Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Γεώργιος Κουντουριώτης 1782 – 1858




Υδραίος καραβοκύρης και πολιτικός κατά την Επανάσταση του 1821 και κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα. Διετέλεσε Πρόεδρος του Εκτελεστικού (πρωθυπουργός) από τις 6 Ιανουαρίου 1824 έως τις 12 Απριλίου 1826 και Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου (πρωθυπουργός) από τις 8 Μαρτίου έως τις 15 Οκτωβρίου 1848. Συνεισέφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για τις ανάγκες του Αγώνα, αλλά διέπραξε σημαντικά πολιτικά σφάλματα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.
Ο Γεώργιος Κουντουριώτης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1782 και ήταν γιος του έμπορου Ανδρέα Κουντουριώτη (? - 1799) και της Μαρίας Κοκκίνη, κόρης του πλούσιου έμπορου Λάζαρου Κοκκίνη. Το πραγματικό επώνυμο της οικογένειάς του, που είχε αρβανίτικη καταγωγή, ήταν Ζέρβας. Το «Κουντουριώτης» ήταν παρατσούκλι, που επικράτησε τελικά ως οικογενειακό επώνυμο. Το έδωσαν οι συντοπίτες του σ’ ένα μέλος της, τον Χατζηγιώργη Ζέρβα, που έζησε για μεγάλο διάστημα στα Κούντουρα Μεγαρίδας και μετά την επιστροφή του στην Ύδρα εξακολουθούσε να φορά την τοπική ενδυμασία του χωριού.
Μετά τη δολοφονία του πατέρα του το 1799, ο Γεώργιος Κουντουριώτης, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Λάζαρο, ασχολήθηκε με το εμπόριο και τον εφοπλισμό. Κατά τις παραμονές της Επανάστασης του 1821 η οικογένειά τους διέθετε τα μισά από τα εμπορικά πλοία της Ύδρας και ο ίδιος εθεωρείτο ο πιο πλούσιος Έλληνας της εποχής του.

Στα χρόνια της Επανάστασης

Όπως και οι περισσότεροι καραβοκύρηδες της Ύδρας, ο Κουντουριώτης θεωρούσε πρόωρη και παρακινδυνευμένη την έκρηξη της Επανάστασης. Όταν, όμως, ξεσηκώθηκε ο λαός του νησιού στις 27 Μαρτίου 1821, υποχρεώθηκε να προσχωρήσει και μάλιστα να ανεχθεί τη βραχύβια λαϊκή εξουσία που εγκαθίδρυσε ο πλοίαρχος Αντώνης Οικονόμου και να διαθέσει μεγάλα ποσά και τα πλοία του για τις ανάγκες του Αγώνα.
Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, αν και υστερούσε σε ηγετικά προσόντα έναντι του αδελφού του Λάζαρου, διακρίθηκε στην πολιτική. Συμμετείχε ως πληρεξούσιος της Ύδρας στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823), στη Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) και στη Δ’ Εθνοσυνέλεση του Άργους (1829).
Στο πολιτικό προσκήνιο εμφανίστηκε στα τέλη του 1823, όταν είχαν ξεσπάσει οι εμφύλιες συγκρούσεις ανάμεσα στους επαναστατημένους Έλληνες. Με προτροπή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου έγινε μέλος του νέου Εκτελεστικού (κυβέρνησης) στις 19 Δεκεμβρίου και στις 6 Ιανουαρίου 1824 ανέλαβε επίσημα την προεδρία του σώματος.
Χρησιμοποιώντας τα χρήματά του, καθώς και την πρώτη δόση των αγγλικών δανείων, απέκτησε ουσιαστική υπεροχή έναντι των αντιπάλων του. Στις 12 Ιουνίου 1824 και αφού είχαν προηγηθεί αιματηρές αδελφοκτόνες συγκρούσεις, η κυβέρνησή του εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Μεγάλο μέρος των χρημάτων από τα δάνεια κατασπαταλήθηκαν στις εμφύλιες συγκρούσεις, στην ικανοποίηση απαιτήσεων των πολιτικών του φίλων, καθώς και μελών της οικογένειάς του.
Κατά το διάστημα της προεδρίας του ελάχιστα μέτρα πάρθηκαν για την ενίσχυση των επαναστατημένων περιοχών. Αντίθετα, το 1824 εξουδετερώθηκε η επανάσταση στην Κρήτη από τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα, ενώ τον ίδιο χρόνο καταστράφηκαν η Κάσος και τα Ψαρά. Μετά την απόβαση του Ιμπραήμ στη Μεθώνη (26 Φεβρουαρίου 1825), αντί να διορίσει έναν έμπειρο στρατιωτικό (ΚαραϊσκάκηςΚολοκοτρώνης κ.ά.), ονόμασε κάποιον θαλασσινό συμπατριώτη του, τον πλοίαρχο Κυριάκο Σκούρτη, επικεφαλής του στρατού που στάλθηκε κατά των Αιγυπτίων.
Ο ίδιος ο Κουντουριώτης με γελοία πομπή και ανατολίτικη ραθυμία ξεκίνησε για τη Μεσσηνία, προκειμένου να βρεθεί κοντά στους οπλαρχηγούς και να συντονίσει τις ενέργειές τους. Καβάλα σ’ ένα ωραίο άλογο έκανε τρεις μέρες να φθάσει από το Ναύπλιο στην Τρίπολη. Καθώς δεν ήξερε να ιππεύει, δύο Αιγύπτιοι αιχμάλωτοι, που εκτελούσαν χρέη ιπποκόμου, τον κρατούσαν από τα πλάγια για να μην πέσει, ενώ πίσω του ακολουθούσαν πλήθος σωματοφυλάκων και υπηρετών. Αμάθητος καθώς ήταν από χερσαία ταξίδια αρρώστησε και μόλις στις 5 Απριλίου μπόρεσε να συνεχίσει την πορεία του και να στρατοπεδεύσει στο χωριό Σκάλα, δέκα ώρες απόσταση από το θέατρο των επιχειρήσεων.
Μετά την καταστροφική ήττα των Ελλήνων από τον Ιμπραήμ στο Κρεμμύδι (7 Απριλίου 1825), ο Κουντουριώτης επέστρεψε στο Ναύπλιο άδοξα και κάτω από τη γενική κατακραυγή. Μετά την αυτοθυσία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι (20 Μαΐου 1825) αναγκάστηκε να αποφυλακίσει τον Κολοκοτρώνη, που ήταν ο μόνος σε θέση να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ.
Ιδιαίτερα καθοριστική κρίνεται η απραξία της κυβέρνησης Κουντουριώτη κατά την τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου και η αδυναμία της να εφοδιάσει έστω και στοιχειωδώς την ηρωική φρουρά της πόλης. Μετά την Έξοδο, όμως, η έκδηλη χρεωκοπία της υποχρέωσε τον Κουντουριώτη να παραιτηθεί στις 12 Απριλίου 1826 και να αποσυρθεί δυσαρεστημένος στην Ύδρα.
Κατά τη διάρκεια της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Τροιζήνα (19 Μαρτίου - 5 Μαΐου 1827) εναντιώθηκε στην εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια, όπως και οι περισσότεροι πολιτικοί που, όπως κι εκείνος, ανήκαν στη «φιλογαλλική» μερίδα. Ωστόσο, μετά την άφιξη του Κυβερνήτη στην Ελλάδα, διορίστηκε στις 23 Ιανουαρίου 1828 πρόβουλος της Οικονομίας του Πανελληνίου (γνωμοδοτικό σώμα), θέση όμως που δεν διατήρησε για πολύ, επειδή σύντομα εντάχθηκε στην αντιπολίτευση. Στη συνέχεια αρνήθηκε να ανταποκριθεί στην έκκληση του Καποδίστρια να συνεισφέρει οικονομικά στην ανόρθωση της χώρας, ενώ επανειλημμένα προέβαλλε απαιτήσεις για αποζημίωση, με τον ισχυρισμό ότι δαπάνησε σημαντικά ποσά για τις ανάγκες του Αγώνα.

Μετά την Απελευθέρωση

Στις 14 Αυγούστου 1829 διορίστηκε από τον Καποδίστρια μέλος της νεοσύστατης 27μελούς Γερουσίας, αλλά δεν αποδέχθηκε τη νέα του θέση. Πήρε ενεργό μέρος στις αντιπολιτευτικές ενέργειες κατά του Καποδίστρια το 1831 και πρωτοστάτησε στην αποστασία της Ύδρας. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη (27 Σεπτεμβρίου 1831) διορίστηκε από τη Γερουσία μέλος της Διοικητικής Επιτροπής, που την αποτελούσαν εκπρόσωποι όλων των πολιτικών παρατάξεων, αποσύρθηκε όμως τον Αύγουστο 1832.
Στα χρόνια του Όθωνα διορίστηκε αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας (πολιτικό και όχι δικαστικό σώμα, όπως είναι σήμερα) και ακολούθησε μετριοπαθέστερη πολιτική. Κατά τη συνταγματική εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν μέλος της Επιτροπής του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην οποία είχαν ανατεθεί οι επαφές με τον βασιλιά.
Στη συνέχεια έγινε γερουσιαστής και από τις 26 Σεπτεμβρίου 1844 έως τις 8 Απριλίου 1847 διετέλεσε πρόεδρος του σώματος. Στις 8 Μαρτίου 1848 διορίστηκε από τον Όθωνα πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου (πρωθυπουργός) και ανέλαβε και το Υπουργείο των Ναυτικών. Η κυβέρνησή του, που αποτελούσε ουσιαστικά συνασπισμό του Γαλλικού και του Ρωσικού Κόμματος, είχε να αντιμετωπίσει μία σειρά από εσωτερικές εξεγέρσεις, καθώς και όξυνση των σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Διατηρήθηκε στην εξουσία έως τις 15 Οκτωβρίου 1848, όταν ο Κουντουριώτης παραιτήθηκε, κατηγορώντας το αυλικό περιβάλλον για παρεμβάσεις στο έργο του.
Πικραμένος, αποσύρθηκε στην Ύδρα, όπου πέθανε στις 13 Μαρτίου 1858, σε ηλικία 76 ετών. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης ανήκε στους πολιτικούς άνδρες που είχαν μπει στον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων πλούσιοι και βγήκαν φτωχότεροι. Μετά τον θάνατό του χρειάστηκε να δοθεί τιμητική σύνταξη στην άπορη οικογένειά του.






















Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Ντένις ο Τρομερός




Χάρτινος ήρωας, με μεγάλη καριέρα σε όλα τα μέσα, που γεννήθηκε από το πενάκι του σκιτσογράφου Χανκ Κέτσαμ (1920-2001).
Ο Ντένις Μίτσελ είναι ένα ξανθό αγοράκι, ηλικίας πεντέμισι ετών. Ντύνεται με φόρμες και στην κωλότσεπή του έχει πάντα μία σφεντόνα. Είναι αξιαγάπητος, αλλά και σκανδαλιάρης. Αυτός που κυρίως την πληρώνει από τα καμώματά του είναι ο ηλικιωμένος γείτονάς του, ο κύριος Τζορτζ Γουίλσον, ένας συνταξιούχος ταχυδρομικός, που το μόνο που θέλει είναι η ησυχία του.
Ο Χανκ Κέτσαμ εμπνεύστηκε τον ήρωά του από τον γιο του, Ντένις, ένα ζωηρό πιτσιρίκι ηλικίας 4 χρόνων. Η μητέρα του Άλις δεν μπορούσε να τα βγάλει εύκολα πέρα μαζί του και μια μέρα φώναξε αγανακτισμένη στον πατέρα του «Your son is a menace!». Έτσι, η φιγούρα που σχεδίασε ο Κέτσαμ πήρε το όνομα Dennis the menace (Διονύσης η συμφορά) ή όπως τον γνωρίζουμε στα ελληνικά Ντένις ο Τρομερός.
Ο Ντένις ο Τρομερός πρωτοεμφανίστηκε ως κόμικς σε 16 εφημερίδες των ΗΠΑ στις 12 Μαρτίου 1951. Αμέσως γνώρισε μεγάλη επιτυχία και οι ιστορίες του μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Η πιο γνωστή μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη έγινε το 1993 από τον σκηνοθέτη Νικ Καστλ με τον Γουόλτερ Ματάου στο ρόλο του Τζορτζ Γουίλσον.
Από το 1994 ο Χανκ Κέτσαμ άφησε το σχεδιασμό και την υλοποίηση των ιστοριών του Ντένις του Τρομερού στους βοηθούς του Ρον Φέρντιναντ και Μάρκους Χάμιλτον, οι οποίοι συνεχίζουν το έργο του και μετά το θάνατό του το 2001. Στις μέρες μας, οι ιστορίες του έχουν μεταφραστεί σε 19 γλώσσες και δημοσιεύονται σε 48 χώρες του κόσμου από 1.200 εφημερίδες.
Στο διαδίκτυο ο Ντένις έχει τον δικό του χώρο, που βρίσκεται στη διεύθυνση www.dennisthemenace.com .


















Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

Αλεξάντερ Φλέμινγκ 1881 – 1955






Ο βιολόγος Αλεξάντερ Φλέμινγκ (Alexander Fleming) γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου του 1881, σ’ ένα μικρό αγρόκτημα του Λόκφιλντ της Σκοτίας. Ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά της οικογένειας.
Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο του Λονδίνου το 1897, βρήκε μια δουλειά γραφείου, όπου παρέμεινε ως το 1901, οπότε αποφάσισε να σπουδάσει Ιατρική στο Νοσοκομείο «St. Mary». Τα επόμενα χρόνια εργάστηκε ως βοηθός στην ερευνητική ομάδα του Άλμροθ Ράιτ, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη βακτηριολογία.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ της Μ. Βρετανίας και της Αγγλίας, ο Φλέμιγκ κατατάχθηκε στο ιατρικό σώμα του βασιλικού στρατού. Εργάστηκε για την ανάπτυξη μιας θεραπείας που θα μείωνε τους θανάτους στρατιωτών από τις διάφορες μολύνσεις, υποστηρίζοντας ότι τα αντισηπτικά δεν ήταν αρκετά αποτελεσματικά. Ωστόσο, το εγχείρημά του απορρίφθηκε, κυρίως λόγω έλλειψης κονδυλίων.
Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Φλέμινγκ επέστρεψε στο νοσοκομείο «St. Mary» και στις 15 Σεπτεμβρίου του 1928 έκανε τυχαία τη μεγάλη ανακάλυψη. Λίγο πριν καταστρέψει έναν δοκιμαστικό σωλήνα με την καλλιέργεια κάποιων βακτηριδίων, παρατήρησε ότι είχε αναπτυχθεί ένα είδος μπλε μούχλας, που φάνηκε να είναι σε θέση να σκοτώσει τους επιβλαβείς μικροοργανισμούς. Μια σειρά πειραμάτων απέδειξε αργότερα τα συμπεράσματά του και οδήγησε στην ανακάλυψη της πενικιλίνης. Δυστυχώς, η έρευνά του έπρεπε να σταματήσει, καθώς δεν κατόρθωσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον της ιατρικής κοινότητας.
Το έργο του ολοκλήρωσαν άλλοι επιστήμονες στα τέλη της δεκαετίας του ’30, οπότε αμερικανικές και βρετανικές φαρμακοβιομηχανίες άρχισαν τη μαζική παραγωγή πενικιλίνης. Το νέο φάρμακο χρησιμοποιήθηκε ευρέως στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για την αντιμετώπιση πολλών μολύνσεων.
Όταν ο Φλέμινγκ βραβεύτηκε το 1945 με το Νόμπελ Ιατρικής δήλωσε ταπεινά: «Η φύση δημιούργησε την πενικιλίνη. Εγώ απλώς τη βρήκα». Στην πραγματικότητα, η ανακάλυψή του έφερε τα πάνω κάτω στη σύγχρονη ιατρική, αφού άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία πολλών αντιβιοτικών και την αντιμετώπιση δεκάδων ασθενειών.
Πέθανε, από καρδιακή προσβολή, στις 11 Μαρτίου του 1955.




















Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Γιώργος Ζαμπέτας 1925 – 1992






Συνθέτης, βάρδος του λαϊκού τραγουδιού και δεξιοτέχνης στο μπουζούκι. Γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου του 1925 στην Αθήνα. Τα πρώτα μαθήματα στο μπουζούκι τα πήρε από τον κουρέα πατέρα του και από το 1950 άρχισε να εργάζεται επαγγελματικά σε λαϊκά κέντρα. Στη δισκογραφία μπήκε το 1953.
Το 1959 ο Μάνος Χατζιδάκις τον έκανε «σολίστ» στις συνθέσεις του. Τα επόμενα χρόνια, ο Γιώργος Ζαμπέτας «κέντησε» με τις ξεχωριστές πενιές του τις εισαγωγές και τα τραγούδια των Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Πλέσσα, Μαρκόπουλου, Μαρκέα, Καπνίση και πολλών άλλων συνθετών. Έγραψε ακόμα τραγούδια με τους Πυθαγόρα, Καγιάντα, Πρετεντέρη, Παπαδόπουλο, Τζεφρώνη, Μπακογιάννη και Παπαγιαννοπούλου, ενώ συνεργάστηκε στενά με τον κορυφαίο στιχουργό Χαράλαμπο Βασιλειάδη - Τσάντα, τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και τον Αλέκο Σακελλάριο.
Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται πάνω από 250 τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία έγιναν επιτυχίες, όπως Πατέρα κάτσε φρόνιμαΡωμιός αγάπησε ΡωμιάΣταλιά-σταλιάΤι σου ’κανα και μ’ εγκατέλειψεςΤι γλυκό να σ’ αγαπούνΟ πενηντάρηςΜάλιστα κύριεΟ πιο καλός ο μαθητής κ.ά. Με τα τραγούδια του ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά τραγουδιστών: Τόλης Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Δημήτρης ΜητροπάνοςΒίκυ Μοσχολιού, Σταμάτης Κόκοτας, Δούκισσα κ.α.
Πήρε μέρος σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες (Κόκκινα ΦανάριαΛόλαΟδός Ονείρων κ.ά.).
Πηγαίος, αθυρόστομος, χιουμορίστας, αλλά και μάγκας, αποκριθείς σε ερώτηση δημοσιογράφου για τη σχέση του με το χασίσι, απάντησε: «Αν έχω φουμάρει χασίσι; Λιβααααάδια. "Μάλιστα κύριε" (τίτλος τραγουδιού του Γ. Ζαμπέτα, με ερμηνεία δική του και στίχους του Αλέξανδρου Καγιάντα)».
Πέθανε στις 10 Μαρτίου του 1992.















Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας





Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (International Women's Day) γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 8 Μαρτίου, σε ανάμνηση μιας μεγάλης εκδήλωσης διαμαρτυρίας που έγινε στις 8 Μαρτίου του 1857 από εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Υόρκη, οι οποίες ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Η πρώτη Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας γιορτάστηκε το 1909 με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ και υιοθετήθηκε δύο χρόνια αργότερα από τη Σοσιαλιστική Διεθνή.
Μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, η φεμινίστρια Αλεξάνδρα Κολοντάι έπεισε τον Λένιν να καθιερώσει την 8η Μαρτίου ως επίσημη αργία. Γρήγορα, όμως, η Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας έχασε το πολιτικό της υπόβαθρο και εορτάζεται ως έκφραση συμπαθείας των ανδρών προς τις γυναίκες, με προσφορά λουλουδιών και δώρων.
Η άνοδος του φεμινιστικού κινήματος στη Δύση τη δεκαετία του '60 αναζωογόνησε τη Διεθνή Ημέρα της Γυναίκας, που από το 1975 διεξάγεται υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με αιχμή του δόρατος την ανάδειξη των γυναικείων προβλημάτων και δικαιωμάτων.





















Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα



Ο αντιναύαρχος Περικλής Ιωαννίδης υπογράφει το πρωτόκολλο παράδοσης των Δωδεκανήσων.

Τα Δωδεκάνησα (για την ακρίβεια είναι 14) ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων δεμένα με τις τύχες του Ελληνισμού. Εν τούτοις, μόλις το 1947 ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος.
Εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης δέχθηκαν καταστρεπτικές επιδρομές από τους Πέρσες, τους Σαρακηνούς, τους Βενετούς, τους Γενουάτες, τους Σταυροφόρους και τους Τούρκους (Σελτζούκους και Οθωμανούς). Από το 1309 περιήλθαν στην εξουσία των Ιωαννιτών Ιπποτών και έμειναν υπό την κυριαρχία τους έως το 1522, οπότε καταλήφθηκαν από τους Οθωμανούς Τούρκους. Με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821, τα Δωδεκάνησα επαναστάτησαν, αλλά το 1830 επιστράφηκαν μαζί με τη Σάμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αντάλλαγμα την Εύβοια, η οποία ενσωματώθηκε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος.
Η κατάληψη των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς το 1912 αναπτέρωσε τις ελπίδες των κατοίκων τους ότι σύντομα τα νησιά θα ενταχθούν στον εθνικό κορμό. Πράγματι, με τη συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) τα Δωδεκάνησα παραχωρούνταν στην Ελλάδα, με εξαίρεση τη Ρόδο, που θα παρέμενε για ένα διάστημα υπό ιταλική διοίκηση. Όμως, η ατυχής έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας έδωσε την ευκαιρία στους Ιταλούς να υπαναχωρήσουν και με την άνοδο του Μουσολίνι προσπάθησαν να τα εξιταλίσουν. Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών (1943), κύριοι των Δωδεκανήσων έγιναν οι Γερμανοί και μετά την παράδοση της Χιτλερικής Γερμανίας (Μάιος 1945), η Μεγάλη Βρετανία.
Ήταν η χρυσή ευκαιρία για την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στο ελληνικό κράτος, την οποία η ελληνική διπλωματία δεν έπρεπε να αφήσει να πάει χαμένη. Ήταν απαίτηση του ελληνικού λαού και είχε χυθεί άφθονο ελληνικό αίμα για την εκδίωξη των Γερμανών από τα Δωδεκάνησα. Το θέμα θα λυνόταν οριστικά από τη Διάσκεψη Ειρήνης των νικητριών δυνάμεων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, που θα συνερχόταν στο Παρίσι.
Υποστολή της αγγλικής σημαίας στη Ρόδο και έπαρση της ελληνικής.
Η Ελλάδα δια του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Τσαλδάρη διαμήνυσε ότι θα έθετε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ως εθνικές διεκδικήσεις την πρόσκτηση της Βορείου Ηπείρου και των Δωδεκανήσων, τη διευθέτηση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, ενώ σκόπευε να θέσει και το ζήτημα της Κύπρου στη Μεγάλη Βρετανία. Από τις τέσσερις αυτές εθνικές διεκδικήσεις, μόνο το θέμα των Δωδεκανήσων ευοδώθηκε, χωρίς δυσκολίες και περιπλοκές.

Είναι γνωστό ότι ο Στάλιν και ο Τσόρτσιλ, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, προσπάθησαν να δελεάσουν την Τουρκία, προσφέροντάς της ορισμένα παράκτια νησιά του Αιγαίου, προκειμένου να την πείσουν να βγει στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων ή τουλάχιστον να παραμείνει αυστηρά ουδέτερη. Επιπροσθέτως, ο Στάλιν είχε συνδέσει το θέμα των Δωδεκανήσων με την Τριπολίτιδα (σημερινή Λιβύη), για την οποία η Σοβιετική Ένωση είχε διατυπώσει το αίτημα να της ανατεθεί η εντολή.
Όμως, σε μια απρόσμενη στροφή της πολιτικής της, η Σοβιετική Ένωση συγκατατέθηκε να αποδοθούν τα Δωδεκάνησα στη Ελλάδα, στη συνεδρίαση των Υπουργών Εξωτερικών που προετοίμαζε τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Η δήλωση έγινε στις 27 Ιουνίου 1946 από τον Υπουργό Εξωτερικών Βιατσεσλάβ Σκριάμπιν, γνωστότερο ως Μολότοφ, με μοναδικό όρο την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Έτσι, προτού καν συνέλθει η Διάσκεψη Ειρήνης, το θέμα των Δωδεκανήσων είχε λάβει ευνοϊκή τροπή για την Ελλάδα.
Η είδηση για την απόδοση των Δωδεκανήσων στη Ελλάδα χαιρετίστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό, σε μια περίοδο που η χώρα βρισκόταν στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου. Η Διάσκεψη της Ειρήνης συνήλθε στο Παρίσι από τις 29 Ιουλίου έως τις 11 Οκτωβρίου 1946, όπου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς και τα θέματα της Βορείου Ηπείρου και της διευθέτησης των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, χωρίς επιτυχία, αφού οι ΗΠΑ δεν θέλησαν να δυσαρεστήσουν τη σύμμαχό τους Σοβιετική Ένωση και τους δορυφόρους της Αλβανία και Βουλγαρία. Η προσπάθεια της Τουρκίας να διεκδικήσει το Καστελόριζο και τη Σύμη έπεσαν στο κενό.
Στις 10 Φεβρουαρίου 1947 υπογράφηκε στο Παρίσι η Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία, σύμφωνα με την οποία τα Δωδεκάνησα αποδίδονταν στην Ελλάδα, ενώ η Ιταλία υποχρεωνόταν σε αποζημίωση ύψους 105 εκατομμυρίων δολαρίων προς τη χώρα μας. Με επιμονή της σοβιετικής πλευράς, οριζόταν στο κείμενο ότι τα νησιά θα παρέμεναν αποστρατιωτικοποιημένα, πρόβλεψη που θα επικαλεστεί η Τουρκία κατά τρόπο καταχρηστικό μετά το 1974. Από την τουρκική ερμηνεία του κειμένου της ελληνοϊταλικής συνθήκης του 1947, σε συνδυασμό με τις ιταλοτουρκικές συμφωνίες του 1932, θα προκύψει και το ζήτημα των «γκρίζων ζωνών», που έθεσε η Άγκυρα μετά την Κρίση των Ιμίων το 1996.
Η τελετή παράδοσης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα από τις βρετανικές αρχές έγινε στις 31 Μαρτίου 1947 στη Ρόδο μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα. Πρώτος διοικητής των Δωδεκανήσων ανέλαβε ο αντιναύαρχος Περικλής Ιωαννίδης, με πολιτικό σύμβουλο τον πανεπιστημιακό και δικαστικό Μιχαήλ Στασινόπουλο, μετέπειτα πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η επίσημη τελετή της ενσωμάτωσης έγινε στις 7 Μαρτίου 1948 και το 1955 τα Δωδεκάνησα έγιναν νομός με πρωτεύουσα τη Ρόδο.


















Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Μάρτης - Μαρτιά


Αποτέλεσμα εικόνας για μαρτησ


Από τη 1η ως τις 31 του Μάρτη, συνηθίζεται να φοριέται στον καρπό του χεριού ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή «Μαρτιά».

Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» φοριέται κυρίως από τα παιδιά για να προστατεύει τα πρόσωπά του από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν.
Ο "Μάρτης" φτιάχνεται την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου και φοριέται είτε σαν δαχτυλίδι στα δάχτυλα, είτε στον καρπό του χεριού σαν βραχιόλι.
Κατά τις ηλιόλουστες ημέρες του Μαρτίου που ακολουθούσαν τα κρύα του χειμώνα, τα παιδιά έβγαιναν από τα σπίτια και έπαιζαν έξω στις αυλές. Οι μητέρες, για να τα προφυλάξουν από τις ακτίνες του μαρτιάτικου ήλιου που θεωρούνται επικίνδυνες, έφτιαχναν και φορούσαν στο χέρι ή στο πόδι των παιδιών τον "Μάρτη", ένα κορδόνι από λευκό και κόκκινο νήμα.
Ο ήλιος το Μάρτιο συνήθως καίει και μαυρίζει τα πρόσωπα των παιδιών: “Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει”. Η μαυρίλα όμως σήμαινε και ασχήμια, προπάντων για τα κορίτσια που η παράδοση τα ήθελε άσπρα και ροδομάγουλα: «Ο πόχει κόρη ακριβή, το Μάρτη ο ήλιος μη την ιδεί». Για να αποτρέψουν την επίδραση του ήλιου λοιπόν, έφτιαχναν και φορούσαν τον «μάρτη», ώστε να προστατεύσει τα πρόσωπα των παιδιών από τον ήλιο και να μην καούν. Όταν τον έβγαζαν τον κρεμούσαν σε τριανταφυλλιές, ώστε να γίνουν τα μάγουλά τους κόκκινα σαν τριαντάφυλλα.
Ο "Μάρτης" ουσιαστικά αποτελείται από δύο κλωστές, άσπρη και μία κόκκινη, στριμμένες μεταξύ τους, που συμβόλιζαν την αγνότητα και τα χαρά. Σε κάποιες παραδόσεις αναφέρεται και μία χρυσή κλωστή ώστε να συμβολίζεται και η αφθονία
Συνηθίζεται να φοριέται μέχρι το τέλος του μήνα. Σε ορισμένες περιοχές το μαρτιάτικο βραχιολάκι θεωρείται ιερό από τη λαϊκή παράδοση που δεν είναι πρέπον να πεταχτεί. Για αυτό το φορούσαν μέχρι το Πάσχα και το έδενα στην Αναστάσιμη λαμπάδα για να καεί. Σε άλλες περιοχές έκαιγαν το βραχιολάκι στις φωτιές που άναβαν για να κάψουν τον Ιούδα.
Η πιο διαδεδομένη όμως αντίληψη φέρει το "Μάρτη" να φοριέται μέχρι να εμφανιστούν τα πρώτα χελιδόνια. Τότε έβγαζαν το Μάρτη και τον αφήναν σε κλαδιά για να τον πάρουν τα πουλιά και να το χρησιμοποιήσουν στην κατασκευή της φωλιάς τους.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Ο Μάρτης πήρε το όνομα του από το λατινικό όνομα του θεού Άρη (Mars = Άρης). Είναι ο πρώτος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου και αντιστοιχεί με τον Ελαφηβολιώνα των Αρχαίων Ελλήνων.
Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο εξαπλωμένο σε όλα τα βαλκάνια, λόγω της υιοθέτησής του από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι και το διατήρησαν. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, επειδή οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων συνήθιζαν να δένουν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι. Στο Βυζάντιο γιόρταζαν την πρώτη Μαρτίου με σπουδαίες δραστηριότητες. Ο μεγάλος λαογράφος Λουκάτος αναφέρει τα <χελιδονίσματα> που προέρχονται από την αρχαιότητα. Την Πρώτη Μαρτίου οι μικροί έφτιαχναν ένα ομοίωμα χελιδονιού και τραγουδώντας το ανάλογο τραγούδι πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι για να μαζέψουν αυγά.
Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία «Μάρτινκα» και στην Αλβανία ως «Βερόρε». Οι κάτοικοι των δυο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους «πιάσει» ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι
Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται «Μαρτενίτσα». Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα» η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η «Μαρτενίτσα» λειτουργεί στη συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.
Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία «Μαρτιζόρ». Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας.





Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Καθαρά Δευτέρα



Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Σαρακοστή για την Ορθόδοξη εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα σημάνει το τέλος των Απόκρεω. Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι γιατί οι Χριστιανοί «καθαρίζονταν» πνευματικά και σωματικά.[1] Είναι μέρα νηστείας αλλά και μέρα αργίας για τους Χριστιανούς. Η νηστεία διαρκεί για 40 μέρες, όσες ήταν και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο. Η Καθαρά Δευτέρα εορτάζεται 48 ημέρες πριν την Κυριακή της Ανάστασης του Χριστού, το χριστιανικό Πάσχα.

Έθιμα ανά την Ελλάδα

Η ημέρα της της Καθαράς Δευτέρας γιορτάζεται έντονα σε όλη την Ελλάδα με διάφορα έθιμα και αποτελεί επίσημη αργία. Συνηθίζεται πανελλαδικά να τρώγεται λαγάνα, δηλαδή άζυμο ψωμί που παρασκευάζεται μόνο εκείνη τη μέρα, ταραμάς, θαλασσινά, λαχανικά και φασολάδα χωρίς λάδι. Κύρια έθιμα σε όλη την Ελλάδα είναι το πέταγμα του χαρταετού, αλλά και το λεγόμενο Γαϊτανάκι, έθιμο που έφεραν από την Μικρά Ασία οι πρόσφυγες,[2] Στα Μεστά και στους Ολύμπους της Χίου αναβιώνει το Έθιμο του Αγά με τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία, όπου σε ένα θεατρικό ο Αγάς ως δικαστής, καταδικάζει με χιούμορ τους θεατές. Άλλο έθιμο με ρίζες στην Τουρκοκρατία είναι εκείνο της μεταμφίεσης κάποιου κατοίκου της Αλεξανδρούπολης σε Μπέη και της περιφοράς του στην πόλη μοιράζοντας ευχές. Οι κάτοικοι του Πόρου καθαρίζουν τα μαγειρικά σκευάσματά τους από τα λίπη των κρεάτων που καταναλώθηκαν τις Απόκριες σε ένα έθιμο που αποκαλείται ξάρτυσμα. Σε ορισμένα χωριά της Κέρκυρας λαμβάνει μέρος ο Χορός των Παπάδων όπου οι ιερείς στήνουν χορό που ακολουθείται από τους γέροντες. Στην Κάρπαθο οδηγούνται στο Λαϊκό Δικαστήριο Ανήθικων Πράξεων από τους Τζαφιέδες, δηλαδή τους χωροφύλακες, οι κάτοικοι που αντάλλαξαν απρεπείς χειρονομίες ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη από τους σεβάσμιους της πόλης.[2] Το αλευρομουτζούρωμα στο Γαλαξίδι, όπου οι καρναβαλιστές πασαλείφονται με αλεύρι και χορεύουν κυκλικά. Στην Μεθώνη Μεσσηνίας γίνεται του Κουτρούλη ο γάμος, αναπαράσταση ενός πραγματικού γάμου του 14ου αιώνα,[3] ενώ στην Νέδουσα οι αγρότες προσκαλούν την ευημερία με το αγροτικό καρναβάλι τους. Στη Βόνιτσα ένας αχυρένιος ψαράς δεμένος σε γάιδαρο γυρνώντας μέσα από το χωριό καταλήγει σε μια φλεγόμενη βάρκα στο έθιμο του Αχυρένιου-Γληγοράκη,[4] ενώ στην Θήβα λαμβάνει μέρος ο βλάχικος γάμος όπου ξυρίζεται ο γαμπρός για παντρευτεί κάποιον άντρα συγχωριανό του μεταμφιεσμένο σε νύφη. Τέλος, οι Μουτζούρηδες στο Πολύσιτο Βιστωνίδας μουτζουρώνουν με κάπνα τους επισκέπτες του χωριού.[2]
















Μαρίκα Νίνου 1918 – 1957





Η ρεμπέτισσα Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1918 στον Καύκασο. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ευαγγελία Νικολαΐδου. Σε ηλικία 10 ετών ήρθε στη Θεσσαλονίκη, και το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εμφανίστηκε σε διάφορα νυχτερινά κέντρα, κάνοντας ακροβατικά νούμερα, μαζί με τον άντρα και το παιδί της.
Τον Οκτώβριο του 1948, ο Στελλάκης Περπινιάδης την πήρε κοντά του για τραγουδίστρια στο κέντρο «Φλόριντα» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου και της έμαθε τα μυστικά του τραγουδιού. Η συνεργασία της με τον Βασίλη Τσιτσάνη το 1949 στο κέντρο «Τζίμης ο Χοντρός» υπήρξε καθοριστική στη ζωή και των δύο. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε στο πάλκο και στη δισκογραφία με πλήθος σημαντικών λαϊκών συνθετών, όπως ο Μανώλης Χιώτης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Απόστολος Καλδάρας κ.α.
Η μακροβιότερη, όμως, και πιο παραγωγική συνεργασία της ήταν αυτή με τον Τσιτσάνη. Υπήρξε η μούσα, που τον ενέπνευσε όσο καμιά άλλη. Τον Οκτώβριο του 1951 πήγαν μαζί στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το ταξίδι αυτό χώρισαν ξαφνικά και η Μαρίκα πήγε στην Αμερική, όπου τραγούδησε δίπλα στον Κώστα Καπλάνη επί δύο χρόνια.
Πριν πάει στην Αμερική είχε κάνει στην Αθήνα εγχείρηση καρκίνου, αλλά στην Αμερική παρουσίασε ραγδαία μετάσταση. Επέστρεψε αμέσως στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε για λίγο με φοβερούς πόνους. Πέθανε, σε ηλικία μόλις 39 ετών, στις 23 Φεβρουαρίου του 1957.



















Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

Σάκης Μπουλάς 1954 – 2014




Πολυτάλαντος καλλιτέχνης (ηθοποιός, τραγουδιστής, στιχουργός τηλεπαρουσιαστής), ιδιαίτερα αγαπητός στο μεγάλο κοινό από τις εμφανίσεις του στη μικρή οθόνη.
Ο Σάκης (Αθανάσιος) Μπουλάς γεννήθηκε στο Κιλκίς στις 11 Μαρτίου 1954, αλλά πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στον Πειραιά, απ’ όπου καταγόταν η οικογένειά του. Πνεύμα ανήσυχο από τα μικράτα του, επέλεξε τον καλλιτεχνικό δρόμο, αντί τη δικηγορία, όπως ήταν ο διακαής πόθος της οικογένειάς του.
Ξεκίνησε την καλλιτεχνική του διαδρομή τη δεκαετία του ‘70 από τα εναλλακτικά μουσικά στέκια. Μαζί με τους Γιάννη Ζουγανέλη, Νικόλα Άσιμο, Θάνο Αδριανό και Περικλή Χαρβά, δημιούργησαν το πρώτο μουσικό καφενείο στην Ελλάδα με το όνομα «Σούσουρο», χρησιμοποιώντας τη φόρμα του γερμανικού πολιτικού καμπαρέ, όπου για πρώτη φορά συνδυάστηκε μουσική με θέατρο και διάφορα δρώμενα. Συνέχισε στο «Αχ Μαρία» στα Εξάρχεια, τη θρυλική σκηνή όπου για δέκα χρόνια (1980-1990) λειτούργησε μια τρελή και ανατρεπτική παρέα με τον ίδιο, τον Γιάννη Ζουγανέλη, την Ισιδώρα Σιδέρη, τον Λάκη Παπαδόπουλο, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τη Σοφία Βόσσου.
Το 1976 είχε την πρώτη του επαφή με τον κινηματογράφο, ως αφηγητής στο ιστορικό ντοκιμαντέρ του Συμεών Καπετανάκη «Αρκάδι 1866» κι ένα χρόνο αργότερα πρωτοεμφανίστηκε στην τηλεόραση, στην κωμική σειρά της ΕΡΤ «Μια υπέροχη γλωσσού», σε σκηνοθεσία Μήτσου Λυγίζου και σενάριο Δημήτρη Ψαθά. Άτομο με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, ο Σάκης Μπουλάς διακρίθηκε κυρίως σε κωμικούς ρόλους ως ηθοποιός. Στο θέατρο δεν πρόλαβε να παίξει, γιατί, όπως έλεγε χαριτολογώντας, «θα το κάνω όταν μεγαλώσω»!
Στον κινηματογράφο έπαιξε σε ταινίες όπως: «Ο Δράκουλας των Εξαρχείων» (1983), «Ντελίριο» (1983), «Η Αγάπη είναι ελέφαντας» (2000), «Λουκουμάδες με Μέλι» (2004) και «Ηθικόν Ακμαιότατον» (2005). Στην τηλεόραση αγαπήθηκε ιδιαίτερα από το μεγάλο κοινό για τις ερμηνείες του σε τηλεοπτικές σειρές, όπως: «Κουφώματα» (ΕΡΤ, 1988), «Δέκα λεπτά κήρυγμα» (Mega, 2000), «Σαββατογεννημένες» (Mega, 2003) και «Πενήντα - Πενήντα» (Mega, 2005).  Διακρίθηκε, επίσης, στην παρουσίαση τηλεπαιγνιδιών στη χρυσή εποχή τους, τη δεκαετία του ‘90 («Κάνε ό,τι Κάνω», «Πάρτα Όλα»).
O Σάκης Μπουλάς ασχολήθηκε με επιτυχία και με το τραγούδι. Η προσωπική του δισκογραφία περιλαμβάνει πέντε δίσκους: «Μπουλάς - Ελλάς» με τις μεγάλες επιτυχίες «Μπανάκι Μανάκι» και «Το Φλασάκι» (1986), «Ας πρόσεχες (1987), «Ζαμανφού», (1992), «Έκθεση ιδεών» με τον Γιάννη Ζουγανέλη (2000), ενώ συνεργάστηκε με συνθέτες, όπως ο Μιχάλης Γρηγορίου «Ανεπίδοτα γράμματα», ο Θάνος Μικρούτσικος («Καντάτα για τη Μακρόνησο»), ο Μίμης Πλέσσας («Λουκιανού διάλογοι») και ο Διονύσης Σαββόπουλος «Αχαρνής».
Λάτρης του «ωραίου φύλου», δήλωνε κατ’ επανάληψη ότι δεν έκανε για σύζυγος, καθώς θεωρούσε τον εαυτό του «γεννημένο εργένη». Αν και ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας δύο φορές, οι γάμοι του κατέληξαν σε διαζύγια.
Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με τον καρκίνο, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Μέχρι και λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του εμφανιζόταν στην «Ακτή Πειραιώς», συμμετέχοντας στη μουσική παράσταση «ΓκαΓκαΝτίν: Οι γενναίοι της νύχτας», πλάι στους Διονύση Σαββόπουλο, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και Γιάννη Ζουγανέλη. Διέκοψε τις εμφανίσεις του, όταν η υγεία του επιδεινώθηκε. Εισήχθη στο νοσοκομείο «Υγεία», όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 21 Φεβρουαρίου 2014.

























Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

Βασίλης Λογοθετίδης 1898 – 1960





Δημοφιλής ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου. Ερμήνευσε εκατοντάδες ρόλους του διεθνούς και ελληνικού ρεπερτορίου.
Ο Βασίλης Λογοθετίδης γεννήθηκε το 1898 στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης και έζησε τα νεανικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Αποφοίτησε από το Ζωγράφειο Γυμνάσιο το 1915 και τον επόμενο χρόνο εμφανίσθηκε ως ερασιτέχνης ηθοποιός, προκαλώντας μεγάλη εντύπωση στο ομογενειακό κοινό της Πόλης.
Το 1918 ήρθε οικογενειακώς στην Αθήνα και το 1919 άρχισε την επαγγελματική του καριέρα δίπλα στη Μαρίκα Κοτοπούλη, με τον θίασο της οποίας συνεργάστηκε έως το 1946, οπότε δημιούργησε δικό του θεατρικό σχήμα. Έπαιξε εκατοντάδες ρόλους του κλασσικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, κωμικούς και δραματικούς («Όπως αγαπάτε» του Σαίξπηρ, «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, «Κνοκ» του Ζιλ Ρομέν, «Βολπόνε» του Μπεν Τζόνσον, «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» του Κέσερλινγκ).
Από το 1946, όταν σχημάτισε τον προσωπικό του θίασο, υπηρέτησε τη νεοελληνική κωμωδία και φάρσα. Σημαντικές επιτυχίες του υπήρξαν τα έργα: «Ένας βλάκας και μισός», «Προς θεού μεταξύ μας» και «Φαταούλας» του Δημήτρη Ψαθά, «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Δεσποινίς ετών 39», «Ένας ήρωας με παντούφλες», «Οι δικοί μας άνθρωποι», «Ένα βότσαλο στην λίμνη» των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου και η «Γυνή να φοβήται τον Άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα.
Ως κωμικός, ο Λογοθετίδης έπλασε τον θεατρικό χαρακτήρα του έλληνα αυτοδημιούργητου μικροαστού, σε μια εποχή, όπως η μεταπολεμική, ραγδαίας και βίαιης αστικοποίησης του νεοέλληνα αγρότη. Αντιφατικός, συναισθηματικός, μικροτύραννος, άπληστος, αφοπλιστικός, μικροαπατεώνας και ταυτόχρονα καταφερτζής και γενναιόδωρος.
Οι περισσότερες από τις θεατρικές επιτυχίες του μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη κι έτσι διασώθηκε το απόλυτα προσωπικό υποκριτικό του ύφος. Κορυφαία του στιγμή θεωρείται ο ρόλος του στο κωμικό δράμα του Γιώργου Τζαβέλα «Η Κάλπικη Λίρα» (1955), που διακρίθηκε διεθνώς και είναι μία από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.
Τα σοβαρά προβλήματα υγείας δεν του επέτρεψαν να πρωταγωνιστήσει στην κωμωδία «Ο Ηλίας του 16ου», ρόλο τον οποίο πήρε τελικά ο Κώστας Χατζηχρήστος.
Ο Βασίλης Λογοθετίδης πέθανε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 1960, σε ηλικία 62 ετών.




















Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Ενθύμιο ενός βομβαρδισμού των συμμάχων το 1943 η βόμβα στο Κορδελιό




Η βόμβα που «περίμενε» 74 σχεδόν χρόνια στα έγκατα της δυτικής Θεσσαλονίκης για να εξουδετερωθεί με την γιγαντιαία σημερινή επιχείρηση , δεν είναι ιστορικό «ενθύμιο» των Γερμανών κατακτητών, αλλά των Εγγλέζων συμμάχων «φίλων» μας.
Ένα φρικαλέο λάθος που έκαναν το βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου 1943 τα εγγλέζικα -συμμαχικά αεροπλάνα είχε ως επίπτωση περί τους 500 νεκρούς, και μια σειρά από ογκώδεις βομβιστικούς μηχανισμούς που «διασώζονται» μέχρι σήμερα.
Από το 1943 άρχισαν τα εγγλέζικα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τις γερμανικές εγκαταστάσεις στο λιμάνι και στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης
«Δεκέμβρης του 43 ήταν, βράδυ Κυριακής, όταν τα συμμαχικά αεροπλάνα έκαναν ένα φρικαλέο λάθος. Στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Βάρνας, της Νεάπολης και του Τόπαλτι (σημερινό Ροδοχώρι) υπήρχαν πολλές παράγκες με σκεπές από λαμαρίνες. Γυάλιζαν οι λαμαρίνες τη νύχτα και τις ανταύγειες από τις σκεπές τις εξέλαβαν οι Εγγλέζοι πιλότοι των βομβαρδιστικών για θάλασσα για το λιμάνι και τις επιταγμένες από τους Γερμανούς αποθήκες κι άρχισε ένας ανελέητος βομβαρδισμός » λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο λογοτέχνης Περικλής Σφυρίδης ,83 ετών σήμερα - μόλις 10 το βράδυ εκείνο.
Από το κεφάλαιο του μυθοστορήματος του Περικλή Σφυρίδη «Ψυχή μπλε και κόκκινη» , που αναφέρεται στον βομβαρδισμό αυτόν, διαβάζουμε πως όταν άρχισαν να φωνάζουν οι σειρήνες, η οικογένεια Σφυρίδη δεν ανησύχησε, διότι, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, αυτό γινόταν συχνά. Θεωρούσαν τους Εγγλέζους δικούς τους ανθρώπους, συμμάχους, που ήξεραν πού χτυπούσαν. Γράφει: «Θα τους αλλάξουνε τα φώτα», είπε ο πατέρας, «θα ρημάξουν τα τρένα και το λιμάνι», κι είχε η φωνή του μια δόση χαράς ή θριάμβου.
Μόλις όμως άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες δίπλα τους, όλα τα μέλη της οικογένειας, αλλόφρονα, έτρεξαν να φύγουν από το σπίτι, να προφυλαχτούν όπου μπορούσαν. Ο πατέρας του Σφυρίδη πήρε τη σύζυγό του και τον μικρό Περικλή και έτρεξαν σε παρακείμενο εγκαταλειμμένο παλαιό καταφύγιο. Γράφει: « Αυτό το πανδαιμόνιο θα κράτησε κάνα εικοσάλεπτο, όταν ένα αεροπλάνο, σφυρίζοντας πάνω από τα κεφάλια μας, έριξε μια υπέρλαμπρη φωτοβολίδα που έκανε τη νύχτα μέρα, κι αμέσως, ως δια μαγείας, σταμάτησε ο βομβαρδισμός κι απομακρύνθηκαν τα συμμαχικά αεροπλάνα αφήνοντας πίσω τους κόλαση». Εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι η φωτοβολίδα βοήθησε τους πιλότους να αντιληφθούν το λάθος τους και να συνεχίσουν τον βομβαρδισμό στο λιμάνι, που βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόλης.
«Το πρωί ξυπνήσαμε νωρίς από τα κλάματα, το θρήνο μιας ολόκληρης γειτονιάς. “Ευτυχώς που οι Πόντιοι έλειπαν”, είπε ο πατέρας και αναφερόταν στους γείτονές μας, όπου το καταφύγιο στην αυλή και η βόμβα που έσκασε σύρριζα στο σπίτι τους και μας γέμισε λάσπη και σουβάδες. “Είχαν γάμο κι ύστερα τραπέζι σε ταβέρνα στις Συκιές”, τον πληροφόρησε η μάνα, αλλά σε λίγο ακούστηκαν σπαραχτικές φωνές από τα απέναντι σπίτια των Ποντίων, γιατί μια οβίδα έσκασε πάνω στη συγκεκριμένη ταβέρνα όπου γλεντούσαν κι έπεσε η πλάκα, η οροφή, και σκότωσε πολλούς, τους περισσότερους από τους θαμώνες, μαζί με τη νύφη και το γαμπρό. Ανάμεσα στα θύματα ήταν κι η Σεβαστή με την αδελφή της Ανθούλα, δυο ψηλές και γεμάτες κοπέλες, που όταν ήμουν μικρός, αλλά και αργότερα, με έπαιρναν συχνά αγκαλιά στα αφράτα τους μπράτσα. Είχε σωθεί μόνο ο αδελφός τους ο Αντρέας, που μαζί με άλλους προσπαθούσαν όλη νύχτα, με κασμάδες και φτυάρια, να ξεθάψουν τους πλακωμένους. Όταν έφεραν τα κορίτσια στο σπίτι πάνω σ' ένα κάρο, ο Αντρέας δεν ξεκολλούσε από πάνω τους, έκλαιγε, χτυπιόταν και καταριόταν τους Εγγλέζους, αυτός που μισούσε τους Γερμανούς και ξέραμε ότι ήταν οργανωμένος και τους πολεμούσε. Οι γονείς τους γέρασαν ξαφνικά μεμιάς, δυο χούφταλα που μαράθηκαν πάνω σε δυο σκαμνιά, δίπλα στα φέρετρα που εν τω μεταξύ κάποιοι είχαν φέρει, και έκρυβαν το πρόσωπό τους με τα χέρια κι άλλοτε τραβούσαν τα μαλλιά τους. Οι δικοί μου όλοι είχαν αμέσως τρέξει στο σπίτι της Σεβαστής και της Ανθούλας για να συμπαρασταθούν στους επιζήσαντες. Έτσι βρήκα εγώ την ευκαιρία να βγω έξω για να δω τι είχε γίνει, τη συμφορά με τα δικά μου μάτια. Θυμάμαι ότι ήταν ένα πρωινό με ήλιο, έναν ήλιο που δάγκωνε, αφού το κρύο ήταν τσουχτερό και υπήρχαν λίγα χιόνια στις παρυφές του δρόμου. Τράβηξα προς τις Συκιές για να βρω την ταβέρνα που έγινε ομαδικός τάφος. Στην άκρη του δρόμου υπήρχαν κάποια πτώματα, οι νεκροί που δεν τους είχαν ακόμη αναγνωρίσει ή μαζέψει οι δικοί τους. Μα πιο πολλά, ανατριχιάζω ακόμα και τώρα που το γράφω, ήταν τα σκόρπια μέλη, χέρια και πόδια, αφού οι συγγενείς τους σήκωσαν τα πτώματα, αλλά ήταν νύχτα ή χρόνος χαμένος για να ψάξουν για τα μέλη που έλειπαν. Τη μνήμη μου καίει ακόμα ένα ποδαράκι που φορούσε ένα καινούργιο παιδικό παπούτσι. Παρότι ήμουν συνηθισμένος από νεκρούς, όπως άλλωστε κι όλα τα παιδιά της Κατοχής, που είχαμε δει αρκετούς σκοτωμένους ή πεθαμένους από πείνα, αυτή η μαζική δολοφονία - τι τραγικό, από λάθος!» (Περικλή Σφυρίδη «Ψυχή μπλέ και κόκκινη» σελ. 93-94, «Βιβλιοπωλείον της Εστίας»).
«Οι νεκροί θάφτηκαν άρον-άρον...Λίγες μέρες μετά τελέστηκε μνημόσυνο τους στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Παρέστη μάλιστα και ο Γερμανός διοικητής της πόλης που συλλυπείται -σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής τους οικείους των νεκρών και μιλά για “αχρείους δολοφόνους”. Τόσο θράσος» συνεχίσει στη διήγηση του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Περικλής Σφυρίδης.
Αναφορές στον «κατά λάθος» βομβαρδισμό της περιοχής κάνει στο μυθιστόρημα «Μεγάλη Πλατεία» και ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης Νίκος Μπακόλας.
Ο επίσης Θεσσαλονικιός πεζογράφος Γιώργος Ιωάνννου γράφει: «Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 1943. Ο καιρός είναι καλός. Έφαγα μπιζέλια νερόβραστα. Χθες το βράδυ ενώ η ωχρά σελήνη εφώτιζε τα πάντα και ήταν πραγματικώς μαγευτική η βραδιά αντήχησαν αι τρομεραί σειρήναι. Εγώ δεν εσηκώθηκα ποσώς. Σχεδόν μαζί με τας σειρήνας ήρχισαν να πίπτουν βροχηδόν αντιαεροπορικά παντός διαμετρήματος, ως και πολυβόλα, διότι τα αεροπλάνα ήταν πολύ χαμηλά. Αλλά μετ' ολίγον έλαμψε ο τόπος και τρομεροί κρότοι σαν εκρήξεις βομβών ηκούοντο επί ένα τέταρτον. Εμείς και όλος ο κόσμος βέβαια ετρομοκρατήθημεν. Τα παράθυρα έτριζον απειλητικώς, αι θύραι ήνοιγον μόναι των και ολόκληρον το οικοδόμημα εσείετο εκ θεμελίων . Περί ώραν 11-12 ηκούσθησαν και πάλιν αι σειρήναι, τίποτα όμως περισσότερο. Την πρωίαν έμαθα ότι βομβάρδισαν την Νεάπολη, Συκιές, Βάρνα. 'Απαντες συνοικισμοί. Περί τους πεντακοσίους ανέρχονται οι νεκροί. Το απόγευμα επεσκέφθην την πληγείσαν περιοχήν της Βάρνας. Οι φονιάδες γκρέμισαν τις παράγκες και σκότωσαν τον κόσμο στα κρεβάτια τους. Σχεδόν τα θύματα τα είχαν μαζέψει. Εγώ είδα δύο νεκρούς σκεπασμένους με ένα σεντόνι. Τα ερείπια μαρτυρούν περί της αναισχύντου ατιμίας που διεπράχθη από τους «φίλους» μας!» (Γ. Ιωάννου, «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» - «Κατοχικό ημερολόγιο»).
Πάντως, μια ακόμη βόμβα της εποχής του Β Παγκοσμίου Πολέμου (αγγλικής κατασκευής και βάρους 200 κιλών) είχε αποκαλυφθεί και εξουδετερωθεί στις 19 Μαρτίου 1997, στα θεμέλια οικοδομής υπό ανέγερση στην περιοχή του Κορδελιού.
























Τσικνοπέμπτη - Έθιμα σε όλη την Ελλάδα






Τσικνοπέμπτη
Αν και οι Έλληνες το θεωρούμε καθαρά δικό μας έθιμο, το «τσίκνισμα» της Τσικνοπέμπτης, δηλαδή η συνήθειά μας να ενδίδουμε σε κρεατοφαγικές «ατασθαλίες», δεν είναι αποκλειστικά ελληνική υπόθεση. Πόσοι για παράδειγμα γνωρίζετε ότι παραλλαγή του εθίμου συναντούμε και στη Γαλλία και στη Γερμανία;

Οι Γερμανοί λοιπόν γιορτάζουν αντίστοιχα την Weiberfastnacht, οι Γάλλοι τη Mardi Gras (Fat Tuesday), οι Ιταλοί έχουν την Giovedi Grasso τους, ενώ στην Ισπανία η αντίστοιχη ημέρα με τη δική μας Τσικνοπέμπτη, είναι η Jueves Lardero. Η παράδοση συνεχίζεται φυσικά και σε άλλα κράτη με χριστιανικούς πληθυσμούς, όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία.

Ας επιστρέψουμε όμως στη δική μας Τσικνοπέμπτη, που είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου. Οι τρεις εβδομάδες των Αποκριών είναι η Προφωνή, η Κρεατινή και η Τυροφάγος. Κατά την Κρεατινή εβδομάδα, και αναμένοντας τη νηστεία της Σαρακοστής, η ορθόδοξη παράδοση, σεβόμενη τις νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής, τοποθέτησε ανάμεσά τους, την Πέμπτη δηλαδή, μια ημέρα εκτόνωσης με «τσίκνισμα» και κραιπάλη.

Γιατί λέγεται Τσικνοπέμπτη ή…Τσικνοπέφτη; Γιατί αυτήν την Πέμπτη, σύμφωνα με την παράδοση, σε πολλά μέρη της Ελλάδας, έλιωναν το λίπος από τα χοιρινά, ενώ παρέες συγκεντρώνονταν στα σπίτια για να ψήσουν κρέας, να το τσικνίσουν δηλαδή. Η διάχυτη μυρωδιά της τσίκνας σε όσα σπίτια είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν κρέας, οδήγησε στο να ονομαστεί Τσικνο-Πέμπτη.

Η προέλευση του εθίμου μάλλον ανάγεται στις βακχικές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων αλλά και των Ρωμαίων, που επιβίωσαν με παραλλαγές μέχρι και τα χριστιανικά χρόνια. Η πολυφαγία και πολυπιοτία, χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης ημέρας, θυμίζουν πρακτικές που σχετίζονται με την ευφορία της γης και που, όταν συνδυάζονται με την χριστιανική παράδοση, σημαίνουν την προετοιμασία για τη σαρανταήμερη νηστεία (Σαρακοστή) πριν το Πάσχα.

Εκτός από την κρεοφαγία τη συγκεκριμένη ημέρα σε πολλά μέρη της Ελλάδας συνηθίζεται να προσφέρεται ως γλυκό το γαλακτομπούρεκο και η γλυκιά κολοκυθόπιτα (κουγκουλούαρι τη λένε οι Αρβανίτες) αλλά και ο μπακλαβάς στη βόρεια Ελλάδα.

Κάθε τόπος φυσικά, ανέπτυξε τα δικά του ιδιαίτερα έθιμα.

Στη Θήβα, την Τσικνοπέμπτη ξεκινά ο «βλάχικος» γάμος, που περιλαμβάνει το προξενιό, συνεχίζεται με τον γάμο και ολοκληρώνεται με το γλέντι και την «επίδοση» των προικιών της νύφης, την Καθαρή Δευτέρα.

Οι Πατρινιοί, στήνουν ψησταριές ακόμη και στα πεζοδρόμια, έξω από τα μαγαζιά τους, και αναβιώνουν το δρώμενο του γάμου «Της Γιαννούλας της Κουλουρούς». Η Γιαννούλα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, που έζησε πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και πουλούσε κουλούρια για να ζήσει. Αγράμματη καθώς ήταν, πίστευε τους συμπολίτες της που της έταζαν να την παντρέψουν με τον Πρόεδρο της Αμερικής Ουίλσον (Ιούλσο, όπως τον πρόφερε η ίδια)! Έτσι στηνόταν μια ολόκληρη φάρσα, ο υποτιθέμενος Ουίλσον, ο γαμπρός, ερχόταν με πλοίο στο λιμάνι, ντυμένος με φράκο και η Γιαννούλα περίμενε τον γαμπρό, ενώ ο κόσμος γύρω διασκέδαζε με την ψυχή του…

Στην Κομοτηνή, τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια ανταλλάσσουν πεσκέσια, βρώσιμα είδη συνήθως, την Τσικνοπέμπτη καψαλίζουν και στέλνουν στα ταίρια τους μια κότα, που θα φαγωθεί την Κυριακή της Αποκριάς.

Στις Σέρρες ανάβουν αυτή τη μέρα φωτιές γύρω από τις οποίες γίνονται τα προξενιά, καθώς ανακατεύονται τα…κάρβουνα!

Τα έθιμα της Τσικνοπέμπτης δεν έχουν τέλος! Από τόπο σε τόπο, από χωριό σε χωριό, βρίσκουμε συνήθειες που οι καταβολές τους χάνονται στα βάθη του χρόνου, όμως κάποια βαθιά – γονιδιακή ή ιστορική μόνο; – ανάγκη επιβάλλει τη διαιώνισή τους.
Καλό τσίκνισμα!






















Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Ημέρα των Ερωτευμένων (Αγίου Βαλεντίνου)







Η ταύτιση του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Βαλεντίνου με την Ημέρα των Ερωτευμένων ξεκίνησε από την Αγγλία του ύστερου Μεσαίωνα, έχοντας παγανιστικές και χριστιανικές αναφορές.
Στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, από τις 13 έως τις 15 Φεβρουαρίου, γιόρταζαν τα Λουπερκάλια προς τιμή του θεού Φαύνου (του Πάνα των Ελλήνων). Οι Ρωμαίοι θυσίαζαν κατσίκια και σκυλιά, ενώ νεαρά αγόρια χτυπούσαν με λωρίδες από δέρμα κατσίκας τις νεαρές κοπέλες για να τους μεταδώσουν τη γονιμότητα. Μία ανάλογη γιορτή υπήρχε και στην Αρχαία Αθήνα τον μήνα Γαμηλιώνα (αντιστοιχούσε στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου και το πρώτο του Φεβρουαρίου), τα Θεογάμια, προς τιμή του Δία και της Ήρας.
Η γιορτή καταργήθηκε από την Εκκλησία τον 5ο αιώνα μ.Χ., ως ειδωλολατρική. Στη θέση της (14 Φεβρουαρίου) μπήκε ο εορτασμός της μνήμης του Αγίου Βαλεντίνου, μάρτυρα της χριστιανικής πίστης από τη Ρώμη, με απόφαση του Πάπα Γελάσιου. Ο Βαλεντίνος, σύμφωνα με τον θρύλο, υπήρξε ιερωμένος του 3ου αιώνα, ο οποίος σε πείσμα των αυτοκρατορικών διαταγών δεχόταν να παντρέψει νεαρούς στην ηλικία ερωτευμένους, γλιτώνοντας με αυτό τον τρόπο τους άρρενες από τη στρατιωτική θητεία. Με άλλα λόγια, επρόκειτο για πραγματικό προστάτη των ερωτευμένων και των αντιρρησιών συνείδησης, θα λέγαμε σήμερα! Ένας άλλος θρύλος λέει ότι όσο καιρό ο Βαλεντίνος ήταν μέσα στη φυλακή, αρνούμενος να αποκηρύξει την πίστη του, ερωτεύτηκε την τυφλή κόρη του δεσμοφύλακά του, στην οποία μάλιστα έστειλε κι ένα γράμμα με την υπογραφή: Με αγάπη από τον Βαλεντίνο σου.
Ο Άγιος Βαλεντίνος
Τη νοηματοδότηση που έχει σήμερα η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου την απέκτησε στα χρόνια του ύστερου Μεσαίωνα, γύρω στον 14ο αιώνα. Την πρώτη γραπτή αναφορά την έχουμε το 1382 στο ποίημα Το Κοινοβούλιο των Πτηνών (Parlement of Foules) του πατέρα της αγγλικής λογοτεχνίας Τζέφρι Τσόσερ. Το ποίημα των 699 στίχων είναι ένα ενύπνιο εμπνευσμένο από την παράδοση, κατά την οποία κάθε χρόνο την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου τα πουλιά συγκεντρώνονται μπροστά στη θεά της φύσης για να διαλέξουν ερωτικούς συντρόφους («...for this was Saint Valentine's Day, when every bird cometh there to choose his mate...»).
Στις αρχές του 17ου αιώνα η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου ως Γιορτή των Ερωτευμένων θα πρέπει να ήταν αρκετά γνωστή στην Αγγλία, αν λάβουμε υπόψη μας τη σχετική αναφορά στον Άμλετ του Σέξπιρ (Τραγούδι της Οφέλιας από την 4η πράξη, Μετάφραση Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, 1916):
Καλό πρωί! Είναι σύσκοτο. Τον Άγιο Βαλεντίνο
γιορτάζω κι ήρθα κόρη εδώ
στο παραθύρι σου να ιδώ
ταίρι με σε αν θα γίνω.
Σηκώθη ο νιος και ντύνεται κι ευτύς την πόρτα ανοίγει
και μπαίνει μέσα η κορασιά,
που κορασιά δε θά 'ναι πλιά,
όταν απόκει φύγει.
Το 1840 ήταν κοινός τόπος η ανταλλαγή, μεταξύ των ερωτευμένων, μικρών χειρόγραφων σημειωμάτων με ευχές (valentines). Το ίδιο χρονικό διάστημα η γιορτή διαδόθηκε και στην Αμερική, όπου η ανταλλαγή ευχετήριων καρτών βοηθήθηκε από τη βιομηχανοποίηση και τα φθηνά ταχυδρομικά τέλη. Με την πάροδο του χρόνου το επιχειρηματικό δαιμόνιο και η πολιτιστική επιβολή των αγγλοσαξόνων έδωσαν στη γιορτή τον οικουμενικό χαρακτήρα που γνωρίζουμε σήμερα.
Τα τελευταία χρόνια η εμπορευματοποίηση της γιορτής έχει φθάσει στο κατακόρυφο. Μετά τις κάρτες, τις ηλεκτρονικές κάρτες μέσω Ίντερνετ (e-cards), τα λουλούδια και τα σοκολατάκια, σειρά έχει η βιομηχανία των κοσμημάτων να οικειοποιηθεί την ημέρα των ερωτευμένων. Ο τζίρος του Αγίου Βαλεντίνου μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπέρασε το 2010 τα 15 δισεκατομμύρια δολάρια, το ισόποσο του ΑΕΠ της Μποτσουάνα.
Η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου προκαλεί αντιδράσεις στον μη Χριστιανικό κόσμο. Στην Ινδία οι φανατικοί ινδουιστές και μουσουλμάνοι αντιτίθεται στη γιορτή. Τη θεωρούν πολιτιστικό μίασμα και προϊόν της παγκοσμιοποίησης. Στο Πακιστάν, το τοπικό ισλαμικό κόμμα ζητά την κατάργησή της, καθώς, όπως υποστηρίζει, αντιβαίνει τον Ισλαμικό Πολιτισμό. Την ίδια άποψη έχουν και οι συντηρητικοί κύκλοι του θεοκρατικού Ιράν.

Η ελληνική εκδοχή της Γιορτής των Ερωτευμένων

Ο Άγιος Υάκινθος
Ο Άγιος Βαλεντίνος δεν μνημονεύεται πουθενά στο ορθόδοξο εορτολόγιο και, όπως ήταν φυσικό, η ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν τον παραδέχτηκε. «Ο άγιος αυτός είναι για μας ανύπαρκτος. Είναι μια μυθοπλασία δυτικής προέλευσης», δηλώνουν άνθρωποι της Εκκλησίας. Με τη σειρά της και η Καθολική Εκκλησία στην αναθεώρηση του γενικού εορτολογίου της το 1969 υποβίβασε την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου σε τοπική εορτή, επειδή δεν γνώριζε σχεδόν τίποτα για τον βίο του, παρά μόνο ότι ετάφη στη Βία Φλαμίνια της Ρώμης στις 14 Φεβρουαρίου.
Όταν, όμως, ο ξενόφερτος άγιος άρχισε να μπαίνει για τα καλά και στη ζωή των Ελλήνων και η ημέρα αυτή να καθιερώνεται και στη χώρα μας ως η ημέρα των ερωτευμένων στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 με πρωτοβουλία των ανθοπωλών, εκπρόσωποι της Εκκλησίας πρότειναν οι Έλληνες ερωτευμένοι να τιμούν και να γιορτάζουν αγίους που υπάρχουν στο ορθόδοξο εορτολόγιο.
Το 1994, ο τότε εκπρόσωπος Τύπου της Ιεράς Συνόδου, Γιάννης Χατζηφώτης, πρότεινε να καθιερωθεί ως ημέρα των ερωτευμένων η γιορτή του Αγίου Υακίνθου, που τιμάται στις 3 Ιουλίου. Ο Υάκινθος καταγόταν από την Καισάρεια της Καπαδοκίας και υπηρετούσε ως κουβικουλάριος (θαλαμηπόλος) του ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού. Άνθρωπος εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα, ο Υάκινθος προσηλυτίσθηκε στον Χριστιανισμό, προκαλώντας την οργή του Τραϊανού, που όταν το έμαθε διέταξε να τον φυλακίσουν χωρίς να του δίνουν καθόλου φαγητό, εκτός κι αν ήθελε να φάει ειδωλόθυτα. Σαράντα μέρες πέρασε έτσι ο Υάκινθος, χωρίς να αγγίξει τα ειδωλόθυτα. Την 41η, όμως, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο, σε ηλικία 20 ετών.
Στην καθιέρωση της 3ης Ιουλίου ως ημέρα του έρωτα και της ποίησης πρωτοστάτησε ο γνωστός τραγουδοποιός από τα Ανώγεια της Κρήτης, Λουδοβίκος των Ανωγείων, που μαζί με ανθρώπους του πνεύματος και των γραμμάτων προχώρησαν στην ανέγερση ενός ναού σε μια πανέμορφη τοποθεσία, σε υψόμετρο 1.200 μέτρων στον Ψηλορείτη. Μπροστά από το εκκλησάκι αυτό, που είναι το μοναδικό στην Ελλάδα αφιερωμένο στον Άγιο, κάθε καλοκαίρι πραγματοποιούνται εκδηλώσεις με την επωνυμία Υακίνθεια.
Το 2000 ο μακαριστός Aρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, στην προσπάθειά του να φέρει πιο κοντά τη νεολαία στην Εκκλησία, πρότεινε να εορτάζεται η γιορτή των ερωτευμένων στις 13 Φεβρουαρίου, ημέρα που η Ορθοδοξία τιμά τη μνήμη των Αποστόλων Ακύλα και Πρίσκιλλας, ενός ενάρετου ζευγαριού Ιουδαίων σκηνοποιών, που ζούσε στην Κόρινθο και ασπάστηκε τον Χριστιανισμό.
Υπάρχει και μια τρίτη πρόταση, μάλλον από αρχαιόπληκτους, να εορτάζονται ως προστάτες των ερωτευμένων στις 14 Φεβρουαρίου ο πολυμήχανος Οδυσσέας και η πιστή του Πηνελόπη.