Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

Ρόζα Εσκενάζυ 1890 – 1980





Η Εσκενάζυ γεννήθηκε ως Σάρα Σκιναζί. Ήταν παιδί μιας φτωχής εβραϊκής σεφαραδίτικης οικογένειας της Κωνσταντινούπολης. Σ' ολόκληρη τη διάρκεια της καριέρας της έκρυβε την πραγματική ημερομηνία της γέννησής της και ισχυριζόταν ότι γεννήθηκε το 1910. Στην πραγματικότητα, ήταν κατά τουλάχιστον μια δεκαετία μεγαλύτερη και το πιθανότερο είναι ότι γεννήθηκε ανάμεσα στο 1895 και το 1897. Ο πατέρας της, Αβραάμ Σκιναζί, ήταν παλιατζής. Εκτός από τη Ρόζα, ο Αβραάμ Σκιναζί και η σύζυγός του, Φλώρα, είχαν δύο γιους, τον Νισίμ, που ήταν ο μεγαλύτερος, και τον Σάμη.
Λίγο μετά τις αρχές του αιώνα, η οικογένεια Σκιναζί μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, η οποία τότε βρισκόταν ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία. Την εποχή εκείνη η πόλη γνώρισε ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της να αυξηθεί κατά 70% την περίοδο από το 1870 έως το 1917. Ο Αβραάμ Σκιναζί βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας βάμβακος, ενώ συγχρόνως έκανε διάφορες περιστασιακές δουλειές για να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. Την εποχή αυτή, εμπιστεύτηκε τη νεαρή Σάρα σε μια κοπέλα της γειτονιάς, που δίδασκε γραφή και ανάγνωση σε διάφορα κορίτσια. Τα μαθήματα αυτά αποτέλεσαν τη μόνη τυπική εκπαίδευση της Ρόζας.
Για μια περίοδο η Σάρα, ο αδελφός της και η μητέρα τους έζησαν στη Κομοτηνή, μια πόλη που την εποχή αυτή είχε σημαντικό τουρκικό πληθυσμό. Η μητέρα της Ρόζας βρήκε εκεί δουλειά ως υπηρέτρια σε μια εύπορη οικογένεια και η Ρόζα τη βοηθούσε με το νοικοκυριό. Μια μέρα οι Τούρκοι ιδιοκτήτες μιας τοπικής ταβέρνας άκουσαν τη Ρόζα να τραγουδά. Ενθουσιάστηκαν από τη φωνή της και αμέσως πήγαν στο σπίτι της για να της ζητήσουν να εμφανιστεί στο κέντρο τους. Η μητέρα της Σάρας εξοργίστηκε με την προοπτική η Σάρα – ή οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειάς της – να γίνει καλλιτέχνις. Πολλά χρόνια μετά από το επεισόδιο αυτό, η Ρόζα παραδέχθηκε ότι η περίοδος που είχε ζήσει στην Κομοτηνή αποτέλεσε ένα καθοριστικό σημείο στη ζωή της. Εκεί ήταν, είπε, που αποφάσισε να γίνει τραγουδίστρια και χορεύτρια.

Η Σάρα δεν επρόκειτο να πραγματοποιήσει το όνειρό της παρά μόνο μετά την επιστροφή της στη Θεσσαλονίκη. Την εποχή αυτή η οικογένειά της έμενε σ΄ ένα νοικιασμένο διαμέρισμα κοντά στο θέατρο Grand Hotel και πολλές από τις γειτόνισσές τους εμφανίζονταν στο θέατρο αυτό. Η Σάρα βοηθούσε καθημερινά δύο από τις χορεύτριες αυτές να κουβαλούν τα ρούχα της δουλειάς τους στο θέατρο, ελπίζοντας ότι μια μέρα θα εμφανιζόταν μαζί τους στη σκηνή. Εκεί ήταν που ξεκίνησε τελικά την καριέρα της ως χορεύτρια. Όσο βρισκόταν ακόμη στην εφηβεία της, η Σάρα Σκιναζί ερωτεύτηκε τον Γιάννη Ζαρντινίδη, έναν πλούσιο άνδρα που προερχόταν από μια από τις πιο εύπορες οικογένειες της Καππαδοκίας. Η οικογένεια όμως του Ζαρντινίδη δεν ενέκρινε τη σχέση αυτή, θεωρώντας τη Σάρα αμφιβόλου ηθικής. Ωστόσο, οι δύο νέοι κλέφτηκαν γύρω στο 1913 και η Σάρα άλλαξε το όνομά της σε Ρόζα, το όνομα με το οποίο έγινε γνωστή στη διάρκεια της καριέρας της.
Ο Ζαρντινίδης πέθανε από άγνωστη αιτία γύρω στο 1917, αφήνοντας τη Ρόζα με ένα μικρό παιδί, τον Παράσχο. Συνειδητοποιώντας η Ρόζα ότι δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει την καριέρα της και να μεγαλώνει ταυτόχρονα ένα παιδί, το παρέδωσε στο οικοτροφείο του Αγίου Ταξιάρχη στην Ξάνθη. Η οικογένεια του πατέρα συμφώνησε να τον στηρίξει και ο Παράσχος Ζαρντινίδης έγινε αργότερα ανώτερος αξιωματικός στην Ελληνική Αεροπορία. Επανασυνδέθηκε με τη μητέρα του αρκετά χρόνια αργότερα, αφότου τη βρήκε στην Αθήνα το 1935.
Η Ρόζα είχε μετακομίσει στην Αθήνα μετά τον θάνατο του Ζαρντινίδη για να ακολουθήσει τη καριέρα της στον χώρο της μουσικής. Σύντομα συνδέθηκε με δύο αρμένισες καλλιτέχνιδες του καμπαρέ, τη Σεραμούς και τη Ζαμπέλα, που ξεχώρισαν τη Ρόζα επειδή μιλούσε τουρκικά και είχε ταλέντο στο τραγούδι. Έτσι, παρόλο που η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται ως χορεύτρια, άρχισε επίσης να τραγουδά για τους θαμώνες του κέντρου στα ελληνικά, τα τουρκικά και τα αρμένικα. Εκεί ήταν που την ανακάλυψε για πρώτη φορά ο Παναγιώτης Τούντας στα τέλη του 1920. Ο Τούντας κατάλαβε αμέσως το ταλέντο της και τη σύστησε στον Βασίλη Τουμπακάρη της εταιρείας Columbia Records.
"Photo of Smyrna Style Trio (c. 1930)
K. Lambros, R. Eskenazi, A. Tomboulis (Athens, c. 1930)
Οι δύο πρώτες ηχογραφήσεις της Ρόζας για τη Columbia, το «Μαντίλι Καλαματιανό» και το «Κόφτηνε Ελένη την Ελιά» (περίπου το 1928) σηματοδότησαν την απαρχή μιας μεγάλης πορείας στη δισκογραφία, η οποία θα συνεχιζόταν σχεδόν χωρίς διακοπή μέχρι τη δεκαετία του 1960. Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η Ρόζα είχε ηχογραφήσει σχεδόν 300 τραγούδια στην εταιρεία, ενώ είχε γίνει πια μια από τις δημοφιλέστερες σταρ της λαϊκής μουσικής. Ορισμένα από τα τραγούδια αυτά ήταν παραδοσιακά, ιδιαίτερα από την Ελλάδα και τη Σμύρνη. Ωστόσο, η σημαντικότερη συνεισφορά της στη τοπική μουσική σκηνή αφορούσε τις ηχογραφήσεις ρεμπέτικων τραγουδιών και, πιο συγκεκριμένα, της Σμυρνέικης σχολής του ρεμπέτικου τραγουδιού. Κατείχε ξεχωριστή θέση στη δημοτικότητα της μουσικής αυτής μέσα στη λαϊκή κουλτούρα της χώρας κι ακόμη και σήμερα η ιδιαίτερη φωνή της ταυτίζεται με το μουσικό αυτό είδος.
Λίγο αφότου ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις, η Ρόζα άρχισε επίσης να εμφανίζεται στο κέντρο «Ταΰγετος» στην Αθήνα ιδιοκτησίας της οικογένειας Σερελέα. Μαζί της εμφανίζονταν ο Τούντας, ο βιολιστής Δημήτρης Σέμσης (ή Σαλονικιός) και ο Αγάπιος Τομπούλης στο ούτι. Η Εσκενάζυ όμως ήταν η μεγάλη σταρ των εμφανίσεων αυτών και έβγαζε το άνευ προηγουμένου ποσό των 200 δραχμών κάθε βράδυ. Πολλά χρόνια αργότερα, εμπιστεύτηκε στον βιογράφο της, τον Κώστα Χατζηδουλή, ότι θα έπρεπε να είχε γίνει πλουσιότερη μόνο και μόνο από τις εμφανίσεις της, αλλά είχε αδυναμία στα ακριβά κοσμήματα και ξόδευε μεγάλο μέρος από το εισόδημά της σ’ αυτά.
"Photo of Smyrna Style Trio (1932)
D. Semsis, A. Tomboulis, R. Eskenazi (Athens, 1932)
Καθώς εξελισσόταν η καριέρα της, η Ρόζα υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με την Columbia Records, περίπου το 1931 ή 1932. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, έπρεπε να γραμμοφωνεί 40 τραγούδια τον χρόνο και να λαμβάνει 5% για καθένα δίσκο που πουλιόταν. Την εποχή εκείνη, ήταν η μοναδική τραγουδίστρια που είχε συνάψει συμφωνία για ποσοστά με μια δισκογραφική εταιρεία.

Διεθνής καριέρα

Η καριέρα της δεν άργησε να απλωθεί πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας, στην ελληνική διασπορά. Μαζί με τον Τομπούλη ταξίδεψε στην Αίγυπτο, την Αλβανία και τη Σερβία, μέρη στα οποία την υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη θέρμη όχι μόνο οι τοπικές ελληνικές κοινότητες, αλλά και οι τουρκικές. Τα τραγούδια της περιείχαν και κάποια αιχμηρότητα και μάλιστα ένα από αυτά, το «Πρέζα όταν Πιείς» λογοκρίθηκε από τον ίδιο τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά. Ως αποτέλεσμα της απόφασης αυτής, πολλοί άλλοι καλλιτέχνες του ρεμπέτικου περιθωριοποιήθηκαν, ενώ το καινούριο ρεύμα μέσα στο πλαίσιο του ρεμπέτικου, το οποίο εκπροσωπούσε ο Βασίλης Τσιτσάνης, θα κέρδιζε έδαφος μετά τον Πόλεμο.

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος

Σύντομα όμως η ίδια η ανεξαρτησία της Ελλάδας θα δεχόταν καίριο πλήγμα. Το 1940 η Ιταλία εισέβαλε στην Ελλάδα και το 1941 ο γερμανικός στρατός κατέλαβε τη χώρα. Παρά το καταπιεστικό καθεστώς της Κατοχής, η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται και το 1942 μάλιστα άνοιξε το δικό της μουσικό κέντρο, το «Κρυστάλ», μαζί με τον γιο της τον Παράσχο, με τον οποίο είχαν επανασυνδεθεί στο μεταξύ. Μολονότι ήταν Εβραία, κατάφερε να βγάλει ένα πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως. Ωστόσο εκείνο που διασφάλισε την προστασία της ήταν η σχέση της με έναν Γερμανό αξιωματικό.
Η Ρόζα όμως δεν ήταν συνεργάτιδα των Γερμανών. Αντιθέτως, χρησιμοποίησε την προνομιούχο θέση της για να στηρίξει την ελληνική Αντίσταση, κρύβοντας αντιστασιακούς μαχητές, ακόμη και Άγγλους απεσταλμένους αντιστασιακούς, μέσα στο σπίτι της. Κατάφερε επίσης να γλυτώσει αρκετούς Εβραίους στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα σ’ εκείνους που έσωσε η Ρόζα από τη μεταφορά τους στο Άουσβιτς ήταν και η δική της οικογένεια. Το 1943 όμως η κάλυψή της κατέρρευσε και τη συνέλαβαν. Παρέμεινε τρεις μήνες στη φυλακή και στη συνέχεια την άφησαν ελεύθερη, μετά από τις συντονισμένες προσπάθειες του Γερμανού εραστή της αλλά και του γιου της. Κρυβόταν για το υπόλοιπο διάστημα έως το τέλος του πολέμου, φοβούμενη ότι θα μπορούσε να συλληφθεί ξανά από τους Γερμανούς.

Τα μεταπολεμικά χρόνια

Στη μακρά διάρκεια της καριέρας της η Ρόζα ανέπτυξε καλές σχέσεις όχι μόνο με τον Βασίλη Τουμπακάρη, τον διευθυντή της Columbia Records, αλλά και με τον Μίνωα Μάτσα, που είχε ιδρύσει στο μεταξύ την Odeon/Parlophone. Το γεγονός αυτό της επέτρεψε να προωθήσει πολλούς άλλους γνωστούς καλλιτέχνες, όπως τη Μαρίκα Νίνου και τη Στέλλα Χασκήλ. Τους έβαλε στο σωματείο των μουσικών, την «Αλληλοβοήθεια», και ύστερα από λίγο καιρό άρχισαν να ηχογραφούν τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη.
Το 1949, η Ρόζα, που τραγουδούσε την εποχή αυτή στην Πάτρα, πήγε στο αστυνομικό τμήμα για να βγάλει καινούρια ταυτότητα. Το γεγονός που καθόρισε όλη την υπόλοιπη ζωή της εμφανίστηκε όταν συνάντησε εκεί τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο, έναν νεαρό αξιωματικό της αστυνομίας, που ήταν περίπου 30 χρόνια νεότερός της. Παρόλη όμως τη διαφορά ηλικίας ανάμεσά τους, ερωτεύτηκαν. Η σχέση αυτή επρόκειτο να διαρκέσει, με διάφορους τρόπους, έως το τέλος της ζωής της Ρόζας.
Μολονότι η Ρόζα είχε πραγματοποιήσει μέχρι τότε πολλές περιοδείες στα Βαλκάνια, ταξίδεψε στις ΗΠΑ για πρώτη φορά το 1952, προκειμένου να τραγουδήσει στις ελληνικές και τουρκικές κοινότητες της διασποράς. Η περιοδεία αυτή, που χορηγός της ήταν το ελληνικό εστιατόριο και μπαρ «Πάνθεον» στη Νέα Υόρκη, διήρκεσε τελικά πολλούς μήνες.
Αυτή ήταν η πρώτη από μια σειρά από περιοδείες της Ρόζας στο εξωτερικό. Το 1955 ο Αλβανός ιμπρεσσάριος Ayden Leskoviku από την Balkan Records Company την προσκάλεσε να εμφανιστεί και να ηχογραφήσει στην Κωνσταντινούπολη, την πόλη όπου είχε γεννηθεί. Τελικά η Ρόζα ηχογράφησε γύρω στα 40 τραγούδια και έλαβε περίπου 5.000 δολάρια για τις ηχογραφήσεις αυτές. Αν κι επρόκειτο για μια σχετικά χαμηλή αμοιβή, η Ρόζα έλεγε αργότερα ότι η αμοιβή της για τις εμφανίσεις αυτές, μαζί με τα φιλοδωρήματα, ήταν δέκα φορες υψηλότερη από το ποσό αυτό.
Λίγο καιρό μετά την Κωνσταντινούπολη, η Ρόζα έφυγε για δύο ακόμη περιοδείες στην Αμερική. Εμφανίστηκε στη Νέα Υόρκη, το Ντητρόιτ και το Σικάγο. Στις 5 Ιουλίου του 1958, στη διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού της στις ΗΠΑ, παντρεύτηκε τον Frank Alexander. Ο γάμος όμως αυτός ήταν μόνον κατ’ όνομα. Η Ρόζα τον έκανε για να πάρει άδεια εργασίας στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η Εσκενάζυ αγάπησε την Αμερική και θα είχε εγκατασταθεί εκεί εάν δεν είχε αφήσει πίσω της την άλλη της μεγάλη αγάπη, τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο. Έτσι, επέστρεψε στην Αθήνα το 1959 για να βρίσκεται κοντά του. Με τα χρήματα που είχε βγάλει στην Αμερική αγόρασε για τους δυο τους ένα μεγάλο σπίτι στην Κηπούπολη, καθώς και δύο φορτηγά και μερικά άλογα. Μαζί με τον Φιλιππακόπουλο θα ζούσαν στο σπίτι αυτό έως το τέλος της ζωής της Ρόζας

Παρακμή και επανάκαμψη

Η Εσκενάζυ βρισκόταν πια στα εξήντα της και η μουσική σκηνή στην Ελλάδα είχε αλλάξει σημαντικά μέσα στα τελευταία 40 χρόνια, δηλαδή από την εποχή που εκείνη είχε ξεκινήσει την καριέρα της. Το σμυρναίικο και το ρεμπέτικο είχαν χάσει πια τη δημοτικότητά τους και έτσι η Ρόζα, όπως και άλλες μεγάλες προσωπικότητες του είδους αυτού, εμφανίζονταν πια περιστασιακά σε επαρχιακά φεστιβάλ και σε μικρότερης εμβέλειας καλλιτεχνικά γεγονότα. Μολονότι ηχογράφησε μερικά τραγούδια στα χρόνια που ακολούθησαν, επρόκειτο κυρίως για επανεκτελέσεις των παλαιότερων γνωστών επιτυχιών της που ηχογράφησε σε μικρές δισκογραφικές εταιρείες στην Αθήνα.
Ήταν μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 που άρχισε να εκδηλώνεται ένα ενδιαφέρον για την πρώιμη περίοδο της δουλειάς της. Η RCA κυκλοφόρησε δύο 45άρια δισκάκια που περιείχαν τέσσερα τραγούδια της (περιλαμβανομένου του «Αμανέ Σαμπάχ») με τον βιολιστή Δημήτρη Μανισαλή, αλλά η κυκλοφορία τους ήταν περιορισμένη. Όλο αυτό το σκηνικό όμως άλλαξε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, κατά την τελευταία περίοδο της στρατιωτικής δικατορίας στην Ελλάδα. Ξαφνικά η ελληνική νεολαία άρχισε να ενδιαφέρεται για τα αστικά λαϊκά τραγούδια του παρελθόντος και κυκλοφόρησαν πολλές σημαντικές συλλογές. Μια από τις σημαντικότερες ήταν η «Ρεμπέτικη Ιστορία», μια συλλογή από έξι δίσκους ρεμπέτικης μουσικής, η οποία πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Έπειτα από ένα μακρύ διάστημα μακριά από το προσκήνιο, η Ρόζα, που ήταν πια στα εβδομήντα της, έγινε σταρ και πάλι.
Αυτό που έκανε τη διαφορά κατά τη δεκαετία του 1970 ήταν η μεγάλη διάδοση της τηλεόρασης. Η Ρόζα προσαρμόστηκε γρήγορα στο νέο αυτό μέσο και εμφανίστηκε σε μια σειρά από εκπομπές. Το 1973 εμφανίστηκε σ’ ένα ντοκιμαντέρ, «Το Μπουζούκι» (σε σκηνοθεσία του Βασίλη Μάρου) και το 1976 σε μια τηλεοπτική εκπομπή αφιερωμένη στη Χαρούλα Αλεξίου, η οποία περιείχε συνεντεύξεις και τραγούδια. Όλο αυτό το διάστημα όμως η Ρόζα δεν ξέχασε ποτέ τις ρίζες της που βρίσκονταν στα μουσικά κέντρα και έτσι εμφανίστηκε σε κάποιες εβδομαδιαίες παραστάσεις στο «Θεμέλιο», μια μπουάτ στην Πλάκα.
Καθώς ήταν μια από τις ελάχιστες τραγουδίστριες του ρεμπέτικου που ζούσαν ακόμα, οι καλλιτέχνες και οι μουσικολόγοι της εποχής αυτής άρχισαν να μελετούν το ύφος της μουσικής της, στο οποίο έβλεπαν την «αυθεντικότητα» του μουσικού αυτού είδους. Όλο αυτό επηρέασε σημαντικά μια νέα γενιά ερμηνευτών, όπως η Χάρις Αλεξίου (με την οποία είχαν εμφανιστεί μαζί στην τηλεόραση), η Ελένη Βιτάλη και η Γλυκερία αργότερα. Δυστυχώς, παρόλο που οι μουσικοί και οι ακαδημαϊκοί ενθουσιάζονταν με το ταλέντο της, όπως και με τη γνώση της σχετικά με έναν μουσικό κόσμο που είχε χαθεί, το ευρύτερο κοινό δεν έδειχνε το ίδιο ενδιαφέρον και θεωρούσε τη Ρόζα περισσότερο ως κάτι το αξιοπερίεργο. Ωστόσο, εκείνη συνέχισε να εμφανίζεται. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν στην Πάτρα, τον Σεπτέμβριο του 1977. Θαυμαστές της κάθε ηλικίας ήρθαν για να τη δουν να τραγουδά και να χορεύει, αλλά και για να πάρουν μια γεύση από τη μουσική του παρελθόντος.

Τα τελευταία χρόνια της Ρόζας

Η Ρόζα Εσκενάζυ πέρασε ήρεμα τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο σπίτι της στην Κηπούπολη, μαζί με τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο. Παρόλο που είχε γεννηθεί Εβραία βαπτίστηκε Ορθόδοξη Χριστιανή το 1976 και πήρε το όνομα Ροζαλία Εσκενάζυ. Τα επόμενα δύο χρόνια άρχισε να εμφανίζει σημάδια της νόσου του Αλτσχάιμερ και συχνά έχανε τον προσανατολισμό της καθώς επέστρεφε στο σπίτι της. Το καλοκαίρι του 1980 έπεσε κάτω και έσπασε το γοφό της. Έμεινε στο νοσοκομείο για τρεις μήνες, με τον Χρήστο να βρίσκεται διαρκώς δίπλα της για να τη φροντίζει. Επέστρεψε για λίγο καιρό στο σπίτι της, αλλά στη συνέχεια ξαναβρέθηκε σε μια ιδιωτική κλινική εξαιτίας μιας μόλυνσης. Άφησε την τελευταία της πνοή στην κλινική αυτή στις 2 Δεκεμβρίου του 1980.
Την έθαψαν σε έναν πρόχειρο τάφο στο χωριό Στόμιο της Κορινθίας. Το 2008 το πολιτιστικό σωματείο του χωριού συγκέντρωσε χρήματα και πρόσθεσε μια επιτύμβια στήλη, που έγραφε «Ρόζα Εσκενάζυ, Καλλιτέχνις»...

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια







Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

Παγκόσμια Ημέρα κατά του AIDS




Η 1η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα κατά του AIDS το 1988, με απόφαση της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας και στη συνέχεια της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Το AIDS είναι μία από τις φονικότερες επιδημίες στην παγκόσμια ιστορία. Από το 1981 που παρατηρήθηκε κλινικά στις ΗΠΑ, γύρω στα 35.000.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους (2015), ενώ 78.000.000 είναι φορείς του ιού HIV (2015). Η σεξουαλική επαφή αποτελεί τον κύριο τρόπο μετάδοσης του HIV.
Αισιόδοξα μηνύματα για την τιθάσευση του ιού εκπέμπει η UNAIDS, η υπηρεσία του ΟΗΕ για την καταπολέμηση του AIDS, που τονίζει ότι «το τέλος της επιδημίας του AIDS δεν είναι πλέον απλώς ένα όραμα, μπορεί να γίνει πραγματικότητα έως το 2030». Το σημαντικό είναι ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι έχουν πρόσβαση στα αντιρετροϊκά φάρμακα που αποτρέπουν την εκδήλωση της ασθένειας, επισημαίνει η υπηρεσία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της UNAIDS, 1,1 εκατομμύριο άνθρωποι πέθαναν από AIDS το 2015, αριθμός που παρουσιάζει μικρή πτώση για δέκατη συνεχόμενη χρονιά. Τα νέα κρούσματα, επίσης, παρουσιάζουν μείωση για μία ακόμη χρονιά (2,1 εκατομμύρια το 2015), όπως και στα παιδιά (150.000 το 2015).
Στην Ελλάδα, μετά τη μεγάλη επιδημία στους χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών (ΧΕΝ) την περίοδο 2011-2013, παρατηρήθηκε μείωση των περιστατικών HIV λοίμωξης το 2014 και το πρώτο δεκάμηνο του 2015, τόσο συνολικά, όσο και ειδικά στην ομάδα των XEN. Οι περισσότερες μεταδόσεις του ιού αποδίδονται και πάλι στη σεξουαλική επαφή, κυρίως σε αυτή μεταξύ ανδρών.
Τα περιστατικά HIV λοίμωξης, που έχουν δηλωθεί στο Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), παρουσιάζουν πτωτική τάση το πρώτο δεκάμηνο του 2015, συγκριτικά με τις αντίστοιχες περιόδους την τριετία 2011-2013. Πιο συγκεκριμένα, τους πρώτους δέκα μήνες του 2013 είχαν καταγραφεί 7,2 περιστατικά HIV λοίμωξης ανά 100.000 πληθυσμού, ενώ την αντίστοιχη περίοδο του 2015 ο ρυθμός δήλωσης έχει πέσει στο 6,2. Σε απόλυτους αριθμούς, μεταξύ Ιανουαρίου και Οκτωβρίου του 2015, δηλώθηκαν στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ 667 HIV λοιμώξεις, εκ των οποίων οι 590 (88,5%) αφορούσαν σε άνδρες και οι 77 (11,5%) σε γυναίκες.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΚΕΕΛΠΝΟ, μέχρι και την 31η Οκτωβρίου 2015 είχαν καταγραφεί 15.109 περιστατικά HIV λοίμωξης (82,7% άνδρες). Από το σύνολο των ατόμων αυτών, 3.732 εμφάνισαν AIDS και περίπου 7.700 βρίσκονται υπό αντιρετροϊκή θεραπεία. Ο συνολικός αριθμός των θανάτων ανέρχεται στους 2.562.

150 ΧΡΟΝΙΑ ΤΖΑΝΝΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ



Σχετική εικόνα



Ιδρύθηκε κατόπιν δωρεάς του εμπόρου ΝΙΚΗΤΑ ΤΖΑΝΝΗ ή ΤΖΑΝΝΕ από τα Κύθηρα, Δημότη Πειραιά.

Ο θεμέλιος λίθος ετέθη το 1864.

Λειτούργησε το 1873 ως Αδελφάτο και με το Ν. 1467/42 ως Ν.Π.Δ.Δ., ανεξάρτητο από το Ν.Π.Δ.Δ. του Δήμου Πειραιά.

Η μελέτη κατασκευής, η συγκρότηση και η λειτουργία του, έγινε με την φροντίδα του Πειραιώτη Καθηγητή της Φαρμακολογίας και Παθολογικής Ανατομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΦΕΝΤΟΥΛΗ.

Το 1927 λειτούργησε νέα πτέρυγα ως Μαιευτήριο.

Το 1934 ανεγέρθη νέα πτέρυγα, που λειτούργησε ως Χειρουργικό Τμήμα, το ΣΑΛΙΠΟΥΛΕΙΟ, δωρεάς Δημητρίου Σαλιπούλα.

Με το Ν.Δ. 2592/53, άρθρο 8 (περί Οργάνωσης της Ιατρικής Αντίληψης), αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ. υπό την επωνυμία ΤΖΑΝΕΙΟ- ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ (ΦΕΚ 254/53), που διέπεται από τις διατάξεις του Ν. Δ/τος όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα και από τις διατάξεις του Ν. 1397/83 Ε.Σ.Υ.

Το 1971 εγκαινιάσθηκε το νέο εξαόροφο σύγχρονο κτίριο, στη θέση του προηγούμενου Νοσοκομείου.

Από 27-5-1985 λειτουργούν τα Πολυϊατρεία Δραπετσώνας, δυνάμει της αριθμ. Α3α/666/12-1-1985 αποφάσεως του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας.

Με την αριθμ. Α3α/6529/7-4-1986, που συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με την αριθμ. Α3α/οικ. 12544/23-8-1988, Υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 218/86), έγινε  η σύσταση των δύο Κέντρων Υγείας Αίγινας και Γαλατά, με τα Περιφερειακά Ιατρεία τους, τα οποία, σύμφωνα με το Ν. 1397/83 υπάγονται Οργανικά και Διοικητικά στο Νοσοκομείο μας.

Από το 1986 μεταφέρθηκαν ορισμένα Τμήματα στο Κέντρο Μητέρας Παιδιού, το οποίο λειτουργεί ως παράρτημα του Νοσοκομείου, σε μισθωμένο οίκημα επί της οδού Γρ. Λαμπράκη 83.

Την 23-12-1986 έγινε η θεμελίωση του Νέου Κτιρίου των Τακτικών Εξωτερικών Ιατρείων και Γραφείων Διοίκησης και τον Ιούνιο του 1988 άρχισε η λειτουργία του. Την 12-12-1988 έγιναν τα εγκαίνια του.
Με την αριθμ. Α3α/οικ. 1065/1992 Υπουργική απόφαση, περί συμπληρώσεως και τροποποιήσεως του Οργανισμού του Νοσοκομείου (ΦΕΚ 132/2-3-1992), ορίζεται ως ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ - ΤΖΑΝΕΙΟ.

Την 15-5-1999 έγινε η θεμελίωση πενταόροφης Νέας Πτέρυγας στην θέση της παλαιάς (Σαλιπούλειο).

Με τον Ν.2889/2001 (Φ.Ε.Κ. 37/2-3-01) μετατράπηκε σε ανεξάρτητη αποκεντρωμένη μονάδα με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και υπάγεται στο Γ  Π.Ε.Σ.Υ. Αττικής

Η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα





Την 1η Δεκεμβρίου του 1913 η Κρήτη ενσωματώθηκε και επίσημα στο ελληνικό κράτος. Ακριβώς ένα μήνα νωρίτερα (1 Νοεμβρίου 1913), ο σουλτάνος Μεχμέτ ο 5ος είχε παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα επικυριαρχίας επί της μεγαλονήσου. Αιώνες αιμάτων και δακρύων στη μαρτυρική Κρήτη έβρισκαν επιτέλους την ιστορική τους δικαίωση.
Η επίσημη ανακήρυξη της ένωσης έγινε στα ηλιόλουστα Χανιά την Κυριακή 1η Δεκεμβρίου 1913, παρουσία του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, μέσα σε ιδιαίτερα πανηγυρικό κλίμα. «Η πόλις ηγρύπνησε στολιζομένη. Εορτάζει δε ο ουρανός, αποκατασταθείσης από της νυκτός της γαλήνης και ανατείλαντος εαρινού ηλίου. Οι δρόμοι παρουσιάζουν όψιν λειμώνων ευωδιαζόντων από τας μυρσίνας. Παντού είναι ανηρτημέναι Βυζαντιναί σημαίαι μεταξύ των κυανολεύκων. Συνωστίζονται παντού χωρικοί υψηλόκορμοι ζώσαι εικόνες του Θεοτοκοπούλου. Τα Κρητικόπουλα εις σμήνη κυκλοφορούν με τις φουφουλίτσες των. Από του Νικηφόρου Φωκά του εκδιώξαντος εκ Κρήτης τους Άραβας πρώτην φοράν Έλλην βασιλεύς αποβιβάζεται εις την νήσον» γράφει σε ανταπόκρισή της από τα Χανιά η αθηναϊκή εφημερίδα «Εστία». Οι εκδηλώσεις κορυφώθηκαν στις 11:50 το πρωί, όταν οι γηραιοί αγωνιστές Αναγνώστης Μάντακας, 94 ετών, και Χατζημιχάλης Γιάνναρης, 88 ετών, ύψωσαν την ελληνική σημαία στο φρούριο Φιρκά, ενώ την ίδια ώρα ερρίπτοντο 101 κανονιοβολισμοί από τα ναυλοχούντα ελληνικά πολεμικά πλοία.
Η Κρήτη περιήλθε ολοκληρωτικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 4 Οκτωβρίουτου 1669, όταν ο μέγας Βεζύρης Κιοπρουλής εισήλθε πανηγυρικά στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο), θέτοντας τέλος στην Ενετοκρατία στο νησί, που κράτησε 465 χρόνια (1204-1669). Παρά τη φυγή πολλών κατοίκων και την πληθυσμιακή αλλοίωση από τους νέους κατακτητές, οι Κρήτες ποτέ δεν έσκυψαν το κεφάλι στους Οθωμανούς. Το μαρτυρούν οι εξεγέρσεις του 1692 («Κίνημα του 1692») και του 1770 («Επανάσταση του Δασκαλογιάννη»).
Το 1821, οι Κρήτες συμμετείχαν στον εθνικό ξεσηκωμό, αλλά οι προσπάθειές τους δεν ευοδώθηκαν, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού Τούρκων και Τουρκοκρητικών στο νησί και της έλλειψης εφοδίων. Οι εξεγέρσεις κατά του κατακτητή συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση και πυκνότητα, το 1833 («Κίνημα των Μουρνιών»), το 1841 («Επανάσταση των Χαιρέτη και Βασιλογεώργη»), το 1858 («Κίνημα του Μαυρογένη»), την τριετία 1866-1869 («Μεγάλη Κρητική Επανάσταση»), το 1878 («Επανάσταση του 1878»), το1889 («Επανάσταση του 1889») και τη διετία 1897-1898 («Επανάσταση του 1897-1898»), οπότε η Κρήτη κέρδισε την αυτονομία της υπό τις

ευλογίες των Μεγάλων Δυνάμεων, μετά τις απίστευτες ωμότητες που διέπραξαν οι βαζιβουζούκοι (Τούρκοι άτακτοι) στο Ηράκλειο στις 25 Αυγούστου του 1898. Στις 2 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου και ο τελευταίος τούρκος στρατιώτης εγκατέλειπε το κρητικό έδαφος.
Η Κρήτη τέθηκε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων και την υψηλή μόνο επικυριαρχία του σουλτάνου. Από το 1898 έως το 1913 δημιουργήθηκε η Κρητική Πολιτεία, με αρμοστή τον έλληνα βασιλόπαιδα Γεώργιο και κυβέρνηση αποτελούμενη από πέντε χριστιανούς και ένα μουσουλμάνο (Οι μουσουλμάνοι αντιπροσώπευαν περίπου το 25% των κατοίκων της Κρήτης το 1900). Δεσπόζουσα μορφή εκείνης της περιόδου αναδείχθηκε ο νεαρός δικηγόρος Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος γρήγορα ήλθε σε σύγκρουση με τον Γεώργιο, εξαιτίας των υπερεξουσιών του. Η «Επανάσταση στον Θέρισο» (10 Μαρτίου 1905), που οργάνωσε ο Βενιζέλος ανάγκασε τον Γεώργιο σε παραίτηση και την ανάληψη της ύπατης αρμοστείας από τον ελλαδίτη πολιτικό Αλέξανδρο Ζαΐμη. Κύριο αίτημα των εξεγερμένων ήταν η άμεση ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Η νικηφόρα έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) για την Ελλάδα, εξαιτίας και της διορατικής πολιτικής του Έλληνα πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, επιτάχυνε τις εξελίξεις. Στις 30 Μαΐου 1913 ο παραπαίων σουλτάνος παραιτήθηκε όλων των δικαιωμάτων του στην Κρήτη με τη Συνθήκη του Λονδίνου (άρθρο 4), ενώ με ιδιαίτερη συνθήκη παραιτήθηκε και από την επικυριαρχία του στο νησί (1 Νοεμβρίου 1913). Η Κρήτη ήταν ελεύθερη και η ένωσή της με την Ελλάδα είχε πραγματοποιηθεί. Το Κρητικό Ζήτημα, που απασχόλησε επί μακρόν τη διεθνή πολιτική, είχε επιλυθει
Το 1923 με την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έφυγαν και οι τελευταίοι μουσουλμάνοι από την Κρήτη, οι περισσότεροι από τους οποίους εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Μικράς Ασίας. Από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας της νέας χιλιετίας, άρχισε να διαδίδεται μια φημολογία, κυρίως μέσω διαδικτύου, ότι το 2013 οι κάτοικοι της Κρήτης θα κληθούν να αποφανθούν με δημοψήφισμα εάν επιθυμούν το νησί να παραμείνει στην Ελλάδα ή να ανεξαρτητοποιηθεί, βάσει ενός μυστικού πρωτοκόλλου των συνθηκών παραχώρησής του στην Ελλάδα το 1913. Οι ειδικοί διαβεβαιώνουν και ο χρόνος έδειξε ότι επρόκειτο περί αστειότητος ή ευσεβούς πόθου κάποιων κύκλων.

















Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Απόστολος Ανδρέας


Apostol-Andrey-Pervozvannyj.jpg
Ο Ανδρέας (ή Ανδρεύς ή Ανδρείας) ήταν αδελφός του Σίμωνα Πέτρου[1]. Φέρει ελληνικό όνομα και καταγόταν από την πόλη Βηθσαϊδάτης Γαλιλαίας[2]. Οι γονείς του ονομάζονταν Ιωνάς ή Ιωάννης[3] και Ιωάννα. Με τον αδελφό του, Σίμωνα Πέτρο, μετερχόταν το επάγγελμα του ψαρά στη λίμνη της Τιβεριάδος. Η Καινή Διαθήκη ουσιαστικά σιωπά για το πρόσωπό του ενώ οι σχετικές παραδόσεις και θρύλοι πολλαπλασιάζονται από τον 3ο αιώνα και ιδιαίτερα κατά τον 8ο και 9ο αιώνα.
Ο Ανδρέας μαζί με τον αδελφό του τον Πέτρο ήταν οι πρώτοι που κλήθηκαν και ακολούθησαν τον Χριστό. Έτσι, ο Ανδρέας αποκαλείται και «Πρωτόκλητος». Η ιστορία της ζωής του Ανδρέα μέχρι την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη, υπήρξε σχεδόν ίδια με εκείνη των άλλων μαθητών. Μετά την Πεντηκοστή και το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, με τον αδερφό του Πέτροκαι άλλους μαθητές βρέθηκαν στη Σινώπη του Ευξείνου Πόντου και εκεί έδρασε ανάμεσα στους Εθνικούς και Ιουδαίους, έχοντας ως ορμητήριο μια νησίδα κοντά στη Σινώπη. Από τη Σινώπη ο Ανδρέας μαζί με το Ματθία και άλλους μαθητές πήγαν στην Αμισό(Σαμψούντα), όπου ίδρυσαν Εκκλησία. Αφού περιήλθε τις περιοχές του Πόντου, της Ιβηρίας και την Παρθία γύρισε στα Ιεροσόλυμαμάλλον το 34 μ.Χ. για να γιορτάσει το Πάσχα με τους λοιπούς μαθητές.
Στη δεύτερη πορεία του, μέσω της Αντιοχείας, πήγε στην Έφεσο, τη Λαοδίκεια της Φρυγίας, την Οδυσσούπολη της Μυσίας, στη Νίκαια και την ευρύτερη περιοχή της Βιθυνίας, τη Νικομήδεια, τη Χαλκηδόνα, την Άμαστρη, για να καταλήξει και πάλι στη Σινώπη. Αργότερα επισκέφτηκε τη Σαμψούντα και την Τραπεζούντα, τους Αλανούς, τους Ζηκχούς, τους Βοσπορινούς και τους Χερσονήτες για να επιστρέψει στη Σινώπη. Στη συνέχεια πέρασε από το Βυζάντιο, την Ηράκλεια της Θράκης, τη Μακεδονία και την Πελοπόννησο με τελικό σταθμό την Πάτρα. Με ορμητήριο την Πάτρα ο Ανδρέας κήρυττε σε όλη την Αχαΐα την εποχή που ήταν ανθύπατοι ο Λεσβίος και ο διάδοχος του Αιγεάτης. Εκεί η διδασκαλία του καρποφόρησε και με τις προσευχές του θεράπευσε θαυματουργικά πολλούς ασθενείς. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αιγεάτου, αφού τη θεράπευσε ο Απόστολος από τη βαριά αρρώστια που είχε, πίστεψε στο Χριστό. Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα και τον οδήγησε στο μαρτύριο με σταυρικό θάνατο, πιθανώς την εποχή του διωγμού του Νέρωνα. Το λείψανό του έθαψε με ευλάβεια ο πρώτος επίσκοπος Πατρών Στρατοκλής.
Στα μέσα του 4ου αιώνα, με ενέργειες του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου μεταφέρθηκε το Άγιο Λείψανο στον Ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη. Όταν οι Φράγκοι κατέκτησαν την Πόλη, το Λείψανο μεταφέρθηκε στην Ιταλία. Ήταν στις 26 Σεπτεμβρίου 1964, όταν η Τιμία Κάρα του Αποστόλου επιστράφηκε στην Πάτρα από τον Πάπα Παύλο και μετά από ενέργειες των Πατρινών και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μπροστά και δεξιά του Ναού, κοντά στο Άγιο Βήμα, βρίσκεται ο μαρμάρινος Τάφος του Αποστόλου. Οι δύο Ναοί του Πολιούχου της Πάτρας, Αγ. Ανδρέα αποτελούν Πανελλήνιο και Πανορθόδοξο προσκύνημα. Ο παλιός Ναός οικοδομήθηκε στο διάστημα 1836-1843 στη θέση όπου μαρτύρησε ο Απόστολος Ανδρέας. O νέος Ιερός Ναός του Αγίου Ανδρέα εγκαινιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 1974 από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σεραφείμ. Δίπλα στον παλιό Ναό είναι το πηγάδι του Αγίου Ανδρέα. Στη θέση του προϋπήρχε η πηγή της Δήμητρας στην οποία λειτουργούσε και μαντείο μόνο για αρρώστους. Η περιοχή της μαντικής πηγής ήταν ο τόπος όπου δίδασκε ο Απόστολος Ανδρέας. Σύμφωνα με την παράδοση δίπλα σ” αυτή την πηγή σταυρώθηκε.
Η παράδοση για χρήση χιαστού σταυρού κατά την θανάτωση του απόστολου Ανδρέα προέρχεται από τη Δύση και ανάγεται στο 10 με 12ο αιώνα. Η παράδοση που αναφέρει ότι σταυρώθηκε στην Πάτρα θεωρείται από κάποιους Δυτικούς "μεταγενέστερη και αναξιόπιστη"[4] ενώ από τους ίδιους κύκλους πιστεύεται ότι η παράδοση που θεωρεί ότι απόστολος Ανδρέας θεμελίωσε την εκκλησία του Βυζαντίου αποτελεί μεταγενέστερη επινόηση[5].
Η σκωτική παράδοση θεωρεί τον Ανδρέα προστάτη άγιό της από το 750 και θέλει το λείψανό του να μετακομίστηκε στη Σκωτία. Η σημαία των Πικτών και Σκώτων έφερε τον χιαστό Σταυρό, σύμβολο του μαρτυρίου του Αγίου Ανδρέα, ο οποίος μετά την ένωση της Σκωτίας με την Αγγλία συμπεριελήφθη στην Αγγλική σημαία. Υπάρχει επίσης αρχαία ρωσική παράδοση για την εισαγωγή του χριστιανισμού στην Ρωσία από τον Απόστολο Ανδρέα, καθώς θρυλείται ότι έφτασε κηρύττοντας μέχρι το Κίεβο.
Ο Απόστολος Ανδρέας είναι πολιούχος της Πάτρας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον τιμά ως ιδρυτή του και πρώτο επίσκοπο Βυζαντίου και στις 30 Νοεμβρίου, ημέρα μνήμης του, τελεί τη θρονική του εορτή.
Ο Άγιος Ανδρέας είναι προστάτης διαφόρων χωρών - τόπων, όπως: ΡωσίαςΕλλάδαςΟυκρανίαςΣικελίαςΑγίου Ανδρέα (ΤενερίφηςΙσπανίας), Αμάλφι (Ιταλίας), Κύπρου κ.ά..














Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Γιώργος Φούντας 1924 – 2010







Έλληνας ηθοποιός, που διακρίθηκε ιδιαίτερα στη μεγάλη οθόνη. Έπαιξε σε περισσότερες από 50 ταινίες και δημιούργησε τον δικό του κινηματογραφικό τύπο, του δυναμικού, παραδοσιακού, αλλά και με ευαισθησίες άνδρα. Η ατάκα του προς τη συμπρωταγωνίστριά του Μελίνα Μερκούρη «Φύγε, Στέλλα, κρατάω μαχαίρι!» («Στέλλα») παραμένει αξέχαστη.
Ο Γιώργος Φούντας γεννήθηκε στις 3 Ιουνίου 1924 στο Μαυρολιθάρι Φωκίδας. Μικρός, ήρθε με την πολυμελή οικογένειά του στην Αθήνα κι έζησε στη Ριζούπολη. Τελειώνοντας το Δημοτικό άρχισε να εργάζεται στο γαλατάδικο του πατέρα του στου Ψυρρή, αλωνίζοντας μ’ ένα ποδήλατο την Αθήνα. Φοιτά σε νυχτερινό σχολείο, παίζει μποξ και ποδόσφαιρο στην ΑΕΚ, αν και αργότερα θα γίνει γνωστός ως οπαδός του Παναθηναϊκού.
Ο κινηματογράφος πάντα τον γοήτευε και όταν του δόθηκε η ευκαιρία έλαβε μέρος στα δοκιμαστικά της ταινίας του Γιώργου Τζαβέλλα «Χειροκροτήματα» (1943). Κέρδισε ένα μικρό ρόλο, παίρνοντας το βάπτισμα του πυρός στη μεγάλη οθόνη. Στη συνέχεια σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δάσκαλο τον κορυφαίο έλληνα ηθοποιό Αιμίλιο Βεάκη.
Φαντάρος πραγματοποιεί την πρώτη του θεατρική εμφάνιση στο θέατρο «Περοκέ», με το «Νυφιάτικο τραγούδι» του Νότη Περγιάλη. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον θίασο Μουσούρη και τον θίασο της Κατερίνας. Αρχές του 1951 συναντά τον Φίνο και παίζει στη «Νεκρή Πολιτεία» του Φρίξου Ηλιάδη, που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών κι έκανε γνωστή στο διεθνές κοινό την πρωταγωνίστρια της Ειρήνη Παππά.
Την ίδια χρονιά συμμετέχει στο εμβληματικό νεορεαλιστικό δράμα του Γρηγόρη Γρηγορίου «Πικρό ψωμί» και το 1954 πρωταγωνιστεί στη «Μαγική Πόλη» του Νίκου Κούνδουρου, όπου γίνεται ευρύτερα γνωστός. Σταθμό στην καριέρα του αποτελεί το ερωτικό δράμα του Μιχάλη Κακογιάννη «Στέλλα» (1955). Η ατάκα «Φύγε, Στέλλα, κρατάω μαχαίρι!», που εκστόμισε στη συμπρωταγωνίστριά του Μελίνα Μερκούρη παραμένει κλασική. Η ταινία κέρδισε τη«Χρυσή Σφαίρα» καλύτερης ξένης ταινίας και ο Γιώργος Φούντας αρχίζει να γίνεται γνωστός και στο εξωτερικό. Ο κινηματογράφος, τώρα, αποτελεί την πρώτη του προτεραιότητα. Αφήνει το θέατρο, στο οποίο θα επιστρέψει χρόνια αργότερα.
Το 1960 ξανασυναντιένται με τη Μελίνα Μερκούρη στην ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή». Ξεχωριστή χρονιά ήταν το 1963, όταν τα «Κόκκινα Φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη φτάνουν ένα βήμα πριν από το Όσκαρ Ξένης Ταινίας (το χάνουν από το «8 ½» του Φελίνι). Τον ίδιο χρόνο γνωρίζει τη λυγερόκορμη χορεύτρια Χρυσούλα Ζώκα (1931-2015). Την ερωτεύεται κεραυνοβόλα και την παντρεύεται σε δεύτερο γάμο. Ο γιος του Πάνος έρχεται να συμπληρώσει την ευτυχία τους. Είχε αποκτήσει δύο ακόμη παιδιά από τον πρώτο του γάμο.
Το 1997 ολοκλήρωσε την κινηματογραφική του καριέρας, συμμετέχοντας στο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ της Βίκυ Πεζίρη «Οι Λεβέντες της Θάλασσας» για τους σφουγγαράδες της Καλύμνου. Στην κινηματογραφική του διαδρομή, που ξεπέρασε τον μισό αιώνα, ο Γιώργος Φούντας διακρίθηκε όχι μόνο για τον τρόπο που έπαιζε, αλλά και για τον τρόπο που αγκάλιαζε και φιλούσε τις συμπρωταγωνίστριές του στην οθόνη, κάτι που τον είχε καταστήσει αυθεντικό σύμβολο του σεξ, μακριά από το στιλ του ζεν πρεμιέ, ως ένα δυναμικό, παραδοσιακό, αλλά και με ευαισθησίες αρσενικό. Τιμήθηκε δύο φορές με το βραβείο α’ ανδρικού ρόλου του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στις ταινίες «Με τη Λάμψη στα Μάτια» (1966) και «Πυρετός στην Άσφαλτο» (1967).
Το 1973 έκανε το τηλεοπτικό ντεμπούτο με τη σειρά «Κατοχή», που ήταν η πρώτη διεθνής συμπαραγωγή της ελληνικής τηλεόρασης. Τα επόμενα χρόνια πρωταγωνίστησε σε δύο τηλεοπτικές σειρές («Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Γαλήνη»), που προβλήθηκαν από τη δημόσια τηλεόραση και άφησαν εποχή.
Ο Γιώργος Φούντας πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 2010, σε ηλικία 86 ετών. Την τελευταία δεκαετία της ζωής του έπασχε από τη νόσο του Αλτσχάιμερ.


















Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Μάχη του Γοργοποτάμου


Αποτέλεσμα εικόνας για γοργοποταμος

Η Μάχη του Γοργοποτάμου έγινε στις 25 Νοεμβρίου 1942 από αντιστασιακούς των οργανώσεων ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ, που συνεργάστηκαν υπό το συντονισμό Βρετανών πρακτόρων, εναντίον κυρίως ιταλικών και γερμανικών δυνάμεων που υπεράσπιζαν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή της γέφυρας, μια συμβολική επιτυχία της Αντίστασης που έδρασε ενωμένη. Ο στόχος της ήταν κυρίως ψυχολογικός και είχε συμβολική σημασία, αφού η μάχη του Ελ-Αλαμέιν είχε ήδη γίνει και η τύχη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Αφρική είχε πια καθοριστεί. Το 1982, με τον Νόμο 1285, η επέτειος της μάχης καθιερώθηκε ως ετήσιος πανελλαδικός εορτασμός της Εθνικής Αντίστασης.[1]
Ο Γοργοπόταμος έχει συνδεθεί με την Εθνική Αντίσταση εναντίον των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής. Στις 25 Νοεμβρίου του 1942 ενωμένες αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα και του ΕΛΑΣ του Άρη Βελουχιώτη, με συντονισμό από Βρετανούς πράκτορες της οργάνωσης SOE, ανατίναξαν την σιδηροδρομική γέφυρα του Γοργοποτάμου. Στην επιχείρηση έλαβαν μέρος 86 αντάρτες του ΕΛΑΣ, 52 του ΕΔΕΣ και 14 Αγγλοι κομάντος, ενώ την γέφυρα υπερασπιζόταν μία φρουρά αποτελούμενη από εκατό Ιταλούς στρατιώτες και πέντε Γερμανούς, οι οποίοι διέθεταν βαρύ οπλισμό. Η επιχείρηση της γέφυρας του Γοργοποτάμου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πράξεις αντίστασης στην κατεχόμενη Ευρώπη την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.[2]
Η καταστροφή της γέφυρας ήταν ένας από τους τρεις πιθανούς στόχους της αποστολής Χάρλινγκ (Operation Harling), που είχε σχεδιαστεί από το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Ο στόχος ήταν μία από τις γέφυρες Παπαδιάς, Ασωπού ή Γοργοποτάμου. Για την αποστολή Harling έπεσαν με αλεξίπτωτα δύο ομάδες στα τέλη Σεπτεμβρίου και μία ομάδα τον Οκτώβριο. Ηγέτες της αποστολής ήταν ο συνταγματάρχης Έντι Μάγιερς και ο ταγματάρχης Κρις Γουντχάους, οι οποίοι ήλθαν σε επαφή πρώτα με τον ΕΛΑΣ και τον Άρη Βελουχιώτη και στη συνέχεια με τον ΕΔΕΣ και τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Στις 12 Νοεμβρίου ο Ναπολέων Ζέρβας επικοινώνησε με τον Άρη Βελουχιώτη του ΕΛΑΣ και συναντήθηκαν στη

Νάρκη στο Γοργοπόταμο

Στις 29 Νοεμβρίου του 1964 περίπου 10.000 άτομα, κυρίως οπαδοί της Αριστεράς, συγκεντρώθηκαν στη σιδηροδρομική γέφυρα του Γοργοπόταμου, προκειμένου να παραστούν στην τελετή για τα 22 χρόνια από την ανατίναξή της από Βρετανούς κομάντος σε συνεργασία με δυνάμεις του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ. Η τελετή ήταν επεισοδιακή, καθώς αποδοκιμάστηκαν αξιωματικοί και πολιτικοί της Δεξιάς. Μετά την αναχώρηση των επισήμων και ενώ αποχωρούσε το πλήθος, η έκρηξη μίας νάρκης σκόρπισε τον θάνατο. Απολογισμός 13 νεκροί (ανάμεσά τους κι ένα κοριτσάκι 12 ετών, η Κική Λιακοπούλου από τον Δομοκό). Οι τραυματισμένοι έφτασαν τους 51, πολλοί ήταν σοβαρά, ενώ φέρετρα μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο Λαμίας για να εναποτεθούν σ' αυτά οι νεκροί. Το πόρισμα των ανακριτικών αρχών μιλούσε για έκρηξη παλιάς αμερικανικής νάρκης του τύπου που εχρησιμοποιείτο από το στρατό κατά τον Εμφύλιο, η οποία είχε τοποθετηθεί εκεί πριν από πολύ καιρό. Ωστόσο στα χρόνια που ακολούθησαν δεν εξασθένησαν οι υποψίες περί εσκεμμένης ενέργειας.[4] Βίνιανη, όπου του ζήτησε να συμμετάσχει στην επιχείρηση, ώστε να περαστεί το μήνυμα της συνεργασίας των αντιστασιακών δυνάμεων. Ο δύσπιστος αρχικά Βελουχιώτης, έπειτα από αρκετή ώρα, συμφώνησε και το βράδυ της 25ης προς 26η Νοεμβρίου έγινε η επίθεση για την κατάληψη της γέφυρας και στη συνέχεια η ανατίναξή της.[3]