Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Παλαιά Κοκκινιά








Η Παλαιά Κοκκινιά είναι ιστορική εργατική συνοικία στα βόρεια του δήμου Πειραιά και στο κέντρο του Πειραϊκού συγκροτήματος.
Ιστορικά είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον γειτονικό δήμο Νίκαιας, ο οποίος κατοικήθηκε αργότερα, γι'αυτό και ονομάστηκε Νέα Κοκκινιά ή απλά Κοκκινιά και στη συνέχεια Νίκαια. Οι δύο αυτές περιοχές σήμερα δεν πρέπει να συγχέονται, αν και έχουν κοινή ιστορία.

Οικισμός της περιοχής τον 19ο αιώνα

Ιερός Ναός Αγίων Αναργύρων - Παλαιά Κοκκινιά
Τμήμα της πλατείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρα σε Παλαιά Κοκκινιά
Το εκκλησάκι της Ευαγγελίστριας - Παλαιά Κοκκινιά
Πλατεία Δηλαβέρη
Στην περιοχή την εποχή της Τουρκοκρατίας οι Οθωμανοί είχαν νεκροταφείο που χρησιμοποιούσαν για δικό τους σκοπό ακόμα και μετά την απελευθέρωση το Τουρκικό νεκροταφείο αποτελούσε ιδιοκτησία του Τουρκικού κράτους και απαγορευόταν η χρήση του από τους Έλληνες, σήμερα χρησιμοποιείται σαν μουσείο. Η Παλαιά Κοκκινιά είναι μια από τις παλιότερες συνοικίες που κατοικήθηκαν στην περιοχή του Πειραιά από τα μέσα του 19ου αιώνα πολύ πριν έρθουν οι πρόσφυγες από την Σμύρνη και οι Αρμένιοι που αποτελούν τον κορμό του σημερινού πληθυσμού. Πρώτοι κάτοικοι της Παλαιάς Κοκκινιάς ήταν μεταφερόμενοι αγρότες από διάφορα Αρβανιτοχώρια της Αττικής όπως τα Σπάτα, το Μενίδι και τα Λιόσια εκεί βρήκαν το κόκκινο έδαφος της περιοχής κατάλληλο για τις καλλιέργειες και τα ζώα τους.
Η περιοχή εκείνη την περίοδο μέχρι τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα ήταν πολύ αραιοκατοικημένη με Αρβανίτικα καλύβια σε μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους, οι κάτοικοι είχαν τεράστιες εκτάσεις από χωράφια όπως και πολλές άμαξες γι'αυτό πήραν την ονομασία αραμπατζήδες. Οι πρώτοι κάτοικοι έχτισαν το δικό τους νεκροταφείο δίπλα από το παλιό Τουρκικό και το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων που σταδιακά επεκτάθηκε ώσπου μετατράπηκε στην σημερινή μεγαλοπρεπή εκκλησία στην γωνία της Οδού Αναργύρων και της 25ης Μαρτίου πολύ κοντά στον δήμο της Νίκαιας. Η δεύτερη εκκλησία που ανεγέρθη από τους νέους κατοίκους το 1868 το πανέμορφο Βυζαντινού ρυθμού εκκλησάκι του Αγίου Σωτήρα στην γωνία της Οδού Θηβών και της Οδού Αγίων Αναργύρων σε πολύ κοντινή απόσταση με το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων, σήμερα είναι μεγαλοπρεπής ναός σε μεγάλο πευκόφυτο χώρο την πλατεία Μεταμόρφωσης του Σωτήρα την κεντρική πλατεία της Παλαιάς Κοκκινιάς.

Αρμένιοι και Σμυρνιοί, οι νεώτεροι πρόσφυγες

Η μορφή του οικισμού άλλαξε από τις αρχές του 20ου αιώνα με τον μαζικό ερχομό των προσφύγων που ήταν Αρμένιοι και Έλληνες πρόσφυγες σχεδόν όλοι από την περιοχή της Σμύρνης. Πρώτοι ήρθαν οι Αρμένιοι μετά την σφαγή τους από τους Τούρκους την περίοδο (1916 - 1918) διασκορπίστηκαν σε διάφορες κατευθύνσεις, η πλειοψηφία όσων ήρθαν στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Παλαιάς Κοκκινιάς σε ακατοίκητες περιοχές που υπήρχαν βορειότερα από την θέση των παλιών κατοίκων. Οι Αρμένιοι πολύ εργατικοί είχαν σημαντική συμβολή στην ταχύτατη ανάπτυξη της περιοχής με μια ισχυρή κοινότητα στην οποία κατασκεύασαν Αρμενική Ορθόδοξη εκκλησία, Αρμενική Καθολική εκκλησία, Αρμενικό σχολείο, βιβλιοθήκες, θέατρο και ιατρεία. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή το 1922 ακολούθησε η εγκατάσταση των προσφύγων από την Σμύρνηαλλά επειδή η περιοχή ήταν ήδη κατοικημένη οι Σμυρνιοί εγκαταστάθηκαν στις ακατοίκητες περιοχές βορειότερα όπου ίδρυσαν δική τους συνοικία την Νέα Κοκκινιά που διαχωρίστηκε απο την Παλαιά Κοκκινιά, είναι ο σημερινός δήμος Νίκαιας.

Η Παλαιά Κοκκινιά σήμερα

Μετά την δεκαετία του 1930 σε συνδυασμό με το πασίγνωστο εργοστάσιο του Ρετσίνα λίγο νοτιότερο η περιοχή οικοδομήθηκε ταχύτατα και άναρχα, μετατρεπόμενη σε πυκνοκατοικημένη εργατική συνοικία. Η Οδός Θηβών ένας από τους σημαντικότερους οδικούς κόμβους σε ολόκληρη την Αττική που ξεκινά από το εργοστάσιο του Ρετσίνα διασχίζει την συνοικία στην μέση, υπάρχουν επιπλέον τα εκκλησάκια της Ευαγγελιστρίας και της Ανάστασης. Κέντρο της συνοικίας είναι η διασταύρωση της Οδού Θηβών με την Οδό Αναργύρων που υπάρχει η σύγχρονη εκκλησία του Σωτήρα, μεγάλο πάρκο, γήπεδα, αθλητικά κέντρα, το 14ο - 15ο Γυμνάσιο Πειραιώς και το 10ο - 11ο Λύκειο Πειραιώς. Στα νότια απέναντι από το εργοστάσιο του Ρετσίνα υπάρχει το μεγάλο άλσος Δηλαβέρη στο οποίο εδράζεται ο Αθλητικός Όμιλος Φοίνικας και πολύ πρόσφατα το (2014) εγκαινιάστηκε γήπεδο μπάσκετ.

Πηγές

  • Μεγάλο Πειραϊκό Λεύκωμα, Χρήστου Πατραγά, Εκδόσεις Μυτιληναίος, Πειραιάς, 2004
  • "Ιστορία του Πειραιώς απο του 1833 - 1882 έτους" υπο Παντελέοντος Καμπούρογλου, Βιβλιοθήκη Ιστορικών Μελετών
  • 15o Γυμνάσιο Πειραιά, Πολιτιστικά Προγράμματα Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Θέμα : "Παλαιά Κοκκινιά, Ένα ταξίδι στον χρόνο", Κωνσταντίνος Μπέλσης, Ευαγγελία Παππά, Πειραιάς 2008 - 2009.
  • Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά.










Ανδρέας Καρκαβίτσας 1865 – 1922






Έλληνας πεζογράφος, κύριος εκπρόσωπος του ηθογραφικού διηγήματος με τουςΑλέξανδρο Παπαδιαμάντη και Γεώργιο Βιζυηνό και ο κατ' εξοχήν εκπρόσωπος του νατουραλισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία. Πιο γνωστά έργα του είναι η συλλογή διηγημάτων Λόγια της Πλώρης και η νουβέλα Ο Ζητιάνος.
Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας γεννήθηκε το 1865 στα Λεχαινά Hλείας. Ήταν το μεγαλύτερο από τα έντεκα παιδιά του ρουμελιώτη Δημητρίου Καρκαβίτσα και της ντόπιας Άννας Σκαλτσά. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στη γενέτειρά του και δεκατριών χρόνων πήγε στην Πάτρα για γυμνασιακές σπουδές. Την περίοδο αυτή χρονολογείται ο άτυχος έρωτάς του για την Ιολάνθη Βασιλειάδη, από τη μορφή της οποίας θεωρείται πως εμπνεύστηκε για την ηρωίδα της Λυγερής (1896).
Το 1883 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε τον Δεκέμβριο του 1888. Στην Αθήνα σχετίστηκε με τον Κωστή Παλαμά, τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Η προκήρυξη του διαγωνισμού διηγήματος της Εστίας τον ώθησε στο χώρο της ηθογραφίας και ταξίδεψε σε χωριά της Ρούμελης για να συλλέξει λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία, τα οποία χρησιμοποίησε στα πρώτα έργα του. Το 1889 στρατεύτηκε και κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Μεσολόγγι γνώρισε τις άθλιες συνθήκες ζωής της ελληνικής υπαίθρου. Τις εντυπώσεις του κατέγραψε σε μια σειρά οδοιπορικών σημειώσεων, που αξιοποίησε στη νουβέλα του Ο ζητιάνος (1897).
Μετά τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας το 1891 δούλεψε ως γιατρός στο ατμόπλοιο Αθήναι, με το οποίο ταξίδεψε στη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα, τα 
παράλια της Μικράς Ασίας και τον Ελλήσποντο. Οι εμπειρίες του από την περίοδο αυτή της ζωής του περιέχονται στο ταξιδιωτικό ημερολόγιο Σ’ Ανατολή και Δύση και αξιοποιήθηκαν στην περίφημη συλλογή διηγημάτων του Λόγια της πλώρης (1899). Από τον Αύγουστο του 1896 και ως το 1921 υπήρξε μόνιμος αξιωματικός του ελληνικού στρατού, φθάνοντας ως το βαθμό του γενικού αρχίατρου (συνταγματάρχη). Από τη θέση αυτή συνέχισε να ταξιδεύει με συνεχείς μεταθέσεις, που επιδίωκε ο ίδιος (την έντονη αυτή επιθυμία του για τα ταξίδια ονόμαζε «αειφυγία»).
Ο Καρκαβίτσας υπήρξε μέλος της «Εθνικής Εταιρίας», που προωθούσε τη «Μεγάλη Ιδέα» και η ήττα του 1897 στάθηκε για τον Καρκαβίτσα πολύ μεγάλη απογοήτευση. Μέλος του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» το 1909, συμμετείχε στο κίνημα στου Γουδή, στράφηκε όμως στη συνέχεια εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως στρατιωτικός γιατρός και το 1916 αντιτάχτηκε στο βενιζελικό κίνημα της «Εθνικής Αμύνης», με αποτέλεσμα να τεθεί σε περιορισμό και να εξοριστεί στη συνέχεια στη Μυτιλήνη. Στο στράτευμα επανήλθε το 1920 και αποστρατεύτηκε δυο χρόνια αργότερα με δική του αίτηση.
Οι κακουχίες της εξορίας συνέβαλαν στον κλονισμό της υγείας του. Στις 22 Οκτωβρίου του 1922 άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στο Μαρούσι από φυματίωση του λάρυγγα. Σύντροφός του στα τελευταία χρόνια της ζωής του στάθηκε η Δέσποινα Σωτηρίου, την οποία εγκατέστησε γενική κληρονόμο του, με διαθήκη που συνέταξε τέσσερις ημέρες πριν από τον θάνατό του.
Η πεζογραφία του Καρκαβίτσα κινήθηκε αρχικά στο πλαίσιο της ειδυλλιακής ηθογραφίας, με αρκετά λαογραφικά στοιχεία και πέρασε σταδιακά προς τον ρεαλισμό, με στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού, με κορυφαία έκφραση τον Ζητιάνο (1897). Από τα ογδόντα, συνολικά, διηγήματά του σταθμός στάθηκε η συλλογή Λόγια της πλώρης (1899), ενώ στο τελευταίο έργο του Ο αρχαιολόγος (1904) προσπάθησε να λειτουργήσει διδακτικά, προβάλλοντας τις ιδέες του για μια γόνιμη σχέση των νεοελλήνων με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Γύρω στο 1905 η λογοτεχνική παραγωγή του παρουσίασε σημαντική κάμψη, που διάρκεσε ως το τέλος της ζωής του, με μοναδική εξαίρεση τη διετία 1918-1920, οπότε ξεκίνησε η ενασχόλησή του με τη συγγραφή σχολικών αναγνωσμάτων, σε συνεργασία με τον Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ.
Στο λογοτεχνικό έργο του Καρκαβίτσα κυριαρχεί η δημοτική γλώσσα στη μετριοπαθή της έκφραση. Η πορεία του στα γράμματα ξεκίνησε στο πλαίσιο της φθίνουσας περιόδου του Αθηναϊκού Ρομαντισμού. Από την περίοδο αυτή σώζονται χειρόγραφα από ποιητικά και πεζά έργα του στην καθαρεύουσα. Πολύ σύντομα, όμως, στράφηκε στη δημοτική και συνέβαλε στη διαμόρφωσή της χωρίς να υιοθετήσει τις ακρότητες του Ψυχάρη.




















Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

Η Μάχη των Γιαννιτσών




Η σπουδαιότερη σε σημασία μάχη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, που διεξήχθη στις 19 και 20 Οκτωβρίου 1912 στην τότε Γενιτσά (Γενιτζέ ι Βαρντάρ για τους Τούρκους) του σημερινού νομού Πέλλας, ανάμεσα στον ελληνικό στρατό υπό τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο και τον οθωμανικό στρατό υπό τον στρατηγό Χασάν Ταξίν Πασά. Η νίκη των ελληνικών όπλων άνοιξε διάπλατα το δρόμο για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (26 Οκτωβρίου).
Μετά την απροσδόκητη νίκη του στο Σαραντάπορο, ο ελληνικός στρατός διασφάλισε τον έλεγχο της Δυτικής Μακεδονίας και άρχισε να προελαύνει για την απελευθέρωση της Κεντρικής Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης. Προ του διαγραφομένου μεγάλου κινδύνου, ο τούρκος στρατηγός Χασάν Ταξίν Πασάς αποφάσισε να αντιτάξει την άμυνά του στην ιερή για τους ντόπιους μουσουλμάνους πόλη των Γιαννιτσών, επειδή εκεί είχε ταφεί ο Γαζή Εβρενός, ένας διακεκριμένος οθωμανός στρατηγός του 14ου αιώνα.
Η περιοχή παρείχε σημαντικά στρατιωτικά πλεονεκτήματα. Περικλειόταν βόρεια από το βουνό Πάικο και νότια από τη βαλτώδη λίμνη των Γιαννιτσών (αποξηράνθηκε το 1932), γνωστή από τον Μακεδονικό Αγώνα και από το μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα «Τα μυστικά του Βάλτου».
Στις 18 Οκτωβρίου ο στρατός του Ταξίν Πασά, αποτελούμενος από πέντε μεραρχίες ελλιπούς σύνθεσης (13 τάγματα πεζικού και 8 ίλες ιππικού) και επτά πυροβολαρχίες με 30 πυροβόλα, είχε οχυρωθεί σ’ ένα ύψωμα 130 μέτρων, από το οποίο μπορούσαν να ελέγχουν την πεδιάδα. Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο προελαύνων ελληνικός στρατός, αποτελούμενος από πέντε μεραρχίες και μία ταξιαρχία ιππικού, συνολικά γύρω στους 80.000 άνδρες, είχε μέτωπο προς τα βορειοανατολικά.
Το πρωί της 19ης Οκτωβρίου, η 2η και 3η Μεραρχία επιτέθηκαν μετωπικά κατά του εχθρού, ενώ η 4η και η 5η υπερκερωτικά εναντίον του δεξιού πλευρού του τουρκικού στρατού. Η κατά μέτωπον επίθεση παρακωλύθηκε από τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού, που εμπόδισαν τη διάβαση της γέφυρας Μπαλίντζα, επί της οδού Βοδενών (Έδεσσας) - Γενιτσών, που αποτελούσε και τη μοναδική διάβαση. Αλλά η επιτυχημένη υπερκέραση του εχθρού από τις δύο άλλες μεραρχίες έκριναν τελικά την έκβαση της μάχης.
Βλέποντας την επικείμενη περικύκλωση του στρατού του, ο Χασίν Ταξίν Πασάς διέταξε υποχώρηση και άφησε στο πεδίο της μάχης τις πυροβολαρχίες του κι ένα μικρό τμήμα πεζικού, για να παρενοχλούν τους επιτιθέμενους και να διευκολύνουν την υποχώρηση του κυρίου όγκου του στρατού του. Άλλα και η οπισθοφυλακή αυτή υποχώρησε προ του εφορμούντος ελληνικού στρατού, το πρωί της 20ης Οκτωβρίου, ολοκληρώνοντας την ήττα του τουρκικού στρατού. Η 1η Μεραρχία ανέλαβε την καταδίωξη του εχθρού, αλλά δεν κατόρθωσε να καταλάβει τις γέφυρες του Αξιού και να τον εγκλωβίσει μακριά από τη Θεσσαλονίκη.
Στις 11 το πρωί της 20ης Οκτωβρίου οι πρώτες ελληνικές μονάδες εισήλθαν στην πόλη των Γιαννιτσών, που είχε μικτό πληθυσμό, μουσουλμανικό και χριστιανικό (ελληνόφωνο και σλαβόφωνο). Αμέσως παρέδωσε στις φλόγες τη μουσουλμανική συνοικία της πόλης, ενώ άφησε άθικτη τη χριστιανική.
Στο τέλος της ημέρας, οι ελληνικές απώλειες είχαν ανέλθει σε 188 νεκρούς και 785 τραυματίες, ενώ οι τουρκικές σε 250 νεκρούς, 1.000 τραυματίες και 3.000 αιχμαλώτους. Στα ελληνικά χέρια περιήλθαν 11 κανόνια του εχθρού και πολεμικές σημαίες. Η μάχη των Γιαννιτσών έγινε κάτω από καταρρακτώδη βροχή και οι Έλληνες στρατιώτες χρειάστηκε πολλές φορές να πραγματοποιήσουν επιθέσεις με τις λόγχες για να καταλάβουν τις εχθρικές οχυρώσεις.
Την επομένη, αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος στην ημερήσια διαταγή του σημείωνε μεταξύ άλλων: «Η νίκη των Γιαννιτσών συμπληροί την του Σαρανταπόρου και αποτελεί δια τον Ελληνικόν Στρατόν νέον τίτλον τιμής και δόξης». Ο απεσταλμένος της αθηναϊκής εφημερίδας «Σκριπ» σχολίαζε ότι η «Μάχη των Γενιτσών δύναται να χαρακτηρισθή ως η μεγαλειτέρα, η πεισματωδεστέρα των μέχρι τούδε μαχών», ενώβασιλιάς Γεώργιος χαρακτήρισε την μάχη «πρωτοφανή εις μεγαλοπρέπειαν, πείσμα και ανδρείαν».





















Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Η ιστορία της Αλάσκας





Πολιτεία των ΗΠΑ στο βορειοδυτικό άκρο της Αμερικανικής Ηπείρου, με πρωτεύουσα την πόλη Τζούνο (30.987 κάτοικοι). Είναι η μεγαλύτερη σε έκταση (1.717.855 τ.χ.), η έκτη σε πλούτο (54.627 δολάρια κατά κεφαλήν εισόδημα) και η πιο αραιοκατοικημένη (0,42 κάτοικοι ανά τ.χ.). «Αλάσκα» στη γλώσσα των Εσκιμώων σημαίνει η «γη που δεν είναι νησί». Μεγαλύτερη και πιο γνωστή πόλη είναι το Άνκορεϊτζ (275.043 κάτοικοι), ενώ την Αλάσκα κατοικούν συνολικά 626.932 άνθρωποι.
Οι Ρώσοι ήταν αυτοί που έβαλαν πρώτοι πόδι στην Αλάσκα, στα μέσα του 18ου αιώνα, επωφελούμενοι της γειτνίασής της με τη Σιβηρία, από την οποία χωρίζεται με τον Βερίγγειο Πορθμό. Ασχολήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά με το εμπόριο της γούνας, παραμερίζοντας τους ιθαγενείς εσκιμώους Ινουίτ.
Ο οξύς ανταγωνισμός με τους Γάλλους και Άγγλους εμπόρους μείωσε βαθμιαία το ενδιαφέρον τους για την περιοχή. Μετά την ήττα των Ρώσων στον Κριμαϊκό Πόλεμο, το 1856, ο τσάρος έψαχνε τρόπους για να την ξεφορτωθεί. Προφανώς, ο φυσικός πλούτος της περιοχής ήταν άγνωστος στον Αλέξανδρο Β' και την κυβέρνησή του.
Η αμερικανική κυβέρνηση δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη, παρότι η χώρα επούλωνε τις πληγές της από τον αιματηρό Εμφύλιο Πόλεμο. Πρόλαβε Ισπανούς και Καναδούς και μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις με τους Ρώσους αγόρασε την Αλάσκα αντί 7,2 εκατομμυρίων δολαρίων, στις 30 Μαρτίου 1867.
Η είδηση της εξαγοράς προκάλεσε την αντίδραση του αμερικανικού τύπου, αλλά και μελών του Κογκρέσου. Οι εφημερίδες επιτέθηκαν με δριμύτητα στον υπουργό Εξωτερικών, Ουίλιαμ Σιούαρντ, που πρωτοστάτησε στη συμφωνία. Θεώρησαν παρανοϊκό να ξοδευτούν τόσα πολλά χρήματα για ένα έρημο και απόμακρο μέρος, μονίμως χιονισμένο. Η συμφωνία αγοράς επικυρώθηκε τελικά από το Κογκρέσο στις 9 Απριλίου 1867 και στις 18 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου η Αυτοκρατορική Ρωσία μεταβίβασε την κυριαρχία της Αλάσκας στις ΗΠΑ.
Ο χρόνος δικαίωσε πλήρως τον Σιούαρντ. Η Αλάσκα αποδείχθηκε ευλογημένη γη, με απίστευτο φυσικό πλούτο: χρυσό, πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ξυλεία και αλιεία.










Πανευρωπαϊκή Ημέρα κατά της Εμπορίας Ανθρώπων




Κάθε χρόνο στις 18 Οκτωβρίου λαμβάνει χώρα η Πανευρωπαϊκή Ημέρα κατά της Εμπορίας Ανθρώπων (EU Anti-Trafficking Day), με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να αναδείξει την ανάγκη για πιο αποτελεσματικά μέτρα στην πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, ενός από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Η εμπορία ανθρώπων, γνωστή και με τον αγγλικό όρο trafficking, έχει ως αντικείμενα κυρίως την εξαναγκαστική εργασία στην ιδιωτική οικονομία, τη σεξουαλική εκμετάλλευση και την αφαίρεση οργάνων και ιστών του σώματος. Είναι μια διεθνοποιημένη επικερδής επιχείρηση, με τζίρο 24 δισεκατομμυρίων ευρώ τον χρόνο. 
Έχει υπολογισθεί ότι κάθε χρόνο 21 εκατομμύρια άνθρωποι πέφτουν θύματα του trafficking, οι 800.000 στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

















Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά


Το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά είναι ένα νεοκλασικό κτήριο που χτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτοναΙωάννη Λαζαρίμου κι εγκαινιάστηκε στις 9 Απριλίου του 1895.[1] To θέατρο έχει χωρητικότητα 600 θέσεων[2] και βρίσκεται στο κεντρικότερο σημείο της πόλης του Πειραιά.[3]
Ειδικότερα για την εποχή που αποφασίστηκε να ανεγερθεί, στα τέλη του 19ου αιώνα, θεωρείται οραματική η ιδέα και μόνο της δημιουργίας ενός τέτοιου μεγέθους θεάτρου - οι κάτοικοι του Πειραιά το 1883, όταν λήφθηκε η σχετική απόφαση, έφθαναν μόλις τους 27.000 εκ των οποίων ζήτημα ήταν αν οι 200 θεωρούνταν μορφωμένοι και άλλοι τόσοι να γνώριζαν στοιχειώδη γραφή και ανάγνωση.[4]
Η απόφαση για την ανέγερση του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά πάρθηκε επί Δημάρχου Τρύφωνα Μουτζόπουλου και με Δημοτικό Συμβούλιο που το αποτελούσαν οι Ι. Μελετόπουλος, Α. Ζωγράφος, Σ. Αναστασόπουλος, Γ. Καψαμπέλης, Ι Χριστοφίδης, Γ. Βραχνός, Δ. Πικιώνης, Κ. Παναγιωτόπουλος, Α. Βολανάκης, Αρ. Σκυλίτσης, Α. Πεπεμούντας, Ι. Σκλαβούνος, Γ. Σεργόπουλος, Χ. Ριζιώτης, Α. Μανίνας, Α. Δαμάσκος και Β. Τσάτσης, το 1883, τελευταία χρονιά της δημαρχιακής περιόδου.
Στις επόμενες εκλογές (1883), Δήμαρχος αναδείχθηκε ο Αριστείδης Σκυλίτσης - Ομηρίδης με δημοτικούς συμβούλους τους Γ. Λυμπεράκη, Α. Μελετόπουλο, Β. Οριγώνη, Α. Δαμάσκο, Ι. Ζίζηλα, Ν. Χριστοφίδη, Γ. Ζωγράφο, Α. Αντωνιάδη, Κ. Βασιλειάδη, Α. Ρετσίνα, Ν. Παγκώστα, Γ. Λυμπεράκη, Χρ. Σταμόπουλο και Ι. Σκλαβούνο, οι οποίοι υιοθέτησαν το ζήτημα και επίσπευσαν τον ίδιο χρόνο τις σχετικές εργασίες επιψηφίζοντας δάνειο 200.000 δραχμών για την ανέγερση, προκηρύσσοντας σχετικές δημοπρασίες.
Στις 23 Οκτωβρίου του 1883 οι αθηναϊκές εφημερίδες αναδημοσιεύουν σχόλιο της πειραϊκής εφημερίδας "Σφαίρα" που πρώτη κοινοποίησε περιγραφή του εγκριθέντος τελικά σχεδίου του "αναγερθησομένου δημοτικού θεάτρου" του Πειραιά. Σύμφωνα με αυτήν
το μήκος του θέλει είναι 45 μέτρων, 34 δε το πλάτος και 30 το ύψος, διηρημένον ανά 10 μέτρα εις την σκηνήν τον υπ΄ αυτήν χώρον και τον υπέρ την σκηνήν. Θα περιέχη τρεις σειράς θεωρείων, εκάστην ανά 23 και υπερώον μετά τριών σειρών βαθμίδων, αμφιθεατρικώς. Ούτω θα δύναται να εμπεριλάβη ανέτως 1154, εν ανάγκη 1400 θεατάς. Έχει επτά εν συνόλω εξόδους, δύο δια τους εν τη σκηνή και πέντε δια τους εν πλατεία και τοις θεωρείοις. Η κεντρική δε του θεάτρου είσοδος έσται ευρεία και πολυτελής. Η θέρμανση αυτού θέλει γίνεσθαι κατά το σύστημα όπερ εφήρμοσαν εν θεάτρω της Βιέννης. Εν τω ισοπέδω της πλατείας θέλουσιν είναι, εις την διάθεσιν των θεατών, δύο ευρύχωρα καφενεία, υπεράνω δε αυτών, δια τους εν τοις θεωρείοις, δύο όμοιαι αίθουσαι. Έξωθεν επί των παροδίων του θεάτρου θέλουσι κατασκευασθή οκτώ αποθήκαι διατιθέμεναι υπό του Δήμου επί ενοικίω. Υπολογίζονται τα υπέρ αυτού κατά μέσον όρον ετησίως έσοδα εις 42.000 δραχμές, περίπου, το ποσόν δε τούτο προς 7% ανταποκρίνεται εις κεφάλαιον 600.000 δραχμών.
Έτσι ξεκίνησε η κατασκευή του μεγάλου και υπέροχου έργου στο οικόπεδο που χωροθετήθηκε επί δημαρχίας του Αρ. Σκυλίτση (1883-87) σε κεντρικό στην πλατεία Κοραή σε σχέδια που εκπόνησε ο Πειραιώτης αρχιτέκτονας Ι. Λαζαρίμος, καθηγητής του Πολυτεχνείου[5] με προϋπολογισθείσα δαπάνη 450.000 δραχμές που τελικά ανήλθε, παρά τις χαρακτηριστικές περικοπές της αρχιτεκτονικής πρόσοψης στο διπλάσιο, από τις οποίες οι 200.000 δραχμές είχαν διατεθεί μόνο για την εντυπωσιακή διακόσμηση.
Το όλο όμως οικοδόμημα δεν ολοκληρώθηκε στην ίδια δημαρχιακή περίοδο, αλλά μετά από δώδεκα χρόνια, επί δημαρχίας Θεοδώρου Ρετσίνα, το 1895.
Τελικά οι εργασίες ανέγερσης ολοκληρώθηκαν το 1895 και τα εγκαίνια αν και προγραμματίστηκαν για την Δευτέρα του Πάσχα του έτους εκείνου, έγιναν την Κυριακή του Θωμά στις9 Απριλίου 1895 στις 10.30 μετά "περισσής λαμπρότητος". Μετά την τελετή του Αγιασμού που τέλεσε ο αρχιμανδρίτης Ιερ. Βλαχάκης, έβγαλε πανηγυρικό λόγο ο Δήμαρχος Θ. Ρετσίνας και ακολούθησε απαγγελία από τον ποιητή Γ. Στρατήγη. Στο τέλος και μέχρι το απόγευμα η φιλαρμονική του Δήμου έπαιζε διάφορα από τα γνωστότερα μουσικά κλασικά κομάτια μπροστά στο χώρο του θεάτρου που είχε διαμορφωθεί ανάλογα ημικυκλικά έτσι ώστε να αράζουν οι "βικτώριες άμαξες" και τα λεγόμενα "Βιζ-α-βί", λεωφορεία της εποχής.

Περιγραφή

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Λεπτομέρειες της νεοκλασσικής πρόσοψης.
Μορφολογικά, το Δημοτικό Θέατρο εκπροσωπεί την αμιγή κλασικιστική παράδοση και είναι επηρεασμένο από τη γερμανική σχολή που εκπροσωπούσε ο Ερνέστος Τσίλλερ. Το κτίριο του θεάτρου είναι ορθογώνιου σχήματος, με διαστάσεις 34 Χ 45 μ. Η ήρεμη και σχετικά συντηρητική αισθητική[6] της όψης του τονίζεται από το πρόπυλο της κύριας εισόδου του, το οποίο αποτελείται από τέσσερεις κορινθιακούς κίονες και αέτωμα. Στη στέγη του κτιρίου υπάρχει δώμα με στέγη, η οποία έχει κι αυτή αέτωμα στην πρόσοψη.
Στο εσωτερικό, η πεταλόσχημη αίθουσα κοινού, με πλατεία, θεωρεία και εξώστες σε τέσσερα επίπεδα, έχει χωρητικότητα περίπου 1.300 θέσεων. Την αίθουσα φώτιζε τεράστιος πολυέλαιος (σώζεται και σήμερα) που λειτουργούσε με γκάζι. Για τους ηθοποιούς είχαν προβλεφθεί άνετα καμαρίνια και ένα πολυτελές καθιστικό. Η σκηνή του θεάτρου διασώζεται σχεδόν αλώβητη: θεωρείται ένα από τα ελάχιστα ανάλογα σωζόμενα δείγματα της εποχής μπαρόκ στην Ευρώπη. Έχει διαστάσεις 20 Χ 14 μ. και διαθέτει προσκήνιο και χώρο ορχήστρας. Γύρω από το πέταλο της αίθουσας βρίσκεται το διώροφο φουαγιέ, στο οποίο αρχικά δίνονταν χοροεσπερίδες φιλανθρωπικών συλλόγων και διάφορες εκθέσεις σπουδαίων ζωγράφων. Επίσης, το θέατρο φιλοξένησε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και τη Δημοτική Πινακοθήκη του Πειραιά.
Εξαιτίας της κλίμακας και της μνημειακής εμφάνισής του, το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά θεωρείται το κορυφαίο σωζόμενο ελληνικό θεατρικό κτίριο του 19ου αι.

Επισκευές - Αναστήλωση

Προς τιμή των εκάστοτε δημοτικών αρχόντων του Πειραιά που δεν παράλειψαν να δείχνουν το ενδιαφέρον τους για το αρχιτεκτονικό αυτό κόσμημα της πόλης, πολλές ήταν οι επισκευές, ανακαινίσεις, εξωραϊσμοί κ.λπ. προκειμένου να διατηρείται η πολιτισμένη και άψογη σύγχρονη κατά εποχή εμφάνισή του.
Το 1927 επί δημαρχίας Τ. Παναγιωτόπουλου έγιναν οι πρώτες επισκευές μετά από μεγάλες φθορές που είχε υποστεί όταν σ΄ αυτό είχε επιτραπεί με κυβερνητική τότε εντολή η εγκατάσταση οικογενειών προσφύγων από την Τουρκία. Τότε έγινε και η διαρρύθμιση της εξωτερικής πλατείας του θεάτρου.
Το 1946-1947 επί δημαρχίας Γ. Χαραλαμπόπουλου έγινε η δεύτερη μεγάλη επισκευή του θεάτρου.
Το 1952 επί δημαρχίας Γ. Ανδριανόπουλου το Δημοτικό Θέατρο απέκτησε σύγχρονες φωτιστικές και μηχανικές εγκαταστάσεις.
Το 1962 επί δημαρχίας Π. Ντεντιδάκη αντικαταστάθηκαν τα θορυβώδη ξύλινα καθίσματα της πλατείας του θεάτρου με βελούδινα.
Το 1968 επί δημαρχίας Αρ. Σκυλίτση έγινε ο ολοκληρωτικός εξωραϊσμός του θεάτρου (εξωτερικός και εσωτερικός) ως και του φουαγιέ.
Τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες αναστήλωσης. Το 1980, ανακηρύχθηκε με υπουργική απόφαση, προστατευόμενο μνημείο ως «έργο τέχνης». Υπέστη ζημιές από τους σεισμούς του 1981 και του 1999. Τον Ιανουάριο του 2006, το έργο της συνολικής εκ βάθρων (για πρώτη φορά) αποκατάστασης εντάχθηκε στα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα Αττικής (Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης) υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού. Κατά την επισκευή του θεάτρου εντοπίστηκαν παλαιότερα στοιχεία όπως και η αρχική ξύλινη σκηνή, μία εντυπωσιακή κατασκευή από τις λίγες σωζόμενες στην Ευρώπη, καθώς και τα εντυπωσιακού ανοίγματος ξύλινα ζευκτά της στέγης[7]. Οι εργασίες αποκατάστασης άρχισαν το 2008 και το έργο παραδόθηκε τον Οκτώβριο του 2013.[8

Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη της Φτώχειας









Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κήρυξε την 17η Οκτωβρίου «Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Φτώχειας» το 1993.
Ο ΟΗΕ και πολλές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις καλούν την παγκόσμια κοινότητα σε επαγρύπνηση για την εξάλειψη της φτώχειας και μας υπενθυμίζουν τις προσπάθειες για την επίτευξη ενός από τους «Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας», του φιλόδοξου προγράμματος του ΟΗΕ για τη μείωση της φτώχειας στο μισό ως το 2015.
Με βάση έκθεση του ΟΗΕ, ένα παιδί πεθαίνει κάθε τρία δευτερόλεπτα από τη φτώχεια, ενώ 1,2 δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα.
Στη χώρα μας, το 20% του πληθυσμού απειλείται σήμερα από τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, έναντι 15% που είναι ο μέσος κοινοτικός όρος. Η Κομισιόν κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι απειλούνται από τη φτώχεια κοινωνικές ομάδες, όπως οι άνεργοι, οι μονογονικές και πολύτεκνες οικογένειες και οι ηλικιωμένοι.
Σύμφωνα με υπολογισμούς της Ε.Ε, το όριο της φτώχειας ενός μονομελούς νοικοκυριού αντιστοιχεί σε ετήσιο εισόδημα 4.800 ευρώ, ενώ για ένα 4μελές νοικοκυριό ανέρχεται στα 10.800 ευρώ (τιμές 2002).






















ΜΙΚΡΟΛΙΜΑΝΟ



Αποτέλεσμα εικόνας για μικρολιμανο

Το Μικρολίμανο ή Φανάρι ή λιμένας Κουμουνδούρου, πρώην Τουρκολίμανο και στην αρχαιότητα Λιμένας Μουνιχίας, αποτελεί σήμερα τουριστική τοποθεσία και περιλαμβάνεται στην ευρύτερη συνοικία της Καστέλλας. Βρίσκεται στα βορειοανατολικά της Πειραϊκής χερσονήσου συνορεύοντας με την συνοικία του Νέου Φαλήρου. Σήμερα, λόγω των καφετεριών και των κέντρων νυχτερινής διασκέδασης έχει δώσει ώθηση στην εντατικοποίηση της νυκτερινής διασκέδασης.
Με το όνομα Φανάρι φέρονταν κατά τους βυζαντινούς χρόνους πιθανώς από την ύπαρξη φάρου ή φανού στην είσοδό του.Τουρκολίμανο λέγονταν από τους χρόνους της ελληνικής επανάστασης του 1821 και μετά, ενώ λιμένας Κουμουνδούρου λεγόταν στους νεότερους χρόνους επειδή στο νότιο άκρο του υπήρχε η έπαυλη του Κουμουνδούρου μετά την κατεδάφιση της οποίας ανεγέρθηκε οΝαυτικός Όμιλος Ελλάδος.
Το 1925 η ειδική επιτροπή που συστάθηκε τότε για την διόρθωση τοπωνυμιών και σημείων του Πειραιά ονομάτισε επίσημα τον λιμένα αυτόν επαναφέροντας την αρχαία ονομασία Λιμένας Μουνιχίας. Η νέα όμως ονομασία δεν κατάφερε να καθιερωθεί, λόγω του κακόηχου στη νεοελληνική, έναντι του επικρατέστερου Τουρκολίμανο μέχρι το 1967 όταν ο τότε δήμαρχος Αριστείδης Σκυλίτσης με απόφασή του καθιέρωσε το νέο όνομα Μικρολίμανο μετά και από παρασχεθείσα συνδρομή Υπηρεσιών (Ταχυδρομείου, Τηλεγραφείου κ.κλπ) που έπαψαν από τότε να εξυπηρετούν την περιοχή με προγενέστερη ονομασία.

Ο Λιμένας Μουνιχίας είναι ο τρίτος και μικρότερος φυσικός λιμένας του Πειραιά. Η σύγχρονη ονομασία του είναιΜικρολίμανο. Έχει ωοειδές σχήμα και βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του Πειραιά με θέα την είσοδο του Σαρωνικού.
Στην αρχαιότητα, όπως και οι άλλοι δύο λιμένες του Πειραιά, (Ζέας και τμήμα του Κεντρικού), χαρακτηριζόταν πολεμικός λιμένας (δηλαδή σημερινός ναύσταθμος) της αρχαίας Αθήνας. Γύρω από τη λιμενική λεκάνη, και σε απόσταση 60 μέτρων από την προκυμαία, υπήρχε περιφρακτικό τείχος για την προστασία των τότε δημοσίων λιμενικών εγκαταστάσεων. Δεν υπάρχουν λεπτομέρειες για την περίφρακτη αυτή λιμενική ζώνη. Ο λιμένας αυτός εισέδυε εντός του λόφου της Μουνιχίας εκ της οποίας και έλαβε το όνομά του παρέχοντας μεγάλη προστασία σε βόρειους, νότιους και δυτικούς ανέμους(¹).
Τότε είχε άνοιγμα εισόδου 37 μ., με ισχυρούς λιμενοβραχίονες, στά άκρα των οποίων υπήρχαν πύργοι που ενώνονταν με την περιτείχιση του Πειραιά. Ήταν λιμένας "κλειστός" όπως και οι άλλοι δύο λιμένες, δηλαδή από τους δύο πύργους κλείνονταν με ανελκόμενη κάθε φορά αλυσίδα. Έτσι ολόκληρος ο λιμένας αυτός βρισκόταν εντός των Πειραϊκών τειχών. Το ότι ο λιμένας Μουνιχίας ήταν πολεμικός, εξάγεται τόσο από επιγραφές που έχουν βρεθεί όσο και από ομολογία του Ισαίου. Το ότι ήταν μικρότερος των δύο άλλων το μαρτυρά ο μικρός αριθμός των νεωσοίκων που ήταν μόνο 82 (κατά επιγραφές που βρέθηκαν). Οι νεώσοικοι αυτοί που ήταν γύρω από τον λιμένα είχαν μήκος ο καθένας 37 μ. και πλάτος 6,25 μ. και καταλάμβαναν κατά πλευρά μήκος προκυμαίας 512 μ., (το συνολικό μήκος της ήταν περίπου 600 μ.). Το υπόλοιπο τμήμα θα πρέπει να θεωρείται ως αναγκαίος χώρος επισκευών και ναυπήγησης των αρχαίων πολεμικών σκαφών. Στο χώρο αυτό θα πρέπει να φανταστούμε ότι θα πρέπει να υπήρχαν αποβάθρες ή τα λεγόμενα τότε "χώματα" για την απο-επιβίβαση των πληρωμάτων και την φορτοεκφόρτωση υλικών.
Επί της παραλίας του λιμένα Μουνιχίας φαίνεται πως υπήρχε κτίσμα αποθήκης υλικού (²), ως ένα είδος μικρής Σκευοθήκης για την εξυπηρέτηση των αναγκών των πλοίων. Στον λιμένα αυτό λιμενίζονταν τα αρχαία "ιερά πλοία" όπως η Πάραλος, η Σαλαμινία κ.α. κατά τις γιορτές των Μουνιχίων. Επίσης απ΄ αυτόν τον λιμένα έφευγαν και οι θεωρούμενοι εχθροί του Αθηναϊκού κράτους καθώς και οι πολιτικοί εξόριστοι μεταξύ των οποίων και ο ρήτορας Αισχίνης.
Σημειώνεται πως στη θέση του λιμένα της Μουνιχίας, οι σύγχρονοι πρώτοι ερευνητές τοποθετούσαν το Φάληρο. Τη γνώμη αυτή υποστήριξαν με φανατισμό εκτός των ξένων ιστορικών αρχαιολόγων και πολλοί Έλληνες. Σήμερα η άποψη αυτή δεν υποστηρίζεται από κανέναν. Τελευταίος υποστηρικτής εκείνης της άποψης ήταν ο Perret G. το 1887 που αποπειράθηκε να ορίσει έτσι ως λιμένα Μουνιχίας τον λιμένα Ζέας, η γνώμη όμως αυτή ως τελείως αστήρικτη έμεινε άνευ συνέχειας.


















Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Το «θαυματουργό» νερό του Καματερού



Ο Γιώργος Kαματερός έκανε την εμφάνιση του στην επικαιρότητα στις αρχές Φεβρουαρίου του 1976, υποστηρίζοντας ότι ανακάλυψε το φάρμακο κατά του καρκίνου. Ο 36χρονος τότε δικηγόρος άρχισε να μοιράζει με βυτιοφόρα το ιαματικό νερό που υποτίθεται έφερνε από την Κω, στις γειτονιές της Αθήνας και λίγες μέρες αργότερα στην επαρχία.
Το θέμα άρχισε να αποκτά μεγάλες διαστάσεις, παρά τις αντιδράσεις του ιατρικού κόσμου, αφού πολλές από τις εφημερίδες της εποχής -με προεξάρχοντα Τα Νέα- στήριζαν με τη στάση τους τον Kαματερό και την ομάδα του. Στο φαινόμενο αυτό, από τις απογευματινές εφημερίδες αντιστάθηκαν η Ελευθεροτυπία και η Εστία και από τις πρωινές η Καθημερινή, η Αυγή και ο Ριζοσπάστης.
Οι αναλύσεις των επιστημονικών ιδρυμάτων, όμως, ανέφεραν συνεχώς ότι πρόκειται για απλό νερό χωρίς καμιά θεραπευτική ιδιότητα, ενώ ο Kαματερός υποστήριζε ότι το μυστικό κρύβεται στη σκόνη πετρωμάτων που προσέθεταν οι συνεργάτες του. Το πιο τραγικό γεγονός της περιόδου εκείνης αποκαλύφθηκε από την Ελευθεροτυπία στις 19 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς. Οι γονείς 18 παιδιών που νοσηλεύονταν με λευχαιμία και κακοήθεις όγκους στο νοσοκομείο «Aγλαΐα Kυριακού», σταμάτησαν την κλασική θεραπεία και έδιναν στα παιδιά το νερό του Kαματερού. Ως αποτέλεσμα, ένα από τα παιδιά πέθανε και η κατάσταση των υπολοίπων παρουσίασε επιδείνωση.
H αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει, αλλά ο Kαματερός απτόητος οργάνωνε συγκεντρώσεις και πορείες με εκατοντάδες οπαδούς του, ενώ εμφανιζόταν και ως πολιτικός ηγέτης. Οι συνεχείς αναλύσεις όμως αποδείκνυαν ότι το νερό αυτό όχι μόνο ήταν ψεύτικο, αλλά και επικίνδυνο, αφού περιείχε ραδιενέργεια 35-38%. Στις 30 Μαρτίου του 1976 η κατανάλωσή του απαγορεύτηκε επισήμως.
Μετά τις δικαστικές περιπέτειες, ο Kαματερός έφυγε για ένα διάστημα στο εξωτερικό και στη συνέχεια ασχολήθηκε με επιχειρήσεις. 22 χρόνια αργότερα, επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κω, όπου στις 6 Μαΐου του 1998, μη μπορώντας τα αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα, έβαλε τέλος στη ζωή του.
















Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Οι Ιππότες του Ναού (Ναΐτες)






Μέλη του στρατιωτικοθρησκευτικού τάγματος του Ναού τού Σολομώντος, οι οποίοι έφεραν και την ονομασία Ακτήμονες Ιππότες του Χριστού και του Ναού του Σολομώντος. Κατηγορήθηκαν για αποκρυφιστικές μυητικές τελετές (θεωρούνται πρόδρομοι των Μασόνων), ενώ συνεισέφεραν σημαντικά στην εξέλιξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Το τάγμα των Ναϊτών ιδρύθηκε από τον Ούγο ντε Πεν (1070-1136) και εννέα άλλους γάλλους ιππότες στην Παλαιστίνη, αμέσως μετά την Α' Σταυροφορία (1119), σύμφωνα με τα ιπποτικά πρότυπα του δυτικού μοναχισμού της εποχής. Σκοπός της ίδρυσής του ήταν η προστασία των ιερών προσκυνημάτων και των προσκυνητών από πιθανές επιθέσεις μουσουλμάνων.
Ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, Βαλδουίνος Β’, τους παραχώρησε μία πτέρυγα του παλατιού, που βρισκόταν κοντά στον παλαιό Ναό του Σολομώντος, για να οργανώσουν τη δράση τους. Ο αρχηγός του τάγματος ονομαζόταν μέγας μάγιστρος, τα δε μέλη διακρίνονταν σε τέσσερις τάξεις: ιππότες, αξιωματούχοι, εφημέριοι κληρικοί και υπηρέτες.
Όλα τα μέλη του τάγματος έδιναν όρκους πτωχείας και εγκράτειας και όφειλαν αυστηρή υπακοή στις εντολές στους προϊσταμένους τους. Μόνο η τάξη των ιπποτών έφερε τα επίσημα διάσημα του τάγματος, ενώ το επίσημο ένδυμα των Ναϊτών καθορίστηκε από τον Πάπα το 1148 σε χρώμα λευκό με επίχρυσο σταυρό.
Η υποστήριξη των Ναϊτών από τον περίφημο Άγιο Βερνάρδο του Κλερβό, ο οποίος εγκωμίασε την ιερότητα του σκοπού και τις αρετές τους, ευνόησε την ανάπτυξη του τάγματος. Σε περιόδους ακμής τα μέλη του έφταναν και τις είκοσι χιλιάδες. Το 1139 πέτυχαν να εξαιρεθούν από τη δικαιοδοσία των τοπικών επισκόπων και να υπαχθούν απευθείας στην αυθεντία του Πάπα, αυξάνοντας έτσι τη δύναμη και την επιρροή τους στη Δύση.
Η σταδιακή αύξηση της περιουσίας τους στην Παλαιστίνη, εξαιτίας της προστασίας που προσέφεραν στους προσκυνητές και της ανάπτυξης μιας μορφής τραπεζικού συστήματος, καθώς και οι προσφορές των πλούσιων προσκυνητών, υπήρξαν οι βασικοί για την ευρύτερη ακτινοβολία τους. Βασιλείς και ευγενείς της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Αγγλίας και των άλλων χριστιανικών κρατών της Δύσης παραχώρησαν στους Ναΐτες φρούρια, περιοχές και κτήρια για την ενίσχυση της δραστηριότητάς τους.
Η οικονομική και η στρατιωτική τους δύναμη αποτελούσαν εγγύηση για τις τραπεζικές τους δραστηριότητες, οι οποίες κάλυπταν όχι μόνο τους προσκυνητές, αλλά και πολλούς ευγενείς των χριστιανικών κρατών, σε μία εποχή που απαγορευόταν στους χριστιανούς να δανείζουν με τόκο. Η συσσώρευση πλούτου και δύναμης απομάκρυνε σταδιακά τους Ναΐτες από τους ιδρυτικούς σκοπούς του τάγματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Ναΐτες ανέλαβαν επανειλημμένα την οικονομική ενίσχυση του βασιλιά της Γαλλίας με σοβαρά πάντοτε ανταλλάγματα, αλλά και με συνεχή διόγκωση της δυσφορίας έναντι των οικονομικών τους δραστηριοτήτων.
Η αποκατάσταση της αραβικής κυριαρχίας στην Παλαιστίνη ανάγκασε τους Ναΐτες να καταφύγουν στην Κύπρο και να αναπτύξουν συστηματικότερα τις τραπεζικές τους φιλοδοξίες, οι οποίες αποχρωμάτισαν τον θρησκευτικό χαρακτήρα του τάγματος. Οι φήμες για την εισαγωγή αποκρυφιστικών μυητικών τελετών προβλημάτισαν ακόμη και τον παπικό θρόνο.
Ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος Δ' ο Ωραίος, που ήταν καταχρεωμένος στους Ναΐτες, αποφάσισε να προχωρήσει στη διάλυση του τάγματος και τη δήμευση της περιουσίας του στη Γαλλία για να μην πληρώσει τα χρέη του. Στις 13 Οκτωβρίου 1307 συνέλαβε τα ηγετικά μέλη των Ναϊτών ως αιρετικά και τα υπέβαλε σε βασανιστήρια, προκειμένου να αποκαλύψουν άνομες πράξεις, όπως λατρεία του Σατανά, παιδεραστία, ποδοπάτημα του Τιμίου Σταυρού και κατοχή απόκρυφων δυνάμεων. Ο Φίλιππος είχε σύμμαχό του τον γαλλικής καταγωγής Πάπα Κλήμη Ε', ο οποίος με τη βούλα «Vox In Excelsio» της22ας Μαρτίου 1312, αποφάσισε την επίσημη διάλυση του Τάγματος.
Η αυλαία της δράσης των Ιπποτών του Ναού έπεσε στις 19 Μαρτίου 1314, όταν ο Μέγας Μάγιστρος Ζακ Ντε Μολέ κάηκε στην πυρά ως αιρετικός. Λέγεται ότι προτού ξεψυχήσει καταράστηκε τον βασιλιά και τον Πάπα. Η κατάρα του «έπιασε» και ο μεν Κλήμης πέθανε τον επόμενο μήνα, ο δε Φίλιππος οκτώ μήνες αργότερα.
Έχει υποστηριχθεί από λάτρεις της συνωμοσιολογίας, ότι μέλη των Ναϊτών, που διέφυγαν από τους διωγμούς στη Γαλλία, κατέφυγαν στη Σκωτία, όπου διατήρησαν αναμμένη την σπίθα του Τάγματος, μέσα από τις γραμμές του Ελευθεροτεκτονισμού (Μασονίας) και από ξεχωριστές μυστικές οργανώσεις, όπως οι σύγχρονες Templar Research Institute και CIRCES International Inc. Έχοντας μάθει να χειραγωγούν την εξουσία και να διαχειρίζονται αριστοτεχνικά τον πλούτο, οι Ναΐτες βρίσκονται στο υπόβαθρο της Δυτικής κοινωνίας και απλώς περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να αποκαλυφθούν και να δείξουν την πραγματική τους δύναμη. 

















Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Το τέλος της γερμανικής κατοχής



Πλήθος κόσμου πανηγυρίζει στην Πλατεία Συντάγματος
12 Οκτωβρίου 1944. Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό Πέμπτης, όταν οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα, καλώντας τους Αθηναίους να ξεχυθούν στους δρόμους και να πανηγυρίσουν το τέλος της γερμανικής κατοχής. Ως τις 3 Νοεμβρίου ο τελευταίος Γερμανός (και Βούλγαρος) στρατιώτης είχε αποχωρήσει από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Η αντίστροφη μέτρηση για την αποχώρηση των Γερμανών και των συμμάχων τους Βουλγάρων από την Ελλάδα είχε σημάνει λίγους μήνες νωρίτερα, στις 6 Ιουνίου, όταν οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Νορμανδία και άρχισαν να περισφίγγουν τον κλοιό γύρω από τη Γερμανία μαζί τους προελαύνοντες Σοβιετικούς από την ανατολική πλευρά. Ήταν φανερό ότι οι ημέρες της Ναζιστικής Γερμανίας ήταν μετρημένες.
Στο χρονικό διάστημα μέχρι την απελευθέρωση είχαν ενταθεί οι πολιτικές διαβουλεύσεις για τη μετακατοχική κατάσταση στην Ελλάδα. Από την πλευρά τους, οι Γερμανοί έψαχναν παρασκηνιακά τρόπους ασφαλούς αποχώρησής τους από τη χώρα μας. Από τις 26 Απριλίου 1944 της ελληνικής εξόριστης κυβέρνησης ηγείτο ο Γεώργιος Παπανδρέου, οι Άγγλοι όμως ήταν αυτοί που κινούσαν τα νήματα. Με τις συμφωνίες Λιβάνου (17-20 Μαΐου 1944) και Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944) οι ανταρτικές ομάδες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ είχαν τεθεί υπό τις διαταγές της κυβέρνησης Παπανδρέου, που είχε εμπλουτισθεί και με στελέχη του ΕΑΜ.
Οι Γερμανοί άρχισαν να αποχωρούν σταδιακά από την Αθήνα από το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου με κατεύθυνση προς Βορρά. Στις 8 το πρωί της 12ης Οκτωβρίου, οι ελάχιστοι Γερμανοί που είχαν απομείνει στην Αθήνα, συγκεντρώθηκαν στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Εκεί, σε μία πρόχειρη όσο και βιαστική τελετή, ο επικεφαλής των κατοχικών δυνάμεων, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι, συνοδευόμενος από τον κατοχικό δήμαρχο Αθηναίων Άγγελο Γεωργάτο, κατέθεσε στεφάνι.
Το μόνο που απέμενε ήταν η υποστολή της ναζιστικής σημαίας από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Ένας Γερμανός στρατιώτης κατέβασε τη σβάστικα χωρίς καμία επισημότητα στις 9:15 το πρωί, την πήρε υπό μάλης και αποχώρησε με σκυμμένο το κεφάλι, σηματοδοτώντας το τέλος της γερμανικής κατοχής που διήρκεσε 1.625 μέρες και την αρχή ενός τρελού πανηγυριού στους δρόμους της Αθήνας.
Χιλιάδες κόσμου με τη γαλανόλευκη στα χέρια αλληλοασπάζονταν, αναφωνώντας «Χριστός Ανέστη», παιδιά σκαρφάλωναν στις οροφές των τραμ, ενώ απ' άκρη σ' άκρη αντηχούσε ο Εθνικός Ύμνος. Μετά από τριάμισι χρόνια δουλείας και σκλαβιάς οι Αθηναίοι ανάπνεαν για πρώτη φορά τον μεθυστικό αέρα της λευτεριάς.
Στις έξι ημέρες που πέρασαν μέχρι την άφιξη της κυβέρνησης στην Αθήνα, την εξουσία ασκούσε τριμελής επιτροπή, αποτελούμενη από τους Θεμιστοκλή Τσάτσο, Φίλιππο Μανουηλίδη και Γιάννη Ζεύγο, συνεπικουρούμενη από τον διοικητή της Αστυνομίας Αθηνών, Άγγελο Έβερτ. Δύο ημέρες αργότερα άρχισαν καταφθάνουν στην πρωτεύουσα δυνάμεις του 3ου Σώματος του βρετανικού στρατού υπό τον αντιστράτηγο Ρόναλντ Σκόμπι, που έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τους Αθηναίους.
Στις 18 Οκτωβρίου έφτασε στην Αθήνα ο Γεώργιος Παπανδρέου και η κυβέρνησή του. Την ίδια ημέρα, ο πρωθυπουργός σε μία συγκινητική τελετή ύψωσε την ελληνική σημαία στην Ακρόπολη και στη συνέχεια μίλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος που είχε γεμίσει ασφυκτικά την πλατεία Συντάγματος από τον εξώστη του Υπουργείου Οικονομικών.
Σε μία αριστοτεχνικά δομημένη ομιλία του εξήγγειλε τις προθέσεις της κυβέρνησής του, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, την ανάγκη να ικανοποιηθούν οι εθνικές διεκδικήσεις, να αποκατασταθεί η λαϊκή κυριαρχία, να επιλυθεί το πολιτειακό ζήτημα μετά από ελεύθερο δημοψήφισμα και να τιμωρηθούν οι συνεργάτες των κατακτητών. Το πλήθος, που συχνά τον διέκοπτε με συνθήματα υπέρ του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, υποδέχθηκε τις εξαγγελίες του με κραυγές και ιαχές υπέρ της λαοκρατικής δημοκρατίας. Ο Παπανδρέου, που ήταν αναγκασμένος να ακροβατεί συνεχώς μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, απάντησε με τη χαρακτηριστική φράση που έμεινε στην ιστορία: «Πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν».
Όμως, οι χαρές και τα πανηγύρια για την απελευθέρωση κράτησαν μόνο 53 ημέρες. Στις αρχές Δεκεμβρίου τα όπλα θα αντηχήσουν ξανά στους δρόμους της πρωτεύουσας, αλλά αυτή τη φορά θα είναι στραμμένα κατά αδελφών («Δεκεμβριανά»).