Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

Μαρία Κάλλας 1923 – 1977


Αποτέλεσμα εικόνας

Μαρία Κάλλας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια



Η Μαρία Κάλλας (Νέα Υόρκη2 Δεκεμβρίου 1923 - Παρίσι16 Σεπτεμβρίου 1977), γεννημένη ως Μαρία Άννα Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου, ήταν κορυφαία Ελληνοαμερικανίδα υψίφωνος και η πλέον γνωστή παγκοσμίως ντίβα της όπερας.

Η αρχή της μεγάλης πορείας

Εντούτοις η ακρόασή της από τον Έντουαρντ Τζόνσον, διευθυντή της Όπερας, φέρνει την προσφορά δύο ρόλων στα έργα "Φιντέλιο"του Μπετόβεν και Μαντάμ Μπατερφλάι του Πουτσίνι. Η Κάλλας απορρίπτει τους ρόλους. Δε θέλει να τραγουδήσει τον "Φιντέλιο" στααγγλικά, ενώ αισθάνεται πολύ εύσωμη ώστε να ερμηνεύσει την αιθέρια "Μπάτερφλάι".
Η γνωριμία της με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Αρένας της ΒερόναΤζοβάννι Τζενατέλλο την οδηγεί στην Ιταλία. Εκεί στις 3 Αυγούστου 1947 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην Αρένα της Βερόνα με τη "Τζοκόντα" του Αμιλκάρε Πονκιέλι. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει την Ιζόλδη από το "Τριστάνος και Ιζόλδη" στη Βενετία υπό την καθοδήγηση του μαέστρου Τούλιο Σεραφίν. Συνάμα έρχεται και η γνωριμία της με τον μουσικόφιλο Ιταλό βιομήχανο Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι, με τον οποίο παντρεύονται στις 21 Απριλίου1949. Ο Μενεγκίνι έχοντας και ρόλο μάνατζερ άσκησε καταλυτική επιρροή στην καριέρα της Κάλλας, υποβάλλοντάς την σε δίαιτα με σκοπό να αποκτήσει καλύτερη εμφάνιση και αποτρέποντάς την από κάθε βιοτική ενασχόληση με την οικονομική κάλυψη, που της παρείχε. Έτσι τον ίδιο χρόνο η Κάλλας κάνει καλλιτεχνικές εμφανίσεις στο Μπουένος Άιρες και το 1950 στο Μεξικό.

Τα στάδια της αποθέωσης

Στις 7 Δεκεμβρίου 1951 η Κάλλας ανοίγει τη σαιζόν στη Σκάλα του Μιλάνου με τους "Σικελικούς Εσπερινούς", εμφάνιση που της προσφέρει μεγάλη αναγνώριση. Κατά τη διάρκεια των επόμενων επτά ετών η Σκάλα θα είναι η σκηνή των μέγιστων θριάμβων της σε ένα ευρύ φάσμα ρόλων. Το 1955 ανεβάζει την ιστορική παράσταση της "Τραβιάτα" του Βέρντι σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι.
Στις 27 Οκτωβρίου 1956 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης ως "Νόρμα" στο ομώνυμο έργο του Μπελλίνι. Στις 5 Αυγούστου 1957 επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Δύο μήνες πριν είχε γνωρίσει τον εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση σε δεξίωση της κοσμικογράφου Έλσα Μαξγουελ. Η γνωριμία τους θα εξελιχθεί σε μία από τις πλέον συζητημένες σχέσεις στην ιστορία.
Στις 24 Αυγούστου του 1960, η Μαρία Κάλλας ερμήνευσε στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου τη Νόρμα του Βιντσέντζο Μπελίνι, έργο το οποίο η ίδια είχε ζητήσει για την πρώτη της εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο. Δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να ξαναζήσει το δράμα και το πάθος της ηρωίδας. Τη στιγμή που τραγουδούσε την άρια "Κάστα ντίβα" αφέθηκαν στην ορχήστρα δύο λευκά περιστέρια, προκαλώντας θύελλα χειροκροτημάτων. Στο τέλος, ο ενθουσιασμός του κοινού ήταν τόσο μεγάλος που κάλεσαν την Κάλλας 10 φορές στη σκηνή. Τα σκηνικά, στην ιστορική αυτή παράσταση, υπέγραψε ο Γιάννης Τσαρούχης, τα κοστούμια φιλοτέχνησε ο Αντώνης Φωκάς και η σκηνοθεσία ήταν του Αλέξη Μινωτή. Τη σύμπραξη της Μαρίας Κάλλας με την Εθνική Λυρική Σκηνή διήθυνε από το πόντιουμ ο Τούλιο Σεραφίν[1].
Στις 6 Αυγούστου του 1961, η Μαρία Κάλλας ερμήνευσε στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου τη Μήδεια του Λουίτζι Κερουμπίνι με την Εθνική Λυρική Σκηνή. Στην παράσταση συμμετείχαν περισσότερα από 200 πρόσωπα. Επρόκειτο για έναν ακόμη θρίαμβο της μεγάλης καλλιτέχνιδας, η οποία αποθεώθηκε από τους 17.000 θεατές της βραδιάς, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Προεδρίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, η κοσμικογράφος Έλσα Μάξγουελ, ο πρίγκιπας Πέτρος τουΜονακό και άλλοι. Τη σκηνοθεσία της παράστασης είχε αναλάβει ο Αλέξης Μινωτής, τα σκηνικά-κοστούμια υπέγραψε ο Γιάννης Τσαρούχης (είχε "ντύσει" την Κάλλας, την οποία θαύμαζε πολύ, στη Μήδεια και στη Νόρμα), οι χορογραφίες ήταν της Μαρίας Χορς και η διεύθυνση ορχήστρας του Νίκολα Ρεσίνιο. Τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί, εκτός ολίγων των 300, 400 και 500 δραχμών. Μετά τη μνημειώδη αυτή παράσταση στην Επίδαυρο, ήρθε η σειρά της Σκάλας του Μιλάνου, τον Δεκέμβριο. "Πολλές αναποδιές και δυσκολίες τεχνικές και ψυχολογικές στην αρχή των δοκιμών, αλλά όταν η Κάλλας ήρθε στην πρόβα, όλα πήγαν μέλι-γάλα", σημειώνει ο Αλέξης Μινωτής στο βιβλίο του Μακρινές Φιλίες"Στο τέλος όλοι αναγνώρισαν πως η παράσταση αυτή ήταν ίσως η καλύτερη που έγινε ποτέ στη Σκάλα του Μιλάνου"[2].
Τον Ιανουάριο του 1964 η Μαρία Κάλλας πείθεται από το Φράνκο Τζεφιρέλι να συμμετάσχει σε μία νέα παραγωγή της "Τόσκα" στη σκηνή του Κόβεντ Γκάρντεν (Covent Garden). Η παράσταση εκθειάζεται από τους κριτικούς ενώ ακολουθεί την ίδια χρονιά νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος στην Όπερα των Παρισίων με τη "Νόρμα". Παρά τα φωνητικά προβλήματα που έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει το παρισινό κοινό την υποδέχεται θερμά.
Στις 5 Ιουλίου 1965 εμφανίζεται για τελευταία φορά σε παράσταση όπερας στο Κόβεντ Γκάρντεν με την "Τόσκα" σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι. Στα 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με τον Μενεγκίνι. Πλέον ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν κάτι που τελικά δεν γίνεται, μια και στις 20 Οκτωβρίου 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου ΚέννεντυΤζάκυ. Αυτή του η πράξη βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.

Τελευταίες σκηνές πριν το τέλος

Το 1969 γυρίζει σε ταινία τη "Μήδεια" του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Πιερ Πάολο Παζολίνι. Η ταινία δεν έχει τύχη στις κινηματογραφικές αίθουσες. Στις 25 Μαΐου 1970 μεταφέρεται στο νοσοκομείο και γίνεται γνωστό ότι επεχείρησε να αυτοκτονήσει λαμβάνοντας μεγάλη δόση βαρβιτουρικών.
Το 1973 σκηνοθετεί στο Τορίνο μαζί με τον Τζουζέπε ντι Στέφανο το έργο "Σικελικοί Εσπερινοί" (I Vespri Siciliani) και την ίδια χρονιά ξεκινά μαζί του μια παγκόσμια καλλιτεχνική περιοδεία. Στις 8 Δεκεμβρίου η Κάλλας τραγούδησε στην Όπερα των Παρισίων, όπου το κοινό την κάλεσε στη σκηνή 10 φορές καταχειροκροτώντας την. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαππόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.
Η Μαρία Κάλλας πέρασε στην αιωνιότητα στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 στο Παρίσι. Η κηδεία της έγινε στις 20 Σεπτεμβρίου και, αφού το σώμα της αποτεφρώθηκε όπως επιθυμούσε, την άνοιξη του 1979 η τέφρα της σκορπίστηκε στο Αιγαίο.



















Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Αλέξανδρος Ζαΐμης 1855 – 1936





Νομικός, τραπεζίτης και πολιτικός. Έφθασε στα ανώτατα αξιώματα της ελληνικής πολιτείας και διατέλεσε Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 1855 και ήταν γιος του καλαβρυτινού πολιτικού Θρασύβουλου Ζαΐμη, που διατέλεσε επανειλημμένα πρωθυπουργός. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και τη Γερμανία και αναγορεύθηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Μετά το θάνατο του πατέρα του άρχισε να πολιτεύεται στην επαρχία Καλαβρύτων. Το 1855 εκλέχτηκε βουλευτής για πρώτη φορά υπό τη σημαία του Θεόδωρου Δηλιγιάννη και έκτοτε εκλεγόταν συνεχώς έως το 1915. Διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής και Υπουργός Δικαιοσύνης και Εσωτερικών σε κυβερνήσεις του Θεόδωρου Δηλιγιάννη.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1897 ανέλαβε την πρωθυπουργία, από την οποία παραιτήθηκε στις 2 Απριλίου 1899, αφού απέτυχε στις εκλογές της 7ης Φεβρουαρίου, τις οποίες διενήργησε. Επί της πρωθυπουργίας του έγιναν οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο, επιβλήθηκε Οικονομικός Έλεγχος στη χώρα μετά το τρικουπικό «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν!» και αναλήφθηκε η Ύπατη Αρμοστεία της Κρήτης από τον πρίγκηπα Γεώργιο της Ελλάδας, που οδήγησε το 1913 στην ενσωμάτωση της Μεγαλονήσου στον εθνικό κορμό.
Στον απόηχο των «Ευαγγελικών» και μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Θεοτόκη, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης ξανάγινε πρωθυπουργός στις 12 Νοεμβρίου 1901. Στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1902, ως αρχηγός μικρού κόμματος, απέτυχε και πάλι και παραιτήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1924. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1906 διορίστηκε Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης στη θέση του παραιτηθέντος διαδόχου Γεωργίου, στην οποία παρέμεινε έως τις 12 Οκτωβρίου 1908. Στις 14 Δεκεμβρίου 1914 εκλέχθηκε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, θέση στην οποία παρέμεινε έως τις 19 Δεκεμβρίου 1920.
Ενδιάμεσα διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός σε βραχύβιες κυβερνήσεις (24 Σεπτεμβρίου - 25 Οκτωβρίου 1915, 9 Ιουνίου - 3 Σεπτεμβρίου 1916, 21 Απριλίου - 14 Ιουνίου 1917). Κατά τη διάρκεια της τελευταίας του θητείας απομακρύνθηκε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος κατ' απαίτηση των Γάλλων. Μετά τις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926ορκίστηκε για έκτη φορά πρωθυπουργός (4 Δεκεμβρίου 1926) στην οικουμενική κυβέρνηση που σχηματίστηκε, καθώς κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε την απόλυτη πλειονοψηφία. Μετά τη διάλυση της οικουμενικής διατήρησε την πρωθυπουργία σε δύο κυβερνήσεις συνεργασίας έως τις 4 Ιουλίου 1928, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλοςανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.
Στις 20 Μαΐου 1929 εκλέχτηκε γερουσιαστής και δύο μέρες μετά Πρόεδρος τηςΓερουσίας. Μετά την παραίτηση του Παύλου Κουντουριώτη (9 Δεκεμβρίου 1929) ανέλαβε προσωρινά καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα. Στις 14 Δεκεμβρίου 1929 εκλέχτηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας από τη Βουλή και τη Γερουσία και επανεκλέχθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1934.
Παραιτήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1935, μετά την πολιτειακή μεταβολή που επανέφερε τη βασιλεία στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα, αναγνωρίστηκε η Αβασίλευτη Δημοκρατία από το Λαϊκό Κόμμα (2 Οκτωβρίου1932) ως το νόμιμο πολίτευμα της χώρας, σημειώθηκε η ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933 και εκδηλώθηκαν τρία αποτυχημένα βενιζελικά κινήματα (5 Μαρτίου 1933, 1 Μαρτίου 1935, 10 Οκτωβρίου 1935).
Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης διακρίθηκε για τη μετριοπάθεια και σωφροσύνη του, γι' αυτό εθεωρείτο πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης. Μετά την αποχώρησή του από τα αξιώματα του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας και του Προέδρου της Δημοκρατίας αρνήθηκε να λάβει σύνταξη. Πέθανε στη Βιέννη στις 15 Σεπτεμβρίου 1936, όπου είχε μεταβεί για πάθηση των οφθαλμών του. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου, όπου τάφηκε με μεγάλες τιμές στο Α' Νεκροταφείο.






















Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας







Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια


Στα πλαίσια του διακαούς πόθου για αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και με σαφή την επίδραση των μυστικών εταιρειών της Ευρώπης, συναντιούνται το1814 στην Οδησσό τρεις Έλληνες και αποφασίζουν τη σύσταση μιας αυστηρά συνωμοτικής οργάνωσης, η οποία θα προετοίμαζε τον ξεσηκωμό όλων των Ελλήνων. Συμβολικά είχε οριστεί η 14η Σεπτεμβρίου, επέτειος της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού ,ως ημέρα ίδρυσης της.[6] Πρόκειται για τον Νικόλαο Σκουφά, 35 χρόνων, από το Κομπότι της Άρτας, τον Εμμανουήλ Ξάνθο, 42 χρόνων, από την Πάτμο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, 26 χρόνων, από ταΓιάννενα. Και οι τρεις έχουν ήδη γίνει κοινωνοί των επαναστατικών ιδεών και του εταιρισμού. Ο Σκουφάς είχε ιδιαίτερες επαφές με τον Κωνσταντίνο Ράδο, ο οποίος ήταν μυημένος στον Καρμποναρισμό. Ο Ξάνθος είχε μυηθεί σε τεκτονική Στοά της Λευκάδας («Εταιρεία των Ελεύθερων Κτιστών», της Αγίας Μαύρας), ενώ ο Τσακάλωφ είχε υπάρξει ιδρυτικό μέλος μιας Φιλανθρώπου Εταιρείας και γνώριζε την οργάνωση του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου[7].



Στέλιος Καζαντζίδης 1931 – 2001




Ο Στέλιος Καζαντζίδης υπήρξε ένας από τους λίγους τραγουδιστές, που κέρδισαν αδιαφιλονίκητα τον τίτλο του λαϊκού ερμηνευτή, αγαπήθηκε φανατικά, μπήκε στις καρδιές και στα σπίτια των ανθρώπων, τραγουδήθηκε όσο λίγοι και χάρισε το αίσθημα της οικειότητας σε όσους ένιωσαν ότι τραγουδά για εκείνους.
Με τη μοναδική υφή της φωνής του κατάφερε να εκφράσει τις αγωνίες, τους φόβους, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων, για τους οποίους η επιβίωση δεν ήταν και τόσο αυτονόητη. Οικονομικά και κοινωνικά αποκλεισμένοι, πρόσφυγες, εργάτες, όλοι αγωνιστές της καθημερινότητας αναζητούσαν στα τραγούδια του παρηγοριά για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν καθημερινά. Και το κοινό του, βέβαια, δεν σταματούσε μόνο σε αυτούς.
Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1931 στη Νέα Ιωνία. Η μητέρα του ήταν πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία. Από αυτή άκουγε ως παιδί τα λαϊκά τραγούδια που έφεραν οι πρόσφυγες και από τη γιαγιά του -όπως έλεγε ο ίδιος- πήρε τις τεχνικές, τις αναπνοές, το κλάμα στη φωνή… Ως τη στιγμή που τον ανέλαβε ο μεγάλος δάσκαλος Στέλιος Χρυσίνης.
Μεγαλώνοντας, δούλεψε σ' ένα εργοστάσιο στη Νέα Ιωνία. Μία μέρα, τον φωνάζει το αφεντικό του και του λέει ότι έχει καταπληκτική φωνή και του κάνει δώρο μία κιθάρα. Ο Στέλιος, όσε ώρες δεν δούλευε, καθόταν στο σπίτι και προσπαθούσε να μάθει τραγούδια στην κιθάρα. Μια μέρα, κάποιος περαστικός τον άκουσε και του πρότεινε να τραγουδήσει στην ταβέρνα του. Έτσι, έγινε η αρχή…
Το 1950 εμφανίστηκε για πρώτη φορά επαγγελματικά στην Κηφισιά. Δύο χρόνια αργότερα έκανε και την πρώτη ηχογράφησή του στην Columbia, με το τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα «Για μπάνιο πας», που όμως δεν πούλησε. Το δεύτερο τραγούδι, «Οι βαλίτσες» του Γιάννη Παπαϊωάννου, έγινε μεγάλη επιτυχία.
Από εκεί και πέρα ξεκίνησε μία σειρά επιτυχιών και συνεχής άνοδος, με εμφανίσεις σε γνωστά λαϊκά κέντρα της εποχής. Τότε έρχεται και η γνωριμία, ο αρραβώνας, αλλά και η συνεργασία με την Καίτη Γκρέυ, ως το καλοκαίρι του 1957. Σουξέ της εποχής, το «Απόψε φίλα με» του Μανόλη Χιώτη, ένα ντουέτο του Στέλιου Καζαντζίδη με την Καίτη Γκρέυ. Μετά από αυτό χώρισαν.
Η επόμενη οκταετία (1957-1965) είναι ίσως η πιο γόνιμη και δημιουργική περίοδος για τον Στέλιο Καζαντζίδη. Η γνωριμία του με τη Μαρινέλλα στη Θεσσαλονίκη εξελίχθηκε σε μια λαμπρή συνεργασία. Μαζί έκαναν μεγάλες επιτυχίες με κορυφαίους συνθέτες (ΤσιτσάνηςΠαπαϊωάννουΧιώτης, Καλδάρας, Παπαγιαννοπούλου, Βίρβος,ΘεοδωράκηςΧατζιδάκις, Λεοντής, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Μαρκόπουλος κ.ά.) και εμφανίστηκαν στα μεγαλύτερα λαϊκά κέντρα.
Το Μάιο του 1966 αποφάσισαν να ενωθούν και στη ζωή. Ο γάμος τους μπορεί να μην άντεξε στο χρόνο, αλλά έμειναν για πάντα φίλοι. Έπειτα από χρόνια, ο Καζαντζίδης γνώρισε και παντρεύτηκε την κυρα-Βάσω, την οποία ο χαρακτήριζε ως «θησαυρό».
Τo 1965 κι ενώ βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα νυχτερινά κέντρα. Τήρησε την επιλογή του αυτή ως το τέλος της ζωής του και η μόνη επαφή με το κοινό ήταν μέσω των δίσκων του. Για κάποιο διάστημα και αυτή η επικοινωνία διακόπηκε, λόγω προβλημάτων που είχε με τη δισκογραφική εταιρεία «Μίνως».
Στη δισκογραφία επανήλθε, έπειτα από 12 χρόνια απουσίας, το 1987, συνεργαζόμενος με τους Τάκη Σούκο, Λευτέρη Χαψιάδη, Θανάση Πολυκανδριώτη, Θοδωρή Καμπουρίδη, Μάκη Ερημίτη, Αντώνη Βαρδή, Σώτια Τσώτου και άλλους άξιους δημιουργούς. Το κύκνειο άσμα του ήταν ο δίσκος «Έρχονται χρόνια δύσκολα».
Πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, σε ηλικία 70 ετών, έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.


























Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Η Καταστροφή της Σμύρνης

























Mε τον όρο καταστροφή της Σμύρνης ή αλλιώς Μεγάλη Πυρκαγιά της Σμύρνης αναφέρονται τα γεγονότα της σφαγής τουελληνικού και αρμενικού πληθυσμού της Σμύρνης από τον κεμαλικό στρατό, καθώς και η πυρπόληση της πόλης, που συνέβησαν τον Σεπτέμβριο του 1922. Η καταστροφή αυτή άρχισε 7 ημέρες μετά την αποχώρηση και του τελευταίου ελληνικού στρατιωτικού τμήματος από τη Μικρά Ασία και μετά την είσοδο του τουρκικού στρατού, του ιδίου του Μουσταφά Κεμάλ και των ατάκτων του στην πόλη. Η φωτιά εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία και συγκεκριμένα από την ανατίναξη της Αρμενικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, όπου είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα και πολιορκούντο από τους Τούρκους. Την πολιορκία την έσπασε με το ασκέρι του ο Έλληνας καπετάνιος Σιδερής (Ισίδωρος) Πανταζόπουλος, που επί πολλά έτη πολεμούσε τους άτακτους Τσέτες ληστές στα γύρω βουνά. Οι Έλληνες μπήκαν μέσα στην εκκλησία και έδωσαν νερό και τρόφιμα στους πολιορκημένους, όμως, οι πολυπληθέστεροι Τούρκοι γρήγορα ανασυντάχθηκαν και παίρνοντας πυρίτιδα από γειτονική πυριταδαποθήκη, περικύκλωσαν και πάλι την εκκλησία και την ανατίναξαν. Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία οι Τούρκοι ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία[1], και διήρκεσε από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922 (31 Αυγούστου έως 4 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο).
Προηγηθέντα της πυρπόλησης
Μετά την κατάρρευση του μετώπου, την ευθύνη του οποίου έφερε ο τότε Διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού, υποστράτηγος Νικόλαος Τρικούπης, και την άτακτη υποχώρηση και αναδίπλωση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από το Αφιόν Καραχισάρ, (στα μέσα Αυγούστου του 1922), άρχισε και ο ξεριζωμός ενός μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού (Ελλήνων και Αρμενίων) προς τη μικρασιατική ακτή, που, κατά τους υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου[2], έφτανε τις 250.000. Επίσης, στη Σμύρνη είχαν βρει καταφύγιο και 15.000 Αρμένιοι που συνωστίζονταν στα διάφορα ιδρύματα και σπίτια της Αρμενικής Κοινότητας[3].
Η αδιάκοπη όμως άφιξη των τρένων που μετέφεραν στρατιωτικά υπολείμματα και πρόσφυγες (υπολογίστηκε ότι έφταναν με ρυθμό 30.000 ατόμων την ημέρα) στη Σμύρνη, καθώς και οι έντονες φήμες της γενικής κατάρρευσης του μετώπου μεγάλωναν την ένταση και την ανησυχία του πληθυσμού, ενώ η προετοιμασία της ελληνικής διοίκησης για αναχώρηση δεν άφηναν πλέον τις παραμικρές αμφιβολίες για τη μετέπειτα εξέλιξη[4]. Έναντι της έντρομης εκείνης κατάστασης που εξελισσόταν, χαρακτηριστική υπήρξε η απάντηση του Έλληνα Υπάτου Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη στον πρώην Νομάρχη Λέσβου και Διοικητή Χίου Γεώργιο Παπανδρέου, όταν ο δεύτερος του συνέστησε να ενημερώσει άμεσα τον ελληνογενή πληθυσμό για να φύγει. Ο Στεργιάδης φέρεται να δήλωσε στον Παπανδρέου: "Καλύτερα να μείνουν εδώ, να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θ' ανατρέψουν τα πάντα."[5]
Στις 24 Αυγούστου/6 Σεπτεμβρίου αναχωρεί και το τελευταίο ελληνικό στρατιωτικό τμήμα. Την επομένη οι χιλιάδες των προσφύγων Έλληνες και Αρμένιοι που κατέκλυζαν όλο το μήκος της περίφημης προκυμαίας "Κε" της Σμύρνης μάταια περίμεναν πλέον τα επιταγμένα ελληνικά πλοία για τη μεταφορά τους στα γειτονικά ελληνικά νησιά. (Δείτε παρακάτω ενότητα "Ο ελληνικός στόλος"). Μετά όμως από έντονη παρέμβαση του Αμερικανού Προξένου Γ. Χόρτον, (G. Horton), στάλθηκαν δύο αμερικανικά αντιτορπιλικά για την εξυπηρέτηση των προσφύγων[6]. Την επομένη, 26 Αυγούστου/8 Σεπτεμβρίου (1922), αναχωρούν οι ελληνικές Αρχές Σμύρνης. O μέχρι τότε Έλληνας Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης, Αρ. Στεργιάδης, επιβιβάστηκε σε αγγλικό πολεμικό πλοίο που του διατέθηκε με προορισμό την Κωνσταντινούπολη.
Η αντίστροφη μέτρηση για την πόλη της Σμύρνης είχε πλέον φθάσει.

Ο ελληνικός στόλος

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, δηλαδή δύο ημέρες πριν από την έναρξη της καταστροφής της πόλης, είχε εκδηλωθεί στρατιωτικό κίνημα στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Τούτο είχε ως συνέπεια όλος σχεδόν ο ελληνικός στόλος με το σύνολο των επίτακτων πλοίων να τεθεί υπό τους κινηματίες για τη μεταγωγή του ελληνικού στρατού προς το Λαύριο, προκειμένου να επικρατήσει η επανάσταση στην Αθήνα.[7]. Μάλιστα δε, το ελληνικό θωρηκτό Κιλκίς που ναυλοχούσε και είχε ως βάση τη Σμύρνη, με την έκρηξη του κινήματος και υπό τον κυβερνήτη πλοίαρχο Δεμέστιχα μετέβη στη Σάμο όπου και παρέμεινε προκειμένου να επιβάλει την επανάσταση[8] παρότι οι καπνοί της καταστροφής, (κατά την ημέρα), και το φέγγος της πυρκαγιάς, (κατά τη νύχτα), ήταν ορατά τόσο από τη Χίο όσο και από τη Σάμο.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 1922 κατά την τρίτη ημέρα της καταστροφής της Σμύρνης το θωρηκτό Κιλκίς απέπλευσε και ενώθηκε με το θωρηκτό Αβέρωφ, μεταξύ Χίου και Σάμου, που κατερχόταν ολοταχώς το Αιγαίο προς Πειραιά, προερχόμενο από την Κωνσταντινούπολη, αφού προηγουμένως είχε σημειωθεί ανταρσία και είχε αποχωρήσει από τη Διασυμμαχική Ανταντική Ναυτική Δύναμη, που ναυλοχούσε στο Βόσπορο, (στην οποία είχε ενταχθεί μετά την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου), υπό τον κινηματία κυβερνήτη Αντιπλοίαρχο Γ. Χατζηκυριάκο[9].
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

Μαρίκα Κοτοπούλη 1887 – 1954






Ελληνίδα ηθοποιός· από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του νεοελληνικού θεάτρου. Ασχολήθηκε επιτυχημένα με όλα τα είδη του θεατρικού (δράμα, κωμωδία, επιθεώρηση), αν και αυτοδίδακτη. Διέπρεψε, όμως, στην τραγωδία, με τη βαθιά φωνή της, το πάθος και τη λιτότητα στην κίνηση. Ήταν ευφυέστατη και ετοιμόλογη και γενικά μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελλάδας.
Η Μαρίκα Κοτοπούλη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 1887, από γονείς ηθοποιούς, τον Δημήτριο Κοτοπούλη (1848-1919) και την Ελένη Κοτοπούλη (1851-1926), το γένος Σιλιβάκου. Είχε τρεις αδερφές, επίσης ηθοποιούς: τις δίδυμες Χρυσούλα Μυράτ ή Χρυσούλα Κοτοπούλη και Φωτεινή Κοτοπούλη - Λούη ή Φωτεινή Λούη και την Πόπη Κοτοπούλη.
Το βάπτισμα του πυρός στο θέατρο το πήρε βρέφος σαράντα ημερών στο έργο «Ο Αμαξηλάτης των Άλπεων», που ανέβασε ο θίασος των γονιών της. Σε ηλικία έξι ετών έπαιξε το ρόλο της μικρής μαθήτριας στην πρώτη ελληνική επιθεώρηση «Λιγ’ απ’ όλα» των Μίκιου Λάμπρου και Λάμπου Αστέρη. Μέχρι τα δέκα της είχε υποδυθεί το τέκνο του λοχία Γουλιέλμου στους «Δύο Λοχίας» των Ντομπινί, Μποντουέν και Μαγιάρ, το φάντασμα στον σεξπιρικό «Μάκβεθ», την Αδιαφορίδου στο «Παρθεναγωγείον» του Δεληκατερίνη και τον Έρωτα στο έργο του Καλοστύπη «Προμηθεύς εν Ολύμπω».
Από το 1897 έκανε θεατρικές εμφανίσεις με τον θίασο των γονιών της και εκτός Αθηνών - Θεσσαλονίκη, Σύρο, Ναύπλιο, Πάτρα και Σμύρνη - ερμηνεύοντας ρόλους, όπως την Κυρά-Γιάννενα στον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας» του Κορομηλά, τη Μάγδα στο ομώνυμο δράμα του Ζούντερμαν και την κυρία Λάσκαρη στα «Μαλλιά Κουβάρια» του Νικολάου Λάσκαρη. Έκανε μεγάλη εντύπωση για τις υποκριτικές της ικανότητες και οι κριτικοί της εποχής, όπως ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος, ο Άριστος Καμπάνης και ο Ιωάννης Κονδυλάκης, δεν φείσθηκαν κολακευτικών σχολίων για τις επιδόσεις της στο θεατρικό σανίδι. Τη χαρακτήρισαν «δόξα της ελληνικής σκηνής», «θαύμα σκηνικής σαγήνης», «αληθινή ενσάρκωση της μεγάλης τέχνης και ιδανικόν της ελληνικής σκηνής» και «μοναδική της Ελλάδος τραγωδό».
Το 1902 προσελήφθη στη «Νέα Σκηνή» του Χρηστομάνου, αλλά αποχώρησε γρήγορα, για να ενταχθεί στο νεοσύστατο «Βασιλικό Θέατρο Αθηνών». Στην πρώτη της εμφάνιση ερμήνευσε τον Μώμο στο σεξπιρικό «Όνειρον Θερινής Νυκτός» και συνέχισε με την Ιφιγένεια στην ομώνυμη τραγωδία του Γκαίτε και τη Μαργαρίτα στον «Φάουστ» του ιδίου. Σημαντική στιγμή στην καριέρα της νεαρής Κοτοπούλη υπήρξε η συμμετοχή της στην τριλογία του Αισχύλου «Ορέστεια», που ανέβηκε στη δημοτική το Νοέμβριο του 1903 από το Βασιλικό Θέατρο και προκάλεσε τη βίαια αντίδραση των οπαδών της καθαρεύουσας.





Τον Οκτώβριο του 1906 αναχώρησε για το Παρίσι, συνοδευόμενη από τον εξάδελφό της ηθοποιό Πέτρο Νικολάου. Στη γαλλική πρωτεύουσα παρέμεινε επί τετράμηνο, όπου παρακολούθησε πλήθος παραστάσεων κι ενημερώθηκε για τις τρέχουσες θεατρικές εξελίξεις. Αμέσως μετά την επάνοδό της στην Αθήνα εμφανίσθηκε για είκοσι μέρες στη Σύρο με τον θίασο της μητέρας της, παίζοντας μεταξύ άλλων στα έργα «Μάγδα» του Ζούντερμαν, «Κυρά της Θάλασσας» του Ίψεν και «Αρχισιδηρουργός» του Ονέ. Μετά την περιοδεία αυτή επέστρεψε στην Αθήνα και, όπως έγραψε ο ιστορικός του νεοελληνικού θεάτρου Γιάννης Σιδέρης, έστησε τον θρόνο της στην ελληνική πρωτεύουσα, ο οποίος παρέμεινε έκτοτε ασάλευτος.
Η θιασαρχική της σταδιοδρομία άρχισε το 1908, όταν ίδρυσε θίασο με τον κωμικό Κωνσταντίνο Σαγιώρ και παρουσίασαν το έργο του Μπράκο «Μητέρα». Στη συνέχεια ανέβασαν τη «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου (10 Ιουνίου 1909), το μονόπρακτο του Νιρβάνα «Όταν σπάση τα δεσμά του» (Αύγουστος 1909) και «Τα χαμίνια» του Δεληκατερίνη (Σεπτέμβριος 1909). Τον χειμώνα του ίδιου χρόνου, ο θίασός της περιόδευσε στην Κωνσταντινούπολη, τη Σύρο και τον Βόλο.
Το 1908, ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για περιοδεία, η Κοτοπούλη ερωτεύτηκε τον πολιτικό και στοχαστή Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος υπηρετούσε στην εκεί ελληνική πρεσβεία. Η πολύκροτη σχέση τους βάστηξε μέχρι τη δολοφονία του αγαπημένου της, στις 30 Ιουλίου 1920, από υποστηρικτές του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Το 1911 ίδρυσε νέο θίασο σε συνεργασία με τον κωμικό ηθοποιό του μουσικού θεάτρου Ιωάννη Παπαϊωάννου και παρουσίασε στο «Αττικόν» της οδού Σταδίου την «Ηλέκτρα» του Χόφμανσταλ. Τον Απρίλιο του 1912 συγκρότησε τον πρώτο προσωπικό της θίασο και απέκτησε δική της θεατρική στέγη στην πλατεία Ομονοίας, στο θέατρο της «Νέας Σκηνής», που ανακαινίσθηκε και μετονομάστηκε σε «Θέατρον Μαρίκας Κοτοπούλη». Εκεί, έπαιξε επί σειρά ετών σπουδαίους ρόλους, όπως την «Ηλέκτρα» του Αισχύλου, την «Ηρώ» του Γκριλπάτσερ, τη Δεισδαιμόνα στον «Οθέλλο» του Σέξπιρ, τη Στρίγκλα στο «Ημέρωμα της Στρίγκλας» του Σέξπιρ, τη Φραγκίσκα στον «Αμαξά Ένσελ» του Χάουπτμαν, την Πορκία στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σέξπιρ, τη Φαύστα στην ομώνυμη τραγωδία του Βερναρδάκη και την Αγαθή στον «Νικηφόρο Φωκά» του ιδίου.
Το 1921 τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α’ και το 1923 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας. Το 1924 παντρεύτηκε τον αιγυπτιώτη επιχειρηματία Γιώργο Χέλμη (1891-1975), με τον οποίο έζησε για το υπόλοιπο της ζωής της. Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Το 1926 έκτισε το εξοχικό της στην περιοχή του Ζωγράφου, το οποίο σήμερα στεγάζει του Μουσείο Μαρίκας Κοτοπούλη.
Ένας από τους πολλούς σταθμούς της θεατρικής της σταδιοδρομίας, υπήρξε η παράσταση της «Εκάβης» του Ευριπίδη, που δόθηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο στις18 Σεπτεμβρίου 1927, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη, ο οποίος έγραψε τότε: «Η παράσταση της Εκάβης, οφείλεται αποκλειστικά στο μεγάλο ενθουσιασμό της Μαρίκας Κοτοπούλη και στη θερμή αγάπη της για την αρχαία τραγωδία. Μία τόσο εξαιρετική καλλιτέχνις δεν είναι δυνατό, παρά να νοιώθη βαθειά, πως τελικός προορισμός της είναι να ζωντανεύη τις αρχαίες ηρωίδες».
Το 1929 ίδρυσε την «Ελευθέρα Σκηνή» μαζί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Σπύρο Μελά και τον γαμπρό της Μήτσο Μυράτ, η οποία παρουσίασε έργα νέας πνοής (Λερνορμάν, Μπατάιγ). Το 1930 σημείωσε μεγάλη επιτυχία με την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους αναχώρησε για μεγάλη περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έδωσε παραστάσεις στη Νέα Υόρκη, τη Βοστώνη, το Ντιτρόιτ, το Σικάγο και το Κλίβελαντ με τα έργα «Ερωτόκριτος», «Αγαπητικός της Βοσκοπούλας», «Ηλέκτρα», «Ιφιγένεια εν Ταύροις», «Στέλλα Βιολάντη» κ.ά. Οι Τάιμς της Νέας Υόρκης έγραψαν για την παράσταση της «Ηλέκτρας»: «Μολονότι η κ. Κοτοπούλη, αδράχνει τον ρόλο της με σφοδρότητα, είναι πάντοτε κυρίαρχος όλων των θυελλωδών συγκινήσεών της».

Τον Απρίλιο του 1932 συνεργάστηκε για πρώτη φορά με την άλλη μεγάλη κυρία του νεοελληνικού θεάτρου, την Κυβέλη. Η συνεργασία τους διάρκεσε με διαλείμματα έως το 1934. Παρουσίασαν, μεταξύ άλλων, το έργο του Μπέρναρ Σο «Το επάγγελμα της κυρίας Ουόρεν», που ήταν η πρώτη απόπειρα της Κοτοπούλη σε κωμικό ρόλο.
Το 1933 εμφανίστηκε για πρώτη και τελευταία φορά στη μεγάλη οθόνη. Πρωταγωνίστησε στην ελληνοτουρκική συμπαραγωγή «Ο κακός δρόμος» («Fena Yol»), που σκηνοθέτησε ο Ερτογρούλ Μουχσίν σε σενάριο Γρηγορίου Ξενόπουλου, με συμπρωταγωνιστές την Κυβέλη, τον Γιώργο Παππά και τον Βασίλη Λογοθετίδη.
Μετά την εγκατάλειψη του «Θεάτρου Κοτοπούλη», η Μαρίκα ίδρυσε το 1937 το νέο θέατρό της, το επιβλητικό «Ρεξ» επί της οδού Πανεπιστημίου, παρουσιάζοντας με μεγάλη επιτυχία το έργο του Αντρέ Ζοζέ «Ελισάβετ». Το 1939 γιορτάστηκε η τριακονταετία της θιασαρχικής της διαδρομής και ο θίασός της έγινε ημικρατικός.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής απείχε συνειδητά από τις θεατρικές παραστάσεις και βοήθησε αρκετούς αριστερούς συναδέλφους της, που διώκονταν για την αντιστασιακή τους δράση. Η ίδια ανήκε στη Δεξιά και υποστήριζε τον θεσμό της βασιλείας.
Μετά την απελευθέρωση διορίστηκε πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο μετονομάστηκε σε Βασιλικό, αμέσως μετά την παλινόρθωση της βασιλείας το 1946. Συμμετέχοντας σε κλιμάκιο του Βασιλικού Θεάτρου ερμήνευσε το ρόλο της Κλυταιμνήστρας στις 
παραστάσεις της «Ορέστειας» του Αισχύλου, που δόθηκαν το 1949 στο Ηρώδειο και τιμήθηκε με το ανώτατο παράσημο της χώρας από τον βασιλιά Παύλο. Την ίδια χρονιά παρέδωσε τα ηνία του θιάσου της στον ανιψιό της Δημήτρη και η ίδια περιορίστηκε σε έκτακτες εμφανίσεις.
Δίπλα της μαθήτευσαν και αναδείχθηκαν σημαντικές προσωπικότητες του νεοελληνικού θεάτρου, όπως ο Δημήτρης Ροντήρης, ο Μήτσος Μυράτ, ο Δημήτρης Μυράτ, ο Αλέξης Μινωτής, η Κατίνα Παξινού, ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Γιώργος Παπάς, ο Βασίλης Λογοθετίδης, ο Γιώργος Γληνός, ο Κάρολος Κουν, η Μελίνα Μερκούρη, η Έλλη Λαμπέτη και η Σαπφώ Νοταρά. Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για το νεοελληνικό έργο και ανέδειξε συγγραφείς της γενιάς της και νεώτερους (Γρηγόριος Ξενόπουλος, Παντελής Χορν, Δημήτρης Μπόγρης, Αλέκος Λιδωρίκης, Δημήτρης Ιωαννόπουλος, Άγγελος ΤερζάκηςΔημήτρης ΨαθάςΣακελλάριος - Γιαννακόπουλος).
Η Μαρίκα Κοτοπούλη πέθανε αιφνιδίως από καρδιακή ανακοπή στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 1954, σε ηλικία 67 ετών.












Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Παγκόσμια Ημέρα κατά της Αυτοκτονίας


Αποτέλεσμα εικόνας για αυτοκτονιεσ στην ελλαδα 2016


Η 10η Σεπτεμβρίου καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα κατά της Αυτοκτονίας με απόφαση της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, προκειμένου να εστιάσει την παγκόσμια προσοχή σ’ ένα δυσάρεστο γεγονός: Την απώλεια 1 εκατομμυρίου ανθρώπων κάθε χρόνο από αυτοκτονίες. Κάθε μέρα περίπου 3.000 κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας κι αυτοί που τελικά πετυχαίνουν το σκοπό τους έχουν κάνει προηγουμένως 20 ή και περισσότερες απόπειρες.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, το 2006 σημειώθηκαν 394 θάνατοι από αυτοκτονίες (326 άντρες και 68 γυναίκες). Ο αριθμός, όμως, των καταγεγραμμένων υπολείπεται του πραγματικού, επειδή κάποιες συγκαλύπτονται για λόγους «στιγματισμού» (π.χ. πτώση από ύψος, δηλητηρίαση κλπ). Λόγω της αύξησης των αυτοκτονιών κατά 15% μετά την οικονομική κρίση, ο αριθμός των θανάτων από αυτοκτονία στη χώρα μας το 2010 υπολογίζεται στους 500.

Αυξητική η τάση των αυτοκτονιών παγκοσμίως

Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, τα τελευταία 45 χρόνια υπάρχει αύξηση του αριθμού των αυτοκτονιών κατά 60% σε παγκόσμιο επίπεδο. Η αυτοκτονία σε μερικές χώρες και στις ηλικίες 15-44 ετών αποτελεί μια από τις τρεις πρώτες αιτίες θανάτου και τη δεύτερη αιτία στην ομάδα ηλικιών από 10-24 ετών. Αυτά τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν και τις απόπειρες, οι οποίες είναι περισσότερο από 20 φορές πιο συχνές από την ίδια την αυτοκτονία σαν τελικό αποτέλεσμα. Ως το 1998 οι αυτοκτονίες αντιπροσώπευαν το 1,8% του παγκόσμιου «φορτίου» ασθενειών και , σύμφωνα με στοιχεία του ΠΟΥ, ως το 2020 θα αποτελεί το 2,4% στις χώρες που έχουν χαρακτηριστεί ως σοσιαλιστικές οικονομίες. Ο δείκτης παγκόσμιας θνητότητας είναι 16 ανά 100.000, δηλαδή ένας θάνατος κάθε 40 δευτερόλεπτα. Στην Ελλάδα και πάντα σύμφωνα με τον ΠΟΥ ο δείκτης είναι περίπου 4 ανά 100.000 ανά έτος.
Η αναλογία αυτοκτονιών είναι παραδοσιακά μεγαλύτερη στους ηλικιωμένους άνδρες, ενώ στους νεότερους ανθρώπους παρουσιάζει αυξητική τάση και κατ΄ επέκταση αποτελούν σήμερα και την ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο στο ένα τρίτο των χωρών τόσο των αναπτυσσόμενων, όσο και των αναπτυγμένων. Οι ψυχικές διαταραχές, κατά κύριο λόγο η κατάθλιψη και οι συνέπειες από την χρήση αλκοόλ και ουσιών, είναι ο υπ’ αριθμόν ένα παράγοντας κινδύνου για αυτοκτονία στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική. Ωστόσο στις Ασιατικές χώρες ένα πολύ σημαντικό ρόλο παίζει η παρορμητική συμπεριφορά. Στην αυτοκτονία παίζουν ρόλο ένα σύνολο από παράγοντες όπως ψυχολογικοί, κοινωνικοί, βιολογικοί, πολιτιστικοί και περιβαλλοντικοί.

Ανεπαρκής η πρόληψη των αυτοκτονιών

Ανεπαρκής κρίνεται από τον ΠΟΥ η πρόληψη των αυτοκτονιών σε παγκόσμιο επίπεδο εξ αιτίας της απουσίας επαγρύπνησης και της παραδοχής (ταμπού) ότι πρόκειται για ένα μείζον πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, ελάχιστες χώρες έχουν συμπεριλάβει την πρόληψη της αυτοκτονίας στις προτεραιότητες τους.
Η πρόληψη απαιτεί παρεμβάσεις καινοτόμες και μεγάλου εύρους με πολυτομεακή προσέγγιση, η οποία θα περιλαμβάνει εκτός από τον τομέα της υγείας και άλλους όπως την εκπαίδευση, την απασχόληση, τη δικαιοσύνη, τη θρησκεία, τη νομολογία, την πολιτική και τα ΜΜΕ. Επί πλέον η αναφορά και η καταγραφή σε σταθερή βάση αποτελεί ένα ζήτημα που επιδέχεται βελτίωση. Εξάλλου το κόστος της αυτοκτονίας είναι τεράστιο καθώς εκτός από την απώλεια σε ανθρώπινες ζωές υπάρχουν και σημαντικές ψυχολογικές επιπτώσεις για την οικογένεια και το φιλικό περιβάλλον αλλά και οικονομικές επιπτώσεις στην κοινωνία.
Ο ΠΟΥ και η Διεθνής Συνεργασία για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας (International Association for Suicide Prevention IASP) συνεργάζονται στενά για την πρόληψη των αυτοκτονικών τάσεων με την κατάλληλη θεραπεία, αλλά και την εφαρμογή προγραμμάτων αγωγής υγείας. Επίσης, εφαρμόζουν προγράμματα συνεχούς παρακολούθησης των ατόμων που έχουν κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Ζητούν δε από τα ΜΜΕ υπευθυνότητα, όταν αναφέρονται σε θέματα αυτοκτονιών.