαν εντολή να επιβάλουν την απόφαση αυτή των τριών Μεγάλων Δυνάμεων. Την αρχηγία του ενωμένου στόλου ανέλαβε ως αρχαιότερος ο Κόδριγκτον.
Οι παρασπονδίες του Ιμπραήμ και απρόβλεπτα γεγονότα οδήγησαν στην αποφασιστική για την ανεξαρτησία της Ελλάδας Ναυμαχία του Ναβαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827), κατά την οποία καταστράφηκε ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος. Η νίκη του συμμαχικού στόλου προκάλεσε ανακούφιση και ενθουσιασμό στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ο Κόδριγκτον, όμως, κατηγορήθηκε και επιτιμήθηκε, επειδή είχε υπερβεί τις εντολές του Αγγλικού Ναυαρχείου. Ο Βρετανός πρωθυπουργός δούκας του Ουέλινγκτον χαρακτήρισε τη ναυμαχία «ατυχές και απαίσιο γεγονός», ενώ μερίδα πολιτικών υποστήριξε ότι ο Κόδριγκτον έπρεπε να παραπεμφθεί στο ναυτοδικείο για ανυπακοή, επειδή δεν είχε εντολή να δράσει. Εντούτοις, στον ίδιο δόθηκε η εντολή να πάει στην Αλεξάνδρεια για τις τελικές διαπραγματεύσεις με τον Μοχάμετ Άλι και πέτυχε συμφωνία για την αποχώρηση των στρατευμάτων του γιου Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο στις 6 Αυγούστου 1828.

Έχοντας περιπέσει σε δυσμένεια, ανακλήθηκε στην Αγγλία και ανέλαβε τη διοίκηση εκπαιδευτικών μονάδων. Το ίδιο διάστημα αναλώθηκε σε προσπάθειες υπεράσπισης του εαυτού του από τις εναντίον του κατηγορίες, οι οποίες περιέχονται στα «Απομνημονεύματά του», που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του το 1873. Το 1832 αναμίχθηκε στην πολιτική και εξελέγη βουλευτής στην περιφέρεια του Ντέβονπορτ. Μετά την άνοδο του Γουλιέλμου Δ' στον αγγλικό θρόνο έπαυσε η εναντίον του δυσμένεια και στις 10 Ιανουαρίου 1837 προήχθη σε ναύαρχο. Το 1839 παραιτήθηκε για να αναλάβει την αρχηγία του στόλου στο Πόρτσμουθ, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 1842.
Ο Κόδριγκτον από τον γάμο του με την Τζέιν Χολ είχε αποκτήσει τρεις γιους, οι οποίοι σταδιοδρόμησαν ο ένας στο στρατό και οι άλλοι δυο στο πολεμικό ναυτικό. Ο συνονόματος μικρότερος γιος του έχασε τη ζωή του στ' ανοιχτά της Ύδρας το 1821, όταν το μικρό ιστιοφόρο στο οποίο επέβαινε έπεσε σε καταιγίδα.
Ο σερ Έντουαρντ Κόντριγκτον πέθανε στο Λονδίνο στις 28 Απριλίου 1851, σε ηλικία 81 ετών.
Στο κέντρο της Αθήνας υπάρχει δρόμος αφιερωμένος στον Έντουαρντ Κόντριγκτον (Οδός Κοδριγκτώνος), όπως και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.











Τρίτη 25 Απριλίου 2017

Η καταστροφή του Τσερνόμπιλ





Ήταν ξημερώματα της 26ης Απριλίου 1986 όταν οι εργαζόμενοι στον πυρηνικό σταθμό «Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν», στο Τσέρνομπιλ της Ουκρανίας, άρχισαν τις προγραμματισμένες εργασίες για ένα πείραμα, που σκοπό είχε να ελέγξει τα συστήματα ασφαλείας, αλλά οδήγησε στο μεγαλύτερο πυρηνικό ατύχημα.
Στο πλαίσιο του πειράματος αυτού, οι τεχνικοί έκλεισαν τα αυτόματα συστήματα ρύθμισης της ισχύος της τέταρτης μονάδας του σταθμού, καθώς και τα συστήματα ασφαλείας, αφήνοντας ωστόσο τον αντιδραστήρα να λειτουργεί με το 7% της ισχύος του. Στη 1:23 το πρωί, η αλυσιδωτή αντίδραση στον τέταρτο αντιδραστήρα προκάλεσε διαδοχικές εκρήξεις, οι οποίες τίναξαν στον αέρα το ατσάλινο κάλυμμα του αντιδραστήρα, βάρους χιλίων τόνων. Τεράστιες ποσότητες ραδιενεργού υλικού σκορπίστηκε στον αέρα, μέσω του οποίου μεταφέρθηκε στις γύρω περιοχές με ταχείς ρυθμούς.
Στις 28 Απριλίου, σουηδικοί σταθμοί παρατήρησης άρχισαν να καταγράφουν υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας και απαίτησαν μια εξήγηση. Παρότι η σοβιετική κυβέρνηση αποπειράθηκε αρχικώς να συγκαλύψει το γεγονός, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι υπήρξε ένα «μικρό ατύχημα».
Επί δέκα ημέρες, τα φλεγόμενα πυρηνικά καύσιμα απελευθέρωναν στην ατμόσφαιρα εκατομμύρια ραδιενεργά στοιχεία, σε ποσότητα που αντιστοιχεί σε 200 βόμβες σαν αυτή της Χιροσίμας. Ραδιενεργός σκόνη απλώθηκε πάνω από την Ευρώπη και μέχρι το Βόρειο Πόλο. Χρειάστηκαν 7.000 τόνοι μετάλλου και 400.000 κυβικά μέτρα σιδηροπαγούς σκυροδέματος, προκειμένου να θαφτούν οι εκατοντάδες τόνοι πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών συντριμμιών μέσα σε μια σαρκοφάγο.
Επισήμως, 31 άνθρωποι πέθαναν λίγο μετά την έκρηξη. Όμως, από το 1986 έως σήμερα έχουν χάσει τη ζωή τους περισσότεροι από 25.000 στρατιώτες και πολίτες από την Ουκρανία, τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και άλλες Δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι εστάλησαν στις εργασίες αποκατάστασης του σταθμού. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, περίπου 8,4 εκατομμύρια άνθρωποι στις τρεις αυτές χώρες έχουν εκτεθεί στη ραδιενέργεια, από την οποία έχει μολυνθεί έκταση 150.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ίση με τη μισή έκταση της Ιταλίας. Τετρακόσιες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους, αλλά περίπου 6 εκατομμύρια εξακολουθούν να ζουν σε μολυσμένες ζώνες.
Οι ακριβείς λόγοι που οδήγησαν σ' αυτή την τραγωδία παραμένουν άγνωστοι. Διαφαίνεται, όμως, ότι σημαντικό ρόλο έπαιξε μία σειρά αλυσιδωτών παραγόντων, όπως τα ανεπαρκή συστήματα ασφαλείας και προστασίας του αντιδραστήρα, καθώς και οι λανθασμένοι χειρισμοί (ίσως και χωρίς σχετική εξουσιοδότηση) των ελλιπώς καταρτισμένων εργαζομένων.
Το μοιραίο εργοστάσιο του Τσερνομπίλ έκλεισε οριστικά το Δεκέμβριο του 2000, ύστερα από διεθνείς πιέσεις που δέχθηκε η κυβέρνηση της Ουκρανίας και υπό το φόβο νέων πιθανών εκρήξεων στους πεπαλαιωμένους αντιδραστήρες του.






















Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Γεώργιος Γεννηματάς 1939 – 1994






Έλληνας πολιτικός, ιδρυτικό μέλος και ηγετικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Υπήρξε  εμπνευστής του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ).
Ο Γεώργιος Γεννηματάς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 1939. Πατέρας του ήταν ο Μανιάτης Θεόδωρος Γεννηματάς, δικηγόρος και οικονομολόγος, που διετέλεσε γενικός διευθυντής της UNRRA (ανθρωπιστικής οργάνωσης του ΟΗΕ) στην Ελλάδα, σύμβουλος της Αμερικανικής Οικονομικής Αποστολής και αργότερα της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Ελλάδα. Αδελφός του πατέρα του ήταν ο αντιστράτηγος και αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, Ιωάννης Γεννηματάς. Από τη μητέρα του, Φωτεινή, ήταν δισεγγονός του μεγάλου ευεργέτη της Σύμης και της Δωδεκανήσου, Γεωργίου Νικήτα Πετρίδη.
Μαθήτευσε στο Α’ Γυμνάσιο της Πλάκας και στη συνέχεια σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όπου ανέπτυξε σημαντική φοιτητική συνδικαλιστική δράση, οργανώνοντας πολλές διαδηλώσεις για την Κύπρο. Υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό ως σημαιοφόρος. Στη διάρκεια της θητείας του (1962), ασθένησε σοβαρά και διαγνώσθηκε με τη νόσο του Άντισον (Addison), από την οποία έπασχε και ο πρόεδρος Τζον Κένεντι.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του και των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, ίδρυσε και διηύθυνε την εταιρεία μελετών και κατασκευών «Αρχιτεχνική ΕΠΕ». Επίσης, διετέλεσε στέλεχος της Αγροτικής Τράπεζας στη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων έως το 1981, οπότε και παραιτήθηκε, έπειτα από 17 χρόνια. Πολλές γεωργικές βιομηχανίες έχουν την υπογραφή του στις κατασκευαστικές μελέτες τους, όπως το εργοστάσιο της Νεστλέ στο Πλατύ Ημαθίας, η Ελαιουργική στον Ασπρόπυργο, κτίσματα της Ένωσης Πεζών στην Κρήτη και άλλα. Όταν επετράπη ο συνδικαλισμός από τη δικτατορία, συμμετείχε σε συνδικαλιστικές ενώσεις μηχανικών και από το 1974 ως το 1978 διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδας.
Έγινε μέλος του ΠΑΣΟΚ από τη σύστασή του και ήταν υποψήφιος Α’ Περιφέρειας Αθηνών στις βουλευτικές εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974. Από το 1975 ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και στη συνέχεια του Εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ. Ο Γεννηματάς διακρινόταν για τα οργανωτικά του προσόντα και η επιρροή του στον κομματικό μηχανισμό και στη Νεολαία ΠΑΣΟΚ ήταν μεγαλύτερη κάθε άλλου στελέχους.
Μετά τη διαγραφή των μελών της Δημοκρατικής Άμυνας, ο Γιώργος Γεννηματάς έγινε ένα από τα μέλη της λεγόμενης «Τρόικας» (Τσοχατζόπουλος - Γεννηματάς - Λαλιώτης) που εξέφραζε και εκπροσωπούσε τον πρόεδρο σε όλα τα κεντρικά και περιφερειακά όργανα, και σε όλα τα επίπεδα του κόμματος. Έκτοτε, η καριέρα του, όπως και των Άκη Τσοχατζόπουλου και Κώστα Λαλιώτη, ήταν μετεωρική.
Ο Γεώργιος Γεννηματάς με την κόρη του Φώφη
Από το 1981 εκλεγόταν βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, αρχικά Επικρατείας, κατόπιν βουλευτής Μεσσηνίας (με τη λίστα, 1985) και, στη συνέχεια, Α’ Περιφέρειας Αθηνών (πρώτος σε σταυρούς, από το 1989 διαρκώς). Διετέλεσε Υπουργός Εσωτερικών (21 Οκτωβρίου 1981 - 17 Ιανουαρίου 1984), Υπουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων (21 Σεπτεμβρίου 1984 - 5 Ιουνίου 1985), Υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (5 Ιουνίου 1985 - 5 Φεβρουαρίου 1987) και Υπουργός Εργασίας (23 Σεπτεμβρίου 1987 - 2 Ιουλίου 1989). Ήταν κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ από τον Απρίλιο του 1989.

Στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα ήταν Υπουργός Εθνικής Οικονομίας (23 Νοεμβρίου 1989 - 13 Φεβρουαρίου 1990). Στις εκλογές της 10ης Οκτωβρίου 1993 εξελέγη πρώτος στην περιφέρεια Α’ Αθηνών και ορκίστηκε ξανά Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (13 Οκτωβρίου 1993 - 25 Φεβρουαρίου 1994).
Επί της θητείας του στο Υπουργείο Εσωτερικών αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση, ενώ το ηλικιακό όριο του εκλέγειν κατέβηκε από τα 21 χρόνια στα 18. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Υπουργείο Υγείας επέφερε τομή στη δημόσια υγεία με την καθιέρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) με τον νόμο 1397/83.
Τον Ιανουάριο του 1992, με αφορμή ένα κρυολόγημα υποβλήθηκε σε εξετάσεις και λίγες ημέρες αργότερα ο ίδιος ανακοίνωσε στους δημοσιογράφους ότι πάσχει από καρκίνο, λέγοντας: «Υπάρχουν μερικές στιγμές που το συναίσθημα ξεχειλίζει, δεν είμαι από μάρμαρο. Είναι γνωστό ότι έχω καρκίνο, αλλά θα προσπαθήσω». Τον Απρίλιο του 1992 υποβλήθηκε σε εγχείρηση στη Νέα Υόρκη, το ίδιο διάστημα που η σύζυγός του υποβάλλονταν σε θεραπευτική αγωγή για την ίδια ασθένεια.
Ο Γιώργος Γεννηματάς πέθανε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 1994. Η σύζυγός του Κάκια Βέργου είχε φύγει από τη ζωή έξι μήνες νωρίτερα. Μαζί από τα εφηβικά τους χρόνια απέκτησαν δύο κόρες, τη Φώφη, νυν πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, και τη Μαίρη. Για να τιμηθεί το έργο του Γιώργου Γεννηματά στον τομέα της δημόσιας υγείας, πολλά νοσηλευτικά ιδρύματα στην Ελλάδα φέρουν το όνομά του.