Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Στέλιος Καζαντζίδης 1931 – 2001




Ο Στέλιος Καζαντζίδης υπήρξε ένας από τους λίγους τραγουδιστές, που κέρδισαν αδιαφιλονίκητα τον τίτλο του λαϊκού ερμηνευτή, αγαπήθηκε φανατικά, μπήκε στις καρδιές και στα σπίτια των ανθρώπων, τραγουδήθηκε όσο λίγοι και χάρισε το αίσθημα της οικειότητας σε όσους ένιωσαν ότι τραγουδά για εκείνους.
Με τη μοναδική υφή της φωνής του κατάφερε να εκφράσει τις αγωνίες, τους φόβους, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων, για τους οποίους η επιβίωση δεν ήταν και τόσο αυτονόητη. Οικονομικά και κοινωνικά αποκλεισμένοι, πρόσφυγες, εργάτες, όλοι αγωνιστές της καθημερινότητας αναζητούσαν στα τραγούδια του παρηγοριά για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν καθημερινά. Και το κοινό του, βέβαια, δεν σταματούσε μόνο σε αυτούς.
Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1931 στη Νέα Ιωνία. Η μητέρα του ήταν πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία. Από αυτή άκουγε ως παιδί τα λαϊκά τραγούδια που έφεραν οι πρόσφυγες και από τη γιαγιά του -όπως έλεγε ο ίδιος- πήρε τις τεχνικές, τις αναπνοές, το κλάμα στη φωνή… Ως τη στιγμή που τον ανέλαβε ο μεγάλος δάσκαλος Στέλιος Χρυσίνης.
Μεγαλώνοντας, δούλεψε σ' ένα εργοστάσιο στη Νέα Ιωνία. Μία μέρα, τον φωνάζει το αφεντικό του και του λέει ότι έχει καταπληκτική φωνή και του κάνει δώρο μία κιθάρα. Ο Στέλιος, όσε ώρες δεν δούλευε, καθόταν στο σπίτι και προσπαθούσε να μάθει τραγούδια στην κιθάρα. Μια μέρα, κάποιος περαστικός τον άκουσε και του πρότεινε να τραγουδήσει στην ταβέρνα του. Έτσι, έγινε η αρχή…
Το 1950 εμφανίστηκε για πρώτη φορά επαγγελματικά στην Κηφισιά. Δύο χρόνια αργότερα έκανε και την πρώτη ηχογράφησή του στην Columbia, με το τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα «Για μπάνιο πας», που όμως δεν πούλησε. Το δεύτερο τραγούδι, «Οι βαλίτσες» του Γιάννη Παπαϊωάννου, έγινε μεγάλη επιτυχία.
Από εκεί και πέρα ξεκίνησε μία σειρά επιτυχιών και συνεχής άνοδος, με εμφανίσεις σε γνωστά λαϊκά κέντρα της εποχής. Τότε έρχεται και η γνωριμία, ο αρραβώνας, αλλά και η συνεργασία με την Καίτη Γκρέυ, ως το καλοκαίρι του 1957. Σουξέ της εποχής, το «Απόψε φίλα με» του Μανόλη Χιώτη, ένα ντουέτο του Στέλιου Καζαντζίδη με την Καίτη Γκρέυ. Μετά από αυτό χώρισαν.
Η επόμενη οκταετία (1957-1965) είναι ίσως η πιο γόνιμη και δημιουργική περίοδος για τον Στέλιο Καζαντζίδη. Η γνωριμία του με τη Μαρινέλλα στη Θεσσαλονίκη εξελίχθηκε σε μια λαμπρή συνεργασία. Μαζί έκαναν μεγάλες επιτυχίες με κορυφαίους συνθέτες (ΤσιτσάνηςΠαπαϊωάννουΧιώτης, Καλδάρας, Παπαγιαννοπούλου, Βίρβος,ΘεοδωράκηςΧατζιδάκις, Λεοντής, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Μαρκόπουλος κ.ά.) και εμφανίστηκαν στα μεγαλύτερα λαϊκά κέντρα.
Το Μάιο του 1966 αποφάσισαν να ενωθούν και στη ζωή. Ο γάμος τους μπορεί να μην άντεξε στο χρόνο, αλλά έμειναν για πάντα φίλοι. Έπειτα από χρόνια, ο Καζαντζίδης γνώρισε και παντρεύτηκε την κυρα-Βάσω, την οποία ο χαρακτήριζε ως «θησαυρό».
Τo 1965 κι ενώ βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα νυχτερινά κέντρα. Τήρησε την επιλογή του αυτή ως το τέλος της ζωής του και η μόνη επαφή με το κοινό ήταν μέσω των δίσκων του. Για κάποιο διάστημα και αυτή η επικοινωνία διακόπηκε, λόγω προβλημάτων που είχε με τη δισκογραφική εταιρεία «Μίνως».
Στη δισκογραφία επανήλθε, έπειτα από 12 χρόνια απουσίας, το 1987, συνεργαζόμενος με τους Τάκη Σούκο, Λευτέρη Χαψιάδη, Θανάση Πολυκανδριώτη, Θοδωρή Καμπουρίδη, Μάκη Ερημίτη, Αντώνη Βαρδή, Σώτια Τσώτου και άλλους άξιους δημιουργούς. Το κύκνειο άσμα του ήταν ο δίσκος «Έρχονται χρόνια δύσκολα».
Πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, σε ηλικία 70 ετών, έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.


























Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Η Καταστροφή της Σμύρνης

























Mε τον όρο καταστροφή της Σμύρνης ή αλλιώς Μεγάλη Πυρκαγιά της Σμύρνης αναφέρονται τα γεγονότα της σφαγής τουελληνικού και αρμενικού πληθυσμού της Σμύρνης από τον κεμαλικό στρατό, καθώς και η πυρπόληση της πόλης, που συνέβησαν τον Σεπτέμβριο του 1922. Η καταστροφή αυτή άρχισε 7 ημέρες μετά την αποχώρηση και του τελευταίου ελληνικού στρατιωτικού τμήματος από τη Μικρά Ασία και μετά την είσοδο του τουρκικού στρατού, του ιδίου του Μουσταφά Κεμάλ και των ατάκτων του στην πόλη. Η φωτιά εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία και συγκεκριμένα από την ανατίναξη της Αρμενικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, όπου είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα και πολιορκούντο από τους Τούρκους. Την πολιορκία την έσπασε με το ασκέρι του ο Έλληνας καπετάνιος Σιδερής (Ισίδωρος) Πανταζόπουλος, που επί πολλά έτη πολεμούσε τους άτακτους Τσέτες ληστές στα γύρω βουνά. Οι Έλληνες μπήκαν μέσα στην εκκλησία και έδωσαν νερό και τρόφιμα στους πολιορκημένους, όμως, οι πολυπληθέστεροι Τούρκοι γρήγορα ανασυντάχθηκαν και παίρνοντας πυρίτιδα από γειτονική πυριταδαποθήκη, περικύκλωσαν και πάλι την εκκλησία και την ανατίναξαν. Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία οι Τούρκοι ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία[1], και διήρκεσε από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922 (31 Αυγούστου έως 4 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο).
Προηγηθέντα της πυρπόλησης
Μετά την κατάρρευση του μετώπου, την ευθύνη του οποίου έφερε ο τότε Διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού, υποστράτηγος Νικόλαος Τρικούπης, και την άτακτη υποχώρηση και αναδίπλωση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από το Αφιόν Καραχισάρ, (στα μέσα Αυγούστου του 1922), άρχισε και ο ξεριζωμός ενός μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού (Ελλήνων και Αρμενίων) προς τη μικρασιατική ακτή, που, κατά τους υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου[2], έφτανε τις 250.000. Επίσης, στη Σμύρνη είχαν βρει καταφύγιο και 15.000 Αρμένιοι που συνωστίζονταν στα διάφορα ιδρύματα και σπίτια της Αρμενικής Κοινότητας[3].
Η αδιάκοπη όμως άφιξη των τρένων που μετέφεραν στρατιωτικά υπολείμματα και πρόσφυγες (υπολογίστηκε ότι έφταναν με ρυθμό 30.000 ατόμων την ημέρα) στη Σμύρνη, καθώς και οι έντονες φήμες της γενικής κατάρρευσης του μετώπου μεγάλωναν την ένταση και την ανησυχία του πληθυσμού, ενώ η προετοιμασία της ελληνικής διοίκησης για αναχώρηση δεν άφηναν πλέον τις παραμικρές αμφιβολίες για τη μετέπειτα εξέλιξη[4]. Έναντι της έντρομης εκείνης κατάστασης που εξελισσόταν, χαρακτηριστική υπήρξε η απάντηση του Έλληνα Υπάτου Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη στον πρώην Νομάρχη Λέσβου και Διοικητή Χίου Γεώργιο Παπανδρέου, όταν ο δεύτερος του συνέστησε να ενημερώσει άμεσα τον ελληνογενή πληθυσμό για να φύγει. Ο Στεργιάδης φέρεται να δήλωσε στον Παπανδρέου: "Καλύτερα να μείνουν εδώ, να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θ' ανατρέψουν τα πάντα."[5]
Στις 24 Αυγούστου/6 Σεπτεμβρίου αναχωρεί και το τελευταίο ελληνικό στρατιωτικό τμήμα. Την επομένη οι χιλιάδες των προσφύγων Έλληνες και Αρμένιοι που κατέκλυζαν όλο το μήκος της περίφημης προκυμαίας "Κε" της Σμύρνης μάταια περίμεναν πλέον τα επιταγμένα ελληνικά πλοία για τη μεταφορά τους στα γειτονικά ελληνικά νησιά. (Δείτε παρακάτω ενότητα "Ο ελληνικός στόλος"). Μετά όμως από έντονη παρέμβαση του Αμερικανού Προξένου Γ. Χόρτον, (G. Horton), στάλθηκαν δύο αμερικανικά αντιτορπιλικά για την εξυπηρέτηση των προσφύγων[6]. Την επομένη, 26 Αυγούστου/8 Σεπτεμβρίου (1922), αναχωρούν οι ελληνικές Αρχές Σμύρνης. O μέχρι τότε Έλληνας Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης, Αρ. Στεργιάδης, επιβιβάστηκε σε αγγλικό πολεμικό πλοίο που του διατέθηκε με προορισμό την Κωνσταντινούπολη.
Η αντίστροφη μέτρηση για την πόλη της Σμύρνης είχε πλέον φθάσει.

Ο ελληνικός στόλος

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, δηλαδή δύο ημέρες πριν από την έναρξη της καταστροφής της πόλης, είχε εκδηλωθεί στρατιωτικό κίνημα στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Τούτο είχε ως συνέπεια όλος σχεδόν ο ελληνικός στόλος με το σύνολο των επίτακτων πλοίων να τεθεί υπό τους κινηματίες για τη μεταγωγή του ελληνικού στρατού προς το Λαύριο, προκειμένου να επικρατήσει η επανάσταση στην Αθήνα.[7]. Μάλιστα δε, το ελληνικό θωρηκτό Κιλκίς που ναυλοχούσε και είχε ως βάση τη Σμύρνη, με την έκρηξη του κινήματος και υπό τον κυβερνήτη πλοίαρχο Δεμέστιχα μετέβη στη Σάμο όπου και παρέμεινε προκειμένου να επιβάλει την επανάσταση[8] παρότι οι καπνοί της καταστροφής, (κατά την ημέρα), και το φέγγος της πυρκαγιάς, (κατά τη νύχτα), ήταν ορατά τόσο από τη Χίο όσο και από τη Σάμο.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 1922 κατά την τρίτη ημέρα της καταστροφής της Σμύρνης το θωρηκτό Κιλκίς απέπλευσε και ενώθηκε με το θωρηκτό Αβέρωφ, μεταξύ Χίου και Σάμου, που κατερχόταν ολοταχώς το Αιγαίο προς Πειραιά, προερχόμενο από την Κωνσταντινούπολη, αφού προηγουμένως είχε σημειωθεί ανταρσία και είχε αποχωρήσει από τη Διασυμμαχική Ανταντική Ναυτική Δύναμη, που ναυλοχούσε στο Βόσπορο, (στην οποία είχε ενταχθεί μετά την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου), υπό τον κινηματία κυβερνήτη Αντιπλοίαρχο Γ. Χατζηκυριάκο[9].
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

Μαρίκα Κοτοπούλη 1887 – 1954






Ελληνίδα ηθοποιός· από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του νεοελληνικού θεάτρου. Ασχολήθηκε επιτυχημένα με όλα τα είδη του θεατρικού (δράμα, κωμωδία, επιθεώρηση), αν και αυτοδίδακτη. Διέπρεψε, όμως, στην τραγωδία, με τη βαθιά φωνή της, το πάθος και τη λιτότητα στην κίνηση. Ήταν ευφυέστατη και ετοιμόλογη και γενικά μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελλάδας.
Η Μαρίκα Κοτοπούλη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 1887, από γονείς ηθοποιούς, τον Δημήτριο Κοτοπούλη (1848-1919) και την Ελένη Κοτοπούλη (1851-1926), το γένος Σιλιβάκου. Είχε τρεις αδερφές, επίσης ηθοποιούς: τις δίδυμες Χρυσούλα Μυράτ ή Χρυσούλα Κοτοπούλη και Φωτεινή Κοτοπούλη - Λούη ή Φωτεινή Λούη και την Πόπη Κοτοπούλη.
Το βάπτισμα του πυρός στο θέατρο το πήρε βρέφος σαράντα ημερών στο έργο «Ο Αμαξηλάτης των Άλπεων», που ανέβασε ο θίασος των γονιών της. Σε ηλικία έξι ετών έπαιξε το ρόλο της μικρής μαθήτριας στην πρώτη ελληνική επιθεώρηση «Λιγ’ απ’ όλα» των Μίκιου Λάμπρου και Λάμπου Αστέρη. Μέχρι τα δέκα της είχε υποδυθεί το τέκνο του λοχία Γουλιέλμου στους «Δύο Λοχίας» των Ντομπινί, Μποντουέν και Μαγιάρ, το φάντασμα στον σεξπιρικό «Μάκβεθ», την Αδιαφορίδου στο «Παρθεναγωγείον» του Δεληκατερίνη και τον Έρωτα στο έργο του Καλοστύπη «Προμηθεύς εν Ολύμπω».
Από το 1897 έκανε θεατρικές εμφανίσεις με τον θίασο των γονιών της και εκτός Αθηνών - Θεσσαλονίκη, Σύρο, Ναύπλιο, Πάτρα και Σμύρνη - ερμηνεύοντας ρόλους, όπως την Κυρά-Γιάννενα στον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας» του Κορομηλά, τη Μάγδα στο ομώνυμο δράμα του Ζούντερμαν και την κυρία Λάσκαρη στα «Μαλλιά Κουβάρια» του Νικολάου Λάσκαρη. Έκανε μεγάλη εντύπωση για τις υποκριτικές της ικανότητες και οι κριτικοί της εποχής, όπως ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος, ο Άριστος Καμπάνης και ο Ιωάννης Κονδυλάκης, δεν φείσθηκαν κολακευτικών σχολίων για τις επιδόσεις της στο θεατρικό σανίδι. Τη χαρακτήρισαν «δόξα της ελληνικής σκηνής», «θαύμα σκηνικής σαγήνης», «αληθινή ενσάρκωση της μεγάλης τέχνης και ιδανικόν της ελληνικής σκηνής» και «μοναδική της Ελλάδος τραγωδό».
Το 1902 προσελήφθη στη «Νέα Σκηνή» του Χρηστομάνου, αλλά αποχώρησε γρήγορα, για να ενταχθεί στο νεοσύστατο «Βασιλικό Θέατρο Αθηνών». Στην πρώτη της εμφάνιση ερμήνευσε τον Μώμο στο σεξπιρικό «Όνειρον Θερινής Νυκτός» και συνέχισε με την Ιφιγένεια στην ομώνυμη τραγωδία του Γκαίτε και τη Μαργαρίτα στον «Φάουστ» του ιδίου. Σημαντική στιγμή στην καριέρα της νεαρής Κοτοπούλη υπήρξε η συμμετοχή της στην τριλογία του Αισχύλου «Ορέστεια», που ανέβηκε στη δημοτική το Νοέμβριο του 1903 από το Βασιλικό Θέατρο και προκάλεσε τη βίαια αντίδραση των οπαδών της καθαρεύουσας.





Τον Οκτώβριο του 1906 αναχώρησε για το Παρίσι, συνοδευόμενη από τον εξάδελφό της ηθοποιό Πέτρο Νικολάου. Στη γαλλική πρωτεύουσα παρέμεινε επί τετράμηνο, όπου παρακολούθησε πλήθος παραστάσεων κι ενημερώθηκε για τις τρέχουσες θεατρικές εξελίξεις. Αμέσως μετά την επάνοδό της στην Αθήνα εμφανίσθηκε για είκοσι μέρες στη Σύρο με τον θίασο της μητέρας της, παίζοντας μεταξύ άλλων στα έργα «Μάγδα» του Ζούντερμαν, «Κυρά της Θάλασσας» του Ίψεν και «Αρχισιδηρουργός» του Ονέ. Μετά την περιοδεία αυτή επέστρεψε στην Αθήνα και, όπως έγραψε ο ιστορικός του νεοελληνικού θεάτρου Γιάννης Σιδέρης, έστησε τον θρόνο της στην ελληνική πρωτεύουσα, ο οποίος παρέμεινε έκτοτε ασάλευτος.
Η θιασαρχική της σταδιοδρομία άρχισε το 1908, όταν ίδρυσε θίασο με τον κωμικό Κωνσταντίνο Σαγιώρ και παρουσίασαν το έργο του Μπράκο «Μητέρα». Στη συνέχεια ανέβασαν τη «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου (10 Ιουνίου 1909), το μονόπρακτο του Νιρβάνα «Όταν σπάση τα δεσμά του» (Αύγουστος 1909) και «Τα χαμίνια» του Δεληκατερίνη (Σεπτέμβριος 1909). Τον χειμώνα του ίδιου χρόνου, ο θίασός της περιόδευσε στην Κωνσταντινούπολη, τη Σύρο και τον Βόλο.
Το 1908, ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για περιοδεία, η Κοτοπούλη ερωτεύτηκε τον πολιτικό και στοχαστή Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος υπηρετούσε στην εκεί ελληνική πρεσβεία. Η πολύκροτη σχέση τους βάστηξε μέχρι τη δολοφονία του αγαπημένου της, στις 30 Ιουλίου 1920, από υποστηρικτές του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Το 1911 ίδρυσε νέο θίασο σε συνεργασία με τον κωμικό ηθοποιό του μουσικού θεάτρου Ιωάννη Παπαϊωάννου και παρουσίασε στο «Αττικόν» της οδού Σταδίου την «Ηλέκτρα» του Χόφμανσταλ. Τον Απρίλιο του 1912 συγκρότησε τον πρώτο προσωπικό της θίασο και απέκτησε δική της θεατρική στέγη στην πλατεία Ομονοίας, στο θέατρο της «Νέας Σκηνής», που ανακαινίσθηκε και μετονομάστηκε σε «Θέατρον Μαρίκας Κοτοπούλη». Εκεί, έπαιξε επί σειρά ετών σπουδαίους ρόλους, όπως την «Ηλέκτρα» του Αισχύλου, την «Ηρώ» του Γκριλπάτσερ, τη Δεισδαιμόνα στον «Οθέλλο» του Σέξπιρ, τη Στρίγκλα στο «Ημέρωμα της Στρίγκλας» του Σέξπιρ, τη Φραγκίσκα στον «Αμαξά Ένσελ» του Χάουπτμαν, την Πορκία στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σέξπιρ, τη Φαύστα στην ομώνυμη τραγωδία του Βερναρδάκη και την Αγαθή στον «Νικηφόρο Φωκά» του ιδίου.
Το 1921 τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α’ και το 1923 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας. Το 1924 παντρεύτηκε τον αιγυπτιώτη επιχειρηματία Γιώργο Χέλμη (1891-1975), με τον οποίο έζησε για το υπόλοιπο της ζωής της. Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Το 1926 έκτισε το εξοχικό της στην περιοχή του Ζωγράφου, το οποίο σήμερα στεγάζει του Μουσείο Μαρίκας Κοτοπούλη.
Ένας από τους πολλούς σταθμούς της θεατρικής της σταδιοδρομίας, υπήρξε η παράσταση της «Εκάβης» του Ευριπίδη, που δόθηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο στις18 Σεπτεμβρίου 1927, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη, ο οποίος έγραψε τότε: «Η παράσταση της Εκάβης, οφείλεται αποκλειστικά στο μεγάλο ενθουσιασμό της Μαρίκας Κοτοπούλη και στη θερμή αγάπη της για την αρχαία τραγωδία. Μία τόσο εξαιρετική καλλιτέχνις δεν είναι δυνατό, παρά να νοιώθη βαθειά, πως τελικός προορισμός της είναι να ζωντανεύη τις αρχαίες ηρωίδες».
Το 1929 ίδρυσε την «Ελευθέρα Σκηνή» μαζί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Σπύρο Μελά και τον γαμπρό της Μήτσο Μυράτ, η οποία παρουσίασε έργα νέας πνοής (Λερνορμάν, Μπατάιγ). Το 1930 σημείωσε μεγάλη επιτυχία με την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους αναχώρησε για μεγάλη περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έδωσε παραστάσεις στη Νέα Υόρκη, τη Βοστώνη, το Ντιτρόιτ, το Σικάγο και το Κλίβελαντ με τα έργα «Ερωτόκριτος», «Αγαπητικός της Βοσκοπούλας», «Ηλέκτρα», «Ιφιγένεια εν Ταύροις», «Στέλλα Βιολάντη» κ.ά. Οι Τάιμς της Νέας Υόρκης έγραψαν για την παράσταση της «Ηλέκτρας»: «Μολονότι η κ. Κοτοπούλη, αδράχνει τον ρόλο της με σφοδρότητα, είναι πάντοτε κυρίαρχος όλων των θυελλωδών συγκινήσεών της».

Τον Απρίλιο του 1932 συνεργάστηκε για πρώτη φορά με την άλλη μεγάλη κυρία του νεοελληνικού θεάτρου, την Κυβέλη. Η συνεργασία τους διάρκεσε με διαλείμματα έως το 1934. Παρουσίασαν, μεταξύ άλλων, το έργο του Μπέρναρ Σο «Το επάγγελμα της κυρίας Ουόρεν», που ήταν η πρώτη απόπειρα της Κοτοπούλη σε κωμικό ρόλο.
Το 1933 εμφανίστηκε για πρώτη και τελευταία φορά στη μεγάλη οθόνη. Πρωταγωνίστησε στην ελληνοτουρκική συμπαραγωγή «Ο κακός δρόμος» («Fena Yol»), που σκηνοθέτησε ο Ερτογρούλ Μουχσίν σε σενάριο Γρηγορίου Ξενόπουλου, με συμπρωταγωνιστές την Κυβέλη, τον Γιώργο Παππά και τον Βασίλη Λογοθετίδη.
Μετά την εγκατάλειψη του «Θεάτρου Κοτοπούλη», η Μαρίκα ίδρυσε το 1937 το νέο θέατρό της, το επιβλητικό «Ρεξ» επί της οδού Πανεπιστημίου, παρουσιάζοντας με μεγάλη επιτυχία το έργο του Αντρέ Ζοζέ «Ελισάβετ». Το 1939 γιορτάστηκε η τριακονταετία της θιασαρχικής της διαδρομής και ο θίασός της έγινε ημικρατικός.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής απείχε συνειδητά από τις θεατρικές παραστάσεις και βοήθησε αρκετούς αριστερούς συναδέλφους της, που διώκονταν για την αντιστασιακή τους δράση. Η ίδια ανήκε στη Δεξιά και υποστήριζε τον θεσμό της βασιλείας.
Μετά την απελευθέρωση διορίστηκε πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο μετονομάστηκε σε Βασιλικό, αμέσως μετά την παλινόρθωση της βασιλείας το 1946. Συμμετέχοντας σε κλιμάκιο του Βασιλικού Θεάτρου ερμήνευσε το ρόλο της Κλυταιμνήστρας στις 
παραστάσεις της «Ορέστειας» του Αισχύλου, που δόθηκαν το 1949 στο Ηρώδειο και τιμήθηκε με το ανώτατο παράσημο της χώρας από τον βασιλιά Παύλο. Την ίδια χρονιά παρέδωσε τα ηνία του θιάσου της στον ανιψιό της Δημήτρη και η ίδια περιορίστηκε σε έκτακτες εμφανίσεις.
Δίπλα της μαθήτευσαν και αναδείχθηκαν σημαντικές προσωπικότητες του νεοελληνικού θεάτρου, όπως ο Δημήτρης Ροντήρης, ο Μήτσος Μυράτ, ο Δημήτρης Μυράτ, ο Αλέξης Μινωτής, η Κατίνα Παξινού, ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Γιώργος Παπάς, ο Βασίλης Λογοθετίδης, ο Γιώργος Γληνός, ο Κάρολος Κουν, η Μελίνα Μερκούρη, η Έλλη Λαμπέτη και η Σαπφώ Νοταρά. Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για το νεοελληνικό έργο και ανέδειξε συγγραφείς της γενιάς της και νεώτερους (Γρηγόριος Ξενόπουλος, Παντελής Χορν, Δημήτρης Μπόγρης, Αλέκος Λιδωρίκης, Δημήτρης Ιωαννόπουλος, Άγγελος ΤερζάκηςΔημήτρης ΨαθάςΣακελλάριος - Γιαννακόπουλος).
Η Μαρίκα Κοτοπούλη πέθανε αιφνιδίως από καρδιακή ανακοπή στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 1954, σε ηλικία 67 ετών.












Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Παγκόσμια Ημέρα κατά της Αυτοκτονίας


Αποτέλεσμα εικόνας για αυτοκτονιεσ στην ελλαδα 2016


Η 10η Σεπτεμβρίου καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα κατά της Αυτοκτονίας με απόφαση της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, προκειμένου να εστιάσει την παγκόσμια προσοχή σ’ ένα δυσάρεστο γεγονός: Την απώλεια 1 εκατομμυρίου ανθρώπων κάθε χρόνο από αυτοκτονίες. Κάθε μέρα περίπου 3.000 κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας κι αυτοί που τελικά πετυχαίνουν το σκοπό τους έχουν κάνει προηγουμένως 20 ή και περισσότερες απόπειρες.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, το 2006 σημειώθηκαν 394 θάνατοι από αυτοκτονίες (326 άντρες και 68 γυναίκες). Ο αριθμός, όμως, των καταγεγραμμένων υπολείπεται του πραγματικού, επειδή κάποιες συγκαλύπτονται για λόγους «στιγματισμού» (π.χ. πτώση από ύψος, δηλητηρίαση κλπ). Λόγω της αύξησης των αυτοκτονιών κατά 15% μετά την οικονομική κρίση, ο αριθμός των θανάτων από αυτοκτονία στη χώρα μας το 2010 υπολογίζεται στους 500.

Αυξητική η τάση των αυτοκτονιών παγκοσμίως

Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, τα τελευταία 45 χρόνια υπάρχει αύξηση του αριθμού των αυτοκτονιών κατά 60% σε παγκόσμιο επίπεδο. Η αυτοκτονία σε μερικές χώρες και στις ηλικίες 15-44 ετών αποτελεί μια από τις τρεις πρώτες αιτίες θανάτου και τη δεύτερη αιτία στην ομάδα ηλικιών από 10-24 ετών. Αυτά τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν και τις απόπειρες, οι οποίες είναι περισσότερο από 20 φορές πιο συχνές από την ίδια την αυτοκτονία σαν τελικό αποτέλεσμα. Ως το 1998 οι αυτοκτονίες αντιπροσώπευαν το 1,8% του παγκόσμιου «φορτίου» ασθενειών και , σύμφωνα με στοιχεία του ΠΟΥ, ως το 2020 θα αποτελεί το 2,4% στις χώρες που έχουν χαρακτηριστεί ως σοσιαλιστικές οικονομίες. Ο δείκτης παγκόσμιας θνητότητας είναι 16 ανά 100.000, δηλαδή ένας θάνατος κάθε 40 δευτερόλεπτα. Στην Ελλάδα και πάντα σύμφωνα με τον ΠΟΥ ο δείκτης είναι περίπου 4 ανά 100.000 ανά έτος.
Η αναλογία αυτοκτονιών είναι παραδοσιακά μεγαλύτερη στους ηλικιωμένους άνδρες, ενώ στους νεότερους ανθρώπους παρουσιάζει αυξητική τάση και κατ΄ επέκταση αποτελούν σήμερα και την ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο στο ένα τρίτο των χωρών τόσο των αναπτυσσόμενων, όσο και των αναπτυγμένων. Οι ψυχικές διαταραχές, κατά κύριο λόγο η κατάθλιψη και οι συνέπειες από την χρήση αλκοόλ και ουσιών, είναι ο υπ’ αριθμόν ένα παράγοντας κινδύνου για αυτοκτονία στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική. Ωστόσο στις Ασιατικές χώρες ένα πολύ σημαντικό ρόλο παίζει η παρορμητική συμπεριφορά. Στην αυτοκτονία παίζουν ρόλο ένα σύνολο από παράγοντες όπως ψυχολογικοί, κοινωνικοί, βιολογικοί, πολιτιστικοί και περιβαλλοντικοί.

Ανεπαρκής η πρόληψη των αυτοκτονιών

Ανεπαρκής κρίνεται από τον ΠΟΥ η πρόληψη των αυτοκτονιών σε παγκόσμιο επίπεδο εξ αιτίας της απουσίας επαγρύπνησης και της παραδοχής (ταμπού) ότι πρόκειται για ένα μείζον πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, ελάχιστες χώρες έχουν συμπεριλάβει την πρόληψη της αυτοκτονίας στις προτεραιότητες τους.
Η πρόληψη απαιτεί παρεμβάσεις καινοτόμες και μεγάλου εύρους με πολυτομεακή προσέγγιση, η οποία θα περιλαμβάνει εκτός από τον τομέα της υγείας και άλλους όπως την εκπαίδευση, την απασχόληση, τη δικαιοσύνη, τη θρησκεία, τη νομολογία, την πολιτική και τα ΜΜΕ. Επί πλέον η αναφορά και η καταγραφή σε σταθερή βάση αποτελεί ένα ζήτημα που επιδέχεται βελτίωση. Εξάλλου το κόστος της αυτοκτονίας είναι τεράστιο καθώς εκτός από την απώλεια σε ανθρώπινες ζωές υπάρχουν και σημαντικές ψυχολογικές επιπτώσεις για την οικογένεια και το φιλικό περιβάλλον αλλά και οικονομικές επιπτώσεις στην κοινωνία.
Ο ΠΟΥ και η Διεθνής Συνεργασία για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας (International Association for Suicide Prevention IASP) συνεργάζονται στενά για την πρόληψη των αυτοκτονικών τάσεων με την κατάλληλη θεραπεία, αλλά και την εφαρμογή προγραμμάτων αγωγής υγείας. Επίσης, εφαρμόζουν προγράμματα συνεχούς παρακολούθησης των ατόμων που έχουν κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Ζητούν δε από τα ΜΜΕ υπευθυνότητα, όταν αναφέρονται σε θέματα αυτοκτονιών.
























Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Μάο Τσε Τουνγκ 1893 – 1976




Ο Μάο γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1893 στην περιοχή Σαοσάν του Δήμου Σιανγκτάν της Επαρχίας Χουνάν της Κίνας σε μια αγροτική οικογένεια.[2] Οι γονείς του Μάο κατείχαν ένα κτήμα έκτασης περίπου ενός εκταρίου. Βάσει της υπάρχουσας κατάστασης στην Κίνα, το κτήμα ήταν αρκετό για την κάλυψη αναγκών της οικογενείας. Η μητέρα του ήταν φανατική βουδίστρια ενώ ο πατέρα του ήταν καθόλα σκεπτικιστής. Ο Μάο, συνολικά, είχε 7 αδέλφια, επίσης ήταν ο μεγαλύτερος εξ αυτών. Η μητέρα του τον γέννησε σε ηλικία 27 ετών, ενώ εκ των εφτά αδελφών μόνο τα τρία αγόρια επιβίωσαν.[3]
Στο σπίτι του Μάο, η εξουσία ήταν ο πατέρας του, κάτι, πού έτσι κι αλλιώς, επέβαλλε η κομφουκιανική παράδοση. Πιο συγκεκριμένα, ο Μάο, είχε πει, το 1936, σε μία συνέντευξή του, για την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι του:[4]
Τα κόμματα στην οικογένεια ήταν δυο. Το ένα ήταν ο πατέρας μου: η εξουσία. Η αντιπολίτευση, αντίθετα, αποτελούνταν από εμένα, τη μητέρα μου, τον αδελφό μου και καμιά φορά από τον ξωμάχο. Παρόλα αυτά, το ενωμένο μέτωπο της αντιπολίτευσης συχνά διασπόνταν από διχογνωμίες. Η μητέρα μου υποστήριζε την πολιτική της έμμεσης επίθεσης: ήταν αντίθετη σε όλες τις ακραίες εκδηλώσεις των αισθημάτων μας, όπως και στις προσπάθειές μας για μια ανοιχτή εξέγερση ενάντια στην εξουσία. Έλεγε ότι αυτό δεν είναι ο κινέζικος τρόπος.
Αυτές οι οικογενειακές αναμνήσεις πήραν πολιτική μορφή αντιπαράθεσης.
Ο Μάο που δούλευε από τα 6 του στα χωράφια του πατέρα του, έμαθε ήδη να διαβάζει και να κάνει λογαριασμούς, σχετικούς με την επιχείρηση της οικογένειας. Παρόλα αυτά, ο πατέρας του Μάο, αφού προώθησε στην αγορά το σιτάρι του, επέβαλε στον Μάο να αφήσει τις σπουδές του και να ασχοληθεί αποκλειστικά με την επιχείρηση, σε ηλικία 13 ετών. Και όχι μόνο αυτό: η ωφελιμιστική νοοτροπία του πατέρα του Μάο, τον οδήγησε και στην κατάλληλη επιλογή της νύφης, καθότι ο Μάο, μπορούσε να θεωρηθεί πλέον ενήλικας (στα 13 του). Εν τέλει, το 1907, τελέστηκαν οι γάμοι, με μία κοπέλα 18 ετών, τη Λούο.[5] Ο γάμος δεν κράτησε πολύ, καθώς, περίπου, δύο χρόνια αργότερα πέθανε η Λούο.[6] Λέγεται πως αυτό ήταν ένα περιστατικό, που κινητοποίησε τον Μάο, να αφήσει την ύπαιθρο, ωστόσο, αυτή η απόφασή του συνδέεται με την ανάγνωση ενός βιβλίου του Τσέγκ Κουανγίνγκ, το Προειδοποιητικά λόγια σε μια ευλογημένη εποχή.[5] Αργότερα ο Μάο, θα παραδεχτεί πως αυτό το βιβλίο του αναρρίπισε τη θέληση για μόρφωση.[7]
Το 1910, πλέον, ο Μάο είχε εγκαταλείψει το Σάο-σαν και μετέβη πρώτα στη Σιάνγκταν, όπου δειλά δειλά άρχισε να φοιτά και πάλι στο σχολείο. Ο Μάο αυτήν την περίοδο θα διαβάσει λιβελογράφημα, στο οποίο, αργότερα, αποδίδει ως την πρώτη αναφορά για τη διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης.[7] Επιπροσθέτως, ο Μάο άρχισε να μυείται και στη μελέτη της δυτικής κουλτούρας: ΜοντεσκιέΡουσώΟυάσιγκτονΝαπολέων.[8] Μάλιστα, λέγεται, πώς από τους δύο τελευταίους εμπνεύστηκε αρκετά για τις στρατηγικές του.[9]
Το 1911, ο Μάο μετέβη στην Τανγκ-σα, πρωτεύουσα του Χουνάν, αποφασισμένος πλέον να γραφτεί σε κάποια σχολή. Ο αναβρασμός που επικρατούσε στη χώρα και συγκεκριμένα στην πόλη ήταν ορατός. Ο Μάο ενεπλάκη στην επαναστατική υπόθεση, πνευματικώς. Επίσης, ο Μάο, έκοψε το κοτσιδάκι του, εμφανής κίνηση αποδοκιμασίας προς τα ανάκτορα, καθώς το έθιμο επέβαλλε στα αρσενικά να έχουν αφήσει ένα.[8] Η τελειωτική κατάρρευση των Τσινγκ, ξεκίνησε με μία στρατιωτική ανταρσία στη Γουχάν, περί τον Οκτώβρη του 1911. Ο Μάο που πλέον ήθελε να ενταχθεί, στη Γουχάν, στον επαναστατημένο στρατό, απέτυχε, καθώς δε διέθετε ένα πρέπον ζευγάρι μπότες, καθώς έβρεχε ασταμάτητα εκείνη την εποχή. Ο Μάο, που, πλέον, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, χωρίς τον πρέποντα εξοπλισμό, έμεινε απλώς παρατηρητής, της επανάστασης που ξεδιπλωνόταν σε όλη τη χώρα. Η δυναστεία των Τσίνγκ έπεσε τον Φεβρουάριο του 1912. Ο Μάο, παρ'όλα αυτά, προσχώρησε στον τακτικό στρατό, ο οποίος είχε προδώσει τους Τσινγκ. Εκεί παρέμεινε περί τους 6 μήνες,[10] με σχεδόν μηδενική συμμετοχή σε μάχη. Οι ασχολίες του ήταν η μελέτη εφημερίδων, μυώντας τον στη σοσιαλιστική ιδέα. Ο φοιτητής τότε Μάο αρνιόταν ελέω αυτής της κατάστασής να πηγαίνει να φέρνει νερό από την πόλη ή να κάνει άλλες βαριές δουλειές, όπως είχε παραδεχτεί ο ίδιος. Αντίθετα βοηθούσε στα συγγραφή γραμμάτων σε οικογένειες στρατιωτών.[11]

Βιογραφία

Την άνοιξη του 1913 γράφτηκε στην Τέταρτη Παιδαγωγική Ακαδημία στην πρωτεύουσα της ίδιας επαρχίας, Τσανγκσά, από όπου αποφοίτησε το καλοκαίρι του 1918.
Ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα τον Απρίλιο του 1918 ως ιδρυτικό μέλος της Νέας Εταιρείας Λαϊκής Μόρφωσης, μιας προοδευτικής οργάνωσης, ενώ προσχώρησε στον κομμουνισμό τον Νοέμβριο του 1920, ιδρύοντας την κομμουνιστική ομάδα στην Τσανγκσά.
Τον χειμώνα του 1920, παντρεύτηκε την πρώτη από τις τρεις συζύγους του, Γιανγκ Καϊχούι, με την οποία απέκτησε αργότερα τρία παιδιά.
Στις 23 Ιουλίου 1921, συνήλθε το 1ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) στη Σαγκάη, στο οποίο συμμετείχαν 12 εκπρόσωποι των κομμουνιστικών ομάδων ολόκληρης της χώρας –ανάμεσά τους ήταν κι ο Μάο–, αλλά και δύο εκπρόσωποι-παρατηρητές από την έδρα της Γ΄ Διεθνούς. Κατά το ίδιο συνέδριο, ιδρύθηκε και επισήμως το ΚΚΚ.
Έως το 1927 υπήρξε επαγγελματίας πολιτικός.

Ανάληψη της κομματικής εξουσίας

Ο Μάο στην κομμουνιστική βάση της Επαρχίας Τζιανγκσί (1931).
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1927, ο Μάο ηγήθηκε της Εξέγερσης του Θερισμού στην Επαρχία Χουνάν, όμως αυτή απέτυχε παταγωδώς. Μετά την αποτυχία οι εξεγερθέντες αναγκάστηκαν να αποτραβηχτούν στο Όρος Τζινγκάνγκ. Εκεί ίδρυσε την πρώτη κομμουνιστική βάση, αλλά και τον Κόκκινο Στρατό.
Το φθινόπωρο 1928 παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, Χε Ζιζέν, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τα οποία όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει αργότερα σε αγροτική οικογένεια όταν ξεκίνησε η Μεγάλη Πορεία. Δεν τα ξαναείδε ποτέ.
Η τότε κινεζική κυβέρνηση υπό τον Τσιανγκ Κάι Σεκ προχώρησε σε πολλές εκστρατείες κατά της Βάσης Τζινγκάνγκ, την οποία κατάφερε να καταλάβει στις αρχές 1929. Ωστόσο, ο Μάο σύντομα ίδρυσε μια ακόμη μεγαλύτερη βάση στην Επαρχία Τζιανγκσί. Έως το καλοκαίρι 1934, έγιναν πολλές πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ Τζιανγκ Καϊσέκ και Μάο Τσετούνγκ. Περίοδος κατά την οποία ο Μάο τελειοποίησε την περίφημη θεωρία του ανταρτοπόλεμου.
Παρά τις επιτυχημένες αποκρούσεις των δυνάμεων καταστολής, ο Μάο κατηγορήθηκε από την τότε ηγεσία του ΚΚΚ για τις τακτικές τουανταρτοπόλεμου, ότι επρόκειτο για ατολμία, και απαλλάχτηκε από τα κομματικά και διοικητικά του καθήκοντα.
Τελικά οι μετωπικές συγκρούσεις και ο πόλεμος χαρακωμάτων που επέλεξε η νέα ηγεσία του Κόκκινου Στρατού, αποδείχτηκαν ολέθρια για τη Βάση, η οποία και καταλήφθηκε από τον κυβερνητικό στρατό τον Οκτώβριο 1934, οπότε και ξεκίνησε η Μεγάλη Πορεία.
Φτάνοντας ο Κόκκινος Στρατός στην πόλη Ζουενγί της Επαρχίας Γκουιζόου, έλαβε χώρα σύσκεψη του Πολίτμπιρο, κατά την οποία αποκαταστάθηκε η ορθότητα του Μάο. Από τότε απέκτησε τον έλεγχο του κόμματος.

Ανάληψη της κρατικής εξουσίας

Μετά τη Μεγάλη Πορεία η οποία τερματίστηκε επισήμως στις 20 Οκτωβρίου 1935, ο Μάο ίδρυσε νέα βάση στην Επαρχία Σαανσί.
Το φθινόπωρο 1937 ξέσπασε ολομέτωπα ο Β' Σινοϊαπωνικός Πόλεμος, μ’ αποτέλεσμα τα δύο μεγάλα εθνικά κόμματα της Κίνας, ΚΚΚ και Εθνικιστικό Κόμμα (ΕΚ) του Τζιανγκ Καϊσέκ, να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, η οποία και θα καταλήξει σε συμμαχία κατά της Ιαπωνίας.
Το 1938, παντρεύτηκε την τρίτη σύζυγό του, Τζιανγκ Τσινγκ, με την οποία απέκτησε μια κόρη. Η Τζινγκ ήταν γνωστή και ως επικεφαλής της Συμμορίας των Τεσσάρων.
Ο πόλεμος κράτησε έως τον Αύγουστο 1945, οπότε η Ιαπωνία παραδόθηκε άνευ όρων. Ήταν και η λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο στα μέσα Μαρτίου 1946 ξέσπασε ο Εμφύλιος Πόλεμος μεταξύ του ΚΚΚ και ΕΚ, ο οποίος ανέδειξε τελικά νικητή το πρώτο.
Στις 1 Οκτωβρίου 1949, ο Μάο κήρυξε την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας ως Πρόεδρος της χώρας.

Ως Πρόεδρος της Χώρας

Τον Ιούνιο 1950 το καθεστώς του Μάο εισέβαλε στο Θιβέτ.
Τον Οκτώβριο 1950, η Κίνα ενεπλάκη στον Κορεατικό Πόλεμο, ο οποίος τερματίστηκε τρία χρόνια αργότερα, με την υπογραφή της συνθήκης ανακωχής στις 23 Ιουλίου 1953, δημιουργώντας μια αποστρατικοποιημένη ζώνη στον 38ο Παράλληλο. Κατά τον πόλεμο, σκοτώθηκε ο πρωτότοκος γιος του Μάο Ανγίνγκ.
Το 1958 κήρυξε την έναρξη του κινήματος «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός», κατά το οποίο η χώρα σύρθηκε σ’ ένα πυρετό παραγωγής χάλυβα. Το Μεγάλο Άλμα, αλλά και σωρεία λαθών που διέπραξε το καθεστώς, είχαν ως άμεσο αντίκτυπο την οικονομική και οικολογική καταστροφή την τριετία 1959-1961, κατά την οποία η χώρα θρήνησε δεκάδες εκατομμύρια θύματα.
Το 1966 ο Μάο κήρυξε την έναρξη της Πολιτιστικής Επανάστασης, η οποία διήρκεσε έως και τον θάνατό του, το 1976. Η Πολιτιστική Επανάσταση βύθισε τη χώρα στο χάος. Εκδιώχθηκαν πολλοί διανοούμενοι, αλλά και πάλαι ποτέ στενοί συνεργάτες του, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Λιου Σάοτσι, δεύτερο τότε στην κομματική ιεραρχία, ο οποίος πέθανε φυλακισμένος και στην εξαθλίωση το 1969.

Ο θάνατός του

Ο Μάο πέθανε στις 00:10 της 9ης Σεπτεμβρίου του 1976 στο Πεκίνο σε ηλικία 82 ετών. Το κάπνισμα πιθανώς να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επιδείνωση της υγείας του καθώς ήταν βαρύς καπνιστής για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.[12] Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν κρατικό μυστικό το ότι έπασχε από πολλαπλά προβλήματα σε καρδιά και πνεύμονες,[13] ενώ υπήρχαν αναφορές πως έπασχε και από Πάρκινσον και αρτηριοσκλήρυνση.[14][15]
Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση ήταν στην 27 Μαΐου του 1976 όταν συνάντησε τον πρωθυπουργό του Πακιστάν, Ζούλφικαρ Άλι Μπούτο, κατά την επίσημη επίσκεψη του τελευταίου στο Πεκίνο.[16] Ο Μάο είχε 3 ισχυρές καρδιακές προσβολές το 1976, κατά τον Μάιο και Ιούλιο, και μια 3η στις 5 Σεπτεμβρίου η οποία τον ακινητοποίησε, πριν πεθάνει λίγες μέρες αργότερα στις 9 του μηνός κατά τις πρώτες πρωινές ώρες. Το κομμουνιστικό κόμμα της Κίνας ανήγγειλε τον θάνατο του αργότερα την ίδια ημέρα μέσω ραδιοφωνικού μηνύματος κάνοντας παράλληλα έκκληση για την ενότητα του κόμματος.[17]
Το ταριχευμένο σώμα του Μάο εκτέθηκε για μια εβδομάδα σε δημόσιο προσκύνημα,[18] κατά τη διάρκεια του οποίου τον αποχαιρέτησαν περίπου 1 εκατομμύριο άτομα, ανάμεσα τους και ξένες διπλωματικές αποστολές.[18][19] Στις 18 Σεπτεμβρίου τηρήθηκε 3λεπτη σιγή σε όλη τη χώρα ως τελική απόδοση τιμής.[20] Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, στο νότιο μέρος της πλατείας Τιεν-αν-μεν, απέναντι από την Απαγορευμένη Πόλη, κατασκευάστηκε ένα μαυσωλείο για την τοποθέτηση της σωρού του, όπου και βρίσκεται έκτοτε.[21]


















Λέλα Καραγιάννη 1898 – 1944





Ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης, που εκτελέστηκε από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στο Δαφνί για την εθνική δράση της στις 8 Σεπτεμβρίου 1944.
Η Λέλα Μηνοπούλου γεννήθηκε το 1898 στη Λίμνη Ευβοίας. Ήταν πρωτότοκη κόρη του Αθανασίου Μηνόπουλου και της Σοφίας Μπούμπουλη. Το 1916 παντρεύτηκε τον φαρμακοποιό Νικόλαο Καραγιάννη, με τον οποίο απέκτησε επτά παιδιά: την Ιωάννα, τον Γεώργιο, την Ηλέκτρα, τον Βύρωνα, τον Νέλσωνα, τη Νεφέλη και την Ελένη.
Η κατάληψη της Ελλάδας υπό των Ιταλογερμανών μεταμόρφωσε την ελληνίδα νοικοκυρά σε πρωτεργάτιδα της Εθνικής Αντίστασης. Από τις πρώτες ημέρες της Κατοχής έφτιαξε μία ομάδα με πυρήνα μέλη της οικογένειάς της και άρχισε το έργο της απόκρυψης και φυγάδευσης των βρετανών στρατιωτικών που είχαν εγκλωβιστεί στην Ελλάδα. Με την πάροδο του χρόνου, η μικρή οικογενειακή ομάδα διευρύνθηκε και εξελίχθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση «Μπουμπουλίνα», που αριθμούσε πάνω από 100 μέλη.
Η σύλληψη του γιου της Γεωργίου τον Ιούνιο του 1941 και των θυγατέρων της Ιωάννας και Ηλέκτρας δεν την πτόησαν. Κατόρθωσε να τους απελευθερώσει και να συνεχίσει το έργο της. Ακολούθησαν επιτυχείς ομαδικές φυγαδεύσεις στη Μέση Ανατολή, τις οποίες επέβλεπε προσωπικά η ίδια. Τακτικά από τα ραδιοφωνικά κύματα του Καΐρου ακουγόταν η φράση «Τζάκσον - Τζάκσον ευχαριστούμε για το άρωμα». Ήταν το συμπεφωνημένο σύνθημα για τη διάσωση της αποστολής.
Τον Οκτώβριο του 1941 συνελήφθη, κατόπιν προδοσίας, και κλείστηκε στις φυλακές Αβέρωφ με την κατηγορία της κατασκοπίας. Δικάσθηκε από ιταλικό στρατοδικείο, αλλά αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων.
Μετά την αποφυλάκισή της συνέχισε το αντιστασιακό της έργο, με μεγαλύτερη ένταση και μεθοδικότητα. Άπλωσε ένα ευρύ δίκτυο συνεργατών σε κάθε κατοχική υπηρεσία της Αθήνας και λάμβανε πολύτιμες πληροφορίες για κινήσεις και τα σχέδια των κατοχικών αρχών από έλληνες συνεργάτες τους, αλλά και από αντιχιτλερικούς γερμανούς και αντιφασίστες ιταλούς αξιωματικούς, τις οποίες διοχέτευε στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, μέλη της οργάνωσής της προέβαιναν σε πράξεις δολιοφθοράς κατά κατοχικών στόχων.
Στις 11 Ιουλίου 1944 κι ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, συνελήφθη από τους Γερμανούς. Την ίδια ημέρα συνελήφθησαν και πέντε από τα παιδιά της. Ο σύζυγός της και τα δύο παιδιά της Γεώργιος και Ελένη κατόρθωσαν να διαφύγουν.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στα μπουντρούμια των Ες-Ες στην οδό Μέρλιν και βασανίσθηκαν άγρια. Όχι μόνο δεν ομολόγησαν, αλλά η Καραγιάννη χτύπησε τον αιμοχαρή ανακριτή της Φριτς Μπέκερ. Τα βασανιστήρια που ακολούθησαν ήταν φρικτά. Την κρέμασαν και της εξάρθρωσαν τα χέρια, της έκαυσαν τα άκρα με ηλεκτρική μηχανή, την υπέβαλαν επί τριήμερο στο μαρτύριο της δίψας και τέλος της τρύπησαν τα πλευρά με το πόμολο της πόρτας.
Δεν εκάμφη ακόμα και όταν της διαμήνυσαν ότι θα εκτελούσαν τον γιο της Νέλσωνα, αν δεν ομολογούσε. Αυτή τους απάντησε υπερήφανα: «Ζητείτε από μία ελληνίδα μάνα να προδώσει τους συνεργάτες της και την πατρίδα της με την απειλή του τυφεκισμού των παιδιών της. Ε, λοιπόν, μάθετε ότι τα παιδιά μου ανήκουν στην Ελλάδα και το αίμα τους θα πνίξει τους Ούνους και όλη τη Γερμανία σας!»
Την αυγή της 8ης Σεπτεμβρίου 1944, η Λέλα Καραγιάννη οδηγήθηκε με άλλους πατριώτες στο Άλσος Δαφνίου. Λίγο πριν από την εκτέλεσή της, απευθυνόμενη στους άλλους μελλοθάνατους, φώναξε: «Ψηλά παιδιά τα κεφάλια να δουν οι Ούνοι πως ξέρουν να πεθαίνουν οι Έλληνες για την πατρίδα τους».
Το πτώμα της, διάτρητο από τις σφαίρες, παρελήφθη κρυφά από φίλους της οικογένειάς της και τάφηκε στο Β’ Νεκροταφείο Πατησίων. Την επομένη, 9 Σεπτεμβρίου1944, τα πέντε παιδιά της απελευθερώθηκαν με τη μεσολάβηση μιας γερμανίδας κατοίκου της Αθήνας, η οποία επωφελήθηκε από την αλλαγή διοίκησης στη Γερμανική Φρουρά Αθηνών.
Για τη δράση της και το μαρτυρικό και ηρωικό τέλος της, η Λέλα Καραγιάννη τιμήθηκε ως εθνική ηρωίδα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό όσο λίγοι αγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα. Στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα έχει στηθεί μπρούντζινη προτομή της και ανάμεσα στο Εθνικό Μουσείο και στο Πολυτεχνείο ολόσωμο μαρμάρινο άγαλμά της. Η Ακαδημία Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 30ης Δεκεμβρίου1947, της απένειμε το Βραβείο Αρετής και Αυτοθυσίας.