Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Αλέξανδρος Ωνάσης 1948 – 1973


Αλέξανδρος Ωνάσης


Μοναχογιός και διάδοχος του μεγιστάνα Αριστοτέλη Ωνάση. Ο θάνατός του σε αεροπορικό δυστύχημα, σε ηλικία 25 ετών, εξύφανε πάμπολλες ιστορίες συνωμοσίας.


Ο Αλέξανδρος Ωνάσης γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 20 Απριλίου 1948 από τον γάμο του έλληνα κροίσου με την πρώτη του γυναίκα Αθηνά (Τίνα) Λιβανού. Από τον ίδιο γάμο γεννήθηκε δύο χρόνια αργότερα η Χριστίνα Ωνάση. Πέρασε ξένοιαστα παιδικά χρόνια, αν και οι σχέσεις του με τον πολυάσχολο και διάσημο πατέρα του δεν ήταν πάντα οι καλύτερες δυνατές. Αγαπούσε πολύ τη μητέρα και δεν είδε με καλό μάτι τον χωρισμό των γονιών του και τον γάμο του πατέρα του με τη Ζακλίν Μπουβιέ - Κένεντι.

Πάθος του, η ταχύτητα και τα ακριβά σπορ αυτοκίνητα και μεγάλος του έρωτας η κατά 16 χρόνια μεγαλύτερή του Φιόνα Κάμπελ - Τίσεν, μοντέλο από τη Νέα Ζηλανδία και πασίγνωστη κοσμική των ευρωπαϊκών σαλονιών. Ο πατέρας του ποτέ δεν ενέκρινε αυτή τη σχέση και προσπάθησε με κάθε μέσο να τη διαλύσει. Ο Αρίστος είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον Αλέξανδρο και από μικρό τον έπαιρνε συχνά μαζί του στις δουλειές για να τον «ψήσει» και να τον βάλει από νωρίς στις επιχειρήσεις. Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ο Αλέξανδρος είχε αναλάβει τη γενική διεύθυνση της Ολυμπιακής Αεροπορίας.

Η μοιραία μέρα για τον νεαρό Ωνάση υπήρξε η Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 1973. Το αεροπλάνο που πιλοτάριζε, ένα αμφίβιο «Πιάτζιο 136», κατέπεσε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, δευτερόλεπτα μετά την απογείωσή του. Ο Αλέξανδρος τραυματίστηκε βαριά και οι δύο συνεπιβάτες του ελαφρότερα. Διακομίστηκε στο ΚΑΤ, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 7 το απόγευμα της 23ης Ιανουαρίου, λόγω βαρειών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων. Ήταν μόλις 25 ετών.

Ο Αριστοτέλης Ωνάσης μόλις έμαθε το θλιβερό μαντάτο στη Νέα Υόρκη κατέρρευσε και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο αγαπημένος του γιος και διάδοχός του ήταν νεκρός. Από την πρώτη στιγμή υποστήριξε ότι το δυστύχημα δεν ήταν τυχαίο και ότι γιος του ήταν θύμα εγκληματικής ενέργειας. Οι φόβοι του επιβεβαιώθηκαν αργότερα, όταν και τα τρία πορίσματα που εκδόθηκαν για το δυστύχημα συνέκλιναν στη διαπίστωση ότι προκλήθηκε από την ανάποδη τοποθέτηση των πηδαλίων κλίσεως, με αποτέλεσμα το αεροπλάνο να μην υπακούει στις εντολές του πιλότου.
Ο Ωνάσης επικήρυξε τους δολοφόνους του γιου του, όπως υποστήριζε, με 1.000.000 δολάρια, επικήρυξη που ισχύει μέχρι σήμερα.

Αμέσως φούντωσε και η συνωμοσιολογία. Ως «δολοφόνοι» του Αλέξανδρου Ωνάση έχουν υποδειχθεί κατά καιρούς η CIA, ο Σταύρος Νιάρχος, το καθεστώς των Συνταγματαρχών, ακόμη και οι εργαζόμενοι στην Ολυμπιακή. Για το δυστύχημα κατηγορήθηκαν επτά μηχανικοί της Ολυμπιακής, που αθωώθηκαν στις 7 Νοεμβρίου 1977, με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Ο Αλέξανδρος Ωνάσης τάφηκε στον Σκορπιό και δύο χρόνια αργότερα τον ακολούθησε ο πατέρας του, που δεν συνήλθε ποτέ μετά το θάνατο του γιου του. Στη μνήμη του μοναχογιού του, ο Αριστοτέλης Ωνάσης συνέστησε το ίδρυμα «Αλέξανδρος Ωνάσης» με έδρα το Βαντούζ του Λιχτενστάιν και κεντρικά γραφεία στην Αθήνα. Από τα κέρδη της οικονομικής αυτοκρατορίας Ωνάση, το ίδρυμα χορηγεί υποτροφίες και χρηματοδοτεί διάφορα έργα κοινωφελούς χαρακτήρα.


























Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Βλαντίμιρ Λένιν 1870 – 1924


Βλαντίμιρ Λένιν

Ρώσος πολιτικός, ο εμπνευστής και ο ηγέτης της «Οκτωβριανής Επανάστασης» του 1917. Θεωρείται ένας από τους επιδραστικότερους πολιτικούς ηγέτες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Υπήρξε ο δημιουργός και ο πρώτος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και ο ιδρυτής της Γ’ Διεθνούς (γνωστή και ως Κόμιντερν), η οποία συσπείρωνε τα κομμουνιστικά κόμματα που ακολουθούσαν τις πολιτικές υποθήκες του. Το συγγραφικό του έργο ξεπερνά τους 55 τόμους και τον κατατάσσει στις σημαντικότερες προσωπικότητες της πολιτικής επιστήμης.

Ο Βλαντίμιρ Ίλιτς Ουλιάνοφ, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 10 Απριλίου 1870 στο Σιμπίρσκ (νυν Ουλιάνοφσκ), μία πόλη 893 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά μιας πολύ δεμένης και ευτυχισμένης οικογένειας, με γονείς υψηλής παιδείας και καλλιέργειας. Ο πατέρας του ήταν σχολικός επιθεωρητής και η μητέρα του κόρη γιατρού.

Ο νεαρός Βλαδίμηρος ήταν πολύ καλός μαθητής και τίποτε δεν προμήνυε ότι θα γινόταν επαναστάτης, εκτός ίσως από το ότι δήλωνε άθεος. Όλα τα παιδιά της οικογένειας Ουλιάνοφ στράφηκαν στο επαναστατικό κίνημα, όπως και άλλα μέλη της ρωσικής ιντελιγκέντσιας, από την οποία το τσαρικό σύστημα στερούσε δικαιώματα και ελευθερίες.

Δύο γεγονότα σημάδεψαν τη ζωή του νεαρού παιδιού: η απειλή απόλυσης του πατέρα του, λίγο πριν από τον πρόωρο θάνατό του, και η εκτέλεση του μεγαλύτερου αδερφού του, επειδή ανήκε σε επαναστατική οργάνωση που συνωμοτούσε κατά του τσάρου. Αίφνης, στην ηλικία των 17 ετών, ο Λένιν έγινε ο επικεφαλής της οικογένειάς του, η οποία έφερε πλέον το στίγμα ότι είχε αναθρέψει έναν «εγκληματία κατά του κράτους».

Το φθινόπωρο του 1887 άρχισε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο του Καζάν, αλλά τρεις μήνες μετά αποβλήθηκε από τη σχολή για επαναστατική δράση και εξαναγκάστηκε από την τσαρική αστυνομία να ζήσει για δύο χρόνια υπό περιορισμό στην κατοικία του παππού του στο χωριό Κακούσκινο. Σε αυτό το διάστημα, ο Λένιν ήρθε σε επαφή με τους εξόριστους επαναστάτες και διάβασε το «Κεφάλαιο» του Μαρξ.

Με τα πολλά, το κράτος πείστηκε να τον αφήσει να τελειώσει τις σπουδές του και να του επιτρέψει να δικηγορήσει στην Αγία Πετρούπολη. Σύντομα, όμως, εξορίστηκε για τρία χρόνια στη Σιβηρία, λόγω της επαναστατικής δραστηριότητάς του. Εκεί πήρε το επαναστατικό ψευδώνυμο «Λένιν» (από την ονομασία του ποταμού Λένα) και νυμφεύθηκε τη συναγωνίστριά του Ναντέζντα Κρούπσκαγια (1869-1939).

Μετά τη λήξη της εξορίας του το 1900 κατέφυγε στο Μόναχο, όπου εξέδιδε μαζί με άλλους το περιοδικό «Ίσκρα» («Σπίθα»). Ήρθε σε ρήξη με όσους πίστευαν ότι ο μαρξισμός δεν ήταν εφαρμόσιμος στην αγροτική Ρωσία, επειδή δεν υπήρχε προλεταριάτο, δηλαδή βιομηχανική εργατική τάξη, και με όσους θεωρούσαν ότι έπρεπε πρώτα να γίνει μία επανάσταση της μπουρζουαζίας (αστικής τάξης) και να ακολουθήσει η επανάσταση του προλεταριάτου.

Ο Λένιν υποστήριζε ότι η κατάσταση ήταν ώριμη για την εκδήλωση μιας σοσιαλιστικής επανάστασης, διότι στη Ρωσία υπάρχει καπιταλισμός, συνεπώς υπάρχει και η ρωσική εργατική τάξη, που είναι η κινητήρια δύναμη της επανάστασης. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα «κόμμα ενός νέου τύπου», το οποίο πρέπει να είναι οργανωμένο γύρω από ένα πυρήνα πεπειραμένων επαγγελματιών επαναστατών και να διέπεται από τον «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό» και την απόλυτη κομματική πειθαρχία. «Δώστε μας μια οργάνωση επαναστατών και θα αναποδογυρίσουμε τη Ρωσία» διατυμπάνιζε.

Όταν το 1898 ιδρύθηκε το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (μετέπειτα Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης), η πλευρά του Λένιν αποκαλέστηκε «μπολσεβίκοι» (δηλαδή, πλειοψηφούντες) και η άλλη «μενσεβίκοι» (μειοψηφούντες). Σύμφωνα με τα λόγια ενός μενσεβίκου, «δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος τόσο απορροφημένος από την επανάσταση 24 ώρες το 24ωρο, που δεν σκεφτόταν άλλο από την επανάσταση και που ακόμη και στον ύπνο τον ονειρευόταν την επανάσταση».

Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το 1914, ο Λένιν προέτρεψε τους σοσιαλιστές να «μετατρέψουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο», λέγοντάς τους ότι ο εχθρός δεν ήταν ο εργάτης στο απέναντι χαράκωμα, αλλά οι καπιταλιστές συμπατριώτες τους. Τελικά, τον Μάρτιο του 1917 ο αποκαμωμένος από τον πόλεμο ρωσικός λαός ανέτρεψε τον τσάρο Νικόλαο Β’. Την εξουσία ανέλαβε μία προσωρινή κυβέρνηση, αποτελούμενη από φιλελεύθερους και σοσιαλδημοκράτες πολιτικούς. Ο Λένιν επέστρεψε στη Ρωσία ένα μήνα αργότερα, χαρακτήρισε «ιμπεριαλιστική» τη νέα κυβέρνηση και απαίτησε να παραδώσει την εξουσία στα Σοβιέτ, τα συμβούλια εκπροσώπων των εργατών, στρατιωτών και αγροτών.

Οι ιδέες του περί επιβολής μιας «δικτατορίας του προλεταριάτου» είχαν όλο και μεγαλύτερη απήχηση. Στις 26 Οκτωβρίου 1917 οι στρατιώτες, που είχαν συνταχθεί με τους Μπολσεβίκους του Λένιν, καταλαμβάνουν τα χειμερινά ανάκτορα της Αγίας Πετρούπολης και ανατρέπουν την προσωρινή κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Αλεξάντρ Κερένσκι (1881-1970). Η εξουσία περνά στα Σοβιέτ και ο Λένιν εκλέγεται πρόεδρος της επαναστατικής κυβέρνησης.

Ως ηγέτης, πλέον, της Ρωσίας, ο Λένιν αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες από τον αιματηρό εμφύλιο μεταξύ Κόκκινων (κομμουνιστών) και Λευκών (φιλοτσαρικών), που διάρκεσε σχεδόν τρία χρόνια και την απόπειρα δολοφονίας του από την Φάνι Καπλάν το 1918 ως την κατεστραμμένη οικονομία της αχανούς χώρας του. Κατόρθωσε, όμως, να τις ξεπεράσει, χάρη στις αναμφισβήτητες πολιτικές του ικανότητες. Για να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του, όμως, κατέφευγε σε σκληρά μέτρα και στην καταδίωξη κάθε αντιφρονούντος.

Το 1921 άρχισε να συνειδητοποιεί ότι οι σκληρές μέθοδοι του «πολεμικού κομμουνισμού» δεν μπορούν να διατηρηθούν μετά την αποκατάσταση της ειρήνης. Χωρίς την εισροή κεφαλαίων δεν ήταν δυνατή η πραγματοποίηση του εκβιομηχανισμού της χώρας κι επομένως η θεμελίωση του σοσιαλισμού. Γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να επανέλθει ένας τύπος καπιταλιστικής οικονομίας σε ορισμένους τομείς και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η «Νέα Οικονομική Πολιτική» (ΝΕΠ), που εισηγήθηκε τον Μάρτιο του 1921, είχε ευεργετικά αποτελέσματα στη σοβιετική οικονομία.

Το 1922 ο Στάλιν ανέλαβε γενικός γραμματέας του κόμματος κι επιδόθηκε στη συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του. Ο Λένιν προσπάθησε να ανακόψει αυτές τις τάσεις, αλλά αρρώστησε βαριά. Στην πολιτική «διαθήκη του», όπως αποκαλείται το κείμενο που υπαγόρευσε στη γραμματέα του στα τέλη του 1923 ή στις αρχές του 1924, εξέφρασε το φόβο του για τη σταθερότητα του κόμματος υπό την ηγεσία ισχυρών, αλλά ολότελα διαφορετικών προσωπικοτήτων, όπως ήταν ο Στάλιν και ο Τρότσκι.

Το πρωί της 21ης Ιανουαρίου 1924 υπέστη ένα ακόμα εγκεφαλικό επεισόδιο και ο ασθενικός οργανισμός του δεν άντεξε. Πέθανε το ίδιο βράδυ στο Γκόρκι, κοντά στη Μόσχα, σε ηλικία 53 ετών.

Χωρίς αμφιβολία, ο Λένιν υπήρξε μέγας οργανωτής και τακτικιστής, βαθύς γνώστης της μηχανορραφίας και της δημαγωγίας. Άκαμπτος, επίμονος, αλλά και προσαρμοστικός στις κρίσιμες στιγμές. Η στάση του απέναντι στη θεωρία του Μαρξ υπήρξε ωφελιμιστική και οπουρτουνιστική. Γνήσιο τέκνο του Μακιαβέλι, προείχε γι’ αυτόν η επιτυχία του σκοπού, και η επιλογή των μέσων τον άφηνε αδιάφορο και ασυγκίνητο. Όσο, όμως, στην πολιτική του ζωή ήταν αδίστακτος και αμοραλιστής, τόσον στην ιδιωτική του ζωή υπήρξε μετριόφρων, λιτός, και στις προσωπικές του σχέσεις συνετός.



































Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Αλέξανδρος Υψηλάντης 1792 – 1828


Αλέξανδρος Υψηλάντης


Στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1792 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν πρωτότοκος γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη. Ανατράφηκε σε περιβάλλον που διαπνεόταν από έντονο πατριωτισμό κι έλαβε εκλεκτή μόρφωση.

Στην Πετρούπολη, όπου ακολούθησε τον πατέρα του, φοίτησε στη Σχολή του Σώματος των Βασιλικών Ακολούθων και στη συνέχεια υπηρέτησε στα σώματα της αυτοκρατορικής φρουράς. Διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα, ενώ στη μάχη της Δρέσδης, στις 27 Αυγούστου 1813, έχασε το δεξί του χέρι.

Τον Μάρτιο του 1820 ο Εμμανουήλ Ξάνθος του πρόσφερε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας. Την αποδέχθηκε στις 12 Απριλίου, αφού πρώτα έγιναν δεκτοί οι όροι που έθεσε, και αμέσως άρχισε την οργάνωση του σχεδίου για την έναρξη της Επανάστασης από την Πελοπόννησο.

Όμως, με την ενθάρρυνση του Ιωάννη Καποδίστρια πείσθηκε ότι έπρεπε να επισπεύσει την προπαρασκευή της και τον Ιούνιο του 1820 εγκαταστάθηκε στη Οδησσό. Πέρασε τον ποταμό Προύθο στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και δύο μέρες αργότερα ύψωσε τελικά τη σημαία της Επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και συγκεκριμένα στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, όπου απαγορευόταν η παραμονή του τουρκικού στρατού.

Με επιστολή του στον αυτοκράτορα Αλέξανδρο υπέβαλε την παραίτησή του από το ρωσικό στρατό και αναγγέλλοντας την Ελληνική Επανάσταση ζήτησε την αρωγή του. Αμέσως μετά επιδόθηκε στη δημιουργία στρατού και συγκρότησε τον Ιερό Λόχο.

Στις 7 Ιουνίου 1821 ο στρατός του Υψηλάντη καταστράφηκε στη μάχη του Δραγατσανίου και υποχώρησε προς τα αυστριακά σύνορα. Παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε ναβοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Πέθανε στη Βιέννη δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του, στις 19 Ιανουαρίου του 1828


























Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Βασίλης Τσιτσάνης 1915 – 1984





Συνθέτης, στιχουργός, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και τραγουδιστής· από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και γενικά της ελληνικής λαϊκής μουσικής του 20ου αιώνα.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας στις 18 Ιανουαρίου 1915. Οι γονείς του ήταν Ηπειρώτες κι εκτός από τον Βασίλη είχαν άλλα τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Αργότερα, οι φίλοι του οι ρεμπέτες του κόλλησαν το παρατσούκλι «Ο Βλάχος», επειδή ήταν ο μόνος  ρεμπέτης με στεριανή προέλευση.

Ο πατέρας του, τσαρουχάς στο επάγγελμα, είχε ένα μαντολίνο, με το οποίο έπαιζε κλέφτικα τραγούδια. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη, μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία. Παρότι τον συνέπαιρνε η μουσική, πρωτόπιασε όργανο στα χέρια του μετά το θάνατο του πατέρα του το 1926. Ήταν ένα μαντολίνο, που κάποιος ντόπιος οργανοποιός είχε μετατρέψει σε μπουζούκι.

Στα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να αποκτά κάποιες γνώσεις μουσικής, μαθαίνοντας βιολί. Με αυτό συμμετείχε και σε κάποιες τοπικές εκδηλώσεις, προκειμένου να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του. Αν και δεν είχε εμφανιστεί ακόμα δημοσίως με το μπουζούκι, καθώς ήταν απαγορευμένο και χωρίς καμία κοινωνική καταξίωση, έγραψε τα πρώτα του τραγούδια πάνω σ’ αυτό, σε ηλικία μόλις 15 ετών.

Με τη Καίτη ΓκρέυΤο φθινόπωρο του 1936 κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική και προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά του έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Μπιζέλια». Τον επόμενο χρόνο γνώρισε τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πήγε στη δισκογραφική εταιρεία «Οντεόν»,  όπου ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» (1937). Η «Αρχόντισσα», από τα σπουδαιότερα τραγούδια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, ήταν ένα από τα δεκάδες που ακολούθησαν. Την ίδια περίοδο, τραγούδια του, όπως «Να γιατί γυρνώ», «Παλάτια Χρυσοστόλιστα», «Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ» και «Γι' αυτά τα μαύρα μάτια σου», ερμήνευσαν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στέλιος Κερομύτης, αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Βρισκόμαστε στον αστερισμό της δικτατορίας Μεταξά και η εποχή επιβάλλει εμβατήρια, ενώ απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου, όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Ο Τσιτσάνης απαντά με το μπόλιασμα του ρεμπέτικου με δυτικά μελωδικά στοιχεία κι έτσι προσεγγίζει τις ευρύτερες μάζες. Τον Μάρτιο του 1938 υπηρετεί τη στρατιωτική θητεία του στο Τάγμα Τηλεγραφητών, στη Θεσσαλονίκη. Παίρνει άδειες και ποτέ δεν γυρνά στην ώρα του, γεγονός που εξοργίζει τους διοικητές του. Περνά πολλές μέρες στο πειθαρχείο, όπου γράφει ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του, την «Αρχόντισσα». Στη Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει και τη μελλοντική σύζυγό του, τη Ζωή Σαμαρά, με την οποία θα αποκτήσει δύο παιδιά, τη Βικτωρία και τον Κώστα.

Τα χρόνια της Κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου ανοίγει ένα δικό του κουτούκι, το «Ουζερί Τσιτσάνη», στην οδό Παύλου Μελά 22. Παράλληλα, γράφει ορισμένες από τις μεγάλες επιτυχίες του («Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα», «Συννεφιασμένη Κυριακή»), που θα ηχογραφήσει μετά τον πόλεμο, όταν θα ανοίξουν και πάλι τα εργοστάσια δίσκων.

Με τη Μαρίκα ΝίνουΤο 1946 κατεβαίνει ξανά στην Αθήνα. Η εποχή του εμφυλίου αποτελεί άλλη μία πηγή έμπνευσης για τον Τσιτσάνη. Τα τραγούδια του, όμως, λογοκρίνονται και πάλι. Ορισμένα καταφέρνει και τα εκδίδει, επινοώντας διάφορα τεχνάσματα, πολλά κυκλοφόρησαν αρκετά χρόνια μετά, ενώ κάποια δεν εκδόθηκαν ποτέ. Το τέλος του εμφυλίου σημαίνει ταυτόχρονα και την πλήρη αποδοχή του Βασίλη Τσιτσάνη. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 μεσουρανεί στο μουσικό στερέωμα. Μερικά από τα τραγούδια αυτής της περιόδου είναι τα: «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Όμορφη Θεσσαλονίκη», «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Καβουράκια», «Ξημερώνει και βραδιάζει».

Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές, που δένονται μαζί του, όπως η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Ακόμα, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, η Καίτη Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κ.ά. ερμηνεύουν τα διαχρονικά τραγούδια του: «Ίσως αύριο» (1958), «Τα λιμάνια» (1962), «Τα ξένα χέρια» (1962), «Μείνε αγάπη μου κοντά μου» (1962), «Κορίτσι μου όλα για σένα» (1967), «Με παρέσυρε το ρέμα» «Απόψε στις ακρογιαλιές» (1968), «Κάποιο αλάνι» (1968), «Της Γερακίνας γιος» (1975), «Δηλητήριο στη φλέβα» (1979).

Το 1980, με πρωτοβουλία της ΟΥΝΕΣΚΟ, ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα», όπως λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας και της ζωής του. Σ’ αυτό το δίσκο παίζει μία σειρά από κλασικά του τραγούδια, αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι. Με την έκδοσή του στη Γαλλία, το 1985, παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας «Σαρλ Γκρο». Όμως, στο μεταξύ, ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα...

Ο Βασίλης Τσιτσάνης άφησε την τελευταία του πνοή ανήμερα των γενεθλίων του, στις 18 Ιανουαρίου 1984, στο νοσοκομείο «Μπρόμπτον» του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του εμφανιζόταν κανονικά στο «Χάραμα» και δούλευε καινούργια τραγούδια.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης έβαλε τη δική του ανεξίτηλη σφραγίδα στην ελληνική λαϊκή μουσική. Μπόλιασε το ρεμπέτικο με δυτικά μελωδικά στοιχεία και το έβγαλε από το περιθώριο, που το είχαν τάξει τα «αντικοινωνικά» και ανατολίτικα στοιχεία του. Εμπλούτισε τη λαϊκή ορχήστρα με νέα ηχοχρώματα, προσθέτοντας το πιάνο κι επιβάλλοντας το ακορντεόν ως όργανο της κομπανίας. Καινοτόμησε στο στίχο, με την απομάκρυνσή του από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου και της ομοιοκαταληξίας και επισημοποίησε και γενίκευσε το ρόλο του ρεφρέν. Με τον Τσιτσάνη, το ρεμπέτικο γίνεται «τέχνη» και η ρήξη με την παράδοση αρχίζει να γίνεται ορατή.

















Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας 250 – 356



 Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Ονομαστός χριστιανός ασκητής της Αιγύπτου και θεμελιωτής του μοναχικού βίου στην Ανατολή. Η μνήμη του εορτάζεται στις 17 Ιανουαρίου.

Ο Αντώνιος γεννήθηκε γύρω στο 250 στην πόλη Κομά της Άνω Αιγύπτου, από γονείς εύπορους και ευλαβείς. Έζησε στα χρόνια ρωμαίων αυτοκρατόρων, όπως ο Διοκλητιανός (284-305), ο Μαξιμιανός (285-305) και ο Μέγας Κωνσταντίνος. Από την παιδική του ηλικία ήταν ολιγαρκής και αυτάρκης και έδειξε ενδιαφέρον για τη λατρευτική ζωή της εκκλησίας.

Σε ηλικία 20 ετών έχασε και τους δύο γονείς του. Έξι μήνες αργότερα μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, υπακούοντας στην ευαγγελική περικοπή του πλούσιου νεανίσκου, και αποσύρθηκε σε σπήλαιο της ερήμου, όπου έζησε ασκητικό βίο για 25 συναπτά έτη. Η φήμη του διαδόθηκε σύντομα στις τοπικές εκκλησίες, πολλοί δε χριστιανοί κατέφευγαν στην ίδια περιοχή για να ασκητεύσουν και να ακούσουν τη διδασκαλία του.

Το έτος 311, κατά το διωγμό του αυτοκράτορα Μαξιμίνου (307-313), κατήλθε στην Αλεξάνδρεια, για να ενθαρρύνει και να βοηθήσει τους πιστούς της τοπικής εκκλησίας. Όταν έπαυσε ο διωγμός, ο Αντώνιος επανήλθε στην έρημο. Αισθανόταν, όμως, ενοχλημένος από την παρουσία πολλών πιστών που πήγαιναν να τον συναντήσουν κι έτσι αναζήτησε ένα νέο καταφύγιο στο όρος Κολξίμ της Ερυθράς Θάλασσας. Κι εκεί, όμως, προσέρχονταν πολλοί χριστιανοί για να λάβουν την ευλογία του και να θεραπευτούν. Η φήμη του έφθασε μέχρι και τα υψηλά κλιμάκια της αυτοκρατορίας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος και γιοι του, Κωνστάντιος και Κώνστας, είχαν τακτική αλληλογραφία μαζί του και τον συμβουλεύονταν για διάφορα θέματα.

Κατά τη διάρκεια του ασκητικού βίου του δεν άλλαξε ποτέ ένδυμα, ούτε έπλυνε το σώμα ή τα πόδια του με νερό. Δίδασκε τους μαθητές του να μη θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι επειδή απέχουν από τα κοσμικά αγαθά, στερούνται κάτι αξιόλογο. Το να αφήνει κανείς τα επίγεια αγαθά, έλεγε, είναι σαν να καταφρονεί μία δραχμή από χαλκό, για να κερδίσει εκατό χρυσές. Τόνιζε ότι δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο ανθρώπινος βίος είναι πρόσκαιρος συγκρινόμενος προς την αιώνια ζωή και ότι δεν πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών, τα οποία δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας, αλλά για την απόκτηση αιώνιων αγαθών, δηλαδή της φρόνησης, της δικαιοσύνης, της σωφροσύνης, τηςανδρείας, της συνέσεως και της αγάπης.

Ο  Άγιος Αντώνιος, ο επονομασθείς από την εκκλησία Μέγας, κοιμήθηκε το 356 σε ηλικία 105 ετών, έχοντας απόλυτη σωματική και πνευματική υγεία. Λίγο πριν από την αποδημία του χάρισε στους δύο πιο διαπρεπείς μαθητές του, τον Σεραπίωνα και τον Μέγα Αθανάσιο, τα μοναδικά του περιουσιακά στοιχεία, ένα χιτώνιο και δύο μηλωτές (προβιές). Σύμφωνα με την επιθυμία του, ο τόπος της ταφής του παρέμεινε μυστικός. Αργότερα, τα λείψανά του μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια επί Ιουστινιανού (561) και από εκεί το 635 στην Κωνσταντινούπολη. Τον 11ο αιώνα τα παρέλαβε ένα γάλλος ευγενής, ονόματι Ζοσλέν, ο οποίος τα εναπόθεσε στο Αββαείο του Αγίου Αντωνίου, στην ομώνυμη πόλη της Ν.Α. Γαλλίας (Saint-Antoine-l'Abbaye), όπου βρίσκονται σήμερα.

Απολυτίκιο

Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος,
τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος,
Πάτερ Αντώνιε, της ερήμου γέγονας οικιστής,
και την οικουμένην εστήριξας ευχαίς σου.
Διό πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ,
σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Λαογραφία

Στη λαϊκή παράδοση υπάρχει η δοξασία ότι ο Άγιος Αντώνιος τιμωρεί όσους εργάζονται την ημέρα της μνήμης του.
Οι κάτοικοι της Βέροιας τιμούν τον άγιο ως ιατρό των ψυχοπαθών, των «δαιμονισμένων», οι οποίοι πρέπει να έχουν νηστέψει επί σαράντα ημέρες και να έχουν προσδεθεί, αφιερωματικά και τελετουργικά, στο ναό του αγίου.
Η εορτή του Αγίου Αντωνίου θεωρείται το κέντρο του χειμώνα, άρα είναι και ημέρα βαρυχειμωνιάς. Λόγω της κακοκαιρίας που συνήθως επικρατεί κατά την ημέρα αυτή και του ψύχους, υπάρχει η κατάρα: «Κακή ριπή τ' αγι-Αντωνιού να σε βρει».
Είναι όμως και ορόσημο για το επερχόμενο καρναβάλι, γι' αυτό και η προτροπή του λαού: «Απ' τ' αγι-Αντωνιού και πέρα / δώσ' του φουστανιού σ' αέρα».
Στη Δυτική παράδοση, ο Άγιος Αντώνιος είναι προστάτης των πασχόντων από δερματοπάθειες, των νεκροθαφτών, των καλαθοπλεκτών και των ψηκτροποιών.
























Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Μάρτιν Λούθερ Κινγκ 1929 – 1968



Μάρτιν Λούθερ Κινγκ

Αμερικανός ιερωμένος και ηγέτης του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα του μαύρου πληθυσμού στις ΗΠΑ τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60. Το 1964 τιμήθηκε με το Νόμπελ για την Ειρήνη.

Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ο νεώτερος (Martin Luther King Jr) γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1929 στην Ατλάντα της Τζόρτζια. Ο πατέρας και ο παππούς του ήταν βαπτιστές ιεροκήρυκες. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής του το οικογενειακό του περιβάλλον δεν κατόρθωσε να τον κρατήσει μακριά από τον ζόφο της λευκής μισαλλοδοξίας. Πολύ αργότερα θα μιλήσει εκτενώς για τις κουρτίνες που στοίχειωσαν τα παιδικά χρόνια του, εκείνες που χρησιμοποιούσαν στις τραπεζαρίες των τρένων για να χωρίσουν τους λευκούς από τους μαύρους. «Ήμουν πολύ μικρός όταν βίωσα την πρώτη μου εμπειρία πίσω από την κουρτίνα. Ένιωσα σαν να είχε πέσει μια κουρτίνα πάνω σε όλη μου τη ζωή».

Σε ηλικία 15 ετών, ο Μάρτιν Λούθερ άρχισε σπουδές στο Κολέγιο Μόρχαουζ της Ατλάντας, με βάση ειδικό πρόγραμμα για ταλαντούχους μαθητές. Στο τελευταίο έτος των σπουδών του εγκατέλειψε δια παντός το ενδιαφέρον του για την ιατρική και τη νομική και επέλεξε τη σταδιοδρομία του κληρικού, ύστερα από επιμονή του πατέρα του. Σπούδασε στο Θεολογικό Σεμινάριο του Κρόζερ στο Τσέοτερ της Πενσιλβανίας, απ’ όπου αποφοίτησε το 1951 με δίπλωμα θεολογίας.

Τεράστια επίδραση στην ήδη αφυπνισμένη σκέψη του άσκησε η φιλοσοφία της «πολιτικής ανυπακοής» και της «μη βίας» του Μαχάτμα Γκάντι, καθώς και οι θεωρίες των σύγχρονων προτεσταντών θεολόγων. Από το Κρόζερ βρέθηκε στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, όπου και γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του Κορέτα Σκοτ. Εκεί εξάλλου εναγκαλίστηκε και μία στέρεη βάση για τις δικές του θεολογικές και ηθικές αρχές, πάνω στην οποία έχτισε και τη διδακτορική διατριβή του με τίτλο «Συγκριτική μελέτη των ιδεών περί Θεού στη σκέψη του Πάουλ Τίλιχ και του Χένρι Νέλσον Βίμαν». Ο Κινγκ αντιλαμβανόταν τον Θεό ως μία ενεργή, εμπρόσωπη οντότητα. Επομένως, γι’ αυτόν η σωτηρία του ανθρώπου δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί ούτε στην επιδίωξη κοινωνικής προόδου, ούτε στη δύναμη του λογικού, αλλά στην πίστη ότι ο άνθρωπος οδηγείται από τον Θεό.

Ήταν σχεδόν ένα χρόνο εφημέριος της εκκλησίας των Βαπτιστών της λεωφόρου Ντέξτερ στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, όταν η ολιγομελής ομάδα οπαδών τού κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα της πόλης εγκαινίασε τον αγώνα κατά των φυλετικών διακρίσεων στα δημόσια λεωφορεία. Αφορμή, η σύλληψη την 1η Δεκεμβρίου 1955 της μοδίστρας Ρόζας Παρκς, η οποία αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σ’ ένα λευκό επιβάτη, όπως όριζε η νομοθεσία φυλετικών διακρίσεων. Μαχητικοί εκπρόσωποι του ντόπιου μαύρου πληθυσμού έσπευοαν να ιδρύσουν την «Ενωση για την Πρόοδο» του Μοντγκόμερι κι εξέλεξαν ηγέτη τους τον Κινγκ.

Στη διάρκεια της παρθενικής ομιλίας του ως προέδρου της οργάνωσης επέδειξε την εξέχουσα ρητορική του δεινότητα: «Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να διαμαρτυρηθούμε. Επί πολλά χρόνια έχουμε δείξει απίστευτη υπομονή. Έχουμε δημιουργήσει μερικές φορές στους λευκούς αδελφούς μας την εντύπωση ότι μας άρεσε ο τρόπος με τον οποίο μας μεταχειρίζονταν. Ήρθαμε, όμως, εδώ για να λυτρωθούμε από την υπομονή εκείνη που μας κάνει να υπομένουμε οτιδήποτε το λιγότερο από την ελευθερία και τη δικαιοσύνη». Το αμερικανικό έθνος είχε μόλις αποκτήσει μία νέα φωνή. Ένα χρόνο αργότερα, οι μαύροι του Μοντγκόμερι είχαν αποκτήσει τη δική τους θέση στο λεωφορείο.

Αναγνωρίζοντας την ανάγκη ενός μαζικού μαύρου κινήματος, ο Κινγκ δημιούργησε την οργάνωση «Συνδιάσκεψη της Χριστιανικής Ηγεσίας των Πολιτειών του Νότου», εγκαινιάζοντας πλέον και επίσημα τον αγώνα κατά των φυλετικών διακρίσεων. Έχοντας εξασφαλίσει ένα ισχυρό βήμα στο Νότο, ξεκινά τις ανθρωπιστικές περιοδείες του ανά τις ΗΠΑ, συζητεί με τους μαύρους για τα πολιτικά τους δικαιώματα, ακολουθεί την πολιτική τής ενεργού μη βίας, διοργανώνοντας καθιστικές διαδηλώσεις και πορείες διαμαρτυρίας, συναντά ξένους ηγέτες, δίνει πύρινους λόγους (εκείνο το θεόπνευστο «Έχω ένα όνειρο» στη διάρκεια μιας ειρηνικής «διαφυλετικής» συγκέντρωσης στην Ουάσιγκτον στις 28 Αυγούστου 1963 θα μείνει στην Ιστορία), διακηρύσσει ότι «έχει φθάσει η κατάλληλη στιγμή που μια συντονισμένη εξόρμηση εναντίον της αδικίας θα μπορούσε να αποφέρει μεγάλα και χειροπιαστά οφέλη».

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘60 η δημοτικότητά του φθάνει στο αποκορύφωμά της. Το 1964 του απονέμεται το Νόμπελ Ειρήνης, ενώ ψηφίζεται ο Νόμος περί Πολιτικών Δικαιωμάτων, που εξουσιοδοτεί την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να επιβάλλει την απάλειψη των φυλετικών διακρίσεων στους δημόσιους χώρους και να διώκει ποινικά τις διακρίσεις, τόσο στα κρατικά μέσα κοινής ωφέλειας, όσο και στην απασχόληση.

Σε λίγο, όμως, θα εμφανιστούν τα πρώτα σημεία αντιπολίτευσης στους κόλπους του μαύρου κινήματος. Η φιλοσοφία της μη βίας «σκοντάφτει» όλο και συχνότερα σε εξαγριωμένους ριζοσπάστες της λεγόμενης «Μαύρης Δύναμης», που δεν αργούν να του «κολλήοουν» και το άκρως ειρωνικό προσωνύμιο «de Lawd» («ο κ. Προσευχόμενος»). Ο Κινγκ απαντά διευρύνοντας τη βάση της οργάνωσής του: συγκροτεί ένα μέτωπο των φτωχών πληθυσμών από όλες τις φυλές, τάσσεται κατά του Πολέμου του Βιετνάμ, πολεμά πλέον «για μια ριζική αναδιάρθρωση ολόκληρης της κοινωνίας, μια επανάσταση αξιών».

Το σχέδιό του για μία «Πορεία των Φτωχών προς την Ουάσιγκτον», διακόπηκε την άνοιξη του 1968 από ένα ταξίδι του στο Μέμφις του Τενεσί για την υποστήριξη μιας απεργίας εργαζομένων στα νοσοκομεία. Στις 4 Απριλίου, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δολοφονήθηκε σε ηλικία 39 ετών από ένα λευκό ελεύθερο σκοπευτή, ενώ στεκόταν στο μπαλκόνι του μοτέλ, στο οποίο είχε καταλύσει με τους στενούς συνεργάτες του. Στις 10 Μαρτίου 1969 ο δολοφόνος του Τζέιμς Ιρλ Ρέι ομολόγησε και καταδικάστηκε σε 99 ετών ειρκτή.


























Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Κωστής Παλαμάς 1859 – 1943


Κωστής Παλαμάς

Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νέου Ελληνισμού. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής «γενιάς του 1880» και της αποκαλούμενης «Νέας Αθηναϊκής Σχολής», η οποία συσπείρωνε νέους ποιητές που αντιδρούσαν στις υπερβολές του αθηναϊκού ρομαντισμού και ενδιαφέρονταν για την καθιέρωση της δημοτικής στον ποιητικό λόγο. Στο ποιητικό του έργο, που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές, κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η πορεία του ελληνικού έθνους μέσα στους αιώνες, η προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης και το πνεύμα της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού.
Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου του 1859 και καταγόταν από παλαιά μεσολογγίτικη οικογένεια, που είχε να επιδείξει εθνικούς αγωνιστές και πνευματικούς δημιουργούς. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και μητέρα και πήγε να ζήσει στο Μεσολόγγι με τον θείο του Δημήτριο Παλαμά. Στο Μεσολόγγι, που τόσο αγάπησε και τραγούδησε νοσταλγικά, έζησε έως το 1875, οπότε έφυγε για την Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Δεν άργησε να καταλάβει, πως η πραγματική του κλίση ήταν η ποίηση και εγκαταλείποντας τις σπουδές του αφοσιώθηκε ολόψυχα στην τέχνη του λόγου και ιδιαίτερα του ποιητικού. Άλλωστε, από τα εννιά του χρόνια έγραφε στίχους και διάβαζε Έλληνες και ξένους ποιητές.
Το 1879 άρχισε να δημοσιογραφεί στις εφημερίδες και τα περιοδικά του καιρού του και το 1886 τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τραγούδια της Πατρίδος μου. Στο βιβλίο αυτό, όπως και στα άλλα δύο που ακολούθησαν, Ο Ύμνος στην Αθηνά (1889) και Τα μάτια της ψυχής (1992), ο Παλαμάς φανερώνει τις πρώτες νεανικές του προσπάθειες, προικισμένος με πλούσια ευγένεια και ευαισθησία. Μαζί με τον Δροσίνη, τον Πολέμη και άλλους ποιητές της Νέας Σχολής, χρησιμοποιεί τη δημοτική γλώσσα, σε αντίθεση με τους ρομαντικούς καθαρευουσιάνους ποιητές, Σούτσο, Βασιλειάδη, Παράσχο και άλλους.
Στις 27 Δεκεμβρίου του 1887 παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, γόνο πολιτικής οικογένειας του Μεσολογγίου, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, τον Λέανδρο (1891-1958), τη Ναυσικά και τον Άλκη. Στις 15 Οκτωβρίου 1897, ο Παλαμάς διορίστηκε γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε ένδειξη τιμής για το ποιητικό του έργο. Γι’ αυτό και οι εφημερίδες του καιρού (ΕστίαΆστυΑκρόπολις), επαίνεσαν ζωηρότατα την απόφαση του τότε Υπουργού Παιδείας, Ανδρέα Παναγιωτόπουλου, βρίσκοντας την ευκαιρία να εγκωμιάσουν τον ποιητή. Λέγεται ότι, όταν ο Παλαμάς παρουσιάστηκε να αναλάβει υπηρεσία, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου, Αλκιβιάδης Κρασσάς, του είπε: «Ελπίζω, κύριε Παλαμά, τώρα που έχετε μια αξιοπρεπή θέση, ότι θα παύσετε... να γράφετε ποιήματα». Ευτυχώς, η ελπίδα του διαπρεπούς αστικολόγου της εποχής εκείνης διαψεύστηκε και η ελληνική τέχνη κέρδισε μια κορυφαία ποιητική φυσιογνωμία.
Τον ίδιο χρόνο με τον διορισμό του εκδίδει τη συλλογή Ίαμβοι και Ανάπαιστοι, που αποτελεί σταθμό στο έργο του. Στο μικρό αυτό βιβλίο, ο ποιητής δείχνει πιο ώριμος, έχει προσωπικό τόνο, δίνει λιτά και επιγραμματικά τις συγκινήσεις που του χαρίζει ο κόσμος της ιστορίας και της ζωής, όπως επισημαίνει η ποιήτρια Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη. Ο θάνατος του μικρού παιδιού του, του Άλκη, συντρίβει την πατρική του καρδιά, που ζητά τη λύτρωση στην ποίηση. Γράφει τότε τον Τάφο (1898), «τα λυρικά αυτά δάκρυα, που αποκρυσταλλώθηκαν σε σταλακτίτες», όπως γράφει ο κριτικός Ανδρέας Καραντώνης.
Το 1904 ο Παλαμάς κυκλοφορεί την ποιητική συλλογή Ασάλευτη Ζωή, έργο ωριμότητας του ποιητή, όπου η αγνή συγκίνηση δένεται σφιχτά με το στοχασμό και τη γλαφυρότητα του στίχου. Ακολουθούν ποιητικές συλλογές, όπως Οι καημοί της λιμνοθάλασσαςΠολιτεία και ΜοναξιάΟι Βωμοί και οι δύο μεγάλες επικές συνθέσεις του Ο δωδεκάλογος του γύφτου (1907) και Η φλογέρα του Βασιλιά (1910), που τον ανεβάζουν στην κορυφή του ποιητικού Παρνασσού. Τελευταία του ποιητική συλλογή Οι νύχτες του Φήμιου (1935).
Εκτός από ποίηση, ο Παλαμάς έγραψε ένα θεατρικό έργο, την Τρισεύγενη (1903), που ξεχωρίζει για τη γνήσια ποιητική συγκίνηση, μια σειρά διηγημάτων με καλύτερο τον Θάνατο του Παληκαριού και πλήθος κριτικών δοκιμίων. Το 1926 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1930 πρόεδρός της. Το 1934 ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, καθώς η φήμη του είχε προ πολλού διαβεί τα σύνορα του ελληνικού κράτους. Ιδιαίτερα τον απασχόλησε το Γλωσσικό Ζήτημα. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και κορυφαία μορφή του δημοτικιστικού κινήματος με το κύρος του, αλλά και με τις κυρώσεις που υπέστη για τον γλωσσικό του αγώνα (προσωρινή απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο). Αξιοσημείωτη ήταν η στάση του στα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά.
Ο Κωστής Παλαμάς πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 και η κηδεία του την επομένη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών εξελίχθηκε σε αντικατοχικό συλλαλητήριο.
Η συνεισφορά του Κωστή Παλαμά στα ελληνικά γράμματα υπήρξε τεράστια. Ανανέωσε σημαντικά την ποιητική μορφή, αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες της λογοτεχνικής μας παράδοσης, από τον Όμηρο και τον Ρωμανό τον Μελωδό, ως τον Κάλβο, τον οποίο καθιέρωσε, και το δημοτικό μας τραγούδι. Παράλληλα, έκανε ένα τεράστιο λογοτεχνικό άνοιγμα προς τις λογοτεχνίες της Ευρώπης, μπολιάζοντας την ποίησή του με τα σύγχρονα ρεύματα του Παρνασσισμού, του Συμβολισμού και του Ρεαλισμού. Με αγνό πανανθρώπινο ιδεαλισμό και πηγαία λυρική πνοή, ο Παλαμάς δημιούργησε μια ολόκληρη εποχή κι έγινε δάσκαλος στις νεώτερες γενιές. Δίκαια, λοιπόν, θεωρείται, ύστερα από τον Διονύσιο Σολωμό, ο δεύτερος εθνικός μας ποιητής.



















Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Τζένη Καρέζη 1936 – 1992








Τζένη Καρέζη

Δημοφιλής ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Η Ευγενία Καρπούζη, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 1934. Έζησε τα παιδικά της χρόνια σε διάφορες πόλεις, ακολουθώντας τις μεταθέσεις των γονιών της που ήταν εκπαιδευτικοί. Ο πατέρας της, Κωνσταντίνος Καρπούζης, ήταν μαθηματικός και η μητέρα της, Θεώνη, δασκάλα. Στη Θεσσαλονίκη μπήκε εσωτερική στο Γαλλικό Σχολείο Καλογριών και αργότερα συνέχισε στο αντίστοιχο Σεν Ζοζέφ στην Αθήνα.

H αγάπη της για το θέατρο άρχισε να εκδηλώνεται από τα μαθητικά της, ακόμη, χρόνια κι εκφράστηκε με τη συμμετοχή της στις σχολικές παραστάσεις. Τη χρονιά αποφοίτησής της από την Ελληνογαλλική Σχολή το 1951 πήρε μέρος στην παράσταση της «Aντιγόνης» του Σοφοκλή που ανέβηκε στο θέατρο «ΡΕΞ» από τους τελειόφοιτους, ερμηνεύοντας τον ομώνυμο ρόλο.

Την ίδια χρονιά έγινε δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου μαθήτευσε δίπλα στον Δημήτρη Pοντήρη, τον Άγγελο Tερζάκη, την Kατερίνα και τον Γιώργο Παππά, που υπήρξε και ο πρώτος μεγάλος της έρωτας. Αποφοίτησε το 1954 και αμέσως χρίστηκε πρωταγωνίστρια. Ο πρώτος της ρόλος στο θεατρικό σανίδι ήταν δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, στο έργο του Αντρέ Ρουσέν «Ωραία Ελένη», που ανέβηκε τον Οκτώβριο του 1954 στο Θέατρο Κοτοπούλη. Ακολούθησε ο ρόλος της Αντέλα στο έργο του Λόρκα «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα», στο οποίο πρωταγωνιστούσε η Κατίνα Παξινού και σκηνοθέτησε ο Αλέξης Μινωτής. Το χρονικό διάστημα 1955-1959 έπαιξε με επιτυχία σπουδαίους ρόλους στο Εθνικό Θέατρο: Οφηλία (Άμλετ), Κορντέλια (Βασιλιάς Ληρ), Μυρίννη (Λυσιστράτη) κ.ά.

Στιγμιότυπο από την ταινία «Δις Διευθυντίς»Το 1955 έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου«Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», για να ακολουθήσουν περισσότερες από 30 ταινίες: «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» (1960), «Η νύφη το ’σκασε» (1962), «Τα κόκκινα φανάρια» (1963), «Δεσποινίς διευθυντής (1964), «Μια τρελή τρελή οικογένεια» (1965), «Τζένη - Τζένη» (1966), «Ένας ιππότης για τη Βασούλα» (1968), «Μια γυναίκα στην αντίσταση» (1970).

Μετά το 1960, δημιούργησε δικούς της προσωπικούς θιάσους και συνεργάστηκε με έξοχους κωμικούς, όπως ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Μίμης Φωτόπουλος και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Από το 1968 μέχρι το θάνατό της έπαιξε μαζί με τον Κώστα Καζάκο, έργα των Καμπανέλλη, Άλμπι, Ίψεν, Τσέχοφ, Αναγνωστάκη, ενώ το 1985 ερμήνευσε για πρώτη φορά αρχαίο δράμα, με τη «Μήδεια», σε σκηνοθεσία Μίνωα Bολανάκη, μια παράσταση που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Επίδαυρο και το Ηρώδειο. Δύο χρόνια αργότερα πρωταγωνίστησε στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Στούρουα, που ανέβηκε στην Επίδαυρο και τον Λυκαβηττό.

Η μεγάλη της θεατρική επιτυχία υπήρξε αναμφισβήτητα το σπονδυλωτό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Το μεγάλο μας τσίρκο», που ανέβηκε το 1973, το οποίο και αποτέλεσε μία από τις εστίες πνευματικής αντίστασης κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Η ίδια, όσο και ο σύζυγός της Κώστας Καζάκος, συνελήφθησαν και ταλαιπωρήθηκαν από τις αρχές της χούντας. Το είδος αυτό είχε συνέχεια μετά τη μεταπολίτευση με τα έργα «Το κουκί και το ρεβύθι» (1974) και «Εχθρός Λαός» (1975). Τελευταία της θεατρική παράσταση ήταν τα «Διαμάντια και μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη (1990).

Στην προσωπική της ζωή έκανε δύο γάμους. Ο πρώτος με τον δημοσιογράφο Ζάχο Χατζηφωτίου το 1962 και ο δεύτερος με τον ηθοποιό Κώστα Καζάκο το 1968, με τον οποίο έμεινε παντρεμένη έως το τέλος της ζωής της. Το ζευγάρι απέκτησε ένα γιο, τον Κωνσταντίνο Καζάκο, που ακολούθησε τα βήματα των γονιών του, όντας και ο ίδιος ηθοποιός.

Η Τζένη Καρέζη πέθανε στις 27 Ιουλίου του 1992, νικημένη από την επάρατο νόσο. Στη μνήμη της ιδρύθηκε, την ίδια χρονιά, το ίδρυμα «Τζένη Καρέζη», με σκοπό την παρηγορητική αγωγή των ασθενών που πάσχουν από καρκίνο και χρόνιες καταληκτικές νόσους και τη με κάθε μέσο ανακούφισή τους από τον πόνο.






























Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Ο βομβαρδισμός του Πειραιά














Ο βομβαρδισμός του Πειραιά, τον Ιανουάριο του 1944, από αμερικανικά και βρετανικά αεροπλάνα, αποτελεί ένα από τα λησμονημένα σήμερα γεγονότα της Κατοχής. Ο συγγραφέας Χρ. Χρηστίδης αναφέρει σχετικά στο βιβλίο του «Χρόνια Κατοχής 1941-44» (Αθήνα 1971, σελ. 467): «11/1/1944, μέρα Τρίτη, έγινε τρομαχτικός βομβαρδισμός του Πειραιά από τη συμμαχική αεροπορία. Μεγάλες καταστροφές στο κέντρο της πόλης –καταστράφηκε κι ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Σπυρίδωνα. Χειρότερο όμως, χιλιάδες ήταν τα θύματα, οι νεκροί κι οι τραυματίες. Επί πολλές μέρες οι εφημερίδες δημοσίευαν καταλόγους νεκρών και τραυματιών που ενταφιάζονταν, δίχως ν’ αναγνωριστούν, στα νεκροταφεία του Πειραιά και των συνοικισμών. Το νόημα αυτού του μακελειού έμεινε ανεξήγητο. Μάλλον θα επρόκειτο για στραβομάρα των αεροπόρων επιδρομέων που είχαν σκοπό να βομβαρδίσουν πλοία στο λιμάνι. Οι Πειραιώτες πανικόβλητοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τον Πειραιά».
Ο τραγικός επίλογος

Κατά τον βομβαρδισμό δεν επλήγησαν δημόσια κτίρια ή εγκαταστάσεις των Γερμανών αλλά εργατικές συνοικίες και εκκλησίες! Φαίνεται ότι αυτό ακριβώς επιζητούσαν οι Βρετανοί και οι Σύμμαχοι: να προκαλέσουν θύματα, να σπείρουν τον πανικό και την ανασφάλεια και να δημιουργήσουν τέτοιες καταστροφές, ώστε να εξεγερθούν οι πολίτες κατά των Γερμανών, που όφειλαν βάσει των διεθνών νόμων να παράσχουν προστασία και ασφάλεια στον πληθυσμό. Η τακτική αυτή εφαρμόστηκε και σε άλλους μαζικούς βομβαρδισμούς στην Ελλάδα (Ζάκυνθο, Βόλο, Χίο κ.α.), όπου και πάλι τα θύματα ήταν Έλληνες πολίτες και γυναικόπαιδα. Στην περίπτωση μάλιστα του βομβαρδισμού της Χίου τον Φεβρουάριο του 1944, ο άμεσος στόχος ήταν τότε το σουηδικό πλοίο «Βίριλ» του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, την ώρα που ξεφόρτωνε τρόφιμα και ενώ είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι της Χίου εκατοντάδες γυναικόπαιδα.

Ακόμη και η εξόριστη Κυβέρνηση Τσουδερού από το Κάιρο διαμαρτυρήθηκε τότε έντονα εναντίον εκείνων που αποφάσισαν να πλήξουν τον λαό του Πειραιά, ωστόσο ποτέ δεν έλαβε μια σαφή εξήγηση για το ποιος ακριβώς ευθυνόταν για εκείνη την ενέργεια. Οι μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις ενδιαφέρθηκαν να ερευνήσουν την υπόθεση και τα εκατοντάδες θύματα του βομβαρδισμού καταχωρήθηκαν απλά ως «θύματα της γερμανικής Κατοχής».






Η Στάση του Νίκα



Ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός
Με αυτή την ονομασία έμεινε στην ιστορία η λαϊκή εξέγερση που συνέβη στο Βυζάντιο την εποχή του Ιουστινιανού και πνίγηκε στο αίμα από τον αυτοκράτορα. Πληροφορίες από «πρώτο χέρι» μας δίνει ο σύγχρονος του Ιουστινιανού, ιστορικός Προκόπιος, στο βιβλίο του «Η ιστορία των Πολέμων» (εκδόσεις Λιβάνη).

Πρωταγωνιστές της εξέγερσης ήταν οι δήμοι των «Πράσινων και «Βένετων» (μπλε), οργανώσεις φιλάθλων με λαϊκή καταγωγή, που ζούσαν για τις αρματοδρομίες στις εξέδρες του Ιππόδρομου της Κωνσταντινούπολης. Οι «Ρούσσοι» και οι «Λευκοί» υπολείπονταν αρκετά σε δημοτικότητα των άλλων δύο δήμων. Οι αρματοδρομίες ήταν ένα ιδιαίτερα δημοφιλές άθλημα εκείνη την περίοδο, όπως σήμερα είναι το ποδόσφαιρο.

Θα λέγαμε ότι οι «Βένετοι» και οι «Πράσινοι» θύμιζαν αρκετά σε πάθος και αφοσίωση τους σημερινούς συνδέσμους φιλάθλων, ιδιαίτερα τη «Θύρα 7» του Ολυμπιακού και τη «Θύρα 13» του Παναθηναϊκού. Οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν του δήμους κάτι ανάμεσα σε συμμορία και πολιτικό κόμμα, καθώς συχνά προσπαθούσαν να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις.

Το 531, ένας «βένετος» και ένας «πράσινος» συλλαμβάνονται με την κατηγορία της δολοφονίας και καταδικάζονται σε θάνατο διά απαγχονισμού. Ο Ιουστινιανός, δεδηλωμένος οπαδός των Βένετων, μετατρέπει τη θανατική ποινή σε φυλάκιση. Οι «Πράσινοι» και «Βένετοι» αξιώνουν την πλήρη απαλλαγή τους. Ο αυτοκράτωρ, όμως, τους αγνοεί.

Στις 11 Ιανουαρίου του 532 ξεσηκώνονται, πυρπολούν κτίρια, πολιορκούν το παλάτι και προξενούν ζημιές ακόμη και στην Αγία Σοφία. Η ιαχή «Νίκα» δονεί την ατμόσφαιρα. Είναι το σύνθημα που φώναζαν στον Ιππόδρομο για να εμψυχώσουν τους αρματοδρόμους.

Το πλήθος των εξεγερμένων όλο και μεγαλώνει, καθώς ο λαός δυσφορούσε για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του αυτοκράτορα, τη βαριά φορολογία και την κρατική αυθαιρεσία. Απαιτεί την παραίτηση του Ιωάννη Καππαδόκη (Υπουργού Οικονομικών της εποχής) και του διάσημου νομομαθούς Τριβωνιανού.

Την κατάσταση επιχειρούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους οι συγκλητικοί και οι ευγενείς, που έβλεπαν τα δικαιώματά τους να ψαλλιδίζονται από τις μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού. Συγκεντρώνονται στον Ιππόδρομο και ανεβάζουν στο θρόνο τον Υπάτιο, ανιψιό του πρώην αυτοκράτορα Αναστάσιου.

Ο Ιουστινιανός αδυνατεί να ελέγξει την κατάσταση. Είναι καινούργιος στην εξουσία και έχει ένα σωρό σκοτούρες, με τους Πέρσες στα ανατολικά της αυτοκρατορίας. Για μια στιγμή περνά από το νου να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοκρατορική σύζυγος, η δυναμική και αποφασιστική Θεοδώρα, γρήγορα τον μεταπείθει και οι στρατηγοί Βελισάριος και Μούνδος αναλαμβάνουν δράση. Εγκλωβίζουν τους επαναστάτες στον Ιππόδρομο και κυριολεκτικά τους κατασφάζουν. Η καταστολή της «Στάσης του Νίκα» στις 18 Ιανουαρίου του 532 άφησε πίσω της 30.000 νεκρούς.

Ο Ιουστινιανός πατούσε πλέον γερά στα πόδια του και την επομένη μέρα έδωσε εντολή να εκτελεσθούν ο σφετεριστής του θρόνου Υπάτιος και ο αδελφός του. Η περιουσία τους δημεύθηκε, όπως και πολλών ευγενών, που εξορίστηκαν, επειδή είχαν υποστηρίξει την εξέγερση. Η αυτοκρατορική θητεία μιας από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του Βυζαντίου, όπως ήταν ο Ιουστιανιανός, ξεκίνησε με τη χειρότερη περίοδο βίας και αναρχίας που γνώρισε η Βασιλεύουσα.






















Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Ιωάννης Βαρβάκης 1745 – 1825








Ιωάννης Βαρβάκης

Πλοιοκτήτης, έμπορος και εθνικός ευεργέτης. Γεννήθηκε το 1745 στα Ψαρά και ήταν γιος του Ανδρέα Λεοντίδη και της Μαρίας Μάρου. Σε ηλικία 17 ετών ήταν ήδη ένας έμπειρος ναυτικός με δικό του πλοίο («Άγιος Ανδρέας»). Ξόδεψε όλη του την περιουσία για να το μετατρέψει σε πολεμικό και το 1768 το ενέταξε στη δύναμη του ρωσικού ναυτικού, που μαχόταν τους Οθωμανούς (Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1768-1774). Επέδειξε ιδιαίτερες οργανωτικές και πολεμικές ικανότητες κατά τη Ναυμαχία του Τσεσμέ (5 - 7 Ιουλίου 1770), με αποτέλεσμα οι συναγωνιστές του να του κολλήσουν το παρατσούκλι Βαρβάκης (από το αρπακτικό πουλί βαρβάκι). Του άρεσε και το χρησιμοποίησε ως επίθετο για το υπόλοιπο της ζωής του.

Μετά την υπογραφή της ταπεινωτικής για τους Οθωμανούς, Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (21 Ιουλίου 1774), ο Βαρβάκης βρέθηκε άφραγκος, αφού το καράβι του κατασχέθηκε από τις τουρκικές αρχές, όταν επεχείρησε να το πουλήσει στην Κωνσταντινούπολη. Σκέφθηκε να μεταβεί στη Ρωσία και να ζητήσει ακρόαση από την Αικατερίνη τη Μεγάλη, όπου θα της διεκτραγωδούσε την κατάστασή του, αλλά και θα τις τόνιζε τις υπηρεσίες που προσέφερε στη χώρα της. Η συνάντηση κλείστηκε στην Αγία Πετρούπολη με τη μεσολάβηση του στρατάρχη Ποτέμκιν, εραστή της τσαρίνας.

Η Αικατερίνη προς μεγάλη του έκπληξη φάνηκε γενναιόδωρη μαζί του. Για τις υπηρεσίες του προς τη Ρωσία, τον ονόμασε ανθυποπλοίαρχο του ρωσικού πολεμικού ναυτικού, του έδωσε προνομιακή άδεια αλιείας στην Κασπία Θάλασσα και 1.000 χρυσά ρούβλια. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς Βαρβάτσι ήταν τώρα ρώσος πολίτης.

Με τα χρήματα της τσαρίνας και την άδεια αλιείας ανά χείρας και αφού διήνυσε απόσταση 5.000 χιλιομέτρων από την Αγία Πετρούπολη εγκαταστάθηκε στο Αστραχάν. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε πάμπλουτος από την αλιεία οξύρρυγχου και το εμπόριο του χαβιαριού. Το 1788 είχε στη δούλεψή του 3.000 άτομα. Μεγάλο μέρος της περιουσίας του το διέθεσε για κοινωφελή έργα στην περιοχή (γέφυρες, νοσοκομείο, διώρυγα κλπ).

Για τις υπηρεσίες αυτές παρασημοφορήθηκε από τον τσάρο Αλέξανδρο Α' και το 1810 απέκτησε τίτλους ευγενείας αυτός και η οικογένειά του. Το 1812 μετακόμισε πιο δυτικά και συγκεκριμένα στην πόλη Ταγκαρόγκ (Ταϊγάνι), όπου ανθούσε μια μεγάλη ελληνική κοινότητα. Διέθεσε 600.000 ρούβλια για την ανέγερση ενός επιβλητικού μοναστηριού, όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία για τον τσάρο Αλέξανδρο Α'.

Ο Βαρβάκης δεν ξέχασε την πατρίδα του και βοήθησε παντοιοτρόπως τους επαναστατημένους Έλληνες. Μετά την καταστροφή των Ψαρών επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 1825. Δύο μέρες νωρίτερα, με τη διαθήκη του κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος για την ανέγερση Λυκείου («Βαρβάκειο»), κλειστής αγοράς («Βαρβάκειος Αγορά»), για τη συντήρηση άπορων οικογενειών και την εξαγορά αιχμαλώτων. Ανδριάντας του Ιωάννη Βαρβάκη βρίσκεται στο Ζάππειο.

























Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Σιμόν ντε Μποβουάρ 1908 – 1986




Σιμόν ντε Μποβουάρ


Γαλλίδα συγγραφέας και φεμινίστρια, σύντροφος του σπουδαίου γάλλου υπαρξιστή φιλοσόφου και πολιτικού ακτιβιστή Ζαν Πολ Σαρτρ. Το πολυδιαβασμένο βιβλίο της «Το δεύτερο φύλο» θεωρείται η βίβλος του φεμινισμού.

Η Σιμόν Λισί Ερνεστίν Μαρί Μπερτράν ντε Μποβουάρ (Simone-Lucie-Ernestine-Marie Bertrand de Beauvoir) γεννήθηκε στις 9 Ιανουαρίου του 1908 στο Παρίσι, στους κόλπους μιας ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Αφού έλαβε τη βασική μόρφωση σε ιδιωτικά σχολεία, σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόνη, όπου συνάντησε τον συμφοιτητή της Ζαν Πολ Σαρτρ (1905-1980), με τον οποίο δημιούργησε μία ελεύθερη σχέση, που κράτησε σε όλη τους τη ζωή. Από το 1931 έως το 1943 δίδαξε φιλοσοφία στη μέση εκπαίδευση και τον Οκτώβριο του 1945 εξέδωσε μαζί με τον Σαρτρ το μηνιαίο περιοδικό λογοτεχνικής και πολιτικής κριτικής «Temps Modernes» («Μοντέρνοι Καιροί»), με τον τίτλο του δανεισμένο από την ομώνυμη ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν.

Το 1949 εξέδωσε το φιλοσοφικό δοκίμιο «Το δεύτερο φύλο», που την έκανε διάσημη σε όλο τον κόσμο. Είναι μία εμπεριστατωμένη και φλογερή έκκληση για την κατάργηση εκείνου που αποκαλούσε μύθο του «αιώνιου θηλυκού». Τη δεκαετία του '60 το βιβλίο αυτό θεωρήθηκε ένα από τα κλασσικά έργα της φεμινιστικής λογοτεχνίας και βρισκόταν για πολλά χρόνια στη λίστα του Βατικανού με τα απαγορευμένα βιβλία (Index Librorum Prohibitorum). Η ντε Μποβουάρ υποστηρίζει ότι τα βασικά δικαιώματα του ατόμου πρέπει να στηρίζονται στην ισότητα δικαιωμάτων του άνδρα και της γυναίκας. Αυτά θεμελιώνονται στην κοινή δομή της ύπαρξής τους, ανεξάρτητα από τη σεξουαλικότητά τους.

Από το λογοτεχνικό της έργο, το οποίο μπολιάζει με τις ιδέες του Υπαρξισμού, ξεχωρίζει το μυθιστόρημα οι «Μανδαρίνοι» (1954), που κέρδισε το βραβείο Γκονκούρ. Αναφέρεται στην προσπάθεια μιας ομάδας διανοουμένων μετά τον πόλεμο να εγκαταλείψουν την κοινωνική θέση των «μανδαρίνων» (της μορφωμένης ελίτ) και να αναλάβουν πολιτική δράση.

Ένα μεγάλο μέρος του συγγραφικού της έργου είναι αφιερωμένο σε αυτοβιογραφικά κείμενα, που εκτός από το προσωπικό ενδιαφέρον, αποτελούν ένα πορτρέτο της πνευματικής ζωής της Γαλλίας, από τη δεκαετία του '30 έως τη δεκαετία του '70 («Αναμνήσεις ενός καθωσπρέπει κοριτσιού», Η δύναμη της ζωής», «Η δύναμη των πραγμάτων»). Η ντε Μποβουάρ ενδιαφέρθηκε ακόμη και για το ζήτημα των γηρατειών. Το βιβλίο της «Ένας πολύ γλυκός θάνατος» (1964) αναφέρεται στο θάνατο της μητέρας της σ’ ένα νοσοκομείο του Παρισιού. Το 1981 έγραψε το βιβλίο «Η τελετή του αποχαιρετισμού», ένα γεμάτο πόνο απολογισμό των τελευταίων χρόνων του Σαρτρ. Στην εργογραφία της περιλαμβάνονται, ακόμη, ταξιδιωτικά δοκίμια για την Κίνα και την Αμερική.

Η Σιμόν Ντε Μποβουάρ πέθανε στις 14 Απριλίου του 1986 από πνευμονία και θάφτηκε δίπλα στον Σαρτρ στο Κοιμητήριο Μονπαρνάς των Παρισίων.

Βιβλία της στα Ελληνικά

Το δεύτερο φύλο («Μεταίχμιο», «Γλάρος»)
Ένας πολύ γλυκός θάνατος («Μεταίχμιο», «Γλάρος»)
Οι αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης («Γλάρος»)
Για μια ηθική της αμφισβήτησης («Γλάρος»)
Η μεγάλη Πορεία: Δοκίμιο για την Κίνα («Γλάρος»)
Η δύναμη των πραγμάτων» («Γλάρος»)
Η δύναμη της ζωής («Γλάρος»)
Η Καλεσμένη («Γλάρος»)
Οι Μανδαρίνοι («Γλάρος»)
Προδομένη Γυναίκα («Γλάρος»)
Πύρρος και Κινέας («Γλάρος»)
Βιογραφία της στα Ελληνικά

«Σιμόν ντε Μποβουάρ» της Ιγκέτ Μπουσαρντό («Κίχλη»)























Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Το Έθιμο της Μπάμπως





Κάθε χρόνο, στις 8 Ιανουαρίου, στις περιοχές του νομού Σερρών, Νέα Πέτρα, Μονοκκλησιά και Χαρωπό, μία διαφορετική μέρα ξημερώνει. Την ημέρα αυτή πραγματοποιείται το έθιμο της "Μπάμπως" η "Βρεξούδια" κι επειδή σ' αυτό το έθιμο κυρίαρχο ρόλο έχουν οι γυναίκες, με τους άνδρες να παραμένουν στα σπίτια τους ή να παρακολουθούν από μακριά, ονομάστηκε μεταγενέστερα “Ημέρα της Γυναικοκρατίας”.
Κατά την ημέρα αυτή, όλες οι παντρεμένες γυναίκες του χωριού, κάτω από τους ήχους μουσικών οργάνων (παλιότερα με τους ήχους της γκάιντας), μαζεύονται στην κεντρική πλατεία και από εκεί πορεύονται προς το σπίτι της μπάμπως για να της προσφέρουν δώρα. Μπάμπω λέγεται η γηραιότερη γυναίκα του χωριού, που εκτελούσε κατά το παρελθόν και χρέη μαμής.
Στη συνέχεια, σχηματίζοντας πομπή, με σκωπτικά τραγούδια χορό και κρασί, την περιφέρουν στην πλατεία. Κατά τη διάρκεια όλων των παραπάνω δεν επιτρέπεται να πλησιάσει κανείς άντρας, γιατί τα δρώμενα είναι ακατάλληλα για αντρικά αυτιά. Αν παρ' όλα αυτά τολμήσει κάποιος να πλησιάσει, τότε οι γυναίκες τον κυνηγούν, τον καταβρέχουν και προσπαθούν να του βγάλουν ένα ρούχο, το οποίο στη συνέχεια θα δημοπρατήσουν. Μετά το πέρας της πομπής ακολουθεί γλέντι "κεκλεισμένων των θυρών", με σκωπτικά τραγούδια, παραδοσιακά εδέσματα και κρασί, μέχρι τελικής πτώσης!
Το έθιμο αυτό το έφεραν οι Θρακιώτισες από την Πέτρα της Ανατολικής Ρωμυλίας και το γιορτάζουν κάθε χρόνο από την εγκατάστασή τους στη Νέα Πέτρα Σερρών. Πολύ αργότερα διαδόθηκε και σε άλλα χωριά του Νομού Σερρών. Σύμφωνα με τους λαογράφους, το έθιμο έχει ρίζες αρχαιοελληνικές και θυμίζει τα “Θεσμοφόρια” και περισσότερο τα “Αλώα”, που γίνονταν στην Αθήνα την ίδια εποχή.




















Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Νίκολα Τέσλα 1856 – 1943



Νίκολα Τέσλα


Ο σέρβος φυσικός και εφευρέτης Νίκολα Τέσλα (Nikola Tesla) γεννήθηκε στις 9 Ιουλίου του 1856, στο χωριό Smiljan, στην επαρχία Lika της Κροατίας. Εκεί ολοκλήρωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευσή του, συνέχισε τις σπουδές του στο πολυτεχνικό σχολείο του Γκρας και τις ολοκλήρωσε στο πανεπιστήμιο της Πράγας.
Εργάστηκε ως ηλεκτρικός μηχανικός στη Γερμανία, την Ουγγαρία και τη Γαλλία, πριν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ το 1884. Στη Νέα Υόρκη εργάστηκε δίπλα στον Τόμας Έντισον, βελτιώνοντας πολλές από τις εφευρέσεις του. Όμως, οι διαφορές στο ύφος μεταξύ των δύο ανδρών οδήγησαν σύντομα στο χωρισμό τους.
Ο Τέσλα παραιτήθηκε το 1885 και ίδρυσε τη δική του εταιρία «Tesla Arc Light Company». Από το 1887 ως το 1894 σχεδίασε και κατοχύρωσε δεκάδες ευρεσιτεχνίες, συνεργαζόμενος με τον μεγαλοεπιχειρηματία Τζορτζ Ουέστινγκχαουζ, ο οποίος αγόρασε τα δικαιώματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στο σύστημα θέρμανσης, αερισμού και κλιματισμού.
Η αντίστροφη μέτρηση για τον μεγάλο επιστήμονα άρχισε το 1895. Λόγω οικονομικών δυσκολιών, η εταιρία του χρεοκόπησε. Με το πέρασμα του χρόνου, ο Τέσλα γινόταν όλο και πιο εκκεντρικός και κλειστός χαρακτήρας, ενώ συνήθιζε να περνάει όλη τη μέρα του πειραματιζόμενος με τα ραδιοκύματα, αλλά και με σεισμικά μηχανήματα, που ο ίδιος είχε κατασκευάσει.
Ο Τέσλα προσέφερε στην ανθρωπότητα εφευρέσεις όπως το εναλλασσόμενο ρεύμα, το πολυφασικό σύστημα, το πηνίο τέσλα, την ακτινογραφία, τα ραδιοκύματα, το ραδιόφωνο, το ραντάρ κ.α., ανοίγοντας το δρόμο για τον εξηλεκτρισμό του πλανήτη. Το 1912 του απονεμήθηκε από κοινού με τον Τόμας Έντισον το Νόμπελ Φυσικής. Ωστόσο, αρνήθηκε να το δεχτεί, θεωρώντας υποτιμητικό το γεγονός ότι μοιραζόταν το βραβείο με «έναν απλό εφευρέτη».
Ο προφήτης του 21ου αιώνα, όπως θεωρείται από πολλούς, πέθανε φτωχός και ξεχασμένος απ’ όλους, στις 7 Ιανουαρίου του 1943, σ’ ένα ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης. Μετά το θάνατό του, το όνομά του δόθηκε στη μονάδα μέτρησης της Μαγνητικής Επαγωγής πεδίου, ενώ η κληρονομιά του -70.000 επιστολές, 31.522 προσωπικά ντοκουμέντα, 5.297 τεχνικά σχέδια, 12.832 αποκόμματα περιοδικών, 1.000 φωτογραφίες, 40 βραβεία και διπλώματα- φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο Νίκολα Τέσλα στο Βελιγράδι.























Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Πρωτάγιαση




Την παραμονή των Θεοφανίων, νωρίς το πρωί, ψάλλεται στις εκκλησίες η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών με  αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη και στην συνέχεια η ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού, που ονομάζεται και Πρώτος Αγιασμός, Πρωτάγιαση ή Μικρός Αγιασμός, με λογοτεχνικότατες ευχές και ποιητικούς ύμνους. 
Η ευλογία των υδάτων γίνεται μέσα στην εκκλησία, πάνω σε στολισμένη από κλαδιά μικροεξέδρα, όπου έχουν τοποθετηθεί αγγεία με νερό. Μετά το τέλος της λειτουργίας, ο ιερέας θα πάρει από το αγιασμένο αυτό νερό (τον αγιασμό) και θα βγει στα σπίτια και στα μαγαζιά της ενορίας του, «ν’ αγιάσει» και να διώξει το κακό. Ένας μικρός ή άλλος εκκλησιαστικός βοηθός του κρατά το σικλί (χάλκινο συνήθως δοχείο με τον αγιασμό) και ο παπάς, φορώντας μόνο πετραχήλι και κρατώντας την αγιαστούρα (δέσμη βασιλικού μετά του Σταυρού), ραντίζει εδώ κι εκεί, ψάλλοντας το «Εν Ιορδάνη», το τροπάριο των Θεοφανίων. Όλοι όσοι δέχονται τον αγιασμό προσφέρουν τον οβολό τους, συνήθως κέρματα, τα οποία συγκεντρώνει ο βοηθός του ιερέα. 
Η Παραμονή των Θεοφανίων έχει καθιερωθεί από την Εκκλησία ως ημέρα αυστηράς νηστείας.














Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 1851 – 1911



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Διηγηματογράφος, ποιητής, δημοσιογράφος και μεταφραστής· από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου 1851. Ήταν ένα από τα εννέα παιδιά του δάσκαλου και ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ (1817-1897) και της Γκιουλώς Μοραΐτη (1822-1896). Έτσι, ο νεαρός Αλέξανδρος μεγάλωσε μέσα σ’ ένα κλίμα γεμάτο ευλάβεια και θρησκευτικότητα. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στην πατρίδα του και στη Σκόπελο, φοίτησε κατόπιν στο γυμνάσιο της Χαλκίδας και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα (Βαρβάκειο) με χίλιες δυο στερήσεις. Το 1874 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν πήρε το δίπλωμά του.

Φύση ασκητική ο Παπαδιαμάντης, στα είκοσί του πήγε στο Άγιο Όρος μαζί με τον εξάδελφό του, επίσης διηγηματογράφο, Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, για να προσκυνήσει, όπως έλεγε ο ίδιος. Πάντως, δεν έμεινε πολύ εκεί. Γύρισε στην Αθήνα και όλη του η ζωή κύλησε λιτά και ασκητικά ανάμεσα στη βιοπάλη, τη συγγραφή και την εκκλησία. Επί χρόνια ήταν ο τακτικός ψάλτης στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου στο Μοναστηράκι και από τα μικρά του χρόνια ως το θάνατό του η πιο αγαπημένη του ενασχόληση ήταν η μελέτη εκκλησιαστικών βιβλίων.

Ο Παπαδιαμάντης πολύ νέος άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά. Δημοσίευε ιδίως μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων από τα αγγλικά και γαλλικά, γλώσσες που τις έμαθε μόνος του. Παράλληλα, άρχισε και το καθαυτό λογοτεχνικό του έργο. Τα πρώτα χρόνια καταγίνεται με ιστορικά μυθιστορήματα: «Μετανάστις (1880), «Οι Έμποροι των Εθνών» (1883), «Η Γυφτοπούλα» (1884). Γράφει και μερικά ποιήματα.

Γρήγορα, όμως, βρήκε τον αληθινό του δρόμο και στράφηκε προς το διήγημα. Ο «Χρήστος Μηλιόνης» (1885), εμπνευσμένος από ένα δημοτικό τραγούδι, είναι η απαρχή της στροφής αυτής. Από το 1885 καταγίνεται αποκλειστικά μ’ αυτό το είδος. Γράφει μικρά και μεγάλα διηγήματα (νουβέλες): «Η Χολεριασμένη (1901), «Ο Πεντάρφανος» (1905), «Ο Νεκρός ταξιδιώτης (1910), «Η Φόνισσα» (1903), «Οι Μάγισσες (1900), «Η Νοσταλγός» (1894), τα «Χριστουγεννιάτικα διηγήματα», τα « Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα και τα «Πασχαλινά διηγήματα».

Το πλούσιο διηγηματικό του έργο, με θέματα και τύπους από τις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας ή την απλοϊκή ζωή της κοινωνίας της Σκιάθου, τον παρουσιάζει συγγραφέα του είδους, που λέγεται ηθογραφία. Αλλά η ηθογραφία του είναι μόνο ο σκηνικός διάκοσμος, όπου κινούνται τα πρόσωπα και ξετυλίγονται τα γεγονότα. Ο Παπαδιαμάντης δεν αντιγράφει ήθη και έθιμα. Βλέπει τη λαϊκή ψυχή, ζει τις εκδηλώσεις και αποτυπώνει όλα αυτά στο έργο του, ένα έργο τελείως προσωπικό και ιδιότυπο ως προς την εκλογή των θεμάτων, την έμπνευση και τη γλώσσα.

Ο Παπαδιαμάντης αγάπησε την απλοϊκή ζωή, τη νοσταλγούσε και την ονειροπολούσε συνεχώς και είχε το μεγάλο μυστικό να μεταμορφώνει τα ονειροπολήματά του σε εκλεκτά διηγήματα. Ασφαλώς τέτοιες ώρες νοσταλγίας και ονειροπόλησης έπλασε τα «Ρόδινα Ακρογιάλια» (1908), «Ολόγυρα, στη λίμνη» (1892), «Το Αστεράκι» (1909), «Το μοιρολόγι της φώκιας»(1908) κ.ά. Τέτοιες ώρες, επίσης, καθώς έσκυβε πάνω από τον ανθρώπινο πόνο, έγραψε τη «Μαυρομαντηλού» (1891), τη «Σταχομαζώχτρα» (1889), το «Σπιτάκι στο λιβάδι» (1896), την «Υπηρέτρα» (1888) ή το μικρό αριστούργημα «Στο Χριστό στο κάστρο» (1892).

Στο προσωπικό ύφος του Παπαδιαμάντη ανήκουν ακόμα η έντονη λατρεία της φύσης, η θρησκευτική ευλάβεια και η βυζαντινή μελωδία, που είναι διάχυτη στο έργο του. Άλλωστε, το λέει και ο ίδιος: «Όσον ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη».

Ιδιόμορφη είναι και η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, επηρεασμένη από τα εκκλησιαστικά βιβλία. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει ούτε τη σαφήνεια και κατανόηση, ούτε το να έχουν οι φυσικές του περιγραφές, ποίηση αληθινή.

Γενικά, ο Παπαδιαμάντης χάρισε σελίδες αριστοτεχνικές στη νεοελληνική λογοτεχνία και θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους διηγηματογράφους μας. Ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης στο δοκίμιό του για τον Μακρυγιάννη έγραψε: «Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχομε τον Παπαδιαμάντη».

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έζησε τον περισσότερο χρόνο του στην Αθήνα και όταν κατάλαβε το τέλος του, αναζήτησε την αγαπημένη του Σκιάθο, όπου και πέθανε από πνευμονία τα ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου 1911.

Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος

     Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4η Μαρτίου 1851. Εβγήκα από το Ελληνικόν Σχολείον εις τα 1863, αλλά μόνον τω 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα εις Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα εις την πατρίδα. Κατά Ιούλιον του 1872 υπήγα εις το Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τω 1873 ήλθα εις Αθήνας και εφοίτησα εις την Δ΄ του Βαρβακείου. Τω 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικὴν Σχολήν, όπου ήκουα κατ' εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τα ξένας γλώσσας.
     Μικρὸς εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, και εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τω 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τω 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» , έργον μου, εις το περιοδικὸν «Σωτήρας». Τω 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των Εθνών» εις το «Μὴ χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά και εφημερίδας.
 Περί Πηγών...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Αϊ μου Γιώργη! (Επί τη εορτή της κγ’ Απριλίου)
Άνθος του Γιαλού
Από τα νησιώτικα έθιμα
Αποκριάτικη Νυχτιά
Απόλαυσις στη Γειτονιά
Βαρδιάνος στα σπόρκα
Γουτού Γουπατού
Εξοχική Λαμπρή
Η Γλυκοφιλούσα
Η Κοίμησις της Θεοτόκου
Η Ντελησυφέρω
Η Σταχομαζώχτρα
Η Χήρα Παπαδιά
Η Χτυπημένη
Ο Αμερικάνος
Ο έρωτας στα χιόνια
Ο Καλόγερος
Ο Πανταρώτας
Ο Σημαδιακός
Ο Χαρίλαος Τρικούπης
Οι Δυο Δράκοι
Οι Χαλασοχώρηδες
Πάσχα Ρωμέικο
Ποια εκ των δύο
Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου
Τα «Θεομητορικά» ποιήματα του Παπαδιαμάντη
Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη
Της Κοκκώνας το σπίτι
Το Πάσχα
Το Τυφλό Σοκάκι
Το Χριστόψωμο
Το Ψοφίμι
Τραγούδια του Θεού
Υπηρέτρα
Φιλόστοργοι
Χαρίλαος Τρικούπης
Χρήστος Μηλιόνης
Χωρίς Στεφάνι























Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Τζιμ Λόντος 1897 – 1975




Τζιμ Λόντος


Σουπερ σταρ της επαγγελματικής πάλης (κατς), που πρόσφερε ώρες χαράς και ξεγνοιασιάς στους δοκιμαζόμενους από το οικονομικό κραχ Αμερικανούς. Ο Τζιμ Λόντος (Jim Londos) γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1897 στο Κουτσοπόδι του Άργους ως Χριστόφορος Θεοφίλου και ήταν το μικρότερο από τα 13 παιδιά της οικογένειάς του.

Η μητέρα του ήθελε να γίνει ιερέας, ενώ ο πατέρας του τον ονειρευόταν στρατιωτικό. Ο ίδιος προτίμησε να γίνει μετανάστης και σε ηλικία μόλις 13 ετών εγκατέλειψε το σπίτι του, ταξίδεψε στην Αμερική κι έπιασε δουλειά ως λαντζέρης σ' ένα εστιατόριο της Νέας Υόρκης.

Η ιδέα να ασχοληθεί με την πάλη τού δημιουργήθηκε όταν βρέθηκε τυχαία σ' έναν αγώνα, καθώς «εξερευνούσε» τους δρόμους του Μανχάταν, λίγες ημέρες μετά την άφιξή του. Με τα πρώτα χρήματα που κέρδισε από τη δουλειά του, γράφτηκε σ' ένα προπονητήριο και άρχισε να μαθαίνει τα μυστικά του αθλήματος.

Πολύ σύντομα, προσέλκυσε το ενδιαφέρον των οργανωτών αγώνων, καθώς διέφερε απ' όλους τους άλλους παλαιστές. Ήταν μικρόσωμος και χωρίς κανένα ψεγάδι τερατομορφίας, ενώ διέθετε δύναμη, ευκινησία, ευστροφία και πονηριά. Αυτή η διαφορετικότητά του ταύτιζε τους θεατές μαζί του, στο ρόλο του «καλού» που μάχεται και τελικά νικάει τον γιγαντόσωμο «κακό» αντίπαλό του. Δεκάδες χιλιάδες κόσμου συνέρεαν σε κάθε αγώνα του για να παρακολουθήσουν τα κατορθώματά του και να απολαύσουν τις θεαματικές λαβές και τα «αεροπλανικά» του.

Ο Τζιμ Λόντος -προσωνύμιο που του δόθηκε από τον αθλητικογράφο Ρόσκο Φόσετ, έπειτα από μία νίκη του στην ομιχλώδη αρένα «Λονδίνο» (London) του Πόρτλαντ- υπήρξε από τους πρωτεργάτες τους είδους της πάλης που αργότερα έγινε γνωστό διεθνώς ως «κατς». Στις 8 Ιουνίου του 1930 ανακηρύχθηκε από την Ομοσπονδία Πάλης της Πολιτείας της Νέας Υόρκης παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών, τίτλο που κράτησε έως το 1946, οπότε και αποσύρθηκε. Σε αυτά τα 16 χρόνια έδωσε περισσότερους από 2.500 αγώνες και ηττήθηκε σε λιγότερους από δέκα!

Οι Έλληνες τον απολάμβαναν κατά καιρούς στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όταν ερχόταν για να κατατροπώσει τον Κβαριάνι, τον Μεμέτ Αλή, τον Βάντερβαλντ και το 1959 (στα 64 χρόνια του!) κάποιον άγγλο παλαιστή τριάντα χρόνια νεότερό του...

Η λαμπρή πορεία του στα ρινγκ υπήρξε ιδιαίτερα προσοδοφόρα για τον Λόντο. Αλλά και ο ίδιος υπήρξε γενναιόδωρος, προσφέροντας σημαντικά χρηματικά ποσά για τα ελληνόπουλα που έμειναν ορφανά κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πέθανε στην Καλιφόρνια στις 19 Αυγούστου 1975, από ανακοπή καρδιάς.



















Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Η Δίκη του Πολυτεχνείου







Στις 16 Οκτωβρίου 1975 άρχισε η δίκη των κατηγορουμένων για την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973. Ολοκληρώθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1975 με βαριές καταδίκες για τους πρωταιτίους.

Η δίωξη των υπευθύνων για τη σφαγή του Πολυτεχνείου ξεκίνησε με πρωτοβουλία πολιτών στις 5 Σεπτεμβρίου 1974, ενάμισι μήνα μετά την πτώση της δικτατορίας. Ακολούθησε προανάκριση από τον εισαγγελέα Πρωτοδικών Δημήτριο Τσεβά, ο οποίος παρέδωσε το πόρισμά του στις 14 Οκτωβρίου 1974 στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Αθηνών. Στις 28 Ιουλίου 1975 το Συμβούλιο Εφετών με το βούλευμα υπ’ αριθμόν 677 παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών.

Η δίκη άρχισε στις 9 το πρωί της 16ης Οκτωβρίου 1975, σε αίθουσα των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού για λόγους ασφαλείας. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο εφέτης Ιωάννης Κουσουλός και εισαγγελέας της έδρας ο Νικόλαος Γανώσης. Κατηγορούμενοι για 24 φόνους και σωρεία άλλων εγκλημάτων, σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, 33 στρατιωτικοί, αστυνομικοί και πολιτικοί. Ένας από τους κατηγορουμένους, ο πρώην έφεδρος αξιωματικός Ηλίας Τσιαπούρας φυγοδικούσε. Στις τελευταίες σειρές των εδωλίων κάθονταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και ο Δημήτριος Ιωαννίδης για ηθική αυτουργία στις δολοφονίες. 82 δικηγόροι παρέστησαν στη δίκη, είτε ως συνήγοροι υπεράσπισης (Γ. Αλφαντάκης, Α. Ανδρεουλάκος, Ι. Καζάκος κ.ά.), είτε ως συνήγοροι πολιτικής αγωγής (Α. Λυκουρέζος, Ν. Κωνσταντόπουλος, Φ. Κουβέλης, Σπ. Φυτράκης, Ευ. Γιαννόπουλος κ.ά.).

Η ακροαματική διαδικασία κράτησε δυόμιση μήνες και από την αίθουσα παρέλασαν 237 μάρτυρες κατηγορίας και 47 υπεράσπισης. Η απόφαση εκδόθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1975. 20 από τους κατηγορουμένους καταδικάσθηκαν από ποινές φυλάκισης ως ισόβια κάθειρξη και 12 αθωώθηκαν. Ο Δημήτριος Ιωαννίδης και ο Νικόλαος Ντερτιλής καταδικάσθησαν σε ισόβια, ενώ ο αρχηγός των Απριλιανών, Γεώργιος Παπαδόπουλος, καταδικάσθηκε σε 25 χρόνια κάθειρξη. Έχοντας προηγουμένως και μία ισόβια καταδίκη, θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις φυλακές Κορυδαλλού το 1999, όπως και οι Ιωαννίδης (2010) και Ντερτιλής (2013). Το Φεβρουάριο του 1977 η υπόθεση εκδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό και οι περισσότεροι από τους «δευτεραγωνιστές» αθωώθηκαν.

Οι Κατηγορούμενοι
Γεώργιος Παπαδόπουλος, πρώην δικτάτορας, για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονίες και απόπειρες ανθρωποκτονιών εκ προθέσεως.
Δημήτριος Ιωαννίδης, υποστράτηγος ε.α., για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονίες, απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση σε διάπραξη κακουργημάτων.
Μιχαήλ Ρουφογάλης, υποστράτηγος ε.α., για πρόκληση σε διάπραξη κακουργημάτων.
Δημήτριος Ζαγοριαννάκος, στρατηγός ε.α., πρώην Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονίες και απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Νικόλαος Εφέσιος, υπουργός κατά τη δικτατορία, για απλή συνέργεια σε απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, αδελφός του πρώην δικτάτορα και πρώην γενικός γραμματέας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, για ηθική αυτουργία και συνέργεια σε εκτέλεση ανθρωποκτονιών εκ προθέσεως.
Νικόλαος Ντερτιλής, ταξίαρχος ε.α., για ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονίες και για ηθική αυτουργία σε απόπειρες  ανθρωποκτονιών.
Κωνσταντίνος Μαυροειδής,  αντιστράτηγος ε.α., για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονίες.
Νικόλαος Ραφαηλάκης, αντιστράτηγος ε,α., πρώην στρατιωτικός διοικητής Αθηνών, για απλή συνέργεια σε απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Βασίλειος Μπουκλάκος, ταγματάρχης ε.α., πρώην διοικητικός διευθυντής του Ρυθμιστικού Κέντρου (νυν ΕΚΑΒ), για συνέργεια σε ανθρωποκτονίες για επικίνδυνες σωματικές βλάβες, για βλασφημίες και παράνομη οπλοφορία.
Λουκάς Χριστολουκάς, πρώην αστυνομικός διευθυντής Αθηνών, για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως για απόπειρες άνθρωποκτονιών, για επικίνδυνες σωματικές βλάβες και για παράνομες κατακρατήσεις.
Νικόλαος Δασκαλόπουλος, πρώην αστυνομικός διευθυντής. πρώην αρχηγός Αστυνομίας Πόλεων, για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, για απόπειρες ανθρωποκτονιών, για επικίνδυνες σωματικές βλάβες και παράνομες κατακρατήσεις.
Δημήτριος Καραγιαννόπουλος, πρώην αστυνομικός διευθυντής Αθηνών, για παράνομες κατακρατήσεις.
Λάμπρος Κωνσταντέλος, ανθυπασπιστής, ο οδηγός του τανκ που μπήκε στο Πολυτεχνείο, για απόπειρες ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και φθορά ξένης ιδιοκτησίας σε βάρος πραγμάτων χρησίμων στο κοινό όφελος.
Θρασύβουλος Γιοβάνης, ταξίαρχος ε.α., για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως.
Μιχαήλ Γουνελάς, υπίλαρχος ε.α., για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως.
Παντελής Καραγιάννης, υποστράτηγος, υπαρχηγός Χωροφυλακής, για ηθική αυτουργία σε απόπειρες ανθρωποκτονιών και ανθρωποκτονίες.
Σταύρος Βαρνάβας, αντιστράτηγος ε.α., για ηθική αυτουργία σε απόπειρες ανθρωποκτονιών και ανθρωποκτονίες.
Θωμάς  Μυλωνάς, ενωμοτάρχης Χωροφυλακής, για απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Νικόλαος Κέφης, μοίραρχος Χωροφυλακής, για ηθική αυτουργία σε απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Ιωάννης Λυμπέρης, έφεδρος ανθυπολοχαγός, για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και απόπειρα ανθρωποκτονιών.
Αναστάσιος Αναστασίου, λοχαγός, για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως και απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Κωνσταντίνος Λαδιάς, αστυνομικός διευθυντής, για παράνομες κατακρατήσεις.
Νικόλαος Νηστικάκης, αστυφύλακας, για ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως και επικίνδυνες σωματικές βλάβες.
Ηλίας Καραδήμας, αστυφύλακας, για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και επικίνδυνες σωματικές βλάβες.
Νικόλαος Κατσάρας, δόκιμος υπαστυνόμος, για επικίνδυνες σωματικές βλάβες.
Αντώνιος Λαζαράκος, αστυφύλακας, για επικίνδυνες σωματικές βλάβες.
Ευάγγελος Μαντζώρος, οδηγός αυτοκινήτου, για απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Αθανάσιος Σταυράκης, αστυφύλακας, για απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Ιωάννης Καλύβας, υπαστυνόμος, για επικίνδυνες σωματικές βλάβες.
Δημήτριος Κατσούλης, ταγματάρχης Χωροφυλακής α.α., για πρόκληση σε διάπραξη κακουργημάτων.
Δημήτριος Πίμπας, ιδιωτικός υπάλληλος, πρώην πράκτορας της ΚΥΠ, για πρόκληση σε διάπραξη κακουργημάτων.
Οι Kαταδικασθέντες
Δημήτριος Ιωαννίδης, υποστράτηγος ε.α., αρχηγός τότε της ΕΣΑ, 7 φορές ισόβια κάθειρξη για ηθική αυτουργία σε επτά ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως, 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για 38 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση προς διάπραξη κακουργημάτων και πλημμελημάτων και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Γεώργιος Παπαδόπουλος,  πρώην δικτάτορας, 25 χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως και απόπειρες ανθρωποκτονιών και 10 χρόνια στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Σταύρος Βαρνάβας, αντιστράτηγος ε.α., 3 φορές ισόβια κάθειρξη, 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση και διαρκή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, για ηθική συναυτουργία τριών ανθρωποκτονιών εκ προθέσεως, μεταξύ των οποίων και του νεαρού Διομήδη Κομνηνού και 17 άλλων ανθρωποκτόνων αποπειρών.
Νικόλαος Ντερτιλής, ταξίαρχος ε.α., ισόβια κάθειρξη και διαρκή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε βάρος τού νεαρού Μυρογιάννη.
Κωνσταντίνος Μαυροειδής, αντιστράτηγος ε.α., τότε αρχηγός της ΑΣΔΕΝ, 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση και 7 χρόνια στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, για απλή συνέργεια σε έξι ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως και 37 απόπειρες ανθρωποκτονιών. Το δικαστήριο του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου.
Δημήτριος Ζαγοριαννάκος, στρατηγός ε.α., τότε αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, σε 25 χρόνια κάθειρξη και 7 χρόνια στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, για απλή συνέργεια ανθρωποκτονιών και αποπειρών ανθρωποκτονιών. Το δικαστήριο του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου.
Παντελής Καραγιάννης, υποστράτηγος ε.α., πρώην υπαρχηγό της Χωροφυλακής, 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση και 10 χρόνια στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, για απλή συνέργεια σε τρεις ανθρωποκτονίες και 17 απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Ιωάννης Λυμπέρης, πρώην έφεδρος ανθυπολοχαγός, 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση και 8 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για δύο ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως και μία απόπειρα ανθρωποκτονίας.
Αθανάσιος Σταυράκης, αστυφύλακας, 10 χρόνια κάθειρξη και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Στον καταδικασθέντα αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου.
Λουκάς Χριστολουκάς, πρώην αστυνομικός διευθυντής Αθηνών, 3 χρόνια, 6 μήνες και 15 ημέρες φυλάκιση κατά συγχώνευση, για απλή συνέργεια δια παραλείψεως σε 25 επικίνδυνες σωματικές βλάβες ισαρίθμων παθόντων. Του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου.
Μιχαήλ Ρουφογάλης, υποστράτηγος ε.α., τότε διοικητής ΚΥΠ, 3 χρόνια φυλάκιση για πρόκληση προς διάπραξη κακουργημάτων και πλημμελημάτων.
Δημήτριος Κατσούλης, ταγματάρχης Χωροφυλακής ε.α., 2 χρόνια φυλάκιση για πρόκληση προς διάπραξη κακουργημάτων και πλημμελημάτων.
Βασίλειος Μπουκλάκος, ταγματάρχης ε.α., πρώην διοικητικός διευθυντής του Ρυθμιστικού Κέντρου (νυν ΕΚΑΒ), 20 μήνες και 15 ημέρες φυλάκιση κατά συγχώνευση, για ηθική αυτουργία σε επικίνδυνες σωματικές βλάβες διαπραχθείσες από αγνώστους, παράνομη οπλοφορία και βλασφημίες.
Ιωάννης Καλύβας, υπαστυνόμος, 10 μήνες φυλάκιση για ηθική αυτουργία σε 9 περιπτώσεις σωματικών βλαβών.
Μιχαήλ Γουνελάς, υπίλαρχος ε.α., επικεφαλής του άρματος που εισέβαλε στο Πολυτεχνείο, 18 μήνες φυλάκιση κατά συγχώνευση για αυτουργία στη σωματική βλάβη σε βάρος της φοιτήτριας Πέπης Ρηγοπούλου, καθώς και της φθοράς πραγμάτων χρησιμευόντων στο κοινό όφελος.
Θρασύβουλος Γιοβάννης, ταξίαρχος ε.α., επικεφαλής της επιχείρησης εκκένωσης του Πολυτεχνείου, 18 μήνες φυλάκιση κατά συγχώνευση για αυτουργία στη σωματική βλάβη σε βάρος της φοιτήτριας Πέπης Ρηγοπούλου, καθώς και της φθοράς πραγμάτων χρησιμευόντων στο κοινό όφελος.
Νικόλαος  Ραφαηλάκης, αντιστράτηγος ε.α., πρώην στρατιωτικός διοικητής Αθηνών, 12 μήνες φυλάκιση για απλά συνέργεια στις πράξεις των Γουνελά και Γιοβάνη.
Δημήτριος Πίμπας, ίδιωτικός υπάλληλος, πρώην πράκτορας της ΚΥΠ, 10 μήνες φυλάκιση για πρόκληση προς διάπραξη κακουργημάτων και πλημμελημάτων. Στον καταδικασθέντα αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.
Ηλίας Καραδήμας, αστυφύλακας, που υπηρετούσε κατά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στο Ρυθμιστικό Κέντρο, 10 μήνες φυλάκιση για επικίνδυνη σωματική βλάβη σε βάρος αγνώστου.
Νικόλαος Νηστικάκης, αστυφύλακας, που υπηρετούσε κατά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στο Ρυθμιστικό Κέντρο, 5 μήνες φυλάκιση για σωματική βλάβη σε βάρος άγνωστου δικηγόρου.
Αθωωθέντες
Νικόλαος Εφέσιος, υπουργός κατά τη δικτατορία, για απλή συνέργεια σε απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, αδελφός του πρώην δικτάτορα και πρώην γενικός γραμματέας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, για ηθική αυτουργία και συνέργεια σε εκτέλεση ανθρωποκτονιών εκ προθέσεως.
Νικόλαος Δασκαλόπουλος, πρώην αστυνομικός διευθυντής, πρώην αρχηγός Αστυνομίας Πόλεων, για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως για απόπειρες ανθρωποκτονιών, για επικίνδυνες σωματικές βλάβες και παράνομες κατακρατήσεις.
Δημήτριος Καραγιαννόπουλος, πρώην αστυνομικός διευθυντής Αθηνών, για παράνομες κατακρατήσεις.
Λάμπρος Κωνσταντέλος, ανθυπασπιστής, ο οδηγός του τανκ που μπήκε στο Πολυτεχνείο, για απόπειρες ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και φθορά ξένης ιδιοκτησίας σε βάρος πραγμάτων χρησίμων στο κοινό όφελος.
Θωμάς  Μυλωνάς, ενωμοτάρχης Χωροφυλακής, για απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Νικόλαος Κέφης, μοίραρχος Χωροφυλακής, για ηθική αυτουργία σε απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Αναστάσιος Αναστασίου, λοχαγός, για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως και απόπειρες ανθρωποκτονιών.
Κωνσταντίνος Λαδιάς, αστυνομικός διευθυντής, για παράνομες κατακρατήσεις.
Νικόλαος Κατσάρας, δόκιμος υπαστυνόμος, για επικίνδυνες σωματικές βλάβες.
Αντώνιος Λαζαράκος, αστυφύλακας, για επικίνδυνες σωματικές βλάβες.
Ευάγγελος Μαντζώρος, οδηγός αυτοκινήτου, για απόπειρες ανθρωποκτονιών.
 Περί Πηγών...



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/869#ixzz3vmjMrDOt























Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Κάλαντα






<em>Κάλαντα</em>, Νικηφόρος Λύτρας, 1872

Ευχετήρια και εγκωμιαστικά άσματα, που ψάλλουν τα παιδιά (ενίοτε και οι μεγάλοι) κατά τις παραμονές μεγάλων εορτών, όπως τα Χριστούγεννα (24 Δεκεμβρίου), η Πρωτοχρονιά (31 Δεκεμβρίου) και τα Θεοφάνεια (5 Ιανουαρίου). Κάλαντα άδονται ακόμα στις εορτές του Λαζάρου και των Βαΐων, τα λεγόμενα Βαΐτικα. Αντίθετα, τα κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής έχουν κατανυκτικό χαρακτήρα.
Ετυμολογικά, η λέξη «κάλαντα» προέρχεται από τη λατινική calendae (καλένδες στα ελληνικά), που σημαίνει τις πρώτες ημέρες κάθε μήνα. Ειδικά, οι Καλένδες του Ιανουαρίου ήταν μέρες γιορτής για τους Ρωμαίους, λόγω της έλευσης του νέου χρόνου. Τα Κάλαντα έλκουν την καταγωγή τους από παρόμοια αρχαία τραγούδια του αγερμού και της ειρεσιώνης και είχαν κοσμικό χαρακτήρα. Η Εκκλησία κατά τους Βυζαντινούς χρόνους απαγόρευε ή απέτρεπε αυτό το έθιμο ως ειδωλολατρικό και το είχε καταδικάσει με απόφαση της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου το 680 μ.Χ. Οι συμμετέχοντες στο έθιμο των Καλάντων αποκαλούνταν «Μηναγύρτες». Με την πάροδο του χρόνου τα Κάλαντα απέκτησαν θρησκευτικό περιεχόμενο, ανάλογο με την κάθε γιορτή.
Την παραμονή των Χριστουγέννων οι καλαντιστές γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν:
Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ο ορισμός σας
Χριστού την θείαν Γέννησιν να πω στ’ αρχοντικό σας…
Στη συνέχεια διηγούνται τα περιστατικά της Γεννήσεως, τελειώνοντας με ευχές και επαίνους για το νοικοκύρη, την κυρά και τους άξιους βλαστούς του σπιτιού. Φυσικά, οι καλαντιστές δεν ξεχνούν να ζητήσουν και την αμοιβή τους, είτε σε είδος, είτε σε «ρευστό» στις μέρες μας, με συχνά αυτοσχέδιους στίχους όπως: «Δώστε κι εμάς τον κόπο μας να είναι ο ορισμός σας». Αν το φιλοδώρημα είναι πενιχρό ή δεν δοθεί καθόλου, οι καλαντιστές σκαρώνουν κάποιες φορές σκωπτικά ή αποδοκιμαστικά δίστιχα για τον νοικοκύρη.
Πασίγνωστα είναι και τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς:
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος…
και λιγότερο γνωστά τα κάλαντα των Θεοφανείων (Των Φώτων):
Σήμερα τα φώτα κι ο Φωτισμός
Και χαρά μεγάλη κι αγιασμός…
Το Σάββατο του Λαζάρου (το Σάββατο πριν από την Κυριακή των Βαΐων) τα παιδιά γυρίζουν τα σπίτια και τραγουδούν τα ειδικά κάλαντα (Λαζαρικά) σε διάφορες παραλλαγές, που εξιστορούν την «εκ νεκρών έγερση» του Λαζάρου. Τελειώνοντας το τραγούδι τους τα λαζαράκια, όπως αποκαλούνται οι καλαντιστές της ημέρας, συνεχίζουν με ευχετικούς και επαινετικούς στίχους για το σπίτι και δέχονται ως φιλοδώρημα αυγά που τα τοποθετούν σ’ ένα στολισμένο καλαθάκι (σε κάποιες περιοχές φρούτα ή χρήματα). Τον Λάζαρο τραγουδούν κυρίως κορίτσια σχολικής ηλικίας, τα οποία αποκαλούνται λαζαρίνες, λαζαρίτσες, λαζαρούδισσες κ.α. Γενικότερα, το Σάββατο του Λαζάρου λαμβάνει χαρούμενο χαρακτήρα, καθώς η έγερση του Λαζάρου προαναγγέλλει την Ανάσταση του Χριστού.
Κάλαντα άδονταν παλαιότερα και την Κυριακή των Βαΐων, που εξέφραζαν τη χαρά για τη μεγάλη ημέρα που πλησιάζει:
Βάγια, βάγια τω βαγιώ
τρώνε ψάρια και κολιό
και την άλλη Κυριακή
τρώνε κόκκινο αβγό.
Σώζονται πολλές παραλλαγές από κάλαντα, άλλα σε δημοτική γλώσσα και άλλα σε μισοκαθαρεύουσα. Ανάλογα με τον τόπο και τις εποχές, τα παιδιά που ψάλλουν τα κάλαντα κρατούν συνήθως πολύχρωμα φαναράκια, καράβια ή εκκλησίες φωτισμένες εσωτερικά, σιδερένια τρίγωνα ή ραβδιά στολισμένα με λουλούδια σαν τους αρχαίους θύρσους. Οι μεγάλοι συνοδεύουν με μουσική υπόκρουση το τραγούδι τους και έχουν μαζί τους και καλάθια, όπου βάζουν τα δώρα που τους φιλεύουν. Τα όργανα που κυριαρχούν είναι η φυσαρμόνικα, το τύμπανο, το τουμπελέκι, η τσαμπούνα και άλλα πνευστά όργανα.
Ο λαός δέχεται με συμπάθεια τους καλαντιστές, που προσδίδουν στις γιορτές ιδιαίτερη χάρη και ευθυμία.
Αντιθέτως, τα Κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής έχουν θρηνητικό χαρακτήρα και αναφέρονται στη Σταύρωση του Χριστού. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής ομάδες παιδιών γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το μοιρολόι «Σήμερα μαύρος ουρανός», γνωστό και ως «Μοιρολόι της Παναγίας». Σε πολλές περιοχές της χώρας τα κορίτσια της ομάδας κρατούν ένα στεφάνι, πλεγμένο με λουλούδια εποχής, το οποίο στη συνέχεια το εναποθέτουν είτε στον Επιτάφιο, είτε στον τάφο του προσφάτως αποβιώσαντος ενορίτη. Τα Κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής τείνουν σήμερα να εκλείψουν.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/584#ixzz3vDayzLyq