Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Κεραμεικός





Γενικά κεραμεικός χαρακτηρίζεται εκείνος που αναφέρεται είτε στον κεραμέα (τεχνίτη), είτε στην ίδια τη τέχνη της κεραμικής ή κεραμευτικής.

Ειδικότερα όμως με το όνομα Κεραμεικός φέρονταν στην Αρχαία Αθήνα δύο συνοικίες που βρίσκονταν στο βορειοδυτικό άκρο της τότε Αθήνας οι λεγόμενοι «Έξω Κεραμεικός» και ο «Έσω Κεραμεικός». Δηλαδή δύο Κεραμεικοί όπως λέει και ο Ησύχιος, ο μέν εκτός του τείχους, ο δε εντός. Την διάκριση αυτή μνημονεύουν επίσης ο Πλάτων, ο Θουκυδίδης και ο Πλούταρχος.Ο Κεραμεικός ήταν το πρώτο δημόσιο νεκροταφείο της αρχαίας Αθήνας.

Οι δύο αυτές αρχαίες συνοικίες αποτελούσαν τον δήμο των Κεραμέων[1], από την Ακαμαντίδα φυλή. Το όνομα του δήμου αυτού προήλθε κατ΄ άλλους από τον επώνυμο ήρωα Κέραμο ενώ κατ΄ άλλους από τους τεχνίτες κεραμείς (αγγειοπλάστες - αγγειογράφοι) και από τα εργαστήριά τους που ήταν αρχικά στη περιοχή αυτή. Οι δύο Κεραμεικοί χωρίζονταν μεταξύ τους από το Θεμιστόκλειο τείχος (479 π.Χ.)[2], και συνδέονταν από τη μεγάλη διπλή πύλη λεγόμενη «Δίπυλο» στην οποία εξωτερικά κατέληγαν η αρχαία οδός Πειραιώς, η Ιερά οδός, από και προς την αρχαία Ελευσίνα και η οδός προς την Ακαδημία Πλάτωνος. Εσωτερικά του Διπύλου ξεκινούσε μεγάλη λεωφόρος που διαμέσου της αρχαίας αγοράς και μεταξύ των λόφων της Πνύκας και του Αρείου Πάγου κατέληγε στην είσοδο της Ακρόπολης. Έτσι ο μεν Έξω Κεραμεικός είχε ταφικό χαρακτήρα, ενώ ο Έσω Κεραμεικός οικιστικό χαρακτήρα.

Από την ελληνιστική περίοδο μέχρι τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους (338 π.Χ. μέχρι τον 6ο αιώνα) το νεκροταφείο διαφαίνεται πως λειτουργούσε αδιάκοπα

Έξω Κεραμεικός

Επιτύμβια σήματα Κεραμεικού
Επιτύμβια σήματα Κεραμεικού
Την περιοχή του Έξω Κεραμεικού διέσχιζαν συγκλίνουσες όπως αναφέρθηκε παραπάνω τρεις μεγάλοι αρχαίοι οδοί (δρόμοι), η από Πειραιά λεγόμενη «Πειραιώς», η από την Ελευσίνα, λεγόμενη «Ιερά Οδός» και ο λεγόμενος «Δρόμος» γνωστός ως (η) Οδός των Παναθηναίων, από και προς την Ακαδημία του Πλάτωνα. Προ του τείχους και εκατέρωθεν της καθεμιάς των οδών αυτών βρίσκονταν οι τάφοι (νεκροταφεία) της αρχαίας Αθήνας με συνέπεια ολόκληρη η περιοχή να δίνει την εντύπωση μεγάλου νεκροταφείου το οποίο και ήλθε στο φως από τις αρχαιολογικές ανασκαφές που ξεκίνησαν δειλά το 1861, και επίσημα από το 1863 επί Βασιλέως Γεωργίου του Α΄, αρχικά από την Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία και στη συνέχεια από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών όπου και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.[1]
Το νεκροταφείο αυτό του Κεραμεικού βρίσκεται στη περιοχή της σημερινής εκκλησίας της Αγίας Τριάδας, επί της οδού Πειραιώς, στην ομώνυμη συνοικία της Αθήνας και βόρεια της παλαιάς λαχαναγοράς, περιοχής Γκάζι, που σήμερα ο χώρος έχει αποδοθεί και διαμορφωθεί σε πάρκο και πεζόδρομο όπου καταλήγει η οδός Ερμούστην οδό Πειραιώς. Το καλύτερα σωζώμενο σήμερα τμήμα του αρχαίου εξωτερικού Κεραμεικού είναι οι ιδιωτικοί τάφοι που βρίσκονται νότια της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας που πλαισίωναν το τέλος της Ιεράς οδού και μάλιστα εκείνοι της δεξιάς πλευράς του εισερχομένου από δυσμάς.
Οι αρχαιότεροι τάφοι του χώρου χρονολογούνται στην Εποχή του χαλκού. Από την Υπομυκηναϊκή περίοδο (1100-1000 π.Χ.) και έπειτα το νεκροταφείο Κεραμεικού αναπτύσσεται συνεχώς. Κατά την Γεωμετρική περίοδο (1000-700 π.Χ.) και ιδιαίτερα κατά την Αρχαϊκή περίοδο (700-480 π.Χ.) οι τάφοι πληθαίνουν και εντάσσονται σε ταφικούς τύμβους όπου και «σημαίνονται» με επιτάφια μνημεία.[1] Κατά την Κλασσική περίοδο (5ος - 4ος αιώνας π.Χ.) τις δύο οδούς που πλησίαζαν το Δίπυλο (εξωτερικά και δυτικά, δηλαδή η από Πειραιά και η Ιερά οδός), τις πλαισίωναν νεκροταφεία και ταφικά μνημεία, συνήθως οικογενειακά, που εξαίρονταν με ταφικά μνημεία. Σ΄ αυτόν τον χώρο και προς την οδό Ακαδημίας Πλάτωνα που πέρναγε δίπλα (βόρεια) από τον σημερινό ναό της Αγίας Τριάδας είχε δημιουργηθεί το «Δημόσιο Σήμα» όπου ήταν ο χώρος ταφής των επιφανών Αθηναίων καθώς και των «πεσόντων εν πολέμω», με χαρακτήρα στρατιωτικού κοιμητηρίου.

Δίπυλο

Το Δίπυλο (ονομασία εκ της διπλής κατασκευής) ήταν η κύρια πύλη (είσοδος) της αρχαίας Αθήνας. Αποκαλύφθηκε από τις ανασκαφές της Αρχαιολογικής εταιρείας κατά τα έτη 1872-1874. Βρίσκεται περί τα 150 μέτρα ανατολικά από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας και αποτελείται από την εξωτερική πύλη, τον διάδρομο (εισόδου – εξόδου) και την εσωτερική πύλη.
  1. Η εξωτερική πύλη του τείχους σύγκειται από δύο ανοίγματα πλάτους έκαστο 3,5 μέτρων και προστατεύεται από δύο εκατέρωθεν τετράγωνους πύργους που προεξέχουν του τείχους κατά 8 μέτρα.
  2. Ο διάδρομος αυλής έχει μήκος 47,40 μέτρα και σχηματίζεται από την προέκταση των δύο τοίχων (σκέλη) του τείχους, εσωτερικά της κύριας γραμμής του.
  3. Η εσωτερική πύλη που βρίσκεται στο τέλος της αυλής της εισόδου ίδια σχεδόν κατασκευαστικά με την εξωτερική πύλη, κατά τα ανοίγματα και τους προμαχώνες.
Εκτός όμως του Διπύλου υπήρχε ακόμη μια μικρότερη πύλη η Ιερά πύλη, νοτιοδυτικά του Διπύλου που ανήκε στις Κεραμεικές Πύλες του τείχους επίσης οχυρωμένη την οποία οΒίλελμ Ντέρπφελντ θεωρούσε ως άνοιγμα για τα νερά του αρχαίου χειμάρρου Ηριδανού.

Έσω Κεραμεικός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχή του Έσω Κεραμεικού
Ίσως το καλύτερα σωζόμενο τμήμα του Θεμιστοκλείου τείχους
Ανατολικά της εσωτερικής πύλης του Διπύλου και του Θεμιστοκλείου τείχους εκτείνεται ο Έσω Κεραμεικός, η συνοικία δηλαδή εκείνη της αρχαίας Αθήνας που αποτελούσε το σημαντικότερο τμήμα της, την οποία και διέσχιζε η μεγάλη οδός, η λεγόμενη οδός των Παναθηναίων, που ήταν η κεντρική οδική αρτηρία της πόλης, ο κατά τον Ιμέριο «ευθυτενής τε και λείος δρόμος, όστις καταβαίνων άνωθεν, σχίζει τας εκατέρωθεν αυτώ (Κεραμεικώ) παρατεταμένας στοάς εφ ών αγοράζουσι οι Αθηναίοι».
Κατά τις λεπτομερείς περιγραφές του χώρου αυτού από τον Παυσανία αμέσως μετά την εσωτερική πύλη του Διπύλου ήταν το Πομπείο και πολλά άλλα κτίσματα, ναοί, στοές, δημόσια ιδρύματα τα οποία βρίσκονταν στην Αρχαία Αγορά η οποία και αποτελούσε και το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο τμήμα του Έσω Κεραμεικού, τόσο ώστε το όνομα Κεραμεικός πολλές φορές στα κείμενα να ταυτίζεται με την Αρχαία Αγορά.

Αρχαιολογικός χώρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο εκτάσεως περίπου 40 στρεμάτων αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού καλυπτόταν μέχρι της ανασκαφής του από επιχώσεις ύψους 8-9 μέτρων, δηλαδή του σημερινού επιπέδου της οδού Ερμού. Σήμερα ο επισκέπτης του χώρου βαδίζει ακριβώς στο ίδιο επίπεδο που περπατούσαν οι Αθηναίοι στη κλασική εποχή.
Κατά την κατασκευή του σταθμού «Κεραμεικός» του μετρό βρέθηκαν περίπου 1.000 τάφοι του 4ου και του 5ου αιώνα π.Χ., στον αποκαλούμενο λάκκο της πανούκλας. Η αρχαιολόγος Έφη Μπαζιοτοπούλου-Βαλαβάνη, χρονολόγησε το νεκροταφείο στη περίοδο μεταξύ 430 και 426 π.Χ. Ο Θουκυδίδης περιέγραψε τον πανικό που προκλήθηκε από τηνπανούκλα, πιθανώς επιδημείας τυφοειδούς πυρετού η οποία έπληξε την πόλη το 430 π.Χ. Η επιδημία διήρκεσε δύο χρόνια και εκτιμάται πως σκότωσε το ένα τρίτο του πληθυσμού. Έγραψε πως άψυχα σώματα είχαν εγκαταλειφθεί σε ναούς και δρόμους, ώστε στη συνέχεια να συλλεχθούν και να θαφτούν βιαστικά. Η ασθένεια επανεμφανίστηκε τον χειμώνα του 427 π.Χ.
Πρόσφατα ευρήματα στον Κεραμεικό περιλαμβάνουν την εκσκαφή ενός Κούρου,[3] ύψους 2,1 μέτρων ο οποίος ανεσκάφη από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Βολφ-Ντίτριχ Νιμάιερ (Wolf-Dietrich Niemeier). Αυτός ο κούρος είναι διπλάσιος από αυτόν που εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, στηΝέα Υόρκη, ενώ αμφότεροι φιλοτεχνήθηκαν από τον ίδιο ανώνυμο γλύπτη, ο οποίος αποκαλούνταν «τεχνίτης του Δίπυλου». Μεγάλα τμήματα προσκείμενα σε αυτά που έχουν ήδη ανασκαφεί παραμένουν προς ανακάλυψη, καθώς βρίσκονται κάτω από τα οικοδομήματα της σύγχρονης Αθήνας. Η ανασκαφή αυτών των περιοχών έχει διακοπεί μέχρι να εξασφαλιστεί η ύπαρξη κονδυλίων.









Ρένα Βλαχοπούλου 1923 – 2004



Ρένα Βλαχοπούλου

Ανεπανάληπτη κωμικός, ταλαντούχα σόουγουμαν και εξαιρετική τραγουδίστρια. Γεννήθηκε το 1923 στην Κέρκυρα και σπούδασε στο Ωδείο του Δραματικού Συλλόγου της γένετειράς της, όπου έκανε και τις πρώτες της εμφανίσεις. Ανήλικη ακόμη, σε ηλικία δεκαέξι ετών, πρωτοδούλεψε ως επαγγελματίας σε ζαχαροπλαστείο στη Σπιανάδα. Εκεί, το καλοκαίρι του 1938 γνώρισε τον πρώτο άντρα της ζωής της, τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου, με τον οποίο παντρεύτηκε το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, παρουσία λίγων φίλων.

Το 1939 κατέβηκε στην Αθήνα. Τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα τα έκανε σε καφενεία και αναψυκτήρια, όπου την ανακάλυψε ο Μίμης Τραϊφόρος και την παρουσίασε ως νέο ταλέντο σ’ ένα πρόγραμμα βαριετέ που είχε ανεβάσει στο κέντρο «Όαση» του Ζαππείου. Το πρώτο τραγούδι που είπε ήταν το «Μικρή χωριατοπούλα» του Πολ Μενεστρέλ, το οποίο διασκευάστηκε αργότερα στο πασίγνωστο «Κορόιδο Μουσολίνι», από τον Γιώργο Οικονομίδη. Στην παράσταση αυτή την άκουσε ο Μακέδος και λίγο αργότερα την προώθησε στο σανίδι και συγκεκριμένα στο θέατρο «Μοντεάλ» της οδού Πανεπιστημίου, όπου έπαιξε με τις αδελφές Καλουτά και τραγούδησε ντουέτο με τη Σοφία Βέμπο.

Το χειμώνας του 1940 η Ρένα Βλαχοπούλου έχασε και τους δύο γονείς της, κατά το βομβαρδισμό της Κέρκυρας από τους Ιταλούς. Μεσούσης της Κατοχής, το 1942, παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τον Γιάννη Κωστόπουλο, γόνο καλής οικογένειας των Αθηνών. Τότε γνώρισε και τον μεγάλο πιανίστα της τζαζ Γιάννη Σπάρτακο, με τον οποίο συνεργάστηκε στο «Πάνθεον». Η συνεργασία αυτή έφερε και την επιτυχία «Θα σε πάρω να φύγουμε», που πρωτοτραγούδησε το καλοκαίρι του ’44, στην επιθεώρηση «Well come» των Αλέκου Σακελάριου και Δημήτρη Ευαγγελίδη, στο θέατρο «Κυβέλη».

Το 1946 έδωσε τέλος στο δεύτερο γάμο της κι ενώ είχε ήδη αναδειχθεί σε «βασίλισσα της τζαζ», δέχθηκε ν’ ακολουθήσει τον Σπάρτακο σε περιοδεία, στην Κύπρο, την Τουρκία, την Αίγυπτο και την Αμερική. Η πολυγλωσσία της -αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά- και η πολύ καλή προφορά της ήταν τα μεγάλα της πλεονεκτήματα.

Το καλοκαίρι του 1951 επέστρεψε στην Αθήνα, κάνοντας την πρώτη της επανεμφάνιση στο θέατρο «Σαμαρτζή», στην παράσταση «Φεστιβάλ στην Αθήνα», πλάι στους Άννα και Μαρία Καλουτά, Νίκο Σταυρίδη, Ορέστη Μακρή και Κούλη Στολίγκα. Το χειμώνα, κατόπιν πρόσκλησης τούρκου παραγωγού, συμμετείχε την ταινία «Ανατολίτικες νύχτες», στην οποία επανέλαβε το «Θα σε πάρω να φύγουμε» του Σπάρτακου. Η ταινία αυτή δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα.

Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν είχε εμφανιστεί ακόμη στο θέατρο ως ηθοποιός. Το 1952 ο Βασίλης Μπουρνέλης, ένας από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες του μουσικού θεάτρου της δεκαετίας του ’50, την κάλεσε να τραγουδήσει ένα ντουέτο με την Μπελίντα στην επιθεωρήση «Βασίλισσα της νύχτας» στο θέατρο «Ακροπόλ». Ακολούθησαν οι επιθεωρήσεις «Να τι θα πει Αθήνα», «Πουλιά στον αέρα», «Κι ο μήνας έχει εννιά».

Το καλοκαίρι του 1954 πήρε για πρώτη φορά θεατρικό ρόλο, στην επιθεώρηση «Σουσουράδα», δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη, με το νούμερο «Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια». Η πρόταση ήταν της Σοφίας Βέμπο. Τα κείμενα υπέγραφαν οι Μίμης Τραϊφόρος και Γιώργος Γιαννακόπουλος, τη μουσική ο Μενέλαος Θεοφανίδης και τη χορογραφία ο Γιάννης Φλερύ και η Αλίκη Βέμπο.

Το 1956 έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, παίζοντας δίπλα στον Νίκο Ρίζο και τον Στέφανο Στρατηγό, στην πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες» του Γιάννη Πετροπουλάκη.

Ορόσημο για την καριέρα της υπήρξε το 1962, όταν η συμμετοχή της στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, στο θέατρο «Μετροπόλιταν», έγινε αφορμή να την προσέξει ο Γιάννης Δαλιανίδης και να την κάνει πρωταγωνίστρια του μιούζικαλ «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1963). Μάλιστα ο ίδιος ο Φίνος, όταν την άκουσε να τραγουδά, φέρεται να της πρότεινε να υπογράψει ισόβιο συμβόλαιο με την εταιρεία του, με την οποία γύρισε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου.

Ορισμένες από τις ταινίες της Ρένας Βλαχοπούλου που ξεχωρίζουν: «Κάτι να καίει» (1963), «Ένα κορίτσι για δύο» (1963), «Η χαρτοπαίχτρα» (1964), «Κορίτσια για φίλημα» (1965), «Φωνάζει ο κλέφτη»ς (1965), «Η βουλευτίνα» (1966), «Ραντεβού στον αέρα» (1966), «Βίβα Ρένα» (1967), «Η ζηλιάρα» (1968), «Η Παριζιάνα» (1969), «Η θεία μου η χίπισσα» (1970), «Μια τρελλή, τρελλή σαραντάρα» (1970), «Ζητείται επειγόντως γαμπρό»ς (1971), «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι» (1971), «Η Ρένα είναι οφσάιντ» (1972), «Η Κόμισσα της Κέρκυρας» (1972).

Παράλληλα με την κινηματογραφική της καριέρα, συνέχισε τη σταδιοδρομία της στο θέατρο και στο τραγούδι. Το 1959 εμφανίστηκε στο Α’ Φεστιβάλ Τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, μ’ ένα τραγούδι του Κώστα Καπνίση και του Θάνου Σοφού, το «Είσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας». Την επόμενη χρονιά, τραγούδησε ντουέτο με τον Γιάννη Βογιατζή το «Πρώτο χελιδόνι». Με την αυγή της δεκαετίας του ’60, είχε μοιραστεί στα τρία: τα πρωινά ηχογραφήσεις και συνεργασίες με το ΕΙΡ (τραγούδια των Χατζιδάκι, Πλέσσα, Μουζάκη, Μωράκη, Αττίκ, Σπάθη, Ιακωβίδη, Κατσαρού), το βράδυ θέατρο και μετά την παράσταση, εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα.

Το καλοκαίρι του 1966 συγκρότησε θίασο με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και το Γιάννη Βογιατζή, ενώ το καλοκαίρι του 1967 ηγήθηκε του θιάσου Βλαχοπούλου - Κωνσταντίνου - Σαπουντζάκη, που ανέβασε τη «Λουλουδιασμένη Αθήνα». Την ίδια χρονιά έκανε και τον τρίτο γάμο της, με τον επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη.

Το 1976 ξεκίνησε καριέρα και στην τηλεόραση, πρωταγωνιστώντας στην τηλεοπτική σειρά του Αλέκου Σακελάριου «Μια Αθηναία στην Αθήνα», ενώ τελευταίες εμφανίσεις της στη μικρή οθόνη ήταν οι «Μάμα Μία» και «Μάλιστα Κύριε».

Το 1995 βραβεύτηκε με το Αναμνηστικό Μετάλλιο Δημήτρη Ψαθά για την ερμηνεία της στη «Χαρτοπαίχτρα» του Ψαθά, στο θέατρο Μπρόντγουεϊ, ενώ το 2003 τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

Πέθανε στις 29 Ιουλίου του 2004.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/116#ixzz4FlsAT5yX


















Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Ύδρα


Ιδιαίτερα δημοφιλής προορισμός για ξένους τουρίστες αλλά και Αθηναίους, δεδομένης της σχετικά μικρής της απόστασης από την πρωτεύουσα. Οφείλει το όνομά της στα άφθονα νερά, που ανάβλυζαν από τις πλούσιες πηγές που είχε κατά την αρχαιότητα. Έχει σημαντική ναυτική ιστορία και παράδοση. Αναπαλαιωμένα αρχοντικά, το παλιό γραφικό λιμάνι με τις πολεμίστρες και τα κανόνια, τα μουσεία, τα μοναστήρια, η ναυτική σχολή, συνθέτουν την εικόνα του νησιού, η οποία μας μαρτυρεί την σημαντική ιστορική σημασία της. Κατά τον αγώνα της επανάστασης του 1821 η Ύδρα μαζί με τις Σπέτσες και τα Ψαρά έπαιξαν σημαντικό ρόλο, λόγω της μεγάλης ναυτικής δύναμης που διέθεταν. Στην Επανάσταση του 1821 η Ύδρα διέθετε 186 πλοία.

Μεγάλοι πλοιοκτήτες, ναυμάχοι του 1821 και πολιτικοί κατάγονται από το νησί. Ανάμεσά τους οι Ανδρέας Μιαούλης, Κουντουριώτης, Κριεζής, Τσαμαδός, Σαχίνης, Τομπάζης κ.α. Αυτή η ναυτική παράδοση συνεχίζεται μέχρι σήμερα με έναν μικρό αλιευτικό στόλο και την Ακαδημία Εμποροπλοιάρχων, που άρχισε να λειτουργεί αμέσως μετά την επανάσταση του 1821 και είναι η αρχαιότερη σχολή εμποροπλοιάρχων της ανατολικής Μεσογείου· στις μέρες μας στεγάζεται στο αρχοντικό του Λάζαρου Τσαμαδού και της Μαρίας Δ. Σαχίνη και βοηθητικά κτίρια δωρεάς Αθ. Κουλούρα.

Η πόλη της Ύδρας, που είναι και η μοναδική πόλη του νησιού, έχει ανακηρυχθεί διατηρητέα και απαγορεύονται τα τροχοφόρα. Είναι απλωμένη σε δύο βραχώδεις λόφους και σφύζει από παραδοσιακά σπίτια με κεραμιδένιες σκεπές, έντονες μπλε πόρτες και παράθυρα. Η Ύδρα εδώ και δεκαετίες, είναι ένας από τους αγαπημένους προορισμούς Ελλήνων και ξένων επισκεπτών. Στο νησί υπάρχουν 300 εκκλησίες και πέντε μοναστήρια.

Η σημαντικότερη γιορτή σήμερα στην Ύδρα είναι τα Μιαούλεια, τα οποία είναι εκδηλώσεις, αφιερωμένες στη δράση του Ναύαρχου Μιαούλη και πραγματοποιούνται κάθε χρόνο, προς το τέλος του Ιουνίου.

Η Ύδρα, περισσότερο από όλα τα Ελληνικά νησιά, ενέπνευσε τις Καλές Τέχνες. Διάσημοι Έλληνες και ξένοι ζωγράφοι απεικόνισαν στα έργα τους τα τοπία της. Μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως ο Πάμπλο Πικάσο και ο Μαρκ Σαγκάλ, την επισκέφτηκαν και αποτύπωσαν σε σχέδια τα αυστηρά της σχήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ύδρα υπάρχει παράρτημα της Σχολής Καλών Τεχνών από το 1936, το οποίο στεγάζεται στο τετραώροφο αρχοντικό του Εμμανουήλ Τομπάζη και της Ξανθής Δ. Σαχίνη στα δεξιό τμήμα του λιμανιού.
Η Ύδρα συνδέεται ακτοπλοϊκώς, όλο το έτος, με τα υπόλοιπα νησιά του Αργοσαρωνικού, καθώς και με τα Μέθανα, την Ερμιόνη, το Πόρτο Χέλι, το Ναύπλιο, τον Tυρό. Μπορεί να μη διαθέτει αεροδρόμιο και ίσως ποτέ δεν θα αποκτήσει εξαιτίας του ορεινού εδάφους της, πλην όμως διαθέτει ελικοδρόμιο.

Ιστορία



Η Ύδρα σύμφωνα με νεότερες αρχαιολογικές έρευνες, έχει κατοικηθεί από τη Νεολιθική εποχή. Δρύοπες, Μυκηναίοι, Κάρες, Σάμιοι, Αθηναίοι πρόσφυγες της εποχής των περσικών πολέμων, εποίκησαν και κατοίκησαν την Ύδρα. Η ακμή του νησιού συνέπεσε με την Πρωτοελλαδική και την Μυκηναϊκή εποχή. Το νησί ήταν εμπορικό-ναυτικό κέντρο, ανάμεσα στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου. Η περιοχή της Επισκοπής, του Αγίου Γεωργίου-Αγίου Νικολάου Μπίστη, το Μπαλί, η ακρόπολη του Βλυχού και η περιοχή της Ζωοδόχου Πηγής της Ζούρβας, ήταν σημαντικοί οικισμοί εκείνης της εποχής, ενώ την Κλασσική εποχή η Ύδρα ήταν στη δικαιοδοσία της Ερμιόνης. Από αυτούς, την αγόρασαν Σάμιοι πολιτικοί εξόριστοι που οχύρωσαν την ακρόπολη του Βλυχού. Οι Σάμιοι, αφού ήρθαν σε σύγκρουση και μετά από ήττα με τους Αιγινήτες, πούλησαν την Ύδρα στους Τροιζήνιους. Την Κλασσική εποχή η Ύδρα παρουσιάζει έναν συγγραφέα κωμωδιών, τον Ευάγη τον Υδρεάτη. Την Ρωμαίικη και κατόπιν την Βυζαντινή περίοδο το νησί κατοικείται ανελλιπώς. Κατά των 15ο αιώνα αρχίζει η σημαντική ανάπτυξη της Ύδρας με την εγκατάσταση Αρβανιτών φυγάδων, καταδιωγμένων από τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή, που είχε κυριεύσει την Πελοπόννησο. Τότε είναι που ξεκινά να χτίζεται και η σημερινή πόλη της Ύδρας και συγκεκριμένα γύρω από τον λόφο του Κιάφα για λόγους ασφαλείας από πειρατικές επιδρομές.

Ένα δεύτερο μεγάλο εποικιστικό κύμα έφτασε στην Ύδρα στα τέλη του 16ου αιώνα όταν μεγάλες οικογένειες έρχονται στο νησί. Μεταξύ αυτών οι οικογένειες Λαζάρου και Ζέρβα μετέπειτα Κοκκίνη και Κουντουριώτη από την Ήπειρο, οι οικογένειες Μπαρού από την Κύθνο, Νέγκα, Γκιώνη, Γκούμα, Γιακουμάκη μετέπειτα Τομπάζη από τα Βουρλά της Σμύρνης, Κιοσσέ μετέπειτα και Σαχίνη από τη Γένοβα, Μπουντούρη από την Εύβοια, Βώκου μετέπειτα και Μιαούλη από τα Φύλλα Ευβοίας. Τον 17ο αιώνα ήταν κτήση των Ενετών και τον 18ο αιώνα περιέρχεται στους Τούρκους έως την επανάσταση του 1821 κατά την οποία αριθμούσε περί τους 27,000 κατοίκους.

Η Ύδρα στην Επανάσταση του 1821
Η Επανάσταση βρίσκει την Ύδρα κάτοχο αμύθητου πλούτου απο χρυσά νομίσματα της εποχής, αποτέλεσμα κυρίως της επιτυχημένης εμπλοκής της στο εμπόριο σίτου κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους. Το εμπόριο μετά το 1810 είχε κάμψη αλλά ο στόλος της αριθμούσε 186 μικρά και μεγάλα πλοία συνολικής χωρητικότητας 27.736 τόνων δηλαδή ήταν διπλάσιος απο αυτόν των Σπετσών που διέθεταν ως δύναμη 64 πλοία συνολικά 15.907 τόνων. Τα Ψαρά διέθεταν 35 - 40 πλοία και η Κάσος 15. Τα πληρώματα είχαν αποκτήσει και πολεμική εμπειρία λόγω των συγκρούσεων με πειρατές της Αλγερίας. Τουλάχιστον από το 1820 οι προεστοί είχαν μυηθεί από τη Φιλική Εταιρεία στο μυστικό της Επανάστασης. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο, οι Υδραίοι ενημερώθηκαν με αλληλογραφία από τους πελοποννήσιους οπλαρχηγούς. Με επιστολή της 24 Μαρτίου 1821 οι προύχοντες της Πελοποννήσου ενημερώνουν τους Υδραίους και Σπετσιώτες ότι η Επανάσταση άρχισε νωρίτερα γιατί το μυστικό είχε προδοθεί από "τουρκολάτρες", και ζητούν τη βοηθειά τους για ναυτικό αποκλεισμό του εχθρού. Οι Σπετσιώτες ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης την 26 Μαρτίου, αλλά οι Υδραίοι φάνηκαν διστακτικοί στο να εξεγερθούν αμέσως, θυμούμενοι τις καταστροφές που είχαν πάθει κατά την προηγούμενη αποτυχημένη εξέγερση του 1770 και λαμβάνοντας υπόψη την στρατιωτική υπεροχή του εχθρού. Τελικώς κήρυξαν την επανάσταση στις 14 Απριλίου με εκκλησιαστική πομπή και ταυτόχρονα εξέδοσαν γραπτή επαναστατική διακήρυξη που έφερε τον τίτλο "Διαβατήριον των Ελληνικών Μαχομένων Πλοίων". Το έγγραφο αυτό αποτέλεσε και εθνική διακήρυξη, παρόμοια με αυτή που εκδόθηκε από άλλες Ελληνικές Αρχές:

"Το Ελληνικόν Έθνος βεβαρυμένον πλέον να στενάζη υπό τον σκληρόν ζυγόν υπό τον οποίον τέσσαρας περίπου αιώνας καταθλίβεται επονειδίστως, τρέχει με γενικήν και ομόφωνον ορμήν εις τα όπλα δια να κατασυντρίψη τας βαρείας αλύσσους τας υπό των βαρβάρων Μωαμεθανών περιτεθίσας εις αυτό. ...
Ημείς οι προύχοντες, οι συγκροτούντες την διοίκησιν της Νήσου ταύτης επιτρέπομεν εις τον Καπετάνιον Γιακουμάκην Τουμπάζην του πλοίου Θεμιστοκλής, το οποίον έχει κανόνια δεκαέξ και άλλα πολεμικά όπλα υπό την Ελληνικήν σημαίαν να υπάγη μετά του πλοίου τούτου, όπου ήθελε κρίνει ωφέλιμον και αναγκαίον εις τον κοινόν αγώνα, και να ενεργή κατά των Οθωμανικών δυνάμεων δια ξηράς τε και θαλάσσης πάν ό,τι συγχωρείται εις νόμιμον πόλεμον, έως ού η ελευθερία και ανεξαρτησία του Ελληνικού Γένους να αποκατασταθή με στερέωσιν ...
16 Απριλίου 1821".

Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα υδραίικα πληρώματα αποκαλούνταν "Σουλουτζαλήδες", έναντι των Σπετσιώτικων που αποκαλούνταν "Τζαμουτζαλήδες", που όμως ήταν λίαν περιζήτητα ακόμη και από τους Οθωμανούς στολάρχους, όπως και από τον Καρά-Αλή.
Περί το τέλος της δεκαετίας του '50 η διάσημη ηθοποιός Σοφία Λόρεν, ανταποκρινόμενη σε αίτημα της τότε Βασίλισσας Φρειδερίκης, "γύρισε" στην Ύδρα την γνωστή κινηματογραφική επιτυχία "Το παιδί και το δελφίνι", τα γυρίσματα της οποίας παρακολούθησε η ίδια η Βασίλισσα. Ήταν ακριβώς η απαρχή της μεταφοράς του τουριστικού ενδιαφέροντος (ανάπτυξης) από το Λουτράκι στα νησιά του Αργοσαρωνικού, υποβοηθούμενη από την έβδομη τέχνη.













Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Τζένη Καρέζη 1936 – 1992



Τζένη Καρέζη
Δημοφιλής ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Η Ευγενία Καρπούζη, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 1934. Έζησε τα παιδικά της χρόνια σε διάφορες πόλεις, ακολουθώντας τις μεταθέσεις των γονιών της που ήταν εκπαιδευτικοί. Ο πατέρας της, Κωνσταντίνος Καρπούζης, ήταν μαθηματικός και η μητέρα της, Θεώνη, δασκάλα. Στη Θεσσαλονίκη μπήκε εσωτερική στο Γαλλικό Σχολείο Καλογριών και αργότερα συνέχισε στο αντίστοιχο Σεν Ζοζέφ στην Αθήνα.

H αγάπη της για το θέατρο άρχισε να εκδηλώνεται από τα μαθητικά της, ακόμη, χρόνια κι εκφράστηκε με τη συμμετοχή της στις σχολικές παραστάσεις. Τη χρονιά αποφοίτησής της από την Ελληνογαλλική Σχολή το 1951 πήρε μέρος στην παράσταση της «Aντιγόνης» του Σοφοκλή που ανέβηκε στο θέατρο «ΡΕΞ» από τους τελειόφοιτους, ερμηνεύοντας τον ομώνυμο ρόλο.

Την ίδια χρονιά έγινε δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου μαθήτευσε δίπλα στον Δημήτρη Pοντήρη, τον Άγγελο Tερζάκη, την Kατερίνα και τον Γιώργο Παππά, που υπήρξε και ο πρώτος μεγάλος της έρωτας. Αποφοίτησε το 1954 και αμέσως χρίστηκε πρωταγωνίστρια. Ο πρώτος της ρόλος στο θεατρικό σανίδι ήταν δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, στο έργο του Αντρέ Ρουσέν «Ωραία Ελένη», που ανέβηκε τον Οκτώβριο του 1954 στο Θέατρο Κοτοπούλη. Ακολούθησε ο ρόλος της Αντέλα στο έργο του Λόρκα «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα», στο οποίο πρωταγωνιστούσε η Κατίνα Παξινού και σκηνοθέτησε ο Αλέξης Μινωτής. Το χρονικό διάστημα 1955-1959 έπαιξε με επιτυχία σπουδαίους ρόλους στο Εθνικό Θέατρο: Οφηλία (Άμλετ), Κορντέλια (Βασιλιάς Ληρ), Μυρίννη (Λυσιστράτη) κ.ά.

Στιγμιότυπο από την ταινία «Δις Διευθυντίς»Το 1955 έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», για να ακολουθήσουν περισσότερες από 30 ταινίες: «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» (1960), «Η νύφη το ’σκασε» (1962), «Τα κόκκινα φανάρια» (1963), «Δεσποινίς διευθυντής (1964), «Μια τρελή τρελή οικογένεια» (1965), «Τζένη - Τζένη» (1966), «Ένας ιππότης για τη Βασούλα» (1968), «Μια γυναίκα στην αντίσταση» (1970).

Μετά το 1960, δημιούργησε δικούς της προσωπικούς θιάσους και συνεργάστηκε με έξοχους κωμικούς, όπως ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Μίμης Φωτόπουλος και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Από το 1968 μέχρι το θάνατό της έπαιξε μαζί με τον Κώστα Καζάκο, έργα των Καμπανέλλη, Άλμπι, Ίψεν, Τσέχοφ, Αναγνωστάκη, ενώ το 1985 ερμήνευσε για πρώτη φορά αρχαίο δράμα, με τη «Μήδεια», σε σκηνοθεσία Μίνωα Bολανάκη, μια παράσταση που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Επίδαυρο και το Ηρώδειο. Δύο χρόνια αργότερα πρωταγωνίστησε στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Στούρουα, που ανέβηκε στην Επίδαυρο και τον Λυκαβηττό.

Η μεγάλη της θεατρική επιτυχία υπήρξε αναμφισβήτητα το σπονδυλωτό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Το μεγάλο μας τσίρκο», που ανέβηκε το 1973, το οποίο και αποτέλεσε μία από τις εστίες πνευματικής αντίστασης κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Η ίδια, όσο και ο σύζυγός της Κώστας Καζάκος, συνελήφθησαν και ταλαιπωρήθηκαν από τις αρχές της χούντας. Το είδος αυτό είχε συνέχεια μετά τη μεταπολίτευση με τα έργα «Το κουκί και το ρεβύθι» (1974) και «Εχθρός Λαός» (1975). Τελευταία της θεατρική παράσταση ήταν τα «Διαμάντια και μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη (1990).

Στην προσωπική της ζωή έκανε δύο γάμους. Ο πρώτος με τον δημοσιογράφο Ζάχο Χατζηφωτίου το 1962 και ο δεύτερος με τον ηθοποιό Κώστα Καζάκο το 1968, με τον οποίο έμεινε παντρεμένη έως το τέλος της ζωής της. Το ζευγάρι απέκτησε ένα γιο, τον Κωνσταντίνο Καζάκο, που ακολούθησε τα βήματα των γονιών του, όντας και ο ίδιος ηθοποιός.

Η Τζένη Καρέζη πέθανε στις 27 Ιουλίου του 1992, νικημένη από την επάρατο νόσο. Στη μνήμη της ιδρύθηκε, την ίδια χρονιά, το ίδρυμα «Τζένη Καρέζη», με σκοπό την παρηγορητική αγωγή των ασθενών που πάσχουν από καρκίνο και χρόνιες καταληκτικές νόσους και τη με κάθε μέσο ανακούφισή τους από τον πόνο.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/28#ixzz4FaNle8CP
























Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Σαμοθράκη το νησί του μυστηρίου



Το σημερινό όνομα της νήσου προέρχεται από το αρχαιοελληνικό Σάμος, που σημαίνει «ύψος κοντά στο γιαλό» και ήταν μία από τις ονομασίες της κατά την αρχαιότητα, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο.


Το όνομα του νησιού είναι ευρύτατα γνωστό λόγω του αγάλματος της πτερωτής Νίκης (Νίκη της Σαμοθράκης), που βρίσκεται σήμερα στο Λούβρο των Παρισίων και χρονολογείται από το 220-190 π.Χ. Εικάζεται ότι το άγαλμα ήταν ανάθημα των Ροδίων στους Μεγάλους Θεούς για κάποια θαλάσσια νίκη και ανακαλύφθηκε τεμαχισμένο σε 118 κομμάτια, διάσπαρτα στην περιοχή του ιερού τους, το 1863 από το Γάλλο αρχαιολόγο Charles Champoiseau.

Η Σαμοθράκη κατοικούνταν από τα προϊστορικά χρόνια, όταν γεννήθηκε η μυστηριακή θρησκεία των Καβείρων που καθιέρωσε το νησί ως ένα από τα μεγαλύτερα θρησκευτικά κέντρα της αρχαιότητας.

Αργότερα, κατά τον 7ο αιώνα, ήρθαν στο νησί οι πρώτοι Έλληνες, αιολικής καταγωγής. Η σημερινή Παλαιάπολη, αποτελούσε κατά την αρχαιότητα το σημαντικότερο κέντρο του νησιού, το οποίο κυβερνιόταν από «βασιλέα», λάτρευε ως προστάτιδα την Αθηνά και έκοβε δικό του αργυρό νόμισμα. Στη συνέχεια η Σαμοθράκη πέρασε στην εξουσία των Μακεδόνων και των Ρωμαίων. Ο Περσέας, ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, επέλεξε το νησί ως τελευταίο καταφύγιο του πριν πέσει στα χέρια των Ρωμαίων. Κατά το Μεσαίωνα, στα πλαίσια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, το νησί αποτελούσε τόπο εξορίας, και δεχόταν συχνά επιδρομές ξένων, Σλάβων, Σαρακηνών ή άλλων πειρατών. Για προστασία από τις επιθέσεις χτίστηκε το κάστρο της Χώρας καθώς και οι πύργοι-βίγλες στην Παλαιάπολη και το Φονιά.


Στην εποχή της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης και στα νεότερα χρόνια η Σαμοθράκη γνώρισε σοβαρές δοκιμασίες: την κυριαρχία από τους Γενουάτες Gattilusi το 1430 και την κατάκτηση από τους Τούρκους το 1479. Ιδιαίτερα η τελευταία κατάκτηση οδήγησε σε δραματική μείωση του πληθυσμού, που το 17ο αιώνα περιοριζόταν στους 800 μόλις κατοίκους. Την ανοδική πορεία του επόμενου αιώνα ακολούθησε η επανάσταση του 1821, όταν οι Τούρκοι έσφαξαν το μεγάλο μέρος των εξεγερμένων κατοίκων. Όμως το νησί κατάφερε να αναγεννηθεί οικονομικά και πληθυσμιακά και το 1912 ενώθηκε με την Ελλάδα. Μετά τη δοκιμασία του Β” Παγκοσμίου πολέμου ακολούθησε η αιμορραγία της μετανάστευσης. Τελικά όμως η Σαμοθράκη για άλλη μια φορά ορθοπόδησε και σήμερα αριθμεί περίπου 2500 κατοίκους.

Η Νίκη και η πλώρη
niki2
Η Νίκη της Σαμοθράκης είναι μαρμάρινο γλυπτό άγνωστου καλλιτέχνη της ελληνιστικής εποχής που βρέθηκε στο ναό των «Μεγάλων Θεών»  Καβείρων στηΣαμοθράκη, παριστάνει φτερωτή τη θεά Νίκη και εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου από το 1884.

Είναι μία από τις τρεις φτερωτές Νίκες που βρέθηκαν στο ναό της Σαμοθράκης.
Οι άλλες δύο εκτίθενται η μεν πρώτη, που αποτελεί ρωμαϊκό αντίγραφο και το βρήκαν Αυστριακοίαρχαιολόγοι, στο μουσείο «Kunsthistorisches Museum» της Βιέννης και η δεύτερη, που βρέθηκε από την αμερικανική αποστολή του Karl Lehmann και της Phyllis Williams-Lehmann το 1949στο αρχαιολογικό μουσείο τηςΣαμοθράκης.

Ο Lehmann και η σύζυγός του βρήκαν αργότερα (το 1950) σε ανασκαφές και τμήματα του δεξιού χεριού της «Νίκης της Σαμοθράκης». Λίγους μήνες μετά το ίδιο ζευγάρι αρχαιολόγων εντόπισε και δάχτυλα του δεξιού χεριού της ίδιας Νίκης στο προαναφερόμενο αυστριακό μουσείο, που τα είχε ακαταχώρητα και δεν γνώριζε ότι ανήκαν σε εκείνην.

Η δεξιά παλάμη της ανασυστάθηκε αποκαλύπτοντας ότι δεν κρατούσε σάλπιγγα όπως πολλοί πίστευαν μέχρι τότε και εκτίθεται επίσης στο Λούβρο, σε χωριστή βιτρίνα κοντά στα άγαλμα.

Το άγαλμα έχει ύψος 3,28 μ (με τα φτερά) και 5,58 με το πλώρη του πλοίου πάνω στην οποία είναι τοποθετημένο σήμερα. Φιλοτεχνήθηκε σε λευκό παριανό μάρμαρο για να τιμήσει τη θεά Νίκη αλλά και μια ναυμαχία – δεν είναι βέβαιο ποια. Ήταν αφιερωμένο σε ναό της Σαμοθράκης και χρονολογείται μεταξύ και 220 και 190 π.Χ. – οι περισσότεροι συγκλίνουν στο 190 π.Χ.
Σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου το έχουν τοποθετήσει σε μια βάση και αυτή με τη σειρά της είναι στερεωμένη σε μαρμάρινη πλώρη πλοίου. Στην αρχαιότητα εικάζεται ότι εκείνος που αφιέρωσε το έργο στο ναό της Σαμοθράκης (τόπο φημισμένο στην αρχαιότητα για την ιερότητά του) είχε δώσει παραγγελία να σχεδιαστεί ένα μικρό σύμπλεγμα θεάς και πλοίου.
Η μεν θεά φιλοτεχνήθηκε χωριστά από λευκό παριανό μάρμαρο και ίσως κρατούσε στεφάνι για το νικητή ή είχε υψωμένο το χέρι της στο στόμα για να διαλαλήσει τη νίκη χωρίς να κρατά τίποτα ή, τέλος, ίσως χαιρετούσε. Το άγαλμα στο ελληνιστικό σύμπλεγμα ήταν στερεωμένο στην επίσης μαρμάρινη πλώρη ενός πλοίου και έδινε την αίσθηση ότι μόλις είχε «προσγειωθεί» σε αυτό και πατούσε φευγαλέα. Το πλοίο ήταν από μάρμαρου Ρόδου. Οι ειδικοί εικάζουν ότι το έργο ήταν σχεδιασμένο για να το βλέπει ο κόσμος από τα αριστερά, κατά τα ¾ του προφίλ, επειδή όπως συνηθιζόταν στα ελληνιστικά χρόνια ήταν πιο καλοδουλεμένη η μία πλευρά του –εκείνη από την οποία προοριζόταν να το βλέπει το κοινό.
Μία εκδοχή των αρχαιολόγων για το αφιέρωμα επί πολλά χρόνια ήταν πως το είχε κάνει οΔημήτριος ο Πολιορκητής (337-283 π.Χ.) όταν νίκησε τον στόλο του Πτολεμαίου στα ανοιχτά της Κύπρου γύρω στο 290 π.Χ. Σήμερα όμως πολλοί πιστεύουν ότι το αφιέρωσαν οι Ρόδιοι όταν το 191 π.Χ., συμμαχώντας με την Πέργαμο, νίκησαν τον Αντίοχο Γ΄ της Συρίας σε ναυμαχία στα ανοιχτά της Σίδης
Το δεξιό φτερό βρέθηκε σχεδόν διαλυμένο εκτός από μικρά κομμάτια του και αποτελεί πρόσθετο έργο ανασύστασης «καθρέφτη» του αριστερού, από εμπειρογνώμονες τουΛούβρου. Το άγαλμα εικάζεται ότι κατακρημνίστηκε και έσπασε εξαιτίας μεγάλου σεισμούκατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα.
Τα κομμάτια του γλυπτού βρέθηκαν τμηματικά και στην αρχή η Νίκη εκτίθετο στο Λούβρο δίχως τον κορμό και τα φτερά της αλλά και δίχως την πλώρη, τα κομμάτια της οποίας οι Γάλλοι ειδικοί στην αρχή είχαν εκλάβει ότι ανήκαν σε τύμβο και τα είχαν αφήσει στηΣαμοθράκη.
Συγκεκριμένα, η ανεύρεση άρχισε το 1863 από μια αρχαιολογική αποστολή στην οποία επικεφαλής ήταν ο Κάρολος Σαμπουαζό (1830-1909) (Charles Champoiseau) υποπρόξενος της Γαλλίας στην Αδριανούπολη (σημερινό Εντιρνέ Τουρκίας). Ενώ έσκαβαν σε μια χαράδρα στις 15 Απριλίου του 1863, στα βόρεια του νησιού, ένας Έλληνας εργάτης φώναξε στον Σαμπουαζό «Κύριε, εύραμεν μια γυναίκα!» – ήταν η μισή Νίκη της Σαμοθράκης.niki2
Ο Σαμπουαζό ήρθε αμέσως σε επικοινώνια με τον πρέσβη της πατρίδας του στην Κωνσταντινούπολη και εκείνος φρόντισε η Τουρκία να δώσει τότε έγκριση για να αποπλεύσει γαλλικό πολεμικό πλοίο και να φορτώσει τη Νίκη της Σαμοθράκης για τη Γαλλία -η Σαμοθράκη είχε σημαντική αυτονομία, αλλά ανήκε ακόμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απελευθερώθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 1912 Το άγαλμα έφτασε στο Λούβρο στις 11 Μαϊου του 1864και δύο χρόνια μετά εκτέθηκε για πρώτη φορά μετά τις απαραίτητες εργασίες – χωρίς όμως ακόμα να μπορούν να εκθέσουν το επάνω μέρος τους κορμού και τα φτερά.
Το άγαλμα βρέθηκε σε πολλά κομμάτια γιατί στα ελληνιστικά χρόνια οι καλλιτέχνες δούλευαν το γλυπτό τους σε πολλά κομμάτια εξαρχής  – στην αρχαία Ελλάδα δούλευαν χωριστά μόνον το κεφάλι και τα άκρα που εξείχαν. Ο άγνωστος λοιπόν γλύπτης είχε επεξεργαστεί το έργο του κατά τμήματα και μετά το είχε ενώσει, οπότε στο σεισμό με την κατακρήμνιση του γλυπτού, αυτό έσπασε πολύ πιο εύκολα και σε πολλά σημεία.
Αποτελείται από το μεγάλο κομμάτι κάτω από το στήθος μέχρι τα πόδια, από ένα δεύτερο κομμάτι που είναι ο άνω κορμός, το αριστερό φτερό (το δεξί προστέθηκε αντιγράφοντας το αριστερό) και από το κεφάλι – αυτό δεν βρέθηκε ποτέ από όσο γνωρίζουν οι ειδικοί. Τα χέρια, τα φτερά και τα πόδια, όπως και πολλά κομμάτια του ενδύματος σμιλεύονταν τότε χωριστά και μετά το άγαλμα συναρμολογείτο. Τα φτερά ήταν από δύο μεγάλα μάρμαρα που ήταν συνδεδεμένα στην πλάτη χωρίς εξωτερική στήριξη και αυτό δημιουργούσε πρόβλημα ισορροπίας στο άγαλμα, αλλά ο γλύπτης το έλυσε με μεγάλη τέχνη
Το 1875 Αυστριακοί αρχαιολόγοι είδαν στον τόπο της ανασκαφής τα μάρμαρα που ο Σαμπουαζό νόμισε ότι ανήκαν σε τύμβο και αναλογιζόμενοι ελληνικά νομίσματα που απεικόνιζαν τη Νίκη σε πλώρες πλοίων κατάλαβαν ότι επρόκειτο για τμήματα μαρμάρινης πλώρης. Ο Σαμπουαζό έμαθε για τα μάρμαρα της πλώρης το 1879 και κατάφερε να τα πάρει κι αυτά στο Λούβρο. Η συναρμολόγηση και η αποκατάσταση (π.χ. του αριστερού φτερού που βρέθηκε σε πολλά κομμάτια και του δεξιού που ουσιαστικά είναι σχεδόν όλο προσθήκη μια που βρέθηκε ένα πολύ μικρό κομμάτι του) ολοκληρώθηκε το 1884






















Ναός Ηφαίστου








Ο Ναός του Ηφαίστου (αποκαλούμενος και Θησείο) είναι ένας από τους πλέον διατηρημένους αρχαίους ναούς του ελληνικού χώρου. Ήταν αφιερωμένος στο θεό Ήφαιστο και στην Εργάνη Αθηνά. Βρίσκεται στην περιοχή του Θησείου, που πήρε το όνομά του λόγω της παλιάς, σήμερα αναθεωρημένης απόδοσης του ναού στο Θησέα. Ο ναός του Ηφαίστου είναι προσβάσιμος για το κοινό, καθώς αποτελεί τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Αγοράς.

Ο Ναός αυτός είναι χτισμένος πάνω στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού, στο δυτικό μέρος της Αρχαίας Αγοράς, κατά διεύθυνση Ανατολή - Δύση με είσοδο από την Ανατολή. Είναι δωρικού ρυθμού, περίπτερος, εξάστυλος ναός, κτισμένος ίσως από τον αρχιτέκτονα Ικτίνο από πεντελικό μάρμαρο. Έχει 13 κίονες σε κάθε πλευρά μήκους και 6 (συναριθμούμενοι) κατά πλάτος. Ο σηκός του χωρίζεται σε πρόναο, κυρίως ναό και οπισθόδομο.

Ο ναός είχε σχεδιαστεί και πιθανότατα άρχισε να χτίζεται ήδη από το 450 π.Χ., σίγουρα πριν από τον Παρθενώνα. Η σύλληψή του ανήκει στη γενιά των Μαραθωνομάχων και του Κίμωνα και όχι στο οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή. Στα χρόνια που ακολουθούν σημειώνονται αλλαγές στο σχεδιασμό, γύρω στο 445 π.Χ., είναι όμως σε προχωρημένο στάδιο το έργο, αφού τότε ολοκληρώνονται οι μετόπες με τους άθλους του Ηρακλή και τα γλυπτά του ανατολικού αετώματος. Μεταξύ 445-440 π.Χ. φιλοτεχνείται η δυτική ζωφόρος. Ανάμεσα στο 435 και το 430 π.Χ. χρονολογούνται η ανατολική ζωφόρος, το δυτικό αέτωμα και η διαμόρφωση του εσωτερικού με περαιτέρω αλλαγές στο αρχικό σχέδιο. Το 421 π.Χ. τοποθετούνται η σίμη, τα ακρωτήρια και το λατρευτικό σύμπλεγμα του Ηφαίστου και της Αθηνάς, οπότε πρέπει να ολοκληρώνεται και η στέγη του ναού. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν το 416/5 π.Χ. Ο πιθανότερος λόγος που διάρκεσαν τόσο πολύ οι εργασίες στο ναό του Ηφαίστου είναι ότι με το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή δόθηκε προτεραιότητα στον Παρθενώνα, από το 447 π.Χ., και στο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, από το 444 π.Χ.

Στην ανατολική πρόσοψη του ναού, που βλέπει προς την Αρχαία Αγορά, ο ανάγλυφος διάκοσμος στις μετόπες απεικονίζει τους άθλους του Ηρακλή, ενώ στο αέτωμα παριστάνεται πιθανόν μια Κενταυρομαχία (μάχη του Θησέα και των Λαπιθών εναντίον των Κενταύρων στο Πήλιο). Στην ανατολική ζωφόρο απεικονίζεται άλλη μια σκηνή μάχης. Η ταύτιση του θέματος δεν είναι σίγουρη και οι διάφορες ερμηνείες προτείνουν μάχη του Θησέα και των Παλλαντιδών, μάχη Ελλήνων και Τρώων στο Σκάμανδρο, όπου ο Ήφαιστος βοήθησε τον Αχιλλέα, ή μάχη του Ερεχθέα και του Ευμόλπου. Στη δυτική πλευρά ο γλυπτός διάκοσμος απεικόνιζε την άλωση της Τροίας στο αέτωμα και το κυνήγι του Καλυδωνίου Κάπρου στη ζωφόρο. Οι βόρειες και νότιες μετώπες αποδίδουν επεισόδια από τις περιπέτειες του Θησέα (γουρούνα Κρομμυώνα, Σκίρων, Κερκύων, Περιφήτης, Προκρούστης, Σίνης, ταύρος Μαραθώνα, Μινώταυρος).

Κατά την αρχαιότητα στο εσωτερικό του ναού υπήρχαν χάλκινα αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς κατασκευασμένα από τον Αλκαμένη (421 - 415 π.Χ.). Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία της Αγοράς και τον καλύτερα σωζόμενο ναό δωρικού ρυθμού στον Ελλαδικό χώρο.


Χριστιανικός ναός

Δωρική κιονοστοιχία κοιτάζει προς την Αγορά.
Πότε ακριβώς έγινε η μετατροπή του αρχαίου αυτού ναού σε χριστιανικό δεν έχει επιβεβαιωθεί. Εικάζεται από πολλούς ίσως από τον 7ο αιώνα. Πάντως το 1690 αναφέρεται επίσημα ως χριστιανικός ναός της Αθήνας μέχρι και το 1834, αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο με το χαρακτηριστικό παρωνύμιο «Άη Γιώργης ο Ακαμάτης».

Για το παρωνύμιο αυτό υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Η μία είναι να προέρχεται εκ παραφθοράς του ονόματος του γιου του Θησέα και της Φαίδρας, του Ακάμαντα, που εξελίχθηκε σε Ακάματου και εξ αυτού Ακαμάτη. Μια άλλη άποψη είναι να οφείλεται ακριβώς στην έννοια του ακαμάτη (= αργόσχολου), επειδή επί τουρκοκρατίας λειτουργούσε μόνο μία φορά το χρόνο, ανήμερα της εορτής του Αγίου. Μια τρίτη επίσης εκδοχή είναι να οφείλεται στον επίσκοπο Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτο που ίσως να τέλεσε πρώτος εκεί αρχιερατική λειτουργία.

Όπως και να έχει όμως η τελευταία λειτουργία που έγινε στον Άη Γιώργη τον Ακαμάτη ήταν στις 2 Φεβρουαρίου του 1833 όταν τελέσθηκε ο πανηγυρισμός της άφιξης του Όθωνα στην Ελλάδα όπου παρουσία των Αθηναίων και πλήθους άλλου κόσμου ο επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος έπλεξε το εγκώμιο της ημέρας. Όταν η Αθήνα ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της Ελλάδας η κοινοποίηση του σχετικού βασιλικού διατάγματος έγινε σ΄ αυτόν το Ναό που ήταν και η τελευταία δημόσια προσέλευση των Αθηναίων.

Από το 1835 έως το 1874 στέγασε το πρώτο Κεντρικό Αρχαιολογικό Μουσείο της χώρας όπου και ο ναός ανέλαβε τον αρχαίο του χαρακτήρα.

19ος αιώνας
Όταν η Αθήνα έγινε η επίσημη πρωτεύουσα της Ελλάδας το 1834, η έκδοση του σχετικού βασιλικού διατάγματος έγινε σε αυτό το ναό, που ήταν ο τόπος δημόσιας προέλευσης των Αθηναίων. Χρησιμοποιήθηκε ως τόπος ταφής για τους μη Ορθόδοξους Ευρωπαίους κατά τον 19ο αιώνα, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και πολλοί φιλέλληνες που έδωσαν τη ζωή τους στον αγώνα της Ελληνικής Επανάστασης (1821-1830). Μεταξύ αυτών που ετάφησαν στο χώρο ήταν ο Τζων Τουέντελ (John Tweddel), φίλος του λόρδου Έλγιν, ενώ οι ανασκαφές ανακάλυψαν μια πλάκα από τον τάφο του Τζωρτζ Γουώτσον (George Watson) με ένα επιτάφιο επίγραμμα στα Λατινικά από τον Λόρδο Βύρωνα. Στο χώρο αυτό έγινε ο 1834 η επίσημη υποδοχή, του πρώτου βασιλιά των Ελλήνων, Όθωνα. Ο Όθωνας διέταξε το κτήριο να χρησιμοποιηθεί ως μουσείο, κάτι που συνέχισε να υπάρχει έως το 1934, όταν μετετράπη ξανά σε αρχαίο μνημείο. Έτσι επιτράπησαν εκτεταμένες αρχαιολογικές έρευνες στο χώρο.















Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

Η ιστορία του Ισθμού της Κορίνθου



Ο Ισθμός της Κορίνθου υπήρξε ένα κατασκευαστικό όνειρο - πρόκληση που κράτησε 2.300 χρόνια. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η «Άφνειος Κόρινθος» αναδείχθηκε από την αρχαιότητα σε σπουδαίο ναυτικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο. Η δυσκολία στη μεταφορά των εμπορευμάτων δια ξηράς ώθησε τον Τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο να κατασκευάσει τον περίφημο δίολκο, ένα πλακόστρωτο διάδρομο, «ντυμένο» με ξύλα, πάνω στον οποίο γλιστρούσαν τα πλοία της εποχής αλειμμένα με λίπος για να περάσουν τον Ισθμό από τη μια ακτή στην άλλη. Τα πανάκριβα τέλη (διόδια) που καταβάλλονταν στην Κόρινθο ήταν και το πιο σημαντικό έσοδο της πόλης.
Από μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων προκύπτει ότι ο Περίανδρος ήταν ο πρώτος που σκέφθηκε και τη διάνοιξη του Ισθμού, γύρω στο 602 π.Χ. Γρήγορα, όμως, εγκατέλειψε το σχέδιο του, από το φόβο ότι θα προκαλούσε την οργή των Θεών, έπειτα από το χρησμό της Πυθίας που έλεγε: «Ισθμόν δε μη πυργούτε μήδ' ορύσσετε. Ζευς γαρ έθηκε νήσον η κ' εβούλετο». Το πιθανότερο είναι ότι ο χρησμός προκλήθηκε από τους ιερείς των διαφόρων ναών, που φοβήθηκαν ότι διανοίγοντας τον Ισθμό θα έχαναν τα πλούσια δώρα και αφιερώματα των εμπόρων, που δεν θα είχαν πια λόγο να μένουν στην Κόρινθο.
Ο βασικός, όμως, λόγος που ανάγκασε τον Περίανδρο να εγκαταλείψει το σχέδιό του δεν ήταν η θεϊκή οργή αυτή καθαυτή, αλλά οι τεράστιες τεχνικές δυσκολίες εκτέλεσης του έργου και τα οικονομικά συμφέροντα της Κορίνθου, που επιθυμούσε να διατηρήσει την προνομιούχο θέση της ως «κλειδούχος» του διαμετακομιστικού εμπορίου της Μεσογείου. Άλλωστε, η συνέχιση του «περάσματος» των πλοίων δια της «διόλκου» δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα προβλήματα στην Κόρινθο, διότι τα τότε πλοία ήταν μικρών διαστάσεων (τριήρεις) και η μυϊκή δύναμη των δούλων και των ζώων ήταν επαρκής για το σκοπό αυτό.
Από τη διάνοιξη της διώρυγας το 1886
Τρεις αιώνες αργότερα, το 307 π.Χ., ο Δημήτριος ο Πολιορκητής επιχείρησε να θέσει σ' εφαρμογή το ίδιο σχέδιο, αλλά εγκατέλειψετην ιδέα, όταν οι Αιγύπτιοι Μηχανικοί που έφερε γι' αυτό το σκοπό τον διαβεβαίωσαν ότι η διαφορά της στάθμης του Κορινθιακού από τον Σαρωνικό ήταν τέτοια που με την τομή του Ισθμού τα νερά του Κορινθιακού που θα χύνονταν στον Σαρωνικό θα τον πλημμύριζαν, με συνέπεια την καταπόντιση της Αίγινας και των γειτονικών νησιών και ακτών.
Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ο Ιούλιος Καίσαρ το 44 π.Χ. και ο Καλιγούλας το 37 π.Χ. έκαναν ανάλογα σχέδια, τα οποία όμως εγκαταλείφθηκαν για πολιτικούς και στρατιωτικούς λόγους. Στα σχέδια αυτά βασίσθηκε ο Νέρωνας, όταν αποφάσισε το 66 μ.Χ. να πραγματοποιήσει το έργο. Οι εργασίες άρχισαν το 67 μ.Χ. και από τις δυο άκρες (Κορινθιακό – Σαρωνικό), και χρησιμοποιήθηκαν τότε χιλιάδες εργάτες. Την έναρξη των εργασιών έκανε ο ίδιος ο αυτοκράτορας, στις 28 Νοεμβρίου, δίδοντας το πρώτο χτύπημα στη γη του Ισθμού με χρυσή αξίνα.
Οι εργασίες εκσκαφής είχαν προχωρήσει σε μήκος 3.300 μ., σταμάτησαν όμως, όταν ο Νέρωνας αναγκάστηκε να γυρίσει στη Ρώμη για να αντιμετωπίσει την εξέγερση του στρατηγού Γάλβα. Τελικά, με το θάνατο του Νέρωνα -που συνέβη λίγο μετά την επιστροφή του- το έργο εγκαταλείφθηκε. Το πόσο σοβαρή και μελετημένη ήταν η προσπάθειά του αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι κατά την οριστική διάνοιξη της διώρυγας, στους νεότερους χρόνους, βρέθηκαν 26 δοκιμαστικά πηγάδια βάθους 10 μέτρων το καθένα και διάφοροι τάφροι της εποχής του.
Ο επόμενος που επιχείρησε να διανοίξει τη διώρυγα ήταν ο Ηρώδης ο Αττικός, αλλά οι προσπάθειες του σταμάτησαν σχεδόν αμέσως, όπως και αυτές των Βυζαντινών που ακολούθησαν. Αιώνες αργότερα, οι Ενετοί προσπάθησαν να διανοίξουν τον ισθμό ξεκινώντας, αυτή τη φορά, τις εκσκαφές από τον Κορινθιακό. Οι μεγάλες, όμως, δυσκολίες που συνάντησαν οδήγησαν και πάλι στη διακοπή των εργασιών.
Το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας βρήκε την Ελλάδα στο κατώφλι της βιομηχανικής εποχής. Οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές και ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, προβλέποντας τη μεγάλη σημασία που θα είχε γενικότερα για την ανάπτυξη της χώρας η κατασκευή της διώρυγας, ανέθεσε τη σχετική μελέτη σε ειδικό μηχανικό. Το κονδύλι, όμως, των 40 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων που κρίθηκε αναγκαίο σύμφωνα με τον προϋπολογισμό δαπάνης για την εκτέλεση του έργου, δεν μπορούσε να εξευρεθεί από τη διεθνή χρηματαγορά, πολύ περισσότερο δε να διατεθεί από τον ελληνικό προϋπολογισμό. Έτσι, η προσπάθεια του κυβερνήτη εγκαταλείφθηκε.
Με τη Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα, η τεχνολογική εξέλιξη επέτρεψε την υλοποίηση της πανάρχαιας ιδέας διόρυξης του Ισθμού. Η πραγματοποίηση του έργου κρίθηκε αναγκαία από τη μελέτη των συνθηκών του διεθνούς εμπορίου και της ναυτιλίας στη Μεσόγειο. Έτσι, άρχισε η προσπάθεια εξεύρεσης κεφαλαίων από τη διεθνή χρηματαγορά. Η δια του Ισθμού οδός παρείχε δυο σημαντικά πλεονεκτήματα στη διεθνή ναυτιλία και κατ' επέκταση στο διεθνές εμπόριο: Ασφάλεια και Οικονομία. Η παράκαμψη των επικίνδυνων ακρωτηρίων Κάβο Μαλέα και Κάβο Ματαπά δεν θα μείωνε μόνο τους κινδύνους από ναυτικά ατυχήματα, αλλά και το κόστος μεταφοράς (ασφάλιστρα, καύσιμα, χρόνος).
Μετά τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ, η Κυβέρνηση Ζαΐμη έλαβε την απόφαση τομής του Ισθμού και το Νοέμβριο του 1869 ψήφισε το νόμο της «περί διορύξεως του Ισθμού της Κορίνθου». Με το νόμο αυτό είχε δικαίωμα να παραχωρήσει σε εταιρεία ή ιδιώτη το προνόμιο κατασκευής και εκμετάλλευσης της Διώρυγας. Το ελληνικό δημόσιο κατακύρωσε το έργο το 1881 στον στρατηγό Στέφανο Τύρρ, μαζί με το προνόμιο εκμετάλλευσης της διώρυγας για 99 χρόνια.
Τα εγκαίνια του Ισθμού της Κορίνθου
Οι εργασίες διάνοιξης ξεκίνησαν στις 23 Απριλίου 1882. Η μελέτη του έργου έγινε από τον Ούγγρο Β. Gerfer, αρχιμηχανικό της διώρυγας Φραγκίσκου στην Ουγγαρία, και ελέγχθηκε από τον μηχανικό Daujats, αρχιμηχανικό της διώρυγας του Σουέζ. Για την τελική κατάληξη έγιναν μελέτες τριών χαράξεων. Ως η πιο σωστή και οικονομική, προκρίθηκε η χάραξη που είχε εφαρμόσει ο Νέρωνας. Υστερα, όμως, από 8 χρόνια, η εταιρεία αυτή διέκοψε τις εργασίες της -εξαιτίας της εξάντλησης όλων των κεφαλαίων της- και τελικά διαλύθηκε.
Τη συνέχιση του έργου ανέλαβε ελληνική εταιρεία με την επωνυμία «Εταιρεία της Διώρυγας της Κορίνθου» υπό τον Ανδρέα Συγγρό, που ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών στην εργοληπτική εταιρεία του Α. Μάτσα, η οποία και αποπεράτωσε το έργο. Αυτό το οικονομικό τόλμημα, αυτός ο τεχνικός άθλος, με τη χρησιμοποίηση 2.500 εργατών και των τελειότερων μηχανικών μέσων της εποχής, ολοκληρώθηκε μετά 11 χρόνια. Τα εγκαίνια έγιναν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια στις 25 Ιουλίου 1893, από το πρωθυπουργό Σωτήριο Σωτηρόπουλο.
Η διώρυγα κόβει σε ευθεία γραμμή τον Ισθμό της Κορίνθου σε μήκος 6.346 μ. Το πλάτος της στην επιφάνεια της θάλασσας είναι 24,6 μ. και στο βυθό της 21,3 μ., ενώ το βάθος της κυμαίνεται μεταξύ 7,50 έως 8 μ. Ο συνολικός όγκος των χωμάτων που εξορύχτηκαν για την κατασκευή της έφθασε τα 12 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Η γεωλογική σύσταση των πρανών της Διώρυγας είναι ανομοιόμορφη, με ποικιλία γεωλογικής συστάσεως εδαφών. Μία ιδιομορφία, που κατά καιρούς είχε ως συνέπεια την κατάπτωση μεγάλων χωμάτινων όγκων και κατά συνέπεια το κλείσιμο του καναλιού. Συνολικά, από την έναρξη λειτουργίας της έως το 1940, η Διώρυγα παρέμεινε κλειστή για διάστημα τεσσάρων χρόνων. Μεγάλη διακοπή της λειτουργίας της έγινε και το 1944, όταν οι Γερμανοί, κατά την αποχώρησή τους, ανατίναξαν τα πρανή, προκαλώντας την κατάπτωση 60.000 κυβικών μέτρων χωμάτων. Οι εργασίες εκφράξεως διήρκεσαν πέντε χρόνια (1944-1949).
Σήμερα, η Διώρυγα της Κορίνθου αποτελεί διεθνή κόμβο θαλάσσιων συγκοινωνιών και εξυπηρετεί περί τα 12.000 πλοία ετησίως, ...


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/115#ixzz4FOeul5nz





























Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Ιωνίδειος σχολή





Tο 1844, o Δήμαρχος του Πειραιά Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτσης, με επιστολή τού ζήτησε από τον Κωνσταντίνο Ιωνίδη βοήθεια για την ίδρυση σχολείων στον Πειραιά. Ο Κ. Ιωνίδης διέθεσε 30.000 δρχ. Το 1845 το Δημοτικό Συμβούλιο αποδέχεται την προσφορά. Μεταξύ των όρων για την προσφορά ήταν να εντοιχιστεί σε κατάλληλο χώρο του διδακτηρίου πλακέτα, στην οποία να αναγράφεται «ανεγέρθη δαπάναις της οικογένειας των Ιωνιδών» και να τελείται κάθε χρόνο στις 21 Μαΐου μνημόσυνο υπέρ της οικογένειάς του. Το 1847 και επί δημαρχίας του Δημ. Θεοχάρη, άρχισε η οικοδόμηση του σχολείου και στις 21 Μαΐου του ίδιου χρόνου έγιναν τα εγκαίνια τόσο του "Ελληνικού Σχολείου όσο και του «Αλληλοδιδακτικού Δημοτικού» που φέρουν από κοινού την ονομασία «Ιωνίδεια Σχολεία», ενώ ο δωρητής διαθέτει ακόμα 10.000 δρχ. για τις ανάγκες του σχολείου και για τη δημιουργία βιβλιοθήκης. Το 1862 υπογράφεται από τον τότε Υπουργό Παιδείας η ίδρυση Γυμνασίου. Μέχρι το 1914 παραμένει το μοναδικό Γυμνάσιο στον Πειραιά. Εκείνη τη χρονιά, με την ίδρυση του Δευτέρου Γυμνασίου στην πόλη του Πειραιά, η Ιωνίδειος μετονομάζεται σε Α΄ Γυμνάσιο Πειραιώς. Το Γυμνάσιο λειτουργεί στο αρχικό κτίριο του 1847 μέχρι και το 1932, οπότε και κατεδαφίζεται, για να ανεγερθεί στη θέση του το κτίριο στο οποίο στεγάζεται μέχρι σήμερα, απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο. Για την οικοδόμησή του συνάπτεται δάνειο από την τότε Σχολική Εφορεία με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με υποθήκη του οικοπέδου. Στο ισόγειο του κτιρίου δημιουργούνται καταστήματα, τα οποία εξασφάλισαν τα έξοδα λειτουργίας του Γυμνασίου και είναι μέχρι σήμερα η κυριότερη πηγή εσόδων για τις ανάγκες του Σχολείου. Την περίοδο 1934-1935 προάγεται σε «Σχολή Μέσης Εκπαιδεύσεως Πειραιώς» και το 1946-47 μετονομάζεται σε «Α΄ Πρότυπο Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς». Το 1963, με απόφαση του Υπουργού Γρηγ. Κασιμάτη, μετονομάζεται σε «Ιωνίδειο Πρότυπο Σχολή Πειραιώς». Από το 1986 έχει την ονομασία «Πειραματικό Γυμνάσιο και Λύκειο Ιωνιδείου» μέχρι το 2011 όταν το σχολείο γίνεται Πρότυπο Πειραματικό και αρχίζει να δέχεται μαθητές με διαδικασίας ειδικών εξετάσεων. Το 2015 το σχολείο ορίζεται ως Πρότυπο όπου θα παραμείνει μέχρι και σήμερα.




















Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Κώστας Καρυωτάκης 1896 – 1928




Κώστας Καρυωτάκης


Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του '20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.

Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.

Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκοδρύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

Το Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του:

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.

Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, που υπάρχει σε αφθονία στους παλιότερους ποιητές. Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φθάνει στο σαρκασμό.

 Περί Πηγών...



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/204#ixzz4F1IO0lk3















Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Νήσος Κύθηρα























Το όνομα Κύθηρα (Τσιρίγο) έχει βαθιά στην ιστορία τις ρίζες του. Ο Όμηρος το αναφέρει στο επικό του έργο, την Ιλιάδα, ενώ η θεά Αφροδίτη, η θεά του Έρωτα, ταυτίζεται με το νησί και παίρνει το όνομα Κυθέρεια (Ακύθηρος λεγόταν ο στερούμενος θέλγητρων άνθρωπος). Και άλλοι όμως σπουδαίοι συγγραφείς της αρχαιότητας αναφέρονται στο νησί με το όνομα Κύθηρα. Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο Ηρόδοτος, ο Διόνυσος, ακόμα και ο Αριστοτέλης (που παραδέχεται ότι το νησί λεγόταν Πορφυρούσα - λόγω της επεξεργασίας πορφύρας - αλλά στις μέρες του λεγόταν Κύθηρα) και ο Ξενοφώντας (στα Ελληνικά του χρησιμοποιεί τον όρο Κυθηρία γη).

Ο Ισίδωρος (γεωγράφος του Α΄ μ.Χ. αιώνα) υποστήριξε μια "ανατρεπτική" άποψη, ότι δηλαδή το νησί έλαβε το όνομά του από την Κυθέρεια Αφροδίτη και όχι το αντίστροφο. Μάλιστα, μίλησε πρώτη φορά για τη σημασία του ρ. κεύθω και τη σχέση του με τη θεά και το νησί. Κεύθω σημαίνει κρύβω τον έρωτα, ενώ εκείνοι που κάνουν έρωτα στο νησί (στο μέρος εκείνο, δηλ. τα Κύθηρα), ανακαλύπτουν το κρυμμένο ερωτικό πάθος. Η ονομασία του νησιού συναντάται στον πληθυντικό ίσως από την ύπαρξη και των διπλανών Αντικυθήρων.

Ποια η σχέση όμως των δύο προσωνυμιών του νησιού, Κύθηρα και Τσιρίγο; Ύστερα από μελέτες και έρευνες φαίνεται ότι τα δύο παραπάνω ονόματα έχουν σχέση αλληλεπίδρασης, δηλαδή είτε ότι η μια ταυτίζεται με την άλλη είτε ότι η μια δημιουργεί την άλλη.

Έχει ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι στην Κύπρο υπάρχει περιοχή Κυθραία ή Κύθρα, όπου βρέθηκαν αγάλματα της θεάς Αφροδίτης, ενώ η κοινή ονομασία της περιοχής είναι Τζυρκά.

Μυθολογία
Η γέννηση της Αφροδίτης στα Κύθηρα, σύμφωνα με τη μυθολογία, υπήρξε το γεγονός εκείνο που καθόρισε και τη μετέπειτα πορεία του νησιού. Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου, η Αφροδίτη γεννήθηκε στους αφρούς της θάλασσας των Κυθήρων, όταν έπεσαν σε αυτήν τα αποκομμένα από τον Κρόνο γεννητικά όργανα του πατέρα του Ουρανού. Τα κύματα παρέσυραν, σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή του μύθου, στη συνεχεία τη θεά, η οποία έφθασε στην Πάφο της Κύπρου, όπου επίσης λατρεύτηκε ως θεά προστάτης του νησιού.
Από τα Κύθηρα φέρεται να έχει και την προσωνυμία Κυθέρεια η Αφροδίτη, η οποία λατρεύτηκε στην αρχαιότητα με τρεις μορφές. Ως Ουρανία, θεά – προστάτης της αγάπης και του αγνού έρωτα, με κύριο τόπο λατρείας τα Κύθηρα. Ως Πάνδημος, θεά – προστάτης του σαρκικού έρωτα και της αναπαραγωγής με κύριο τόπο λατρείας την Κύπρο. Και τέλος, με τη λιγότερο γνωστή μορφή, ως Αποστρόφια, θεά που διασφάλιζε την ηθική τάξη και προστάτευε τη σύζυγο και τα παιδιά, που αναφέρεται ότι λατρεύτηκε στη Θήβα και αλλού. Η ίδρυση από τα πολύ πρώιμα χρόνια ναού της θεάς στα Κύθηρα έδωσε και στο νησί τον ομηρικό χαρακτηρισμό ζάθεα, δηλαδή πανάγια.

Η ανάδυση της θεάς από τη θάλασσα των Κυθήρων είναι σημειολογικά μια προσπάθεια των αρχαίων, σύμφωνα με τους ειδικούς στην Παλαιοντολογία, να ερμηνεύσουν την ανάδυση του νησιού από τη θάλασσα. Αυτό αποδεικνύεται από τον πλούσιο αριθμό παλαιοντολογικών ευρημάτων, που έχουν προέλευση τη θαλάσσια ζωή, σε εκτεταμένες περιοχές των Κυθήρων, στα Μητάτα και τα Βιαράδικα



Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Νέλσον Μαντέλα 1918 – 2013




Νέλσον Μαντέλα

Εμβληματική μορφή του αγώνα για την εξάλειψη των ανισοτήτων και των διακρίσεων, φυλακισμένος για 27 χρόνια προτού γίνει ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής στις πρώτες εκλογές χωρίς φυλετικούς διαχωρισμούς, ο Νέλσον Μαντέλα έχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία του 20ού αιώνα ως μαχητής εναντίον του τελευταίου ρατσιστικού καθεστώτος στον δυτικό κόσμο.

Ο Μαντέλα γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου του 1918 στο μικρό χωριό Μβέζο, στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, και του δόθηκε το όνομα Ρολιλάχλα Μαντέλα. Το όνομα Νέλσον το πήρε από έναν δάσκαλό του την πρώτη του μέρα στο σχολείο, αλλά στη χώρα θα γινόταν αργότερα γνωστός και απλά ως Μαντίμπα, το όνομα της φυλής του.

Το 1937 στάλθηκε σε κολέγιο μεθοδιστών ιεραποστόλων, όπου για πρώτη φορά στη ζωή του απέκτησε φιλική σχέση με ανθρώπους από διαφορετική φυλή από αυτόν. Τελικά, για να αποφύγει ένα προξενιό, κατέληξε στο Γιοχάνεσμπουργκ, όπου ξεκίνησε σπουδές Νομικής.

Ως φοιτητής αγωνίστηκε για να δοθούν πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στις πάμπολλες ομάδες αυτοχθόνων στην Νότιο Αφρική.Το 1944 μπήκε στην οργάνωση «Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο» (ANC), ιδρύοντας μαζί με άλλους και τη Νεολαία του ΑΝC.

Στην πολιτική θεώρηση του Μαντέλα θα μπλέκονταν ο αντιαποικιακός αγώνας, η μάχη κατά των θεσμοθετημένων διακρίσεων βάσει φυλής, ο μαρξισμός και ακόμη και η αρχή της αντίστασης χωρίς βία του Μαχάτμα Γκάντι.

Το 1952 ήλθε αντιμέτωπος για πρώτη φορά με το δικαστικό σύστημα του Απαρτχάιντ,όταν του επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι για την πολιτική του δραστηριότητα, με βάση τον νόμο για την "αντιμετώπιση του κομμουνισμού.

Αργότερα τον ίδιο χρόνο άνοιξε, μαζί με τον Όλιβερ Τάμπο, το πρώτο δικηγορικό γραφείο της Νοτίου Αφρικής μόνο με μαύρους νομικούς. Εξασκώντας τη δικηγορία, ο Μαντέλα έκανε
εκστρατεία για την καταπολέμηση του Απαρτχαϊντ και το 1956 κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία. Μετά την πολύχρονη δίκη εναντίον του ίδιου και των συγκατηγορούμενών του, οι κατηγορίες τελικά κατέπεσαν.

Το καθεστώς του Απάρτχαιντ σκλήραινε όμως όλο και περισσότερο την στάση του και τελικά το 1960 το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο κηρύχθηκε παράνομο. Μαζί του πέρασε στην παρανομία και ο Μαντέλα, που απομακρύνθηκε από την αρχή της μη βίας. Τελικά, συνελήφθη ξανά, κατηγορήθηκε για σαμποτάζ και απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης και καταδικάστηκε το 1964 σε ισόβια.

Με τον Μαντέλα στη φυλακή και την ηγεσία του εξόριστη, τα μέλη του ANC οι αυτόχθονες της Νοτίου Αφρικής προχωρούσαν σε εξεγέρσεις που κατέληγαν σε αιματηρή καταστολή. Τα στελέχη του ANC που βρίσκονταν στο εξωτερικό επέλεξαν να ξεκινήσουν εκστρατεία στη διεθνή κοινότητα εναντίον του Άπαρτχαϊντ γύρω από ένα πρόσωπο -τον φυλακισμένο Νέλσον Μαντέλα.

Εντός και εκτός Νοτίου Αφρικής, ο Μαντίμπα έγινε το σύμβολο της καταπίεσης και το σύμβολο του αγώνα για ελευθερία και ισότητα.

Οι εξελίξεις, στις οποίες συνέβαλε και η διεθνής κατακραυγή, οδήγησαν στην αποκατάσταση του ANC και την απελευθέρωση του Μαντέλα στις 11 Φεβρουαρίου του 1990. Από την ηγεσία του ANC, ξεκίνησε τις συνομιλίες με την κυβέρνηση για ένα κράτος, στο οποίο όλοι οι πολίτες θα ήταν ίσοι απέναντι στο νόμο ανεξαρτήτως φυλής με την κατάρτιση νέου Συντάγματος.

Τιμήθηκε, μαζί με τον τότε πρόεδρο της χώρας Φρέντερικ ντε Κλερκ, με το Νόμπελ Ειρήνης το 1993. Στις εκλογές του επόμενου χρόνου, το ANC κέρδισε με απόλυτη πλειοψηφία και στις 9 Μαΐου ο Μαντέλα εξελέγη από το νέο Κοινοβούλιο ο πρώτος πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής.

Μετά το τέλος της θητείας του το 1999, πήρε μέρος ως διαμεσολαβητής σε διάφορες ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στην Αφρική. Τελικά, αποσύρθηκε οριστικά από τα κοινά το 2004 αντιμετωπίζοντας προβλήματα υγείας. Οι δημόσιες εμφανίσεις του έγιναν έκτοτε όλο και λιγότερες.

Ο Νέλσον Μαντέλα έφυγε από τη ζωή στις 5 Δεκεμβρίου του 2013.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/738#ixzz4EjmgfrHK