Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

Ντέμης Ρούσσος 1946 – 2015




Διεθνούς φήμης έλληνας τραγουδιστής, που γνώρισε παγκόσμια επιτυχία, κυρίως τη δεκαετία του ‘70. Οι πωλήσεις των δίσκων του ξεπερνούν τα 60 εκατομμύρια.
Ο Αρτέμιος Βεντούρης - Ρούσσος, όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1946 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του μηχανικού και κλασσικού κιθαρίστα Γιώργου Ρούσσου και της συζύγου του Όλγας. Από μικρός σπούδασε μουσική και εντάχθηκε στην εκκλησιαστική χορωδία της ενορίας του. Μετά την Κρίση στο Σουέζ το 1956, η οικογένειά του έχασε τα πάντα και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα, συμμετείχε σε διάφορα μουσικά συγκροτήματα, ξεκινώντας από τους «The Idols» σε ηλικία 17 χρόνων. Αργότερα εντάχθηκε στους «We Five», αλλά έγινε γνωστός μέσα από τους «Aphrodite's Child», το ελληνικό συγκρότημα, που βρέθηκε στην πρωτοπορία του προοδευτικού ροκ (progressive rock). Σχηματίστηκε το Φεβρουάριο του 1968 από τους Βαγγέλη Παπαθανασίου (κίμπορντς), Ντέμη Ρούσσο (φωνητικά, μπάσο), Αργύρη Κουλούρη (κιθάρες) και Λουκά Σιδερά (ντραμς).
Με έδρα το Παρίσι κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά το άλμπουμ «The End of the World», από το οποίο ξεχώρισε το «Rain and Tears», διασκευή του κλασσικού «Κανόνα» του Πάχελμπελ, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία και ταυτίστηκε με τη νεανική εξέγερση του Μάη του ‘68. Ακολούθησε το «It's Five O' Clock» με την ομώνυμη μεγάλη επιτυχία, ενώ η κορυφαία στιγμή του συγκροτήματος ήταν το άλμπουμ «666», με πηγή έμπνευσης την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη. Κυκλοφόρησε το 1972, πούλησε πάνω από 20 εκατομμύρια δίσκους και θεωρείται ένα από τα πρώτα κόνσεπτ άλμπουμ (concept album, δίσκος με ενιαία θεματολογία).
Παράλληλα με τους «Aphrodite's Child» και μετά τη διάλυσή τους ακολούθησε σόλο καριέρα, με διαβατήριο τη σπουδαία τενόρο φωνή του, με τη χαρακτηριστική βραχνάδα και το εκκεντρικό του ντύσιμο (ενδυματολογικό σήμα - κατετεθέν η κελεμπία), που προανήγγειλε το κιτς του γκλαμ-ροκ (glam-rock). Πρώτη του μεγάλη επιτυχία, το τραγούδι «We Shall Dance». Ακολούθησαν τα  «White Sails» (αγγλική διασκευή του τραγουδιού «Άσπρα, Κόκκινα, Κίτρινα, Μπλε» του Δήμου Μούτση), «Forever And Ever», «My Friend the Wind», «My Reason», «Velvet Mornings», «Goodbye My Love, Goodbye», «Someday Somewhere» και «Lovely Lady of Arcadia», όλα τη δεκαετία του ‘70.
Τα επόμενα χρόνια παρέμεινε μουσικά ενεργός. Πραγματοποίησε μεγάλες περιοδείες και ηχογράφησε τις μεγάλες του επιτυχίες σε διάφορες γλώσσες, που εξάπλωσαν τη φήμη του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Υδρογείου. Το 2010 έδωσε μία μεγάλη συναυλία στο Ηρώδειο, μετά από 37 χρόνια απουσίας από τα συναυλιακά δρώμενα της Ελλάδας.
Για πολλά χρόνια ο Ντέμης Ρούσσος έδινε μάχες με την παχυσαρκία που τον ταλαιπωρούσε. Τον Ιούνιο του 1980, όταν ζύγιζε 147 κιλά, ξεκίνησε ένα αυστηρό πρόγραμμα δίαιτας, με αποτέλεσμα μέσα σε δέκα μήνες να χάσει 50 κιλά. Το 1982 εξέδωσε το βιβλίο «A Question of Weight» («Είναι θέμα βάρους»), μαζί με τη φίλη του φωτογράφο Βερονίκ Σκαβίνσκα, στο οποίο με πάσα ειλικρίνεια περιέγραψε το πρόβλημά του με την παχυσαρκία και πώς την καταπολέμησε.
Στις 14 Ιουνίου 1985 βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, όταν έπεσε θύμα αεροπειρατείας, κατά τη διάρκεια της πτήσης 847 της TWA από την Αθήνα στη Ρώμη. Οι λιβανέζοι αεροπειρατές της «Χεζμπολάχ» και της «Ισλαμικής Τζιχάντ», μόλις τον αναγνώρισαν, γιόρτασαν τα γενέθλιά του την επομένη και τον απελευθέρωσαν μαζί με άλλους τέσσερις επιβάτες πέντε ημέρες αργότερα.
Στην προσωπική του ζωή νυμφεύθηκε τρεις φορές και απέκτησε δύο παιδιά. Τον Σεπτέμβριο του 2013, παρασημοφορήθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής, σε τελετή που έγινε στην πρεσβεία της Γαλλίας στην Αθήνα. Μετά τη βράβευση δήλωσε: «Αυτό το μετάλλιο αντιπροσωπεύει την πρώτη χώρα μου, την Ελλάδα και τη δεύτερη, τη Γαλλία. Ευχαριστώ και τις δυο χώρες στις οποίες ανήκω».
Ο Ντέμης Ρούσσος πέθανε στις 25 Ιανουαρίου 2015 στην Αθήνα, ύστερα από μακρά νοσηλεία στο νοσοκομείο «Υγεία».





















Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Γουίνστον Τσόρτσιλ 1874 – 1965




Άγγλος πολιτικός, στρατιωτικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1953 για το πεντάτομο έργο του «Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος». Έμεινε στην ιστορία ως ο «πατέρας της νίκης» για τη σημαντική συμβολή του στη συμμαχική επικράτηση στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας για 9 χρόνια (1940-1945, 1951-1955). Το 2002 σε δημοψήφισμα του BBC ανακηρύχθηκε ο μεγαλύτερος Βρετανός όλων των εποχών.
Ο Γουίνστον Λίοναρντ Σπένσερ-Τσέρτσιλ (Winston Leonard Spencer-Churchill) – Τσώρτσιλ ή Τσόρτσιλ επικράτησε να λέγεται στα ελληνικά – γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1874 στο ανάκτορο Μπλένιμ της Οξφόρδης. Γόνος εύπορης οικογένειας ευγενών, ήταν ο δευτερότοκος γιος του πολιτικού Ράντολφ Τσόρτσιλ και της αμερικανίδας Τζένι Τζέρομ, κόρης του Λέοναρντ Τζέρομ, τραπεζίτη και ιδιοκτήτη των Τάιμς της Νέας Υόρκης.
Ο άνθρωπος που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των διεθνών συσχετισμών στη μεταπολεμική περίοδο και συνάρπαζε τα πλήθη, υπήρξε από κακός έως μέτριος μαθητής και χρειάστηκε να δώσει εξετάσεις δύο φορές για να περάσει μετά βίας στη Στρατιωτική Ακαδημία του Σάντχερστ (1892). Σύντομα, εν τούτοις, ο νεαρός Γουίνστον έγινε η πιο ξεχωριστή φυσιογνωμία της τάξης του και αποφοίτησε όγδοος σε σύνολο εκατόν πενήντα σπουδαστών.
Στα 21 του χρόνια έγινε αξιωματικός του ιππικού και στρατιωτικός παρατηρητής. Τα αμέσως επόμενα χρόνια τον βρίσκουν να έχει ενταχθεί στα βρετανικά στρατεύματα των Ινδιών, της Αιγύπτου και της Νότιας Αφρικής, εκτελώντας παράλληλα καθήκοντα πολεμικού ανταποκριτή. Η πρώτη του απόπειρα να διεκδικήσει βουλευτική έδρα ως υποψήφιος των Συντηρητικών το 1899 στέφθηκε από παταγώδη αποτυχία.
Ο Τσόρτσιλ δεν το έβαλε κάτω κι ένα χρόνο αργότερα κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος, από το οποίο διαφωνώντας θα αποχωρήσει το 1904 για να ενταχθεί στους Φιλελευθέρους. Η παρουσία του στη Βουλή των Κοινοτήτων είναι έντονη και χαρακτηρίζεται από σχολαστικά προπαρασκευασμένους λόγους, που αναδεικνύουν τη ρητορική του δεινότητα.
Το μεταρρυθμιστικό του πνεύμα θα επιβεβαιωθεί σε περισσότερους από έναν τομείς (ως υφυπουργός Αποικιών και ως υπουργός Εμπορίου και Εσωτερικών), ενώ ως υπουργός Εφοδιασμού το 1917 εργάζεται για τη μαζική παραγωγή αρμάτων που κρίνουν ως ένα βαθμό την τελική επιτυχή έκβαση του A’ Παγκοσμίου Πολέμου. Προηγουμένως, είχε παραιτηθεί από το αξίωμα του λόρδου του Ναυαρχείου, δεχόμενος επικρίσεις για την αποτυχημένη εκστρατεία των Δαρδανελίων (1915), που στοίχισε τη ζωή σε χιλιάδες στρατιώτες της Κοινοπολιτείας.
Η πρώτη μεγάλη περίοδος αφοσίωσής του στη συγγραφή (1922-1924) ξεκινά μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης συνασπισμού του Λόιντ Τζορτζ. Για δέκα χρόνια παραμένει απλό μέλος της Βουλής των Κοινοτήτων, έχοντας επιστρέψει στο Συντηρητικό Κόμμα, και δημοσιεύει πλήθος έργα του. Την εποχή εκείνη δεν παραλείπει σε κάθε ευκαιρία να επισημαίνει τους κινδύνους επικράτησης των Ναζιστών στη Γερμανία. Η συνάντηση του Τσόρτσιλ με το πεπρωμένο του, όπως ο ίδιος λέει, δεν γίνεται παρά όταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι μία πραγματικότητα και η πασιφιστική κυβέρνηση Τσάμπερλεν καταρρέει. Από μία υποσημείωση σε κάποιο ιστορικό βιβλίο, το όνομα Τσόρτσιλ θα γραφτεί με ολόχρυσα γράμματα στις χρυσές δέλτους της ιστορίας.
Στην πρώτη του ομιλία ως πρωθυπουργός στη Βουλή των Κοινοτήτων (αξίωμα που ανέλαβε στις 10 Μαΐου 1940) ξεκαθαρίζει στους συμπατριώτες του: «Δεν έχω τίποτε να σας προσφέρω, εκτός από αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα». Και θέτει ως μοναδικό στόχο της κυβέρνησής του την ολοκληρωτική νίκη επί του εχθρού. Σε δύσκολες στιγμές κατορθώνει να ανεβάσει το κλονισμένο ηθικό των συμπατριωτών του και καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου να χτίσει καλές σχέσεις με τον αμερικανό πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ.
Η συμμαχία Βρετανίας, ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης θεμελιώνεται το 1942 και χαράσσεται κοινή πολεμική προσπάθεια, η οποία οδηγεί τελικά στη νίκη επί των δυνάμεων του Άξονα το 1945. Αναφορικά με το ελληνικό πρόβλημα, ο Τσόρτσιλ παρεμβαίνει ανοικτά το 1944 εναντίον του ΕΑΜ και συμβάλλει στη σύναψη των συμφωνιών του Λιβάνου (20 Μαΐου) και της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου). Μετά την απελευθέρωση της Αθήνας (12 Οκτωβρίου), υποστηρίζει ενόπλως τις κυβερνητικές δυνάμεις. Έρχεται ο ίδιος στην Αθήνα και καθορίζει την έκβαση της εμφύλιας αναμέτρησης των «Δεκεμβριανών».
Το Φεβρουάριο του 1945 ο Τσόρτσιλ παίρνει μέρος στη Διάσκεψη της Γιάλτας και αποφασίζει μαζί με τους Ρούζβελτ και Στάλιν την κατανομή των περίφημων «σφαιρών επιρροής» στο μεταπολεμικό κόσμο. Μολονότι θεωρείται μεγάλος ηγέτης σε καιρό πολέμου, δεν κρίνεται ο κατάλληλος για να οικοδομήσει μία καλύτερη Βρετανία σε καιρό ειρήνης. Η ευκολία του να αλλάζει κόμματα δεν του συγχωρείται. Αλλά ακόμη και όταν χάνει τις εκλογές του 1945, παραμένει ο σφριγηλός ηγέτης που εργάζεται για τον συνασπισμό δυτικών χωρών (αργότερα ΝΑΤΟ). Σε ηλικία 77 ετών, αναλαμβάνει την πρωθυπουργία στις εκλογές του 1951, για να παραιτηθεί τέσσερα χρόνια αργότερα και να λάβει τα τελευταία χρόνια της ζωής του πολλές υψηλές τιμητικές διακρίσεις.
Από τη βουλευτική του, όμως, ιδιότητα δεν παραιτείται, παρά μόνο λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, τον Ιούλιο του 1964. Θα πεθάνει έξι μήνες αργότερα, χτυπημένος από εγκεφαλικό, στις 24 Ιανουαρίου 1965, και θα αναπαυθεί στο χωριό Μπλάντον της Οξφόρδης, κοντά στη γενέτειρά του. Από το 1908 ήταν νυμφευμένος με την Κλημεντίνη Χόζιερ, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά.

















Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Παντελής Ζερβός 1908 – 1982




Ο δημοφιλής ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου Παντελής Ζερβός γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1908 στο Λουτράκι. Σπούδασε στη σχολή Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν και πρωτοεμφανίστηκε το 1935 στη Λαϊκή Σκηνή με την Ερωφίλη.
Συνεργάστηκε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, το Θέατρο Τέχνης, το Κρατικό Θεσσαλονίκης, την Ελληνική Σκηνή, και διακρίθηκε σε ρόλους κλασσικού και νεοελληνικού ρεπερτορίου (ΑλκηστιςΒυσσινόκηποςΑγριόπαπιαΒολπόνεΜάκμπεθΘεσμοφοριάζουσεςΦιλάργυροςΑντιγόνηΟ ΒασιλικόςΠλούτος κ.ά.)
Στον κινηματογράφο, τον οποίο υπηρέτησε για περίπου 40 χρόνια, συμμετείχε σε περισσότερες από 70 ταινίες. Ξεχωρίζουν: Πικρό ψωμί (1951), Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας (1955), Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες (1960), Ζητείται Ψεύτης (1961), Ο Ατσίδας (1962), Λόλα (1964), Ο μεθύστακας του λιμανιού (1967), Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά (1969), Η Μαρία της σιωπής (1973).
Για τη θεατρική του προσφορά τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α’, ενώ το 1960, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, πήρε το Βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του στην ταινία Μανταλένα του Ντίνου Δημόπουλου.
Πέθανε στις 23 Ιανουαρίου του 1982.


















Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Η Διάσκεψη της Βάνζεε



Ράινχαρντ Χάιντριχ
Εξοντώστε τους Εβραίους! Αυτό ήταν το σαφέστατο μήνυμα που δόθηκε στη γραφειοκρατία της Ναζιστικής Γερμανίας από τον αρχι-Ναζί Ράινχαρντ Χάιντριχ, που προήδρευσε διάσκεψης στο προάστιο Βάνζεε (Wannsee) του Βερολίνου, σχετικά με την τελική λύση που έπρεπε να δοθεί στο Εβραϊκό ζήτημα, δηλαδή για την οργανωμένη εξόντωση του Εβραϊκού πληθυσμού της Ευρώπης. Η Διάσκεψη της Βάνζεε, όπως έμεινε στην ιστορία, έγινε στις 20 Ιανουαρίου 1942 και πολλά από αυτά που συζητήθηκαν έγιναν γνωστά μετά την κατάρρευση του Τρίτου Ράιχ.
Ένα από τα μείζονα προβλήματα για τον Χίτλερ το καλοκαίρι του 1941 ήταν το πρακτέο για τα εκατομμύρια Εβραίων που ζούσαν στις γερμανοκρατούμενες χώρες της Ευρώπης. Η αναμενόμενη για τους Γερμανούς κατάληψη της Σοβιετικής Ένωσης μεγέθυνε το πρόβλημα. Σε μια συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 16 Ιουλίου 1941 ο Φύρερ ανακοίνωσε ότι η Σοβιετική Ένωση δυτικά των Ουραλίων θα γίνει ο «γερμανικός κήπος της Εδέμ» και ότι η αχανής αυτή περιοχή θα πρέπει να ειρηνεύσει το ταχύτερο δυνατό. «Αυτό θα επιτευχθεί ταχύτερα αν ξεπαστρέψουμε όποιον μας πάει κόντρα» είπε στους υπουργούς του.
Ο στρατάρχης Χέρμαν Γκέριγκ και ο αρχηγός των SS Χάνριχ Χίμλερ ερμήνευσαν τα λόγια του αρχηγού ως πράσινο φως για να προχωρήσουν με πιο γοργά βήματα προς την τελική λύση του εβραϊκού προβλήματος, που συνίστατο στην εκδίωξη όλων των Εβραίων από τα γερμανικά εδάφη. Στις 31 Ιουλίου 1941 ο Γκέρινγκ έγραψε στον Ράινχαρντ Χάιντριχ, αρχηγό των υπηρεσιών ασφαλείας του Τρίτου Ράιχ, «να αναλάβει όλες εκείνες τις πρωτοβουλίες για την ολοκληρωτική λύση του Εβραϊκού Ζητήματος σε όλα τα εδάφη με γερμανική επιρροή». Τον διέταζε να «συντονίσει όλες τις εμπλεκόμενες κυβερνητικές υπηρεσίες» και «να του υποβάλει ένα προσχέδιο για την τελική λύση του Εβραϊκού προβλήματος». Ο Χάιντριχ γνώριζε πολύ καλά ότι ο Γκέρινγκ ήταν η φωνή του Χίτλερ.
Τους επόμενους μήνες ο Χάιντριχ και οι επιτελείς του επεξεργάστηκαν τις προτάσεις που θα υπέβαλαν στον Γκέρινγκ, που περιλάμβαναν την εκδίωξη όλων των Εβραίων από τη Γερμανία και τις κατεχόμενες χώρες και την εγκατάστασή τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, είτε στην Πολωνία, είτε σε περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης. Το φθινόπωρο του 1941 η ευφορία για τη γρήγορη κατάληψη της Σοβιετικής Ένωσης είχε δώσει τη θέση της στον σκεπτικισμό. Οι επιχειρήσεις είχαν βαλτώσει και οι επιτελείς του Χίτλερ ανέμεναν έναν μακράς διάρκειας πόλεμο. Τα τρόφιμα δεν έφθαναν για να θρέψουν τον πληθυσμό και το μυαλό του Χίτλερ πήγε κατευθείαν στους παρίες του Τρίτου Ράιχ, στους Εβραίους: «Μου λένε να μην τους στείλω στο βούρκο. Ποιος νοιάζεται για τον λαό μας; Είναι ωραίο να κυριαρχεί ο τρόμος, όταν εξοντώνουμε τους Εβραίους. Γράφουμε ιστορία από φυλετική άποψη». Ο Χίμλερ και ο Χάιντριχ, που άκουγαν τα λόγια αυτά του αρχηγού τους, δεν είχαν καμία αμφιβολία για τις προθέσεις του Φύρερ.
Στις 29 Νοεμβρίου 1941, ο Χάιντριχ έστειλε προσκλήσεις σε αξιωματούχους του καθεστώτος για τη σύσκεψη που είχε προγραμματίσει για τις 9 Δεκεμβρίου στο θέρετρο του Βερολίνου Βάνζεε. Θα τους εξέθετε τις απόψεις του για την «τελική λύση» και θα άκουγε τις δικές τους. Στην πρόσκληση βρισκόταν εσώκλειστη και η επιστολή του Γκέρινγκ για να μην υπάρξει η παραμικρή αμφισβήτηση για τη σοβαρότητα της σύσκεψης. Τα κακά μαντάτα από το ανατολικό μέτωπο, η επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ και η έξοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο δημιούργησαν εκρηκτικό κλίμα στο Βερολίνο και οδήγησαν στην αναβολή της σύσκεψης.
H βίλα όπου έλαβε χώρα η διάσκεψη
Πραγματοποιήθηκε, τελικά, στις 20 Ιανουαρίου του 1942 σε μία βίλα της Βανζέε, που ήταν κέντρο αναψυχής των Ναζί. Στη σύσκεψη συμμετείχαν 14 ανώτατοι αξιωματούχοι του Τρίτου Ράιχ υπό την προεδρία του Χάινριχ. Στην αρχή τους μοίρασε δύο λίστες με τις χώρες της Ευρώπης και τον προς εξόντωση αριθμό των Εβραίων καθεμιάς. Στη λίστα Α, που αφορούσε τις κατακτημένες χώρες, αναφέρεται και η Ελλάδα με σύνολο Εβραίων 69.600. Τους καταλόγους είχε συντάξει ο συνεργάτης του, ο διαβόητος Άντολφ Άιχμαν.

Ο Χάιντριχ μίλησε για μία ώρα. Πρώτα έκανε έναν απολογισμό για τα μέτρα που έχει πάρει το καθεστώς κατά των Εβραίων από το 1933 που ήλθε στη εξουσία. Ανέφερε ότι έως το 1941, 530.000 Εβραίοι είχαν μεταναστεύσει εκτός Γερμανίας και Αυστρίας και απέμεναν μόλις 170.000. Ο Χάιντριχ συνέχισε, λέγοντας ότι οι συνθήκες είναι δύσκολες για τη μετανάστευση των υπολοίπων και έριξε στο τραπέζι ιδέες για τη μεταφορά τους στην Ανατολή και για την παροχή καταναγκαστικής εργασίας, «που θα προκαλούσε τον θάνατό τους από φυσικές αιτίες». Για όσους επιζήσουν, και αυτοί θα είναι οι πιο σκληροτράχηλοι, θα πρέπει να τους συμπεριφερθούμε ανάλογα, επειδή αν τους αφήσεις ελεύθερους θα αποτελέσουν τον σπόρο για την Εβραϊκή Αναγέννηση». Όλοι οι παριστάμενοι κατάλαβαν επακριβώς το τι εννοούσε ο Χάιντριχ. Άλλωστε, οι 8 από τους 15 προσφωνούνταν «δόκτωρ», δηλαδή είχαν διδακτορικό.
Ο Χάιντριχ τους είπε, ακόμη, ότι για να αποφύγουν νομικές και πολιτικές περιπλοκές θα πρέπει να γνωρίζουν ποιοι Εβραίοι είναι ικανοί για «εκτόπιση». Εξαιρούνται οι άνω των 65 ετών γερμανοεβραίοι, όσοι έχουν τραυματισθεί πολεμώντας για τη Γερμανία και έχουν τιμηθεί με ανώτατα παράσημα και οι Εβραίοι, που έχουν παντρευτεί Γερμανίδες και αντιστρόφως, και τα τέκνα που προέρχονται από ένα τέτοιο γάμο. Την ομιλία του Χάιντριχ ακολούθησαν διευκρινιστικές ερωτήσεις και τοποθετήσεις από τους συμμετέχοντες στη σύσκεψη, οι οποίοι στη συνέχεια γεύτηκαν τον πλούσιο μπουφέ και ανάμεσα σε γερές δόσεις κονιάκ μίλησαν για σκοτωμούς και εκκαθαρίσεις με τον πιο φυσικό τρόπο, όπως ανέφερε ο Άιχμαν στη δίκη του το 1961.
Στη συνέχεια γνωρίζουμε το τι επακολούθησε. 5.500.000 Εβραίοι εξολοθρεύτηκαν μέχρι το 1945 από τους Ναζί στη μεγαλύτερη γενοκτονία της παγκόσμιας ιστορίας («Ολοκαύτωμα»).























Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

Βασίλης Τσιτσάνης 1915 – 1984




Συνθέτης, στιχουργός, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και τραγουδιστής· από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και γενικά της ελληνικής λαϊκής μουσικής του 20ου αιώνα.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας στις 18 Ιανουαρίου 1915. Οι γονείς του ήταν Ηπειρώτες κι εκτός από τον Βασίλη είχαν άλλα τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Αργότερα, οι φίλοι του οι ρεμπέτες του κόλλησαν το παρατσούκλι «Ο Βλάχος», επειδή ήταν ο μόνος  ρεμπέτης με στεριανή προέλευση.

Ο πατέρας του, τσαρουχάς στο επάγγελμα, είχε ένα μαντολίνο, με το οποίο έπαιζε κλέφτικα τραγούδια. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη, μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία. Παρότι τον συνέπαιρνε η μουσική, πρωτόπιασε όργανο στα χέρια του μετά το θάνατο του πατέρα του το 1926. Ήταν ένα μαντολίνο, που κάποιος ντόπιος οργανοποιός είχε μετατρέψει σε μπουζούκι.

Στα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να αποκτά κάποιες γνώσεις μουσικής, μαθαίνοντας βιολί. Με αυτό συμμετείχε και σε κάποιες τοπικές εκδηλώσεις, προκειμένου να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του. Αν και δεν είχε εμφανιστεί ακόμα δημοσίως με το μπουζούκι, καθώς ήταν απαγορευμένο και χωρίς καμία κοινωνική καταξίωση, έγραψε τα πρώτα του τραγούδια πάνω σ’ αυτό, σε ηλικία μόλις 15 ετών.

 Με τη Καίτη ΓκρέυΤο φθινόπωρο του 1936 κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική και προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά του έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Μπιζέλια». Τον επόμενο χρόνο γνώρισε τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πήγε στη δισκογραφική εταιρεία «Οντεόν»,  όπου ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» (1937). Η «Αρχόντισσα», από τα σπουδαιότερα τραγούδια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, ήταν ένα από τα δεκάδες που ακολούθησαν. Την ίδια περίοδο, τραγούδια του, όπως «Να γιατί γυρνώ», «Παλάτια Χρυσοστόλιστα», «Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ» και «Γι' αυτά τα μαύρα μάτια σου», ερμήνευσαν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στέλιος Κερομύτης, αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Βρισκόμαστε στον αστερισμό της δικτατορίας Μεταξά και η εποχή επιβάλλει εμβατήρια, ενώ απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου, όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Ο Τσιτσάνης απαντά με το μπόλιασμα του ρεμπέτικου με δυτικά μελωδικά στοιχεία κι έτσι προσεγγίζει τις ευρύτερες μάζες. Τον Μάρτιο του 1938 υπηρετεί τη στρατιωτική θητεία του στο Τάγμα Τηλεγραφητών, στη Θεσσαλονίκη. Παίρνει άδειες και ποτέ δεν γυρνά στην ώρα του, γεγονός που εξοργίζει τους διοικητές του. Περνά πολλές μέρες στο πειθαρχείο, όπου γράφει ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του, την «Αρχόντισσα». Στη Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει και τη μελλοντική σύζυγό του, τη Ζωή Σαμαρά, με την οποία θα αποκτήσει δύο παιδιά, τη Βικτωρία και τον Κώστα.

Τα χρόνια της Κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου ανοίγει ένα δικό του κουτούκι, το «Ουζερί Τσιτσάνη», στην οδό Παύλου Μελά 22. Παράλληλα, γράφει ορισμένες από τις μεγάλες επιτυχίες του («Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα», «Συννεφιασμένη Κυριακή»), που θα ηχογραφήσει μετά τον πόλεμο, όταν θα ανοίξουν και πάλι τα εργοστάσια δίσκων.

Με τη Μαρίκα ΝίνουΤο 1946 κατεβαίνει ξανά στην Αθήνα. Η εποχή του εμφυλίου αποτελεί άλλη μία πηγή έμπνευσης για τον Τσιτσάνη. Τα τραγούδια του, όμως, λογοκρίνονται και πάλι. Ορισμένα καταφέρνει και τα εκδίδει, επινοώντας διάφορα τεχνάσματα, πολλά κυκλοφόρησαν αρκετά χρόνια μετά, ενώ κάποια δεν εκδόθηκαν ποτέ. Το τέλος του εμφυλίου σημαίνει ταυτόχρονα και την πλήρη αποδοχή του Βασίλη Τσιτσάνη. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 μεσουρανεί στο μουσικό στερέωμα. Μερικά από τα τραγούδια αυτής της περιόδου είναι τα: «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Όμορφη Θεσσαλονίκη», «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Καβουράκια», «Ξημερώνει και βραδιάζει».

Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές, που δένονται μαζί του, όπως η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Ακόμα, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, η Καίτη Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κ.ά. ερμηνεύουν τα διαχρονικά τραγούδια του: «Ίσως αύριο» (1958), «Τα λιμάνια» (1962), «Τα ξένα χέρια» (1962), «Μείνε αγάπη μου κοντά μου» (1962), «Κορίτσι μου όλα για σένα» (1967), «Με παρέσυρε το ρέμα» «Απόψε στις ακρογιαλιές» (1968), «Κάποιο αλάνι» (1968), «Της Γερακίνας γιος» (1975), «Δηλητήριο στη φλέβα» (1979).

Το 1980, με πρωτοβουλία της ΟΥΝΕΣΚΟ, ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα», όπως λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας και της ζωής του. Σ’ αυτό το δίσκο παίζει μία σειρά από κλασικά του τραγούδια, αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι. Με την έκδοσή του στη Γαλλία, το 1985, παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας «Σαρλ Γκρο». Όμως, στο μεταξύ, ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα...

Ο Βασίλης Τσιτσάνης άφησε την τελευταία του πνοή ανήμερα των γενεθλίων του, στις 18 Ιανουαρίου 1984, στο νοσοκομείο «Μπρόμπτον» του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του εμφανιζόταν κανονικά στο «Χάραμα» και δούλευε καινούργια τραγούδια.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης έβαλε τη δική του ανεξίτηλη σφραγίδα στην ελληνική λαϊκή μουσική. Μπόλιασε το ρεμπέτικο με δυτικά μελωδικά στοιχεία και το έβγαλε από το περιθώριο, που το είχαν τάξει τα «αντικοινωνικά» και ανατολίτικα στοιχεία του. Εμπλούτισε τη λαϊκή ορχήστρα με νέα ηχοχρώματα, προσθέτοντας το πιάνο κι επιβάλλοντας το ακορντεόν ως όργανο της κομπανίας. Καινοτόμησε στο στίχο, με την απομάκρυνσή του από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου και της ομοιοκαταληξίας και επισημοποίησε και γενίκευσε το ρόλο του ρεφρέν. Με τον Τσιτσάνη, το ρεμπέτικο γίνεται «τέχνη» και η ρήξη με την παράδοση αρχίζει να γίνεται ορατή.





















Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Δημήτρης Χορν 1921 – 1998




Ο κορυφαίος ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου Δημήτρης Χορν γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου του 1921 στην Αθήνα. Πατέρας του ήταν ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας Παντελής Χορν. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου (νυν Εθνικού), όπου έκανε το ντεμπούτο του το 1940, στην οπερέτα του Στράους «Η Νυχτερίδα».

Αμέσως μετά εμφανίστηκε στο «Θέατρο Ρεξ» της Μαρίκας Κοτοπούλη, ως πρωταγωνιστής σε έργα, όπως «Ο πρωτευουσιάνος», «Αλάτι και πιπέρι», «Η κυρία με τις καμέλιες» κ.ά. Την περίοδο 1943 - 1944 συμμετείχε στο θίασο της Κατερίνας, με την οποία συμπρωταγωνίστησε στο «Σύζυγοι με δοκιμή». Το 1944 συγκρότησε δικό του θίασο μαζί με τη Μαίρη Αρώνη και λίγο αργότερα συνέπραξε με τη Βάσω Μανωλίδου. Το 1945 συνεργάστηκε με τον θίασο Μελίνας Μερκούρη και Νίκου Χατζίσκου, ενώ την περίοδο 1946 - 1950 επέστρεψε στο «Βασιλικό Θέατρο».

Ύστερα από απουσία δύο ετών στο εξωτερικό, επιστρέφει στην Ελλάδα και το 1953 γνωρίζει την Έλλη Λαμπέτη. Ο δεσμός τους επισπεύδει το διαζύγιο της Λαμπέτη με τον Μάριο Πλωρίτη και μαζί γράφουν μία από τις πιο αστραφτερές σελίδες στην υποκριτική τέχνη. Συγκροτούν δικό τους θίασο, μαζί με τον Γιώργο Παππά, ανεβάζοντας έργα, όπως: «Ο βροχοποιός», «Νυφικό Κρεβάτι» και «Το παιχνίδι της Μοναξιάς». Οι δρόμοι τους χώρισαν το 1959 και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ στο θεατρικό σανίδι.

Μεγάλη ήταν η συμβολή του Δημήτρη Χορν και στον κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε μόνο σε 10 ταινίες, δίνοντας όμως ανεπανάληπτες ερμηνείες, όπως στην «Κάλπικη λίρα» (1954), στο «Μια ζωή την έχουμε» (1955) και «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956).

Έντονη ήταν και η ραδιοφωνική παρουσία του. Εκτός από τις μαγνητοφωνήσεις δεκάδων θεατρικών έργων, είχε «περάσει» στον κόσμο με ιδιαίτερο κέφι και φινέτσα ένα «αεράκι» εβδομαδιαίων πεντάλεπτων εκπομπών, που έγραφε ο Κώστας Πρετεντέρης. Με μια σουρεαλιστική ειρωνεία στη φωνή του, διάβαζε φανταστικά γράμματα ακροατών στην εκπομπή «Ο Ταχυδρόμος έφτασε».

Διετέλεσε γενικός διευθυντής της ΕΡΤ την περίοδο 1974 -1975, ενώ το 1980 ίδρυσε με τη σύζυγό του Άννα Γουλανδρή το Ίδρυμα Γουλανδρή - Χορν, σκοπός του οποίου είναι η μελέτη του ελληνικού πολιτισμού. Η Πολιτεία του απένειμε το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α'.

Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου του 1998, ύστερα από πολύμηνη ασθένεια.













Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Άγκαθα Κρίστι 1890 – 1976




Η Άγκαθα Κρίστι (Agatha Christie), η πιο διάσημη συγγραφέας έργων μυστηρίου, γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1890 ως Μαίρη Κλαρίσα Άγκαθα Μίλερ, στο Ντέβον της Αγγλίας. Μεγάλωσε στο Άσφιλντ, όπου έβγαλε το σχολείο και στη συνέχεια σπούδασε τραγούδι στο Παρίσι.
Το 1914, πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παντρεύτηκε τον συνταγματάρχη Άρτσιμπαλντ Κρίστι, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη. Όταν ο σύζυγός της αποστρατεύτηκε, η ίδια εργάστηκε ως βοηθός σε φαρμακείο, όπου έμαθε για τα δηλητήρια.
Άρχισε να γράφει με την ενθάρρυνση της αδερφή της και στο πρώτο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε το 1920 υπό τον τίτλο «Η μυστηριώδης υπόθεση στο Στάυλς», παρουσίασε για πρώτη φορά τον θρυλικό ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό, ένα χαρακτήρα που εμφανίστηκε σε περισσότερα από 25 ακόμα μυθιστορήματά της. Το δεύτερο βιβλίο της («Η Δολοφονία του Ρότζερ Ακρόυντ» - 1926) βρέθηκε στην κορυφή του πίνακα πωλήσεων και η ίδια μεταξύ των δημοφιλέστερων συγγραφέων.
Παρά τη μεγάλη επιτυχίας της, μετά το θάνατο της μητέρας και του συζύγου της, η Άγκαθα Κρίστι εισήλθε σε μία περίοδο συναισθηματικής αναταραχής. Εξαφανίστηκε για 11 ημέρες και τελικά εντοπίστηκε σε ιαματικά λουτρά.
Το 1930 παντρεύτηκε έναν αρχαιολόγο, το σερ Μαξ Μάλοουαν, τον οποίο συνόδευε στις αποστολές του στη Μέση Ανατολή, όπου κι εξελίχθηκαν πολλά από τα μυθιστορήματά της. Εκεί δημιουργήθηκε και η Μις Μαρπλ, μία από τις πιο αγαπημένες της ηρωίδες.
Συνολικά, η Άγκαθα Κρίστι έγραψε περίπου 80 μυθιστορήματα, 30 συλλογές διηγημάτων και 15 θεατρικά έργα, καθώς και 6 αισθηματικά ρομάντζα με το ψευδώνυμο Μαίρη Γουέστμακοτ. Μέχρι το θάνατό της, στις 12 Ιανουαρίου του 1976, είχαν πωληθεί πάνω από 400 εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων της, σε περισσότερες από 100 γλώσσες.

Προτεινόμενα Έργα

  • Δέκα Μικροί Νέγροι (Λιβάνη)
  • Ποντικοπαγίδα (Λυχνάρι)
  • Έγκλημα στο Νείλο (Λυχνάρι)
  • Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές (Μίνωας)
  • Έγκλημα τα Χριστούγεννα (Λιβάνης)
  • Ο φόνος του Ρότζερ Ακρόυντ (Άγρα)
  • Ο πλωτός ναύαρχος (Άγρα)
  • Πέντε μικρά γουρουνάκια (Λυχνάρι)
  • Η αυτοβιογραφία μου (Λυχνάρι)


















Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Η Στάση του Νίκα


Ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός

Με αυτή την ονομασία έμεινε στην ιστορία η λαϊκή εξέγερση που συνέβη στο Βυζάντιο την εποχή του Ιουστινιανού και πνίγηκε στο αίμα από τον αυτοκράτορα. Πληροφορίες από «πρώτο χέρι» μας δίνει ο σύγχρονος του Ιουστινιανού, ιστορικός Προκόπιος, στο βιβλίο του «Η ιστορία των Πολέμων» (εκδόσεις Λιβάνη).
Πρωταγωνιστές της εξέγερσης ήταν οι δήμοι των «Πράσινων και «Βένετων» (μπλε), οργανώσεις φιλάθλων με λαϊκή καταγωγή, που ζούσαν για τις αρματοδρομίες στις εξέδρες του Ιππόδρομου της Κωνσταντινούπολης. Οι «Ρούσσοι» και οι «Λευκοί» υπολείπονταν αρκετά σε δημοτικότητα των άλλων δύο δήμων. Οι αρματοδρομίες ήταν ένα ιδιαίτερα δημοφιλές άθλημα εκείνη την περίοδο, όπως σήμερα είναι το ποδόσφαιρο.
Θα λέγαμε ότι οι «Βένετοι» και οι «Πράσινοι» θύμιζαν αρκετά σε πάθος και αφοσίωση τους σημερινούς συνδέσμους φιλάθλων, ιδιαίτερα τη «Θύρα 7» του Ολυμπιακού και τη «Θύρα 13» του Παναθηναϊκού. Οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν του δήμους κάτι ανάμεσα σε συμμορία και πολιτικό κόμμα, καθώς συχνά προσπαθούσαν να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις.
Το 531, ένας «βένετος» και ένας «πράσινος» συλλαμβάνονται με την κατηγορία της δολοφονίας και καταδικάζονται σε θάνατο διά απαγχονισμού. Ο Ιουστινιανός, 

δεδηλωμένος οπαδός των Βένετων, μετατρέπει τη θανατική ποινή σε φυλάκιση. Οι «Πράσινοι» και «Βένετοι» αξιώνουν την πλήρη απαλλαγή τους. Ο αυτοκράτωρ, όμως, τους αγνοεί.
Στις 11 Ιανουαρίου του 532 ξεσηκώνονται, πυρπολούν κτίρια, πολιορκούν το παλάτι και προξενούν ζημιές ακόμη και στην Αγία Σοφία. Η ιαχή «Νίκα» δονεί την ατμόσφαιρα. Είναι το σύνθημα που φώναζαν στον Ιππόδρομο για να εμψυχώσουν τους αρματοδρόμους.
Το πλήθος των εξεγερμένων όλο και μεγαλώνει, καθώς ο λαός δυσφορούσε για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του αυτοκράτορα, τη βαριά φορολογία και την κρατική αυθαιρεσία. Απαιτεί την παραίτηση του Ιωάννη Καππαδόκη (Υπουργού Οικονομικών της εποχής) και του διάσημου νομομαθούς Τριβωνιανού.
Την κατάσταση επιχειρούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους οι συγκλητικοί και οι ευγενείς, που έβλεπαν τα δικαιώματά τους να ψαλλιδίζονται από τις μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού. Συγκεντρώνονται στον Ιππόδρομο και ανεβάζουν στο θρόνο τον Υπάτιο, ανιψιό του πρώην αυτοκράτορα Αναστάσιου.
Ο Ιουστινιανός αδυνατεί να ελέγξει την κατάσταση. Είναι καινούργιος στην εξουσία και έχει ένα σωρό σκοτούρες, με τους Πέρσες στα ανατολικά της αυτοκρατορίας. Για μια στιγμή περνά από το νου να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοκρατορική σύζυγος, η δυναμική και αποφασιστική Θεοδώρα, γρήγορα τον μεταπείθει και οι στρατηγοί Βελισάριος και Μούνδος αναλαμβάνουν δράση. Εγκλωβίζουν τους επαναστάτες στον Ιππόδρομο και κυριολεκτικά τους κατασφάζουν. Η καταστολή της «Στάσης του Νίκα» στις 18 Ιανουαρίου του 532 άφησε πίσω της 30.000 νεκρούς.
Ο Ιουστινιανός πατούσε πλέον γερά στα πόδια του και την επομένη μέρα έδωσε εντολή να εκτελεσθούν ο σφετεριστής του θρόνου Υπάτιος και ο αδελφός του. Η περιουσία τους δημεύθηκε, όπως και πολλών ευγενών, που εξορίστηκαν, επειδή είχαν υποστηρίξει την εξέγερση. Η αυτοκρατορική θητεία μιας από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του Βυζαντίου, όπως ήταν ο Ιουστιανιανός, ξεκίνησε με τη χειρότερη περίοδο βίας και αναρχίας που γνώρισε η Βασιλεύουσα.



















Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Η ιστορία της Αγια-Σοφιάς





Η Αγία Σοφία είναι το πρώτο κτίσμα που χτυπάει στα μάτια του επισκέπτη, καθώς εισέρχεται από την Προποντίδα. Το ξεχωριστό αυτό σημείο είχαν επιλέξει για να χτίσουν τους ναούς τους, αιώνες πριν από τους Βυζαντινούς, οι ειδωλολάτρες.
Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας θεμελιώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. όταν ονόμασε τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η ανέγερση του ναού ολοκληρώθηκε από τον γιο του Κωνστάντιο και τα εγκαίνια έγιναν στις 15 Φεβρουαρίου του 360.
Κατά την εποχή του Αρκαδίου, το 404, η πρώτη Αγιά Σοφιά πυρπολείται και θα κτισθεί εκ νέου από τον Θεοδόσιο Β'. Τα εγκαίνια θα γίνουν στις 10 Οκτωβρίου του 415, όμως ο ναός θα πυρποληθεί και πάλι το 532, κατά τη Στάση του Νίκα. Έτσι, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α' αποφασίζει να κατασκευάσει την εκκλησία από την αρχή, στον ίδιο χώρο, αλλά πολύ πιο επιβλητική, για να δεσπόζει στη Βασιλεύουσα. Τα θεμέλια αυτού του μεγαλοπρεπή ναού θα μπουν στις 23 Φεβρουαρίου του 532, με σχέδια που εκπόνησαν οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος Τραλλιανός και Ισίδωρο ο Μιλήσιος.
Για την ολοκλήρωση του κολοσσιαίου έργου δούλεψαν αδιάκοπα επί έξι χρόνια 10.000 τεχνίτες, ενώ ξοδεύτηκαν 320.000 λίρες (περίπου 120.000.000 ευρώ). Από κάθε σημείο όπου υπήρχε Ελληνισμός, έγινε προσφορά: Τα πράσινα μάρμαρα από τη Μάνη και την Κάρυστο, τα τριανταφυλλιά από τη Φρυγία και τα κόκκινα από την Αίγυπτο. Από τον υπόλοιπο κόσμο προσφέρθηκαν τα πολύτιμα πετράδια, ο χρυσός, το ασήμι και το ελεφαντόδοντο, για τη διακόσμηση του εσωτερικού.
Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537 από τον Ιουστινιανό, ο οποίος βλέποντας την υπεροχή της Αγίας Σοφίας έναντι του ξακουστού ναού του Σολομώντα, αναφωνεί: «Δόξα των Θεώ το καταξιωσάντι με τελέσαι τοιούτον έργον. Νενίκηκά σε Σολομών».
Για χίλια και πλέον χρόνια (537-1453), η Αγία Σοφία θα αποτελέσει το κέντρο της ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Εκεί, ο λαός θα γιορτάσει τους θριάμβους, θα θρηνήσει τις συμφορές και θα αποθεώσει τους νέους αυτοκράτορες.
Η τελευταία λειτουργία τελέστηκε στις 29 Μαΐου του 1453. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ' Δραγάτης, αφού προσευχήθηκε μαζί με το λαό και ζήτησε συγνώμη για λάθη που πιθανόν έκανε, έφυγε για τα τείχη, όπου έπεσε μαχόμενος. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Αγία Σοφία έγινε τζαμί και με την επανάσταση του Κεμάλ Ατατούρκ μετατράπηκε σε μουσείο.




















Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα





Ιστορία του εορτασμού των Χριστουγέννων
Η Γέννηση του Ιησού σε πίνακα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου
Η παράδοση θεωρεί ότι η αρχαιότερη ομιλία για τη γιορτή των Χριστουγέννων εκφωνήθηκε από τον Μέγα Βασίλειο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το έτος 376 μ.Χ.[2] Άλλες Ιστορικές πηγές επισημαίνουν πως ο εορτασμός των Χριστουγέννων άρχισε να τηρείται στη Ρώμη γύρω στο 335[3], αν και κάποιοι ερευνητές βασιζόμενοι σε αρχαίους ύμνους με χριστουγεννιάτικη θεματολογία[4] θεωρούν ότι τα πρώτα βήματα που οδήγησαν στον εορτασμό αυτό έγιναν μέσα στον 3ο αιώνα.
Επί Πάπα Ιουλίου Α' (337-352) τα Χριστούγεννα σταμάτησαν να γιορτάζονται μαζί με τα Θεοφάνεια και θεσπίσθηκε ως επέτειος η 25 Δεκεμβρίου κατόπιν έρευνας των αρχείων της Ρώμης, όπως πιστεύεται, επί της απογραφής που έγινε επί αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, σε συνδυασμό με υπολογισμό ρήσης του Ευαγγελίου (το οποίο και συνέτεινε) του Προδρόμου λεχθείσα περί τον Χριστόν:"Εκείνος δει αυξάνειν, εμέ δε ελατούσθαι" (Ιωάνν. γ'30). Με βάση αυτή την υποθετική πηγή, η Γέννηση του Χριστού ορίσθηκε κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο όπου και αρχίζει η αύξηση των ημερών. Στον καθορισμό της 25ης Δεκεμβρίου ως ημερομηνίας εορτασμού συντέλεσαν προφανώς η μεγάλη εθνική εορτή του "ακατανίκητου" θεού Ήλιου (Dies Natalis Solis Invicti) και ο εορτασμός των γενεθλίων του Μίθρα που ήταν διαδεδομένα σε όλη την επικράτεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με την έννοια ότι η επιλογή αυτής της ημέρας ως ημέρας γέννησης του Χριστού είχε να κάνει με την προσπάθεια αντικατάστασης των παγανιστικών (μη χριστιανικών) γιορτών που τηρούνταν εκείνον τον καιρό, όπως τα Σατουρνάλια και τα Μπρουμάλια[5]
Συνεπώς, όταν ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, προσπάθησε να απορροφήσει και να δώσει νέα διάσταση και νέα σημασία σε πανάρχαια λατρευτικά έθιμα και λατρευτικές συνήθειες αιώνων. Πάντως, παρά τις απαγορεύσεις της εκκλησίας για πολλές από τις εκδηλώσεις[6] που τελούνταν στην αντίστοιχη του Δωδεκαημέρου περίοδο ή τις νομοθεσίες[7], αυτές διατηρήθηκαν κυρίως στην ύπαιθρο[8] καθ' όλη την διάρκεια των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, μέχρι τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Σε μεταγενέστερη εποχή πολλά από τα έθιμα τους (ανταλλαγή δώρων, γλέντια, χαρτοπαίγνια κ.ο.κ.) μεταβιβάστηκαν στον εορτασμό τής Πρωτοχρονιάς[9].
Στη Ρώμη το καλεντάρι των Φιλοκαλίων (354 μ.Χ.) περιλαμβάνει στην ημερομηνία της 25ης Δεκεμβρίου, απέναντι από την παγανιστική Natalis invicti, δηλ. "γέννηση του ακατανίκητου (ήλιου)", την φράση "VIII kaalitan nattis Christus in Bethleem Iudea".Από τη Δύση ο εορτασμός της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου πέρασε και στην Ανατολή γύρω στο 376. Το 386 ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρότρυνε την εκκλησία της Αντιόχειας να συμφωνήσει στην 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της Γέννησης. Τον καιρό του Αγ. Αυγουστίνου (354-430) η ημερομηνία της Γιορτής της Γέννησης είχε καθοριστεί, πάντως ο Αυγουστίνος την παραλείπει από τον κατάλογό του με τις σημαντικές χριστιανικές επετείους (PL 33.200).
Με τον χρόνο επεκράτησε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο εκτός της Αρμενικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που συνεχίζει τον συνεορτασμό με τα Θεοφάνια.
Το 529 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός απαγόρευσε την εργασία και τα δημόσια έργα κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και τα ανακήρυξε δημόσια αργία. Ως το 1100, καθώς είχε επεκταθεί η δράση των ιεραποστολών στις παγανιστικές ευρωπαϊκές φυλές, όλα τα έθνη της Ευρώπης γιόρταζαν τα Χριστούγεννα. Εντούτοις, αργότερα, εξαιτίας της Μεταρρύθμισης απαγορεύτηκε ή περιορίστηκε κατά περιόδους η τήρησή του εορτασμού τους σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική, καθώς θεωρούνταν ότι περιλάμβανε σε μεγάλο βαθμό ειδωλολατρικά στοιχεία

Εορτολόγιο

Της εορτής των Χριστουγέννων προηγείται νηστεία «τεσσαράκοντα ημερών» που αρχίζει από την εορτή του αποστόλου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου). Η Υμνολογία της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας περιλαμβάνει λαμπρούς ύμνους για τη μεγάλη αυτή εορτή των διασημότερων υμνογράφων της Εκκλησίας όπως του Ρωμανού του ΜελωδούΙωάννου του ΔαμασκηνούΚοσμά επισκόπου Μαϊουμά κ.ά.
Η ημέρα της εορτής του αποστόλου Φιλίππου, στις 14 Νοεμβρίου, στο λαϊκό καλεντάρι χαρακτηρίζεται ως Μικρή Αποκριά, γιατί από την επομένη αρχίζει η νηστεία των σαράντα ημερών για τα Χριστούγεννα, η οποία και λέγεται Μικρή Σαρακοστή. Αυτή η ημερομηνία σε πολλές χώρες της Ευρώπης και Αμερικής θεωρείται ως έναρξη των εορτών των Χριστουγέννων. Το χρονικό διάστημα που περικλείει τις γιορτές των Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Θεοφανείων, ονομάζεται Δωδεκαήμερο.
Η εορτή των Χριστουγέννων είναι η σημαντικότερη από τις ακίνητες εορτές της Ορθοδόξου Εκκλησίας και γι' αυτό έχει προεόρτια και μεθέορτη περίοδο. Όλες τις σχετικές διατάξεις για τις ακολουθίες αυτές τις βρίσκει κανείς στο Τυπικό της Εκκλησίας.
Στη Δύση η εορτή των Χριστουγέννων εορτάζεται λαμπρότερα από εκείνη της Ανάστασης, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στην Ανατολή.
Ανήμερα των Χριστουγέννων σύμφωνα με το ελληνικό/ορθόδοξο εορτολόγιο, γιορτάζουν αρκετά ελληνικά ονόματα: η Χριστίνα και o Χρήστος, η Εμμανουέλα και ο Εμμανουήλ, η Χρυσαυγή, η Χρύσα. [11]

Βιβλική αφήγηση της γέννησης του Χριστού

Εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών μόνο ο Λουκάς και ο Ματθαίος αρχίζουν τις αφηγήσεις τους από τη Γέννηση του Ιησού. Οι δύο αυτές περιγραφές φέρονται να συμπληρώνουν η μία την άλλη. Ενώ πληρέστερη φέρεται του Λουκά. Από τον συνδυασμό των παραπάνω και άλλων πηγών, το ιστορικό έχει ως εξής:
Επί Ρωμαίου Αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου και Ηγεμόνα Κυρήνιου της Συρίας , διατάχθηκε απογραφή πληθυσμού σε όλη την Αυτοκρατορία. (Λουκάς Β’ 1-3). Άγγελος Κυρίου επισκέφθηκε τον Ιωσήφ και τον ενημέρωσε για την Θεία Γέννηση του Θεανθρώπου εκ της Παρθένου Μαρίας (Ματθαίος Α’ 20). Τότε ο Ιωσήφ παρέλαβε την Μαρία και από την Ναζαρέτ ήλθαν στη Βηθλεέμ (της Ιουδαίας) που Βασιλεύς της περιοχής ήταν ο Ηρώδης ο Μέγας όπου και γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός (Ματθ. Β’ 1, - Λουκ. Β’ 4-7). Άγγελος Κυρίου εμφανίζεται σε ποιμένες αγγέλλοντας το χαρμόσυνο γεγονός ενώ πλήθος αγγέλων ψάλλουν «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. Β’ 8-14). Ενώ συμβαίνουν αυτά, άστρο φωτεινό (έχει προταθεί ως εξήγηση ο Κομήτης του Χάλεϋ) εξ Ανατολής οδηγεί τρεις[12] Μάγους[13] προς τα Ιεροσόλυμα, που, μετά τη συνάντηση με τον Βασιλέα Ηρώδη, συνεχίζουν και φθάνουν στη Βηθλεέμ όπου μαζί με τους βοσκούς προσκυνούν τον Θεάνθρωπο προσφέροντας Χρυσόν Λίβανο και Σμύρνα. (Ματθ. Β’ 2-12).
Οι χριστιανοί θεωρούν ότι η γέννηση του Χριστού εκπληρώνει τις προφητείες των Εβραϊκών Γραφών και ότι ως Μεσσίας ήλθε για να λυτρώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες τους.

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Στις φλόγες «Κατράντζος» και «Μινιόν»




Τα ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980 δύο ταυτόχρονες πυρκαϊές κατέστρεψαν δύο από τα ιστορικότερα πολυκαταστήματα της Αθήνας, «Μινιόν» και «Κατράντζος», εν μέσω της εορταστικής περιόδου. Επρόκειτο για εμπρησμούς και αποδόθηκαν από τις αρχές σε τρομοκρατικές ενέργειες.
Στις 3:07 το πρωί της Παρασκευής αυτόπτες μάρτυρες και στα δύο πολυκαταστήματα άκουσαν εκρήξεις και δευτερόλεπτα μετά είδαν φλόγες να ξεπηδούν από τα δύο κτήρια. Μέσα σε λίγα λεπτά έγιναν παρανάλωμα του πυρός, εξαιτίας των εύφλεκτων υλικών και της απουσίας χωρισμάτων στους ορόφους.
Η Πυροσβεστική, που έφθασε και στα δύο σημεία μισή ώρα αργότερα με 38 οχήματα και 170 άνδρες, είχε να επιτελέσει δύσκολο έργο. Κύριο μέλημά της ήταν να αποτρέψει την επέκταση της φωτιάς στα διπλανά κτίρια. Επιτόπου κατέφθασε και ο πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, που μίλησε για «μεγάλη καταστροφή». Πριν από λίγες ώρες υπεράσπιζε στη Βουλή τον πρώτο και τελευταίο προϋπολογισμό της πρωθυπουργικής του θητείας. Βρισκόμαστε ήδη στον αστερισμό του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, που βρισκόταν προ των πυλών της εξουσίας.

Η φωτιά είχε τέτοια ένταση, που από το Μινιόν απέμεινε μόνο ο σκελετός, ενώ το κτίριο του Κατράντζου κατέρρευσε. Οι ζημιές σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς της Πυροσβεστικής ανήλθαν σε 2 δισεκατομμύρια δραχμές. Ο δημιουργός και ψυχή του «Μινιόν» Γιάννης Γεωργακάς υπολόγισε μόνο σε 2 δισεκατομμύρια δραχμές το εμπόρευμα που χάθηκε, ενώ, όπως δήλωσε, το κατάστημα ήταν ασφαλισμένο μόνο για 200 εκατομμύρια δραχμές.
Με δηλώσεις του ο Ανδρέας Παπανδρέου κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «επιτρέπει σε παρακρατικά και εγκληματικά στοιχεία να επιδίδονται σε καταστροφές που θίγουν επαγγελματίες και εργαζόμενους, καθώς και τη γαλήνη του κόσμου». Για «σκοτεινή υπόθεση» έκανε λόγο το ΚΚΕ. Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης ενημέρωσε το πρωί τον Πρόεδρο της ΔημοκρατίαςΚωνσταντίνο Καραμανλή και σε δηλώσεις του κατηγόρησε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ για «εκμετάλλευση του τραγικού γεγονότος».
Στις 22 Δεκεμβρίου ήλθε και η επιβεβαίωση της τρομοκρατικής ενέργειας. Την ευθύνη για τους εμπρησμούς ανέλαβε η νεοεμφανιζόμενη «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης 80», που ήταν παρακλάδι του ΕΛΑ. Στην προκήρυξή της, που ταχυδρομήθηκε στις εφημερίδες, δικαιολόγησε την επίθεση στα πολυκαταστήματα υποστηρίζοντας ότι «κάθε επιχείρηση, έτσι και αυτές στηρίζονται στην εκμετάλλευση των προλετάριων. Τα αφεντικά εκμεταλλεύονται την ανάγκη των προλετάριων να έχουν ένα εισόδημα για να ζήσουν και τους στριμώχνουν στο μεροκάματο, την αλλοτρίωση και τη μιζέρια».

Η Αστυνομία από την πρώτη στιγμή προχώρησε στη σύλληψη ενός υπόπτου, αλλά αφέθηκε ελεύθερος, καθώς δεν προέκυψαν σε βάρος του επιβαρυντικά στοιχεία. Αργότερα, συνέλαβε δύο αδελφές, την Αικατερίνη και την Ευαγγελία Τσαγκαράκη, 23 και 20 ετών αντίστοιχα, επειδή η μία σχετιζόταν με άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου. Τα στοιχεία της Ασφάλειας δεν άντεξαν στη δικαστική βάσανο και ο ανακριτής της υπόθεσης Μιχάλης Μαργαρίτης (ο δικαστής της 17Ν) τις άφησε ελεύθερες.
Οι εμπρησμοί στα πολυκαταστήματα «Κατράντζος» και «Μινιόν» ήταν μόνο η αρχή. Το εφιαλτικό σκηνικό επαναλήφθηκε στις 3 Ιουνίου 1981 με την ταυτόχρονη πυρπόληση των πολυκαταστημάτων «Κλαουδάτος» και «Ατενέ» και σε μικρότερη έκταση στις 4 Ιουλίου στον «Δραγώνα» και τρεις μέρες αργότερα στο πολυκατάστημα «Λαμπρόπουλος» στον Πειραιά. Το μπαράζ αυτό των εμπρηστικών επιθέσεων έβαλε την «ταφόπλακα» στο ελληνικό λιανεμπόριο και οδήγησε στην εισβολή των ξένων πολυκαταστημάτων στη χώρα μας.
Θέση για τη διπλή εμπρηστική επίθεση της 19ης Δεκεμβρίου πήρε και ο ΕΛΑ, που κατήγγειλε όσους είχαν αποχωρήσει από τις τάξεις του. Μάλιστα, αποκάλυψε στο περιοδικό «Αντιπληροφόρηση» ότι η εμπρηστική ουσία έχει εισαχθεί από την Ολλανδία και χρησιμοποιείται για την επιτάχυνση της φωτιάς σε πετρελαιοπηγές. Κριτική στο διπλό τρομοκρατικό χτύπημα άσκησε και η 17Ν. Με προκήρυξή της, που δημοσιοποιήθηκε στις 24 Ιουλίου 1981, υποστήριξε ότι ήταν «επιχειρησιακά ασυντόνιστες, όχι κατάλληλα προετοιμασμένες και πολιτικά επιβλαβείς».
Μέχρι σήμερα, οι δύο υποθέσεις εμπρησμών στα πολυκαταστήματα «Κατράντζος» και «Μινιόν», όπως και οι άλλες τέσσερις που ακολούθησαν, παραμένουν ανεξιχνίαστες και έχουν παραγραφεί δικαστικά.