Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

Σάκης Μπουλάς 1954 – 2014




Πολυτάλαντος καλλιτέχνης (ηθοποιός, τραγουδιστής, στιχουργός τηλεπαρουσιαστής), ιδιαίτερα αγαπητός στο μεγάλο κοινό από τις εμφανίσεις του στη μικρή οθόνη.
Ο Σάκης (Αθανάσιος) Μπουλάς γεννήθηκε στο Κιλκίς στις 11 Μαρτίου 1954, αλλά πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στον Πειραιά, απ’ όπου καταγόταν η οικογένειά του. Πνεύμα ανήσυχο από τα μικράτα του, επέλεξε τον καλλιτεχνικό δρόμο, αντί τη δικηγορία, όπως ήταν ο διακαής πόθος της οικογένειάς του.
Ξεκίνησε την καλλιτεχνική του διαδρομή τη δεκαετία του ‘70 από τα εναλλακτικά μουσικά στέκια. Μαζί με τους Γιάννη Ζουγανέλη, Νικόλα Άσιμο, Θάνο Αδριανό και Περικλή Χαρβά, δημιούργησαν το πρώτο μουσικό καφενείο στην Ελλάδα με το όνομα «Σούσουρο», χρησιμοποιώντας τη φόρμα του γερμανικού πολιτικού καμπαρέ, όπου για πρώτη φορά συνδυάστηκε μουσική με θέατρο και διάφορα δρώμενα. Συνέχισε στο «Αχ Μαρία» στα Εξάρχεια, τη θρυλική σκηνή όπου για δέκα χρόνια (1980-1990) λειτούργησε μια τρελή και ανατρεπτική παρέα με τον ίδιο, τον Γιάννη Ζουγανέλη, την Ισιδώρα Σιδέρη, τον Λάκη Παπαδόπουλο, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τη Σοφία Βόσσου.
Το 1976 είχε την πρώτη του επαφή με τον κινηματογράφο, ως αφηγητής στο ιστορικό ντοκιμαντέρ του Συμεών Καπετανάκη «Αρκάδι 1866» κι ένα χρόνο αργότερα πρωτοεμφανίστηκε στην τηλεόραση, στην κωμική σειρά της ΕΡΤ «Μια υπέροχη γλωσσού», σε σκηνοθεσία Μήτσου Λυγίζου και σενάριο Δημήτρη Ψαθά. Άτομο με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, ο Σάκης Μπουλάς διακρίθηκε κυρίως σε κωμικούς ρόλους ως ηθοποιός. Στο θέατρο δεν πρόλαβε να παίξει, γιατί, όπως έλεγε χαριτολογώντας, «θα το κάνω όταν μεγαλώσω»!
Στον κινηματογράφο έπαιξε σε ταινίες όπως: «Ο Δράκουλας των Εξαρχείων» (1983), «Ντελίριο» (1983), «Η Αγάπη είναι ελέφαντας» (2000), «Λουκουμάδες με Μέλι» (2004) και «Ηθικόν Ακμαιότατον» (2005). Στην τηλεόραση αγαπήθηκε ιδιαίτερα από το μεγάλο κοινό για τις ερμηνείες του σε τηλεοπτικές σειρές, όπως: «Κουφώματα» (ΕΡΤ, 1988), «Δέκα λεπτά κήρυγμα» (Mega, 2000), «Σαββατογεννημένες» (Mega, 2003) και «Πενήντα - Πενήντα» (Mega, 2005).  Διακρίθηκε, επίσης, στην παρουσίαση τηλεπαιγνιδιών στη χρυσή εποχή τους, τη δεκαετία του ‘90 («Κάνε ό,τι Κάνω», «Πάρτα Όλα»).
O Σάκης Μπουλάς ασχολήθηκε με επιτυχία και με το τραγούδι. Η προσωπική του δισκογραφία περιλαμβάνει πέντε δίσκους: «Μπουλάς - Ελλάς» με τις μεγάλες επιτυχίες «Μπανάκι Μανάκι» και «Το Φλασάκι» (1986), «Ας πρόσεχες (1987), «Ζαμανφού», (1992), «Έκθεση ιδεών» με τον Γιάννη Ζουγανέλη (2000), ενώ συνεργάστηκε με συνθέτες, όπως ο Μιχάλης Γρηγορίου «Ανεπίδοτα γράμματα», ο Θάνος Μικρούτσικος («Καντάτα για τη Μακρόνησο»), ο Μίμης Πλέσσας («Λουκιανού διάλογοι») και ο Διονύσης Σαββόπουλος «Αχαρνής».
Λάτρης του «ωραίου φύλου», δήλωνε κατ’ επανάληψη ότι δεν έκανε για σύζυγος, καθώς θεωρούσε τον εαυτό του «γεννημένο εργένη». Αν και ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας δύο φορές, οι γάμοι του κατέληξαν σε διαζύγια.
Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με τον καρκίνο, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Μέχρι και λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του εμφανιζόταν στην «Ακτή Πειραιώς», συμμετέχοντας στη μουσική παράσταση «ΓκαΓκαΝτίν: Οι γενναίοι της νύχτας», πλάι στους Διονύση Σαββόπουλο, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και Γιάννη Ζουγανέλη. Διέκοψε τις εμφανίσεις του, όταν η υγεία του επιδεινώθηκε. Εισήχθη στο νοσοκομείο «Υγεία», όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 21 Φεβρουαρίου 2014.

























Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

Βασίλης Λογοθετίδης 1898 – 1960





Δημοφιλής ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου. Ερμήνευσε εκατοντάδες ρόλους του διεθνούς και ελληνικού ρεπερτορίου.
Ο Βασίλης Λογοθετίδης γεννήθηκε το 1898 στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης και έζησε τα νεανικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Αποφοίτησε από το Ζωγράφειο Γυμνάσιο το 1915 και τον επόμενο χρόνο εμφανίσθηκε ως ερασιτέχνης ηθοποιός, προκαλώντας μεγάλη εντύπωση στο ομογενειακό κοινό της Πόλης.
Το 1918 ήρθε οικογενειακώς στην Αθήνα και το 1919 άρχισε την επαγγελματική του καριέρα δίπλα στη Μαρίκα Κοτοπούλη, με τον θίασο της οποίας συνεργάστηκε έως το 1946, οπότε δημιούργησε δικό του θεατρικό σχήμα. Έπαιξε εκατοντάδες ρόλους του κλασσικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, κωμικούς και δραματικούς («Όπως αγαπάτε» του Σαίξπηρ, «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, «Κνοκ» του Ζιλ Ρομέν, «Βολπόνε» του Μπεν Τζόνσον, «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» του Κέσερλινγκ).
Από το 1946, όταν σχημάτισε τον προσωπικό του θίασο, υπηρέτησε τη νεοελληνική κωμωδία και φάρσα. Σημαντικές επιτυχίες του υπήρξαν τα έργα: «Ένας βλάκας και μισός», «Προς θεού μεταξύ μας» και «Φαταούλας» του Δημήτρη Ψαθά, «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Δεσποινίς ετών 39», «Ένας ήρωας με παντούφλες», «Οι δικοί μας άνθρωποι», «Ένα βότσαλο στην λίμνη» των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου και η «Γυνή να φοβήται τον Άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα.
Ως κωμικός, ο Λογοθετίδης έπλασε τον θεατρικό χαρακτήρα του έλληνα αυτοδημιούργητου μικροαστού, σε μια εποχή, όπως η μεταπολεμική, ραγδαίας και βίαιης αστικοποίησης του νεοέλληνα αγρότη. Αντιφατικός, συναισθηματικός, μικροτύραννος, άπληστος, αφοπλιστικός, μικροαπατεώνας και ταυτόχρονα καταφερτζής και γενναιόδωρος.
Οι περισσότερες από τις θεατρικές επιτυχίες του μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη κι έτσι διασώθηκε το απόλυτα προσωπικό υποκριτικό του ύφος. Κορυφαία του στιγμή θεωρείται ο ρόλος του στο κωμικό δράμα του Γιώργου Τζαβέλα «Η Κάλπικη Λίρα» (1955), που διακρίθηκε διεθνώς και είναι μία από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.
Τα σοβαρά προβλήματα υγείας δεν του επέτρεψαν να πρωταγωνιστήσει στην κωμωδία «Ο Ηλίας του 16ου», ρόλο τον οποίο πήρε τελικά ο Κώστας Χατζηχρήστος.
Ο Βασίλης Λογοθετίδης πέθανε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 1960, σε ηλικία 62 ετών.




















Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Ενθύμιο ενός βομβαρδισμού των συμμάχων το 1943 η βόμβα στο Κορδελιό




Η βόμβα που «περίμενε» 74 σχεδόν χρόνια στα έγκατα της δυτικής Θεσσαλονίκης για να εξουδετερωθεί με την γιγαντιαία σημερινή επιχείρηση , δεν είναι ιστορικό «ενθύμιο» των Γερμανών κατακτητών, αλλά των Εγγλέζων συμμάχων «φίλων» μας.
Ένα φρικαλέο λάθος που έκαναν το βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου 1943 τα εγγλέζικα -συμμαχικά αεροπλάνα είχε ως επίπτωση περί τους 500 νεκρούς, και μια σειρά από ογκώδεις βομβιστικούς μηχανισμούς που «διασώζονται» μέχρι σήμερα.
Από το 1943 άρχισαν τα εγγλέζικα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τις γερμανικές εγκαταστάσεις στο λιμάνι και στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης
«Δεκέμβρης του 43 ήταν, βράδυ Κυριακής, όταν τα συμμαχικά αεροπλάνα έκαναν ένα φρικαλέο λάθος. Στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Βάρνας, της Νεάπολης και του Τόπαλτι (σημερινό Ροδοχώρι) υπήρχαν πολλές παράγκες με σκεπές από λαμαρίνες. Γυάλιζαν οι λαμαρίνες τη νύχτα και τις ανταύγειες από τις σκεπές τις εξέλαβαν οι Εγγλέζοι πιλότοι των βομβαρδιστικών για θάλασσα για το λιμάνι και τις επιταγμένες από τους Γερμανούς αποθήκες κι άρχισε ένας ανελέητος βομβαρδισμός » λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο λογοτέχνης Περικλής Σφυρίδης ,83 ετών σήμερα - μόλις 10 το βράδυ εκείνο.
Από το κεφάλαιο του μυθοστορήματος του Περικλή Σφυρίδη «Ψυχή μπλε και κόκκινη» , που αναφέρεται στον βομβαρδισμό αυτόν, διαβάζουμε πως όταν άρχισαν να φωνάζουν οι σειρήνες, η οικογένεια Σφυρίδη δεν ανησύχησε, διότι, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, αυτό γινόταν συχνά. Θεωρούσαν τους Εγγλέζους δικούς τους ανθρώπους, συμμάχους, που ήξεραν πού χτυπούσαν. Γράφει: «Θα τους αλλάξουνε τα φώτα», είπε ο πατέρας, «θα ρημάξουν τα τρένα και το λιμάνι», κι είχε η φωνή του μια δόση χαράς ή θριάμβου.
Μόλις όμως άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες δίπλα τους, όλα τα μέλη της οικογένειας, αλλόφρονα, έτρεξαν να φύγουν από το σπίτι, να προφυλαχτούν όπου μπορούσαν. Ο πατέρας του Σφυρίδη πήρε τη σύζυγό του και τον μικρό Περικλή και έτρεξαν σε παρακείμενο εγκαταλειμμένο παλαιό καταφύγιο. Γράφει: « Αυτό το πανδαιμόνιο θα κράτησε κάνα εικοσάλεπτο, όταν ένα αεροπλάνο, σφυρίζοντας πάνω από τα κεφάλια μας, έριξε μια υπέρλαμπρη φωτοβολίδα που έκανε τη νύχτα μέρα, κι αμέσως, ως δια μαγείας, σταμάτησε ο βομβαρδισμός κι απομακρύνθηκαν τα συμμαχικά αεροπλάνα αφήνοντας πίσω τους κόλαση». Εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι η φωτοβολίδα βοήθησε τους πιλότους να αντιληφθούν το λάθος τους και να συνεχίσουν τον βομβαρδισμό στο λιμάνι, που βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόλης.
«Το πρωί ξυπνήσαμε νωρίς από τα κλάματα, το θρήνο μιας ολόκληρης γειτονιάς. “Ευτυχώς που οι Πόντιοι έλειπαν”, είπε ο πατέρας και αναφερόταν στους γείτονές μας, όπου το καταφύγιο στην αυλή και η βόμβα που έσκασε σύρριζα στο σπίτι τους και μας γέμισε λάσπη και σουβάδες. “Είχαν γάμο κι ύστερα τραπέζι σε ταβέρνα στις Συκιές”, τον πληροφόρησε η μάνα, αλλά σε λίγο ακούστηκαν σπαραχτικές φωνές από τα απέναντι σπίτια των Ποντίων, γιατί μια οβίδα έσκασε πάνω στη συγκεκριμένη ταβέρνα όπου γλεντούσαν κι έπεσε η πλάκα, η οροφή, και σκότωσε πολλούς, τους περισσότερους από τους θαμώνες, μαζί με τη νύφη και το γαμπρό. Ανάμεσα στα θύματα ήταν κι η Σεβαστή με την αδελφή της Ανθούλα, δυο ψηλές και γεμάτες κοπέλες, που όταν ήμουν μικρός, αλλά και αργότερα, με έπαιρναν συχνά αγκαλιά στα αφράτα τους μπράτσα. Είχε σωθεί μόνο ο αδελφός τους ο Αντρέας, που μαζί με άλλους προσπαθούσαν όλη νύχτα, με κασμάδες και φτυάρια, να ξεθάψουν τους πλακωμένους. Όταν έφεραν τα κορίτσια στο σπίτι πάνω σ' ένα κάρο, ο Αντρέας δεν ξεκολλούσε από πάνω τους, έκλαιγε, χτυπιόταν και καταριόταν τους Εγγλέζους, αυτός που μισούσε τους Γερμανούς και ξέραμε ότι ήταν οργανωμένος και τους πολεμούσε. Οι γονείς τους γέρασαν ξαφνικά μεμιάς, δυο χούφταλα που μαράθηκαν πάνω σε δυο σκαμνιά, δίπλα στα φέρετρα που εν τω μεταξύ κάποιοι είχαν φέρει, και έκρυβαν το πρόσωπό τους με τα χέρια κι άλλοτε τραβούσαν τα μαλλιά τους. Οι δικοί μου όλοι είχαν αμέσως τρέξει στο σπίτι της Σεβαστής και της Ανθούλας για να συμπαρασταθούν στους επιζήσαντες. Έτσι βρήκα εγώ την ευκαιρία να βγω έξω για να δω τι είχε γίνει, τη συμφορά με τα δικά μου μάτια. Θυμάμαι ότι ήταν ένα πρωινό με ήλιο, έναν ήλιο που δάγκωνε, αφού το κρύο ήταν τσουχτερό και υπήρχαν λίγα χιόνια στις παρυφές του δρόμου. Τράβηξα προς τις Συκιές για να βρω την ταβέρνα που έγινε ομαδικός τάφος. Στην άκρη του δρόμου υπήρχαν κάποια πτώματα, οι νεκροί που δεν τους είχαν ακόμη αναγνωρίσει ή μαζέψει οι δικοί τους. Μα πιο πολλά, ανατριχιάζω ακόμα και τώρα που το γράφω, ήταν τα σκόρπια μέλη, χέρια και πόδια, αφού οι συγγενείς τους σήκωσαν τα πτώματα, αλλά ήταν νύχτα ή χρόνος χαμένος για να ψάξουν για τα μέλη που έλειπαν. Τη μνήμη μου καίει ακόμα ένα ποδαράκι που φορούσε ένα καινούργιο παιδικό παπούτσι. Παρότι ήμουν συνηθισμένος από νεκρούς, όπως άλλωστε κι όλα τα παιδιά της Κατοχής, που είχαμε δει αρκετούς σκοτωμένους ή πεθαμένους από πείνα, αυτή η μαζική δολοφονία - τι τραγικό, από λάθος!» (Περικλή Σφυρίδη «Ψυχή μπλέ και κόκκινη» σελ. 93-94, «Βιβλιοπωλείον της Εστίας»).
«Οι νεκροί θάφτηκαν άρον-άρον...Λίγες μέρες μετά τελέστηκε μνημόσυνο τους στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Παρέστη μάλιστα και ο Γερμανός διοικητής της πόλης που συλλυπείται -σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής τους οικείους των νεκρών και μιλά για “αχρείους δολοφόνους”. Τόσο θράσος» συνεχίσει στη διήγηση του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Περικλής Σφυρίδης.
Αναφορές στον «κατά λάθος» βομβαρδισμό της περιοχής κάνει στο μυθιστόρημα «Μεγάλη Πλατεία» και ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης Νίκος Μπακόλας.
Ο επίσης Θεσσαλονικιός πεζογράφος Γιώργος Ιωάνννου γράφει: «Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 1943. Ο καιρός είναι καλός. Έφαγα μπιζέλια νερόβραστα. Χθες το βράδυ ενώ η ωχρά σελήνη εφώτιζε τα πάντα και ήταν πραγματικώς μαγευτική η βραδιά αντήχησαν αι τρομεραί σειρήναι. Εγώ δεν εσηκώθηκα ποσώς. Σχεδόν μαζί με τας σειρήνας ήρχισαν να πίπτουν βροχηδόν αντιαεροπορικά παντός διαμετρήματος, ως και πολυβόλα, διότι τα αεροπλάνα ήταν πολύ χαμηλά. Αλλά μετ' ολίγον έλαμψε ο τόπος και τρομεροί κρότοι σαν εκρήξεις βομβών ηκούοντο επί ένα τέταρτον. Εμείς και όλος ο κόσμος βέβαια ετρομοκρατήθημεν. Τα παράθυρα έτριζον απειλητικώς, αι θύραι ήνοιγον μόναι των και ολόκληρον το οικοδόμημα εσείετο εκ θεμελίων . Περί ώραν 11-12 ηκούσθησαν και πάλιν αι σειρήναι, τίποτα όμως περισσότερο. Την πρωίαν έμαθα ότι βομβάρδισαν την Νεάπολη, Συκιές, Βάρνα. 'Απαντες συνοικισμοί. Περί τους πεντακοσίους ανέρχονται οι νεκροί. Το απόγευμα επεσκέφθην την πληγείσαν περιοχήν της Βάρνας. Οι φονιάδες γκρέμισαν τις παράγκες και σκότωσαν τον κόσμο στα κρεβάτια τους. Σχεδόν τα θύματα τα είχαν μαζέψει. Εγώ είδα δύο νεκρούς σκεπασμένους με ένα σεντόνι. Τα ερείπια μαρτυρούν περί της αναισχύντου ατιμίας που διεπράχθη από τους «φίλους» μας!» (Γ. Ιωάννου, «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» - «Κατοχικό ημερολόγιο»).
Πάντως, μια ακόμη βόμβα της εποχής του Β Παγκοσμίου Πολέμου (αγγλικής κατασκευής και βάρους 200 κιλών) είχε αποκαλυφθεί και εξουδετερωθεί στις 19 Μαρτίου 1997, στα θεμέλια οικοδομής υπό ανέγερση στην περιοχή του Κορδελιού.
























Τσικνοπέμπτη - Έθιμα σε όλη την Ελλάδα






Τσικνοπέμπτη
Αν και οι Έλληνες το θεωρούμε καθαρά δικό μας έθιμο, το «τσίκνισμα» της Τσικνοπέμπτης, δηλαδή η συνήθειά μας να ενδίδουμε σε κρεατοφαγικές «ατασθαλίες», δεν είναι αποκλειστικά ελληνική υπόθεση. Πόσοι για παράδειγμα γνωρίζετε ότι παραλλαγή του εθίμου συναντούμε και στη Γαλλία και στη Γερμανία;

Οι Γερμανοί λοιπόν γιορτάζουν αντίστοιχα την Weiberfastnacht, οι Γάλλοι τη Mardi Gras (Fat Tuesday), οι Ιταλοί έχουν την Giovedi Grasso τους, ενώ στην Ισπανία η αντίστοιχη ημέρα με τη δική μας Τσικνοπέμπτη, είναι η Jueves Lardero. Η παράδοση συνεχίζεται φυσικά και σε άλλα κράτη με χριστιανικούς πληθυσμούς, όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία.

Ας επιστρέψουμε όμως στη δική μας Τσικνοπέμπτη, που είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου. Οι τρεις εβδομάδες των Αποκριών είναι η Προφωνή, η Κρεατινή και η Τυροφάγος. Κατά την Κρεατινή εβδομάδα, και αναμένοντας τη νηστεία της Σαρακοστής, η ορθόδοξη παράδοση, σεβόμενη τις νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής, τοποθέτησε ανάμεσά τους, την Πέμπτη δηλαδή, μια ημέρα εκτόνωσης με «τσίκνισμα» και κραιπάλη.

Γιατί λέγεται Τσικνοπέμπτη ή…Τσικνοπέφτη; Γιατί αυτήν την Πέμπτη, σύμφωνα με την παράδοση, σε πολλά μέρη της Ελλάδας, έλιωναν το λίπος από τα χοιρινά, ενώ παρέες συγκεντρώνονταν στα σπίτια για να ψήσουν κρέας, να το τσικνίσουν δηλαδή. Η διάχυτη μυρωδιά της τσίκνας σε όσα σπίτια είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν κρέας, οδήγησε στο να ονομαστεί Τσικνο-Πέμπτη.

Η προέλευση του εθίμου μάλλον ανάγεται στις βακχικές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων αλλά και των Ρωμαίων, που επιβίωσαν με παραλλαγές μέχρι και τα χριστιανικά χρόνια. Η πολυφαγία και πολυπιοτία, χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης ημέρας, θυμίζουν πρακτικές που σχετίζονται με την ευφορία της γης και που, όταν συνδυάζονται με την χριστιανική παράδοση, σημαίνουν την προετοιμασία για τη σαρανταήμερη νηστεία (Σαρακοστή) πριν το Πάσχα.

Εκτός από την κρεοφαγία τη συγκεκριμένη ημέρα σε πολλά μέρη της Ελλάδας συνηθίζεται να προσφέρεται ως γλυκό το γαλακτομπούρεκο και η γλυκιά κολοκυθόπιτα (κουγκουλούαρι τη λένε οι Αρβανίτες) αλλά και ο μπακλαβάς στη βόρεια Ελλάδα.

Κάθε τόπος φυσικά, ανέπτυξε τα δικά του ιδιαίτερα έθιμα.

Στη Θήβα, την Τσικνοπέμπτη ξεκινά ο «βλάχικος» γάμος, που περιλαμβάνει το προξενιό, συνεχίζεται με τον γάμο και ολοκληρώνεται με το γλέντι και την «επίδοση» των προικιών της νύφης, την Καθαρή Δευτέρα.

Οι Πατρινιοί, στήνουν ψησταριές ακόμη και στα πεζοδρόμια, έξω από τα μαγαζιά τους, και αναβιώνουν το δρώμενο του γάμου «Της Γιαννούλας της Κουλουρούς». Η Γιαννούλα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, που έζησε πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και πουλούσε κουλούρια για να ζήσει. Αγράμματη καθώς ήταν, πίστευε τους συμπολίτες της που της έταζαν να την παντρέψουν με τον Πρόεδρο της Αμερικής Ουίλσον (Ιούλσο, όπως τον πρόφερε η ίδια)! Έτσι στηνόταν μια ολόκληρη φάρσα, ο υποτιθέμενος Ουίλσον, ο γαμπρός, ερχόταν με πλοίο στο λιμάνι, ντυμένος με φράκο και η Γιαννούλα περίμενε τον γαμπρό, ενώ ο κόσμος γύρω διασκέδαζε με την ψυχή του…

Στην Κομοτηνή, τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια ανταλλάσσουν πεσκέσια, βρώσιμα είδη συνήθως, την Τσικνοπέμπτη καψαλίζουν και στέλνουν στα ταίρια τους μια κότα, που θα φαγωθεί την Κυριακή της Αποκριάς.

Στις Σέρρες ανάβουν αυτή τη μέρα φωτιές γύρω από τις οποίες γίνονται τα προξενιά, καθώς ανακατεύονται τα…κάρβουνα!

Τα έθιμα της Τσικνοπέμπτης δεν έχουν τέλος! Από τόπο σε τόπο, από χωριό σε χωριό, βρίσκουμε συνήθειες που οι καταβολές τους χάνονται στα βάθη του χρόνου, όμως κάποια βαθιά – γονιδιακή ή ιστορική μόνο; – ανάγκη επιβάλλει τη διαιώνισή τους.
Καλό τσίκνισμα!






















Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Ημέρα των Ερωτευμένων (Αγίου Βαλεντίνου)







Η ταύτιση του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Βαλεντίνου με την Ημέρα των Ερωτευμένων ξεκίνησε από την Αγγλία του ύστερου Μεσαίωνα, έχοντας παγανιστικές και χριστιανικές αναφορές.
Στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, από τις 13 έως τις 15 Φεβρουαρίου, γιόρταζαν τα Λουπερκάλια προς τιμή του θεού Φαύνου (του Πάνα των Ελλήνων). Οι Ρωμαίοι θυσίαζαν κατσίκια και σκυλιά, ενώ νεαρά αγόρια χτυπούσαν με λωρίδες από δέρμα κατσίκας τις νεαρές κοπέλες για να τους μεταδώσουν τη γονιμότητα. Μία ανάλογη γιορτή υπήρχε και στην Αρχαία Αθήνα τον μήνα Γαμηλιώνα (αντιστοιχούσε στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου και το πρώτο του Φεβρουαρίου), τα Θεογάμια, προς τιμή του Δία και της Ήρας.
Η γιορτή καταργήθηκε από την Εκκλησία τον 5ο αιώνα μ.Χ., ως ειδωλολατρική. Στη θέση της (14 Φεβρουαρίου) μπήκε ο εορτασμός της μνήμης του Αγίου Βαλεντίνου, μάρτυρα της χριστιανικής πίστης από τη Ρώμη, με απόφαση του Πάπα Γελάσιου. Ο Βαλεντίνος, σύμφωνα με τον θρύλο, υπήρξε ιερωμένος του 3ου αιώνα, ο οποίος σε πείσμα των αυτοκρατορικών διαταγών δεχόταν να παντρέψει νεαρούς στην ηλικία ερωτευμένους, γλιτώνοντας με αυτό τον τρόπο τους άρρενες από τη στρατιωτική θητεία. Με άλλα λόγια, επρόκειτο για πραγματικό προστάτη των ερωτευμένων και των αντιρρησιών συνείδησης, θα λέγαμε σήμερα! Ένας άλλος θρύλος λέει ότι όσο καιρό ο Βαλεντίνος ήταν μέσα στη φυλακή, αρνούμενος να αποκηρύξει την πίστη του, ερωτεύτηκε την τυφλή κόρη του δεσμοφύλακά του, στην οποία μάλιστα έστειλε κι ένα γράμμα με την υπογραφή: Με αγάπη από τον Βαλεντίνο σου.
Ο Άγιος Βαλεντίνος
Τη νοηματοδότηση που έχει σήμερα η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου την απέκτησε στα χρόνια του ύστερου Μεσαίωνα, γύρω στον 14ο αιώνα. Την πρώτη γραπτή αναφορά την έχουμε το 1382 στο ποίημα Το Κοινοβούλιο των Πτηνών (Parlement of Foules) του πατέρα της αγγλικής λογοτεχνίας Τζέφρι Τσόσερ. Το ποίημα των 699 στίχων είναι ένα ενύπνιο εμπνευσμένο από την παράδοση, κατά την οποία κάθε χρόνο την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου τα πουλιά συγκεντρώνονται μπροστά στη θεά της φύσης για να διαλέξουν ερωτικούς συντρόφους («...for this was Saint Valentine's Day, when every bird cometh there to choose his mate...»).
Στις αρχές του 17ου αιώνα η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου ως Γιορτή των Ερωτευμένων θα πρέπει να ήταν αρκετά γνωστή στην Αγγλία, αν λάβουμε υπόψη μας τη σχετική αναφορά στον Άμλετ του Σέξπιρ (Τραγούδι της Οφέλιας από την 4η πράξη, Μετάφραση Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, 1916):
Καλό πρωί! Είναι σύσκοτο. Τον Άγιο Βαλεντίνο
γιορτάζω κι ήρθα κόρη εδώ
στο παραθύρι σου να ιδώ
ταίρι με σε αν θα γίνω.
Σηκώθη ο νιος και ντύνεται κι ευτύς την πόρτα ανοίγει
και μπαίνει μέσα η κορασιά,
που κορασιά δε θά 'ναι πλιά,
όταν απόκει φύγει.
Το 1840 ήταν κοινός τόπος η ανταλλαγή, μεταξύ των ερωτευμένων, μικρών χειρόγραφων σημειωμάτων με ευχές (valentines). Το ίδιο χρονικό διάστημα η γιορτή διαδόθηκε και στην Αμερική, όπου η ανταλλαγή ευχετήριων καρτών βοηθήθηκε από τη βιομηχανοποίηση και τα φθηνά ταχυδρομικά τέλη. Με την πάροδο του χρόνου το επιχειρηματικό δαιμόνιο και η πολιτιστική επιβολή των αγγλοσαξόνων έδωσαν στη γιορτή τον οικουμενικό χαρακτήρα που γνωρίζουμε σήμερα.
Τα τελευταία χρόνια η εμπορευματοποίηση της γιορτής έχει φθάσει στο κατακόρυφο. Μετά τις κάρτες, τις ηλεκτρονικές κάρτες μέσω Ίντερνετ (e-cards), τα λουλούδια και τα σοκολατάκια, σειρά έχει η βιομηχανία των κοσμημάτων να οικειοποιηθεί την ημέρα των ερωτευμένων. Ο τζίρος του Αγίου Βαλεντίνου μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπέρασε το 2010 τα 15 δισεκατομμύρια δολάρια, το ισόποσο του ΑΕΠ της Μποτσουάνα.
Η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου προκαλεί αντιδράσεις στον μη Χριστιανικό κόσμο. Στην Ινδία οι φανατικοί ινδουιστές και μουσουλμάνοι αντιτίθεται στη γιορτή. Τη θεωρούν πολιτιστικό μίασμα και προϊόν της παγκοσμιοποίησης. Στο Πακιστάν, το τοπικό ισλαμικό κόμμα ζητά την κατάργησή της, καθώς, όπως υποστηρίζει, αντιβαίνει τον Ισλαμικό Πολιτισμό. Την ίδια άποψη έχουν και οι συντηρητικοί κύκλοι του θεοκρατικού Ιράν.

Η ελληνική εκδοχή της Γιορτής των Ερωτευμένων

Ο Άγιος Υάκινθος
Ο Άγιος Βαλεντίνος δεν μνημονεύεται πουθενά στο ορθόδοξο εορτολόγιο και, όπως ήταν φυσικό, η ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν τον παραδέχτηκε. «Ο άγιος αυτός είναι για μας ανύπαρκτος. Είναι μια μυθοπλασία δυτικής προέλευσης», δηλώνουν άνθρωποι της Εκκλησίας. Με τη σειρά της και η Καθολική Εκκλησία στην αναθεώρηση του γενικού εορτολογίου της το 1969 υποβίβασε την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου σε τοπική εορτή, επειδή δεν γνώριζε σχεδόν τίποτα για τον βίο του, παρά μόνο ότι ετάφη στη Βία Φλαμίνια της Ρώμης στις 14 Φεβρουαρίου.
Όταν, όμως, ο ξενόφερτος άγιος άρχισε να μπαίνει για τα καλά και στη ζωή των Ελλήνων και η ημέρα αυτή να καθιερώνεται και στη χώρα μας ως η ημέρα των ερωτευμένων στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 με πρωτοβουλία των ανθοπωλών, εκπρόσωποι της Εκκλησίας πρότειναν οι Έλληνες ερωτευμένοι να τιμούν και να γιορτάζουν αγίους που υπάρχουν στο ορθόδοξο εορτολόγιο.
Το 1994, ο τότε εκπρόσωπος Τύπου της Ιεράς Συνόδου, Γιάννης Χατζηφώτης, πρότεινε να καθιερωθεί ως ημέρα των ερωτευμένων η γιορτή του Αγίου Υακίνθου, που τιμάται στις 3 Ιουλίου. Ο Υάκινθος καταγόταν από την Καισάρεια της Καπαδοκίας και υπηρετούσε ως κουβικουλάριος (θαλαμηπόλος) του ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού. Άνθρωπος εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα, ο Υάκινθος προσηλυτίσθηκε στον Χριστιανισμό, προκαλώντας την οργή του Τραϊανού, που όταν το έμαθε διέταξε να τον φυλακίσουν χωρίς να του δίνουν καθόλου φαγητό, εκτός κι αν ήθελε να φάει ειδωλόθυτα. Σαράντα μέρες πέρασε έτσι ο Υάκινθος, χωρίς να αγγίξει τα ειδωλόθυτα. Την 41η, όμως, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο, σε ηλικία 20 ετών.
Στην καθιέρωση της 3ης Ιουλίου ως ημέρα του έρωτα και της ποίησης πρωτοστάτησε ο γνωστός τραγουδοποιός από τα Ανώγεια της Κρήτης, Λουδοβίκος των Ανωγείων, που μαζί με ανθρώπους του πνεύματος και των γραμμάτων προχώρησαν στην ανέγερση ενός ναού σε μια πανέμορφη τοποθεσία, σε υψόμετρο 1.200 μέτρων στον Ψηλορείτη. Μπροστά από το εκκλησάκι αυτό, που είναι το μοναδικό στην Ελλάδα αφιερωμένο στον Άγιο, κάθε καλοκαίρι πραγματοποιούνται εκδηλώσεις με την επωνυμία Υακίνθεια.
Το 2000 ο μακαριστός Aρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, στην προσπάθειά του να φέρει πιο κοντά τη νεολαία στην Εκκλησία, πρότεινε να εορτάζεται η γιορτή των ερωτευμένων στις 13 Φεβρουαρίου, ημέρα που η Ορθοδοξία τιμά τη μνήμη των Αποστόλων Ακύλα και Πρίσκιλλας, ενός ενάρετου ζευγαριού Ιουδαίων σκηνοποιών, που ζούσε στην Κόρινθο και ασπάστηκε τον Χριστιανισμό.
Υπάρχει και μια τρίτη πρόταση, μάλλον από αρχαιόπληκτους, να εορτάζονται ως προστάτες των ερωτευμένων στις 14 Φεβρουαρίου ο πολυμήχανος Οδυσσέας και η πιστή του Πηνελόπη. 


















Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Η Συμφωνία της Βάρκιζας




Η υπογραφή της Συμφωνίας

Η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 στην παραθαλάσσια τοποθεσία της Αττικής μεταξύ Κυβέρνησης και ΕΑΜ και επιχείρησε να τερματίσει θεσμικά τις πολιτικές και πολεμικές συγκρούσεις, που έμειναν στην ιστορία ως «Δεκεμβριανά».
Οι συγκρούσεις του Δεκεμβρίου του 1944 στην Αθήνα ήταν μια μάχη εξουσίας μεταξύ της πρώτης μετακατοχικής Κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου και των Άγγλων από τη μία πλευρά και του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ από την άλλη. Η Κυβέρνηση, ανίσχυρη και χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση, είχε ανάγκη την αγγλική βοήθεια. Το ΕΑΜ με μπροστάρη το ΚΚΕ ήταν πανίσχυρο, λόγω του πρωταγωνιστικού του ρόλου στην Αντίσταση.
Τα «Δεκεμβριανά» άφησαν πίσω τους περίπου 7.000 μαχητές νεκρούς (230 Άγγλους, 3.500 Κυβερνητικούς, 3.000 ΕΑΜικούς) και απροσδιόριστο αριθμό αμάχων. Στις 11 Ιανουαρίου 1945 υπογράφηκε ανακωχή ανάμεσα στους Άγγλους και τον ΕΛΑΣ, με την οποία οι δυνάμεις του υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν την Αττική και τη Θεσσαλονίκη.
Στις 2 Φεβρουαρίου 1945 άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της συμφωνίας στο εξοχικό του πολιτικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου στη Βάρκιζα. Ο πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας, που είχε διαδεχθεί τον Γεώργιο Παπανδρέου στις 3 Ιανουαρίου, εκπροσωπήθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών Ιωάννη Σοφιανόπουλο, τον υπουργό Εσωτερικών Περικλή Ράλλη και τον υπουργό Γεωργίας Ιωάννη Μακρόπουλο. Την αντιπροσωπεία του ΕΑΜ αποτελούσαν ο Γεώργιος Σιάντος (γενικός γραμματέας του Κ.Κ.Ε), ο Δημήτριος Παρτσαλίδης (γραμματέας της κεντρικής επιτροπής του Ε.Α.Μ.) και ο Ηλίας Τσιριμώκος (γενικός γραμματέας της Ε.Λ.Δ).
Έπειτα από διαβουλεύσεις δέκα ημερών, η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945. Αποτελείτο από 9 άρθρα και προέβλεπε, μεταξύ άλλων, αφοπλισμό όλων των ένοπλων σωμάτων της Αντίστασης, ανασύνταξη του Εθνικού Στρατού, εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τους συνεργάτες των Γερμανών, αμνηστεία για τα πολιτικά αδικήματα, δημοψήφισμα για το πολιτειακό ζήτημα και εκλογή Συντακτικής Συνέλευσης για την κατάρτιση νέου Συντάγματος.

Η σημασία της συμφωνίας αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι το κείμενό της δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προσδίδοντας στο περιεχόμενό της ισχύ νόμου. Στις 28 Φεβρουαρίου ολοκληρώθηκε ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, ο οποίος παρέδωσε: 100 πυροβόλα, 210 όλμους, 420 πολυβόλα, 1400 οπλοπολυβόλα, 700 αυτόματα, 49.000 τυφέκια και πιστόλια. H υπογραφή της Συμφωνίας βρήκε αντίθετο τον Άρη Βελουχιώτη, οποίος όχι μόνο δεν πειθάρχησε στις αποφάσεις του ΚΚΕ, αλλά επιχείρησε να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα.
Το χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις δεν έδειχνε να γεφυρώνεται εύκολα και σύντομα η Συμφωνία της Βάρκιζας αποτέλεσε γράμμα κενό. Οι εκατέρωθεν παραβιάσεις των όρων της οδήγησαν σε νέα πολιτική πόλωση και στα δραματικά γεγονότα του Εμφυλίου Πολέμου, που διήρκεσε ως τις 30 Αυγούστου 1949.




















Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Κωνσταντίνος Τσικλητήρας 1888 – 1913





Θρυλική μορφή του ελληνικού αθλητισμού, τέσσερις φορές Ολυμπιονίκης στα αγωνίσματα άνευ φοράς.
Γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1888 στην Πύλο της Μεσσηνίας από εύπορη οικογένεια της περιοχής. Ο πατέρας του τον έστειλε στην Αθήνα για να σπουδάσει Οικονομικά, αλλά ο νεαρός Κωστής έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον αθλητισμό. Γράφτηκε στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο και το 1906 είχε την πρώτη επιτυχία, καθώς κατέκτησε την τρίτη θέση στο μήκος άνευ φοράς στους Πανελληνίους Αγώνες με επίδοση 2.83 μ. Αμέσως, όμως, έρχεται και η πρώτη απογοήτευση, όταν στους Μεσολυμπιακούς της Αθήνας, τον ίδιο χρόνο, κατετάγη 6ος στο ύψος άνευ φοράς με 1.30 μ, ενώ στο μήκος άνευ φοράς αποκλείστηκε στον προκριματικό.
Σφίγγει τα δόντια, δουλεύει σκληρά και το 1907 κατακτά τρία χρυσά μετάλλια στους Πανιώνιους Αγώνες της Σμύρνης: στο άλμα εις ύψος με 1.65 μ., στο ύψος άνευ φοράς με 1.40 μ. και στο μήκος άνευ φοράς με 3.14 μ. Την επόμενη χρονιά έρχεται η μεγάλη διάκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου, όταν κερδίζει δύο αργυρά μετάλλια: στο ύψος άνευ φοράς με 1.55 μ. και στο μήκος άνευ φοράς με 3.25 μ.
Ο Τσικλητήρας ήταν ψηλός (1.92 μ.) με θαυμάσια αλτικότητα, που οφειλόταν στα δυνατά του πόδια και στο εκπληκτικό «σπάσιμο» της μέσης του. Ιδού, πως τον περιγράφει ο ανταποκριτής της εφημερίδας Χρόνος στο Λονδίνο και γνωστός λογοτέχνης Ζαχαρίας Παπαντωνίου:
...Είνε σώμα υψηλόν, λεπτόν, καλογραμμένον. Εις το σχέδιον του μελαχροινού προσώπου του, των μήλων, των ματιών, των χειλέων, του πώγωνος νομίζεις ότι επέρασεν, ελαφρώς, ολίγον κοντύλι Γκύζη. Από πάνω ως κάτω ο νέος αυτός έχει ευγενεστάτην γραμμήν. Μελαχροινός, πολύ υψηλός σχετικώς με τη νεότητά του, πόδια μεγάλα και λαστιχένια, ως σκύλου πόιντερ, σύμμετρον και χαριτωμένον σύνολον. Το μόνον μειονέκτημά του είνε ότι δεν έχει, ακόμη, την αθλητικήν ανάπτυξιν που του χρειάζεται. Πολύ ολίγον έχει γυμνασθή και είνε μάλλον αδύνατος. Αλλά η νίκη του εις το αγγλικόν στάδιον του έδειξε τον δρόμον και είνε αρκετά έξυπνος ώστε να μη τον χάση. Από τώρα και εις το εξής πρέπει να ζη διαρκώς μέσα εις τα γυμναστήρια.
Ο Τσικλητήρας επανέλαβε το κατόρθωμα του Λονδίνου τέσσερα χρόνια αργότερα. Στους Ολυμπιακούς της Στοκχόλμης το 1912 κέρδισε χρυσό μετάλλιο στο μήκος άνευ φοράς με 3.37 μ. (παγκόσμιο ρεκόρ του ιδίου με 3.47 μ. από την 1η Απριλίου) και χάλκινο στο ύψος άνευ φοράς με 1.55 μ., αφού χρειάστηκε να δώσει σκληρή μάχη και στα δύο αγωνίσματα με τους αδελφούς Άνταμς από τις ΗΠΑ. Ο Τσικλητήρας επέστρεψε τροπαιούχος στην Αθήνα, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή, ενώ διθυραμβικά ήταν και τα σχόλια του Τύπου.
Δύο μήνες μετά τον θρίαμβο της Στοκχόλμης ξεσπά ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος (4 Οκτωβρίου 1912) και ο Τσικλητήρας στρατεύεται. Του προτείνουν να παραμείνει στο Φρουραρχείο Αθηνών, αλλά αυτός αρνείται. Θέλει να πάει στο μέτωπο για να μην κατηγορηθεί για ευνοϊκή μεταχείριση. Εκεί στην πρώτη γραμμή προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα και άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Φεβρουαρίου 1913. Ήταν μόλις 25 ετών. Προς τιμήν του, ο Πανελλήνιος διοργανώνει από το 1963 συνάντηση στίβου με την επωνυμία Τα Τσικλητήρεια.
Ο Τσικλητήρας, εκτός από τη μεγάλη του αγάπη για τον στίβο, γοητεύτηκε από το ποδόσφαιρο, ένα νέο άθλημα, που συνέπαιρνε τους νεαρούς της εποχής του. Έπαιξε τερματοφύλακας στον Ποδοσφαιρικό Όμιλο Αθηνών (ΠΟΑ), που ίδρυσε ο συναθλητής του στον Πανελλήνιο Γεώργιος Καλαφάτης και το 1924 μετονομάσθηκε σε Παναθηναϊκό Αθλητικό Όμιλο (ΠΑΟ).




















Νίκος Καββαδίας 1910 – 1975





Ο λογοτέχνης Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Ο πατέρας του, Χαρίλαος, είχε τη ρωσική υπηκοότητα και διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγών - εξαγωγών. Η μητέρα του, Δωροθέα, ήταν κεφαλλονίτικης καταγωγής. Σε ηλικία τεσσάρων ετών, η οικογένειά του επέστρεψε στην Κεφαλονιά και το 1921 μετακόμισε στον Πειραιά, όπου τελείωσε το Δημοτικό και το εξατάξιο Γυμνάσιο.
Το 1928 δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή, αλλά την ίδια χρονιά αρρωσταίνει βαριά ο πατέρας του και αναγκάζεται να δουλέψει. Για μερικούς μήνες εργάζεται σε ναυτικό γραφείο, κρατώντας τα λογιστικά βιβλία, και τον επόμενο χρόνο, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό.
Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, αποτυπώνει στο χαρτί τις εικόνες από τα μέρη που επισκέπτεται, τη ναυτική ζωή, τους ναυτικούς και τις σχέσεις τους με την πατρίδα τους, τη θάλασσα και τις γυναίκες. Τον Ιούνιο του 1933 κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Μαραμπού και εισαγωγικό σημείωμα του Καίσαρα Εμμανουήλ. Το βιβλίο τυπώνεται σε 245 αντίτυπα, στο τυπογραφείο του περιοδικού Ο Κύκλος, με έξοδα του ίδιου.
Το 1939 παίρνει το δίπλωμα ασυρματιστή, αν και αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος. Ακολουθεί ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, πηγαίνει στρατιώτης στην Αλβανία και στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής μένει ξέμπαρκος στην Αθήνα. Ξαναμπαρκάρει το 1944 και ταξιδεύει αδιάκοπα ως ασυρματιστής σ’ όλο τον κόσμο.
Τον Ιανουάριο του 1947 εκδίδεται η δεύτερη ποιητική συλλογή του Πούσι κι επανεκδίδεται, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια, το εξαντλημένο Μαραμπού από τον Θανάση Καραβία, ο οποίος το Μάρτιο του 1954 θα κυκλοφορήσει και τη Βάρδια, το μοναδικό πεζό του Νίκου Καββαδία.
Από το τελευταίο ταξίδι του επέστρεψε το Δεκέμβριο του 1974 και αμέσως ξεκίνησε τις προετοιμασίες για την έκδοση της τρίτης ποιητικής συλλογής του, την οποία όμως δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη. Πέθανε ξαφνικά στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, από εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην ατζέντα του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να τους προτάξει στο Τραβέρσο, κάτι που δεν έγινε...
Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.
Τρία χρόνια μετά το θάνατό του, κάποια από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από τον Θάνο Μικρούτσικο, στο δίσκο Σταυρός του Νότου. Μέσω αυτών των τραγουδιών, και άλλων που ακολούθησαν, ο Νίκος Καββαδίας έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό.


















Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου




Η Παγκόσμια Ημέρα Κατά του Καρκίνου καθιερώθηκε με πρωτοβουλία της Διεθνούς Ένωσης κατά του Καρκίνου (UICC), που εκπροσωπεί 280 οργανώσεις σε 90 χώρες του κόσμου. Η εκστρατεία ενημέρωσης κάθε χρόνο στις 4 Φεβρουαρίου δίνει έμφαση στην πρόληψη και στη διαπίστωση ότι το 43% των καρκίνων μπορούν να αποφευχθούν με τις εξής προϋποθέσεις:
  • Περιβάλλον χωρίς τσιγάρο για τα παιδιά και τους νέους.
  • Φυσική άσκηση, ισορροπημένη διατροφή, υγιεινή δίαιτα και αποφυγή παχυσαρκίας.
  • Αποφυγή υπερβολικής έκθεσης στον ήλιο.
  • Πληροφόρηση για τα εμβόλια που προλαμβάνουν μορφές καρκίνου.
Με τη λέξη «καρκίνο» χαρακτηρίζουμε ένα σύμπλεγμα νόσων που σχετίζονται με τον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό και την ανοργάνωτη ανάπτυξη των προσβεβλημένων κυττάρων. Ο καρκίνος είναι η πρώτη αιτία θανάτου παγκοσμίως. Κάθε χρόνο 7 εκατομμύρια άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους και 11 εκατομμύρια νοσούν, το 70% των οποίων σε χώρες μέσου και χαμηλού εισοδήματος.
Αναμονή μηνών, με αποτέλεσμα οι ασθενείς με καρκίνο να «λιμνάζουν» στις λίστες αναμονής, απίστευτη ταλαιπωρία ανθρώπων «λαβωμένων» από την ασθένεια για εξεύρεση φαρμάκων, έλλειψη ξενώνων για τη φιλοξενία ασθενών με καρκίνο, αδιαφορία του κράτους απέναντι στον ασθενή, αλλά και έλλειψη πολιτικής για την πρόληψη και έγκαιρη διάγνωση που σώζει ζωές σε πολλούς από τους πιο συχνούς καρκίνους, συνθέτουν την πραγματικότητα που ζει στην Ελλάδα ο καρκινοπαθής ασθενής.
Στη χώρα μας διαγιγνώσκονται ετησίως περίπου 40.000 νέα περιστατικά καρκίνων και 28.000 θάνατοι. Τον «Γολγοθά» των συγκεκριμένων ασθενών περιέγραψαν οι εκπρόσωποι της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρίας, σε συνέντευξη Τύπου με αφορμή την σημερινή Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου.
Ο γενικός γραμματέας της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας, Νικόλαος Κορδιολής, έθεσε και την οικονομική διάσταση του προβλήματος, επισημαίνοντας ότι «η φτώχεια αποτελεί κακό προγνωστικό παράγοντα για την υγεία» και τούτο, όπως είπε, καταδεικνύεται από σχετικές μελέτες που αποδεικνύουν τις ανισότητες κατ' εξοχήν στον χρόνο επιβίωσης θεραπευμένων καρκινοπαθών.
Σύμφωνα με μεγάλη ευρωπαϊκή έρευνα (46.000 άτομα) αποδεικνύει ότι 1 στα 5 άτομα υποφέρει από μέτριο έως σοβαρό χρόνιο πόνο με διάρκεια περίπου 7 χρόνια. Ο χρόνιος πόνος επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής ενός εκ των τριών ατόμων.
Σήμερα, Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου, η Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρεία, με σύνθημα «Είναι στο χέρι μας», θα πραγματοποιήσει μία σειρά εκδηλώσεων σε πολλές περιοχές της χώρας, με στόχο την ενημέρωση και συστράτευση όλων στην καταπολέμηση της νόσου.















Θεόδωρος Κολοκοτρώνης 1770 – 1843





Ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά».
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής... εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή Κολοκοτρώνη (1747-1780) από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Μονάχα από το 1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές.
Το 1780, ήταν 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους, ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Στα 17 του έγινε οπλαρχηγός του Λεονταρίου και στα 20 του νυμφεύτηκε την κόρη του τοπικού προεστού Αικατερίνη Καρούσου. Το 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των κλεφτών από τους κατακτητές, κατόρθωσε να διασωθεί και να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του 1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη για να λάβει μέρος στον επικείμενο Αγώνα.
Στις 23 Μαρτίου του 1821 συμμετείχε στο υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στρατιωτικό σώμα που κατέλαβε την Καλαμάτα, σηματοδοτώντας την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά, το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στον Μωριά, γιατί αλλιώτικα δεν θα μπορούσε να επικρατήσει η επανάσταση, όπως πίστευε. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στον Κολοκοτρώνη, τον επέβαλαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.
Στη μάχη των Δερβενακίων (26 - 28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η ίδια, όμως, κυβέρνηση θα τον φυλακίσει στην Ύδρα, κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων των ετών 1823 και 1824, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τον απελευθερώσει τον Μάιο του 1825, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε να καταστείλει την επανάσταση και θα του αναθέσει εκ νέου την αρχιστρατηγία του Αγώνα. Μετρ του κλεφτοπολέμου και της «καμμένης γης», θα κατορθώνει να κρατήσει ζωντανή την επανάσταση μέχρι τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (7 Οκτωβρίου 1827).
Μετά την απελευθέρωση συντάχθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια κι έγινε ένα από τα επιφανή στελέχη του Ρωσικού Κόμματος. Κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας διώχθηκε ως αντιβασιλικός και καταδικάσθηκε σε θάνατο τον Μάιο του 1834. Μετά την ενηλικίωσή του, ο Όθωνας του χάρισε την ποινή, τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας και τον ονόμασε αντιστράτηγο.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα με την ερωμένη του Μαργαρίτα Βελισσάρη (η σύζυγός του είχε πεθάνει το 1820), στο ιδιόκτητο σπίτι του, στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Την ίδια περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, λίγο μετά την επιστροφή στο σπίτι του από δεξίωση στα Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Πάνο (1798-1824), τον Γενναίο (1806- 1868), τον Κολλίνο (1810-1848) και την Ελένη, ενώ από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη τον Παναγιωτάκη (1836-1893), τον οποίο αναγνώρισε με τη διαθήκη του.























Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Η Κρίση των Ιμίων


Τούρκοι δημοσιογράφοι υποστέλλουν την ελληνική σημαία και υψώνουν την τουρκική.
Η κρίση των Ιμίων κορυφώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Ιανουαρίου 1996, σε μια εποχή που η κυβέρνηση Σημίτη έκανε τα πρώτα της βήματα, φέρνοντας Ελλάδα και Τουρκία στα πρόθυρα ένοπλης αντιπαράθεσης.
Το επεισόδιο εντάσσεται στο πλαίσιο των ελληνο- τουρκικών διαφορών στο Αιγαίο, που εμφανίσθηκαν δυναμικά στο προσκήνιο μετά τη Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα αναγνωρίζει ως μόνη διαφορά της με τη γείτονα την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, ενώ η Τουρκία θέτει τα θέματα του εναερίου χώρου (αναγνωρίζει 6 και όχι 10 μίλια), του FIR Αθηνών, της αποστρατιωτικοποίησης των νήσων του Αιγαίου και με την κρίση των Ιμίων το καθεστώς κάποιων βραχονησίδων («Γκρίζες Ζώνες»).
Τα Ίμια (Καρντάκ στα τουρκικά) είναι δύο μικρές ακατοίκητες βραχονησίδες μεταξύ του νησιωτικού συμπλέγματος των Δωδεκανήσων και των νοτιοδυτικών ακτών της Τουρκίας. Απέχουν 3,8 ναυτικά μίλια από το Μποντρούμ (Αλικαρνασσός) της Τουρκίας, 5,5 ν.μ. από την Κάλυμνο και 2,5 ν.μ. από το πλησιέστερο ελληνικό έδαφος, τη βραχονησίδα Καλόλιμνος.
Τα Ίμια παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα από την Ιταλία το 1947 με τη Συνθήκη των Παρισίων, ακολουθώντας την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το Τουρκικό κράτος είχε αποδεχτεί το καθεστώς επικυριαρχίας της Ελλάδας στα νησιά αυτά. Η αμφισβήτηση της ελληνικότητας των Ιμίων ξεκίνησε από ένα ναυτικό ατύχημα που συνέβη στις 25 Δεκεμβρίου 1995. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να εφαρμόσουν για την περίσταση τη δική τους ερμηνεία στη Συνθήκη της Λωζάνης (1923), με την οποία είχαν παραχωρηθεί τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία στο σύνολό τους και όχι ονομαστικά, και να αμφισβητήσουν την ελληνική κυριαρχία κάποιων βραχονησίδων.

Το Χρονικό της Κρίσης

25 Δεκεμβρίου 1995: Το τουρκικό φορτηγό πλοίο «Φιγκέν Ακάτ» προσαράζει σε αβαθή ύδατα κοντά στην Ανατολική Ίμια και εκπέμπει σήμα κινδύνου. Ο πλοίαρχός του αρνείται βοήθεια από το Λιμενικό, υποστηρίζοντας ότι βρισκόταν σε τουρκική περιοχή και ότι οι μόνες αρμόδιες είναι οι αρχές της χώρας του.
26 Δεκεμβρίου 1995: Το Λιμεναρχείο Καλύμνου ενημερώνει το Υπουργείο Εξωτερικών και αυτό με τη σειρά του το Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών ότι αν δεν παρέμβει ρυμουλκό, το τουρκικό πλοίο θα κινδυνεύσει.
27 Δεκεμβρίου 1995: Το Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών ενημερώνει την ελληνική πρεσβεία ότι, ανεξαρτήτως του ποιος θα ανελάμβανε τη διάσωση του πλοίου, υπήρχε θέμα γενικότερα.
28 Δεκεμβρίου 1995: Δύο ελληνικά ρυμουλκά αποκολλούν το τουρκικό φορτηγό και το οδηγούν στο λιμάνι Κιουλούκ της Τουρκίας. Το πρωί της ίδιας μέρας ένα τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος συντρίβεται στα ελληνικά χωρικά ύδατα, στην περιοχή της Λέσβου, ύστερα από εμπλοκή με ελληνικά μαχητικά. Με ελληνική βοήθεια, ο τούρκος πιλότος διασώζεται.
29 Δεκεμβρίου 1995: Το Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών εκμεταλλεύεται την κατάσταση και επιδίδει ρηματική διακοίνωση στο αντίστοιχο ελληνικό, στην οποία αναφέρεται ότι οι βραχονησίδες Ίμια είναι καταχωρισμένες στο κτηματολόγιο Μουγκλά του νομού Μπουντρούμ (Αλικαρνασσού) και ανήκουν στην Τουρκία.
9 Ιανουαρίου 1996: Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών απαντά με καθυστέρηση, απορρίπτοντας τη διακοίνωση.
15 Ιανουαρίου 1996: Παραιτείται ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, που νοσηλεύεται στο «Ωνάσειο».
16 Ιανουαρίου 1996: Το Υπουργείο Εξωτερικών αντιλαμβανόμενο το παιγνίδι των Τούρκων και ζητά αυξημένα μέτρα επαγρύπνησης στην περιοχή των Ιμίων από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
19 Ιανουαρίου 1996: Η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ εκλέγει νέο πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Σημίτη.
26 Ιανουαρίου 1996: Ο δήμαρχος Καλύμνου, Δημήτρης Διακομιχάλης, θορυβημένος από το γεγονός της αμφισβήτησης της ελληνικότητας των Ιμίων, υψώνει την ελληνική σημαία σε ένα από τα δύο νησιά, συνοδευόμενος από τον αστυνομικό διευθυντή Καλύμνου, τον ιερέα και δύο κατοίκους του νησιού. Θα κατηγορηθεί αργότερα από τους συντρόφους του στο ΠΑΣΟΚ ότι ήταν αυτός που έριξε λάδι στη φωτιά.
27 Ιανουαρίου 1996: Δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας «Χουριέτ» στη Σμύρνη μεταβαίνουν με ελικόπτερο στη Μεγάλη Ίμια. Υποστέλλουν την ελληνική σημαία και υψώνουν την τουρκική. Η όλη επιχείρηση βιντεοσκοπείται και προβάλλεται από το τηλεοπτικό κανάλι της «Χουριέτ».
28 Ιανουαρίου 1996: Το περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού «Αντωνίου» κατεβάζει την τουρκική σημαία και υψώνει την ελληνική. Το βράδυ έλληνες βατραχάνθρωποι αποβιβάζονται στη Μεγάλη Ίμια, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τα παραπλέοντα εκεί τουρκικά πολεμικά. Η πολιτική εντολή προς τους έλληνες στρατιωτικούς είναι να αποφευχθεί κάθε κλιμάκωση της έντασης.
29 Ιανουαρίου 1996: Ο νέος πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, στις προγραμματικές του δηλώσεις στη Βουλή, στέλνει μήνυμα προς τη Τουρκία, ότι σε οποιαδήποτε πρόκληση η Ελλάδα θα αντιδράσει άμεσα και δυναμικά. Η πρωθυπουργός της Τουρκίας Τανσού Τσιλέρ ζητά διαπραγματεύσεις για το καθεστώς των βραχονησίδων του Αιγαίου. Τουρκικά πολεμικά παραβιάζουν τα ελληνικά χωρικά ύδατα και πλησιάζουν τα Ίμια. Γίνονται διαβήματα από την Ελλάδα σε Ε.Ε. και ΗΠΑ.
30 Ιανουαρίου 1996: Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έχει τηλεφωνική επικοινωνία με τον αμερικανό πρόεδρο Μπιλ Κλίντον. Του εκφράζει την ελληνική θέση ότι η χώρα μας δεν επιθυμεί την ένταση, αλλά εφόσον προκληθεί θα αντιδράσει δυναμικά. Η κυβέρνηση δηλώνει έτοιμη να αποσύρει το άγημα, όχι όμως και την ελληνική σημαία. Στα Ίμια σπεύδουν τα πολεμικά πλοία «Ναυαρίνο» και «Θεμιστοκλής». Ο τούρκος Υπουργός Εξωτερικών δηλώνει ότι υπάρχουν και άλλα νησιά του Αιγαίου με ασαφές νομικό καθεστώς και δεν αποδέχεται την ελληνική πρόταση (αποχώρηση του αγήματος, όχι και της σημαίας).
31 Ιανουαρίου 1996
00:00 Συγκαλείται σύσκεψη στο γραφείο του Πρωθυπουργού. Ο Υπουργός Εξωτερικών, Θεόδωρος Πάγκαλος, φθάνει καθυστερημένα, επειδή παίρνει μέρος σε τηλεοπτική εκπομπή.
01:40 Στο ΓΕΕΘΑ καταφθάνουν πληροφορίες ότι τούρκοι κομάντος αποβιβάζονται στη Μικρή Ίμια.
04:30 Ελικόπτερο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού απονηώνεται από τη φρεγάτα «Ναυαρίνο» για να επιβεβαιώσει την πληροφορία. Επικρατούν άσχημες καιρικές συνθήκες.
04:50 Το πλήρωμα του ελικοπτέρου αναφέρει ότι εντόπισε περί τους 10 τούρκους κομάντος με τη σημαία τους. Δίνεται εντολή να επιστρέψει στη βάση του κι ενώ πετά μεταξύ των βραχονησίδων Πίτα και Καλόλιμνος αναφέρει βλάβη και χάνεται από τα ραντάρ. Αργότερα θα ανασυρθούν νεκρά και τα τρία μέλη του πληρώματος, ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός, σκοτώθηκαν. Σχετικά με τις αιτίες πτώσης του ελικοπτέρου έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις. Η επίσημη άποψη του ελληνικού κράτους ήταν ότι το σκάφος κατέπεσε λόγω κακοκαιρίας και απώλειας προσανατολισμού του πιλότου. Ωστόσο, στην Ελλάδα υπάρχει ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι το ελικόπτερο καταρρίφθηκε είτε από το Τουρκικό Ναυτικό είτε από τους τούρκους καταδρομείς που υπήρχαν πάνω στο νησί και ότι το γεγονός αποκρύφθηκε, προκειμένου να λήξει η κρίση και να μην οδηγηθούν οι δύο χώρες σε γενικευμένη σύρραξη ή ακόμα και σε πόλεμο.
06:00 Οι αμερικανοί διά του Υφυπουργού Εξωτερικών Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ επιβάλλουν και στις δύο πλευρές τη θέληση τους. «No ships, no troops, no flags» διαμηνύουν ή σε πιο κομψή διπλωματική γλώσσα να ισχύσει το status quo ante. Μέχρι το μεσημέρι της 31ης Ιανουαρίου 1996 τα πλοία, οι στρατιώτες και οι σημαίες είχαν αποσυρθεί από τα Ίμια.
Η Κρίση των Ιμίων δεν είχε συνέπειες ως προς το καθεστώς των νησιών. Ωστόσο, έδωσε αφορμή στην Τουρκία να θέσει ζήτημα «Γκρίζων Ζωνών» στο Αιγαίο, αμφισβητώντας την κυριαρχία της Ελλάδας σε αρκετά νησιά και να θέσει ένα ακόμη θέμα στην ατζέντα των ελληνοτουρκικών διαφορών. Παρόλα αυτά, η ελληνική πλευρά δεν αποδέχτηκε ποτέ την ύπαρξη τέτοιου θέματος, επικαλούμενη τις διεθνείς συνθήκες.
Τα γεγονότα στα Ίμια κλόνισαν την αξιοπιστία της ελληνικής κυβέρνησης, ειδικά όταν ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης ευχαρίστησε από το βήμα της Βουλής τους Αμερικανούς για τον καταλυτικό τους ρόλο στην αποκλιμάκωση της έντασης.




















Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Μαχάτμα Γκάντι 1869 – 1948





Ινδός πνευματικός ηγέτης και πολιτικός, η επιρροή του οποίου ξεπέρασε τα όρια της χώρας του. Θεωρείται ο πατέρας του Ινδικού εθνικισμού και ο κήρυκας της μη βίας στον 20ο αιώνα. Υπήρξε ο καταλύτης για την κατάρρευση της αποικιοκρατίας τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869 στο Πορμπαντάρ της υπό αγγλική κυριαρχία Ινδικής επαρχίας Γκουτζαράτ. Είναι γνωστός ως «Μαχάτμα» («Μεγάλη Ψυχή» στα σανσκριτικά), χαρακτηρισμό που φέρεται να του απέδωσε το 1915 ο συμπατριώτης του νομπελίστας ποιητής και στοχαστής Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.
Ο Γκάντι ήταν το μικρότερο παιδί του Καραμτσάντ Γκάντι, κυβερνήτη σ’ ένα από τα πριγκιπάτα του Γκουτζαράτ και της τετάρτης συζύγου του Πουτλιμπάι. Η οικογένειά του λάτρευε τον θεό Βισνού και ήταν επηρεασμένη από το θρησκευτικό κίνημα των Ζαϊνιστών, οι οποίοι αρνούνταν να σκοτώσουν ακόμη και μυρμήγκι.
Οι οικογενειακές αρχές της χορτοφαγίας, του μη τραυματισμού οποιουδήποτε ζώντος οργανισμού, της νηστείας ως μεθόδου αυτοκάθαρσης και της ανοχής προς το διαφορετικό, επηρέασαν βαθιά τον Γκάντι. Δεν τον εμπόδισαν, όμως, να κηρύξει τη δική του επανάσταση όταν ήταν έφηβος. Πέρασε μία περίοδο κατά την οποία δήλωνε άθεος, επιδιδόταν σε μικροκλοπές, κάπνιζε κρυφά και - το χειρότερο - έτρωγε κρέας. Οι γονείς του τον πάντρεψαν 13 ετών με ένα ακόμη μικρότερο κορίτσι, την Καστουρμπάι.
Ο Γκάντι στη Νότια Αφρική το 1895.
Όταν τελείωσε το σχολείο, η οικογένειά του αποφάσισε να τον στείλει στο Λονδίνο για να σπουδάσει νομικά. Στην Αγγλία, την οποία φανταζόταν ως «χώρα φιλοσόφων και ποιητών, το ίδιο το κέντρο του πολιτισμού», αγωνίστηκε σκληρά για να προσαρμοστεί στον δυτικό τρόπο ζωής. Η χορτοφαγία του γινόταν συχνά αντικείμενο χλευασμού από τους συμφοιτητές του, αλλά το ότι αναγκαζόταν να υπερασπίζεται τις αξίες του τον έκανε να βγει από το καβούκι του και να αποκτήσει μαχητικότητα. Έγινε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Συλλόγου Χορτοφάγων του Λονδίνου, στην οποία ανήκε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, συμμετείχε στις συνεδριάσεις τους και αρθρογραφούσε στο περιοδικό τους. Γνώρισε δυναμικούς άνδρες και γυναίκες, που τον μύησαν στη Βίβλο και την Μπαγκαβατγκίτα (Bhagavadgita), την πιο εκλαϊκευμένη έκφραση του ινδουϊσμού.

Μετά την επιστροφή του στην Ινδία το 1891, ο Γκάντι δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά, γι’ αυτό δέχθηκε με ανακούφιση μία πρόταση να εργαστεί σε ινδική εταιρεία στη Νότια Αφρική. Οι εμπειρίες του στην έντονα ρατσιστική νοτιοαφρικανική κοινωνία ήταν καθοριστικές για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Αφού ξυλοκοπήθηκε από τον λευκό οδηγό μιας άμαξας, επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σ’ έναν λευκό επιβάτη, αφού αποχώρησε από την αίθουσα ενός δικαστηρίου, επειδή ο λευκός δικαστής απαίτησε να βγάλει το τουρμπάνι του, αποφάσισε ότι από τότε και στο εξής δεν θα δεχόταν την αδικία.
Επί πολλά χρόνια, αγωνίστηκε υπέρ των δικαιωμάτων των Ινδών μεταναστών στη Νότια Αφρική και εμπνεύστηκε την πολιτική της μη βίας ως μέσο αντίστασης στους καταπιεστές. Όπως, όμως, αναφέρουν οι βιογράφοι του, «αυτά που έκανε εκείνος για τη Νότια Αφρική ήταν λιγότερο σημαντικά απ’ ό,τι έκανε η Νότια Αφρική για εκείνον». Εκεί μετατράπηκε από δικηγόρος σε πολιτικό ηγέτη.
Το 1915 επέστρεψε στην Ινδία και δεν έφυγε ξανά από τη χώρα του, εκτός από ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη το 1931. Στην αρχή κράτησε χαμηλό προφίλ, αλλά ως το 1920 είχε γίνει η κυριότερη πολιτική φυσιογνωμία της Ινδίας. Επί των ημερών του το Ινδικό Εθνικό Κόμμα του Κογκρέσου έγινε μια μαζική πολιτική οργάνωση, που άπλωνε τις ρίζες της σε κάθε πόλη και χωριό της Ινδίας. Το μήνυμα του Γκάντι ήταν απλό: δεν την κρατούσαν υπόδουλη τα βρετανικά όπλα, αλλά οι ατέλειες των ίδιων των Ινδών.
Ο Γκάντι το 1931
Ο Γκάντι έγινε κήρυκας του ινδικού εθνικισμού και της ειρηνικής άρνησης συνεργασίας με τους βρετανούς αποικιοκράτες. Η στάση των Βρετανών απέναντί του ήταν ένα κράμα θαυμασμού, θυμηδίας, αμηχανίας, καχυποψίας και μνησικακίας. Τα ίδια συναισθήματα έτρεφαν και αρκετοί από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Όσο, όμως, οι Ινδοί συνειδητοποιούσαν ότι μπορούσαν να αντισταθούν στη Μεγάλη Βρετανία, τόσο αυξανόταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες της αχανούς χώρας, τους ινδουιστές και τους μουσουλμάνους. Το φθινόπωρο του 1924 ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας τριών εβδομάδων για να τους παροτρύνει να ακολουθήσουν τον δρόμο τής μη βίας. Αυτή ήταν μία από τις κυριότερες «δημόσιες νηστείες» του.
Το 1930 εφάρμοσε την πιο σημαντική από τις πολιτικές του: την αντίσταση κατά του φόρου στο αλάτι που επέβαλλαν οι Βρετανοί, οι οποίοι δεν δίσταζαν να τον φυλακίζουν με κάθε ευκαιρία. Στη φυλακή ο Γκάντι ξεκίνησε άλλη μία απεργία πείνας για να αποκτήσουν δικαιώματα οι «παρίες», που ήταν σε θέση χειρότερη και από εκείνη της χαμηλότερης κάστας. Συγχρόνως, δεν έπαυε να ζητεί την ανεξαρτησία της Ινδίας.
Μετά την νίκη του Εργατικού Κόμματος στις βρετανικές εκλογές του 1945 άρχισαν τριμερείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη βρετανική κυβέρνηση, στους ινδουιστές του Κογκρέσου και του Συνδέσμου των Μουσουλμάνων υπό τον δικηγόρο Μοχάμετ Τζίνα, οι οποίες κατέληξαν στο σχέδιο Μαουντμπάτεν (3 Ιουνίου 1947) και στην ίδρυση δύο νέων κυρίαρχων κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν (15 Αυγούστου 1947), προς μεγάλη απογοήτευση του Γκάντι, ο οποίος προσπάθησε μάταια να συμβιβάσει τις δύο πλευρές.
Το αποτέλεσμα ήταν να τον μισήσουν και οι δύο. Στις 30 Ιανουαρίου 1948, ενώ ο Γκάντι κατευθυνόταν προς τον τόπο της βραδινής του προσευχής στο Δελχί, δολοφονήθηκε από τον 39χρονο φανατικό ινδουιστή Νατουράμ Γκότσε, αυτός ο υπέρμαχος της μη βίας.
Ο Γκάντι με πολιτική και πνευματική στάση του πυροδότησε τρεις από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα: την επανάσταση κατά της αποικιοκρατίας, των φυλετικών διακρίσεων και της βίας. Μεταξύ των προσωπικοτήτων που επηρεάστηκαν από τη δράση του αξίζει να αναφέρουμε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στις ΗΠΑ και τον Νέλσον Μαντέλα στη Νότιο Αφρική. Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγονται ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, ο οποίος έβλεπε στην πολιτική της μη βίας τού Γκάντι το πιθανό αντίδοτο στη μαζική βία που εξαπολύθηκε με τη διάσπαση του ατόμου, και o σουηδός νομπελίστας οικονομολόγος Γκούναρ Μίρνταλ, που χαρακτηρίζει τον Γκάντι «φωτισμένο φιλελεύθερο σε όλα σχεδόν τα πεδία».