Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Μάθετε γιά την Αιμοδόσια

Με τον όρο "ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ" εννοούμε τη χορήγηση αίματος με την μετάγγιση και κατ' επέκταση την όλη οργάνωση που ασχολείται με τη λήψη, συντήρηση και διάθεση του αίματος. Ως επιστημονικός τομέας, η αιμοδοσία αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της αιματολογίας με τεράστια ανάπτυξη τα τελευταία 30 χρόνια. Η αιμοδοσία σαν φοβερά εξειδικευμένος τομέας πλαισιώνεται με επιστημονικό, νοσηλευτικό και τεχνικό προσωπικό υψηλής στάθμης με εξειδίκευση στο τομέα της αιμοδοσίας.

Μετά από τη λήψη σύντομου ιατρικού ιστορικού, τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης και του αιματοκρίτη ο γιατρός της αιμοδοσίας κρίνει αν μπορείς να δώσεις αίμα τη δεδομένη στιγμή.
Πρόκειται για μια ανώδυνη διαδικασία. Το μοναδικό ενόχλημα είναι ένα μικρό τσίμπημα από τη βελόνα και μετά απλά ανοιγοκλείνεις τη γροθιά σου για να διευκολύνεις τη ροή του αίματος. Οι περισσότεροι εθελοντές αιμοδότες περιγράφουν πόσο όμορφα νιώθουν από την προσφορά τους. Λαμβάνεται λιγότερο από το 1/10 του αίματος περίπου, 450ml από τα 5 λίτρα που έχει ο άνθρωπος. Ο όγκος που χάνεται αναπληρώνεται σε 10 λεπτά μετά την αιμοδοσία. Θεωρείται ότι η κινητοποίηση του μυελού των οστών είναι και ευεργετική για τον οργανισμό.
Είναι ακίνδυνη για τον αιμοδότη. Δεν υπάρχει περίπτωση να μολυνθεί ο αιμοδότης από AIDS ή άλλο μεταδιδόμενο νόσημα αφού οι βελόνες που χρησιμοποιούνται είναι μιας χρήσεως και αποστειρωμένες. Ο όγκος αίματος που δίνει ο αιμοδότης αντικαθίσταται αμέσως, το πλάσμα σε μια μέρα και τα ερυθρά αιμοσφαίρια σε ένα μήνα.
Η αιμοδοσία διαρκεί περίπου δέκα λεπτά. Για την όλη διαδικασία από τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου μέχρι να φύγεις υπολόγισε περίπου μισή ώρα.
Αίμα μπορεί κανείς να δώσει κάθε 3-4 μήνες.

H αφαίρεση αιμοπεταλίων (αιμοπεταλιοαφαίρεση) είναι μια διαδικασία που επιτρέπει επίσης στο δότη αίματος να προσφέρει ένα συγκεκριμένο συστατικό αίματος. Τα αιμοπετάλια μπορούν να σώσουν ζωές, διατηρούνται όμως μόνο πέντε ημέρες. H διαδικασία της αφαίρεσης αιμοπεταλίων είναι ίδια με εκείνη της αφαίρεσης πλάσματος, μόνο που διαρκεί ακόμη περισσότερο χρόνο. Μία μονάδα αιμοπεταλίων συλλέγεται από 6 με 8 δόσεις αίματος. Είναι ασφαλέστερο για τον ασθενή, γιατί μειώνει την έκθεσή του σε πολλαπλούς δότες, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την πλασμαφαίρεση. Ασθενείς που ωφελούνται περισσότερο από τη λήψη αιμοπεταλίων είναι εκείνοι που πάσχουν από λευχαιμία. H χημειοθεραπεία καταστρέφει τα αιμοπετάλια και για να αποφευχθεί εσωτερική αιμορραγία μεταγγίζονται στον ασθενή αιμοπετάλια.
AIMOΠETAΛIA μπορεί κανείς να δώσει κάθε 20 ΗΜΕΡΕΣ

Οι εθελοντές δότες που δεν πληρώνονται και οι οποίοι δίνουν αίμα σε τακτά χρονικά διαστήματα είναι οι ασφαλέστεροι δότες αίματος. Έρευνες σε πολλές χώρες έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι που δίνουν αίμα ελεύθερα και χωρίς να περιμένουν κάποια χρηματική ανταμοιβή δεν έχουν λόγο να αποκρύψουν πληροφορίες για την υγεία τους και για τον τρόπο ζωής τους, οι οποίες ενδέχεται να τους καταστήσουν ακατάλληλους για δωρεά αίματος, είτε προσωρινά είτε μόνιμα. Το βασικό τους κίνητρο είναι να βοηθήσουν άλλους ανθρώπους και να αποκομίσουν όχι κάποιο προσωπικό όφελος, παρά την ικανοποίηση της επίγνωσης πως έχουν βοηθήσει στη σωτηρία μιας ανθρώπινης ζωής.
Οι ‘οικογενειακοί'' ή οι ‘αντικαταστάτες'' δότες δωρίζουν αίμα μόνο όταν κάποιο μέλος της οικογένειας ή του κοντινού τους περιβάλλοντος χρειάζεται μετάγγιση αίματος. Έχει αποδειχθεί ότι το αίμα τους είναι λιγότερο ασφαλές από των ανθρώπων που δίνουν το αίμα τους εθελοντικά, χωρίς να περιμένουν ανταμοιβή, γιατί ενδέχεται να βρίσκονται υπό πίεση να δώσουν αίμα, όταν δεν είναι κατάλληλοι για κάτι τέτοιο, καθώς θα υπάρχει ο κίνδυνος να μεταδώσουν κάποιο νόσημα στον ασθενή. Όπου δεν είναι δυνατό να βρεθεί ένα μέλος της οικογένειας, για να δώσει αίμα, οι συγγενείς μπορεί να πληρώσουν κάποιο άλλο άτομο, για να το κάνει αυτό. Αυτή η πράξη συνιστά ένα ‘κρυμμένο'' σύστημα πληρωμής καθώς, πολύ συχνά, υπάρχουν λίγοι παρόντες συγγενείς, όταν παρουσιάζεται η ανάγκη παροχής αίματος.
Οι άνθρωποι που δίνουν αίμα επί πληρωμή συνήθως παρακινούνται απ' αυτό που πρόκειται να λάβουν ως αντάλλαγμα για το αίμα τους και όχι από την επιθυμία τους να βοηθήσουν τους άλλους ανθρώπους. Μπορεί να βλάψουν την ίδια τους την υγεία εξαιτίας της συχνότερης από το συνιστώμενο δωρεάς αίματος. Επίσης, είναι περισσότερο πιθανό να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή των ανθρώπων που λαμβάνουν το αίμα τους, με το να αποκρύπτουν πληροφορίες για τους λόγους που δε θα ‘πρεπε να δώσουν αίμα.

Έχει ήδη δώσει τις τελευταίες 12 εβδομάδες (φυσιολογικά πρέπει να περιμένεις 16)
Έχει βήχα "θωρακικού τύπου", πονόλαιμο ή ενεργό κρύωμα (αν και στο τέλος του κρυώματος δεν υπάρχει πρόβλημα)
Αν παίρνει αντιβιοτικά ή τελείωσε θεραπεία με αντιβίωση τις τελευταίες 7 μέρες
Αν είχε ηπατίτιδα ή ίκτερο τους τελευταίους 12 μήνες
Αν ένα πίρσινγκ, τατουάζ ή έλαβε αίμα τους τελευταίους 12 μήνες
Αν έκανε βελονισμό τους τελευταίους 12 μήνες, εκτός και αν τον έκανε σε ίδρυμα εγκεκριμένο και παρουσιάσει πιστοποιητικά
Αν κάποιο μέλος της οικογένειας είχε νόσο "τρελών αγελάδων"
Αν έχει λάβει ανθρώπινο υποφυσιακό "εκχύλισμα" (χρησιμοποιούταν σε μερικές θεραπείες με αυξητική ορμόνη ή προβλήματα γονιμότητας πριν το 85)
Ίσως να μη μπορέσει να δώσει αίμα κάποιος που
είχε σοβαρή ασθένεια ή μεγάλο χειρουργείο στο παρελθόν ή είναι αυτή τη στιγμή σε φαρμακευτική θεραπεία. Ο γιατρός της αιμοδοσίας θα σας πληροφορήσει. Ενδέχεται μερικά φάρμακα που παίρνεται να μη σας επιτρέπουν να δώσετε αίμα
είχε πολύπλοκη οδοντιατρική επέμβαση (αν και απλά σφραγίσματα είναι ΟΚ την ίδια μέρα καθώς και οι απλές εξαγωγές μετά 24 ώρες)
έχει έρθει σε επαφή με μολυσματικές ασθένειες ή έχει κάνει κάποια εμβόλια τις τελευταίες 4 εβδομάδες
είναι σε λίστα αναμονής για νοσηλεία ή αυτή τη περίοδο εξετάζεται για κάτι

Είναι φορέας ηπατίτιδας   B,C ή HIV
Είναι άντρας που έχει κάνει σεξ με άλλον άντρα ή με ιερόδουλη, ακόμη και ασφαλές σεξ με προφυλακτικό
Έχει ποτέ εργαστεί ως ιερόδουλος/η
Έχει κάνει χρήση, ακόμη και μία φορά, ενδοφλέβιων ναρκωτικών
Δε πρέπει να δώσει αίμα κάποιος για 12 μήνες αφότου έχει κάνει σεξ με
άντρα που έχει κάνει σεξ με άλλον άντρα (αν είναι γυναίκα)
Κάποιον που έχει κάνει χρήση ενδοφλέβιων ναρκωτικών
Κάποιον με αιμορροφιλία ή άλλη διαταραχή πήξης που έχει λάβει παράγοντες πήξης
Οποιονδήποτε που ήταν σεξουαλικός ενεργός τον τελευταίο χρόνο στην Αφρική (εκτός Μαρόκο, Αλγερία, Λιβύη, Τυνησία και Αίγυπτο). Ο κύριος δρόμος μετάδοσης του HIV στην Αφρική είναι η ετεροσεξουαλική σχέση!
Ποτέ μη δίνει κάποιος αίμα αν ανησυχεί ότι μπορεί να χρειάζεται τεστ για AIDS ή ηπατίτιδα ή ανησυχεί ότι έχει κάνει σεξ τον τελευταίο χρόνο με κάποιον που πιστεύει ότι μπορεί να είχε.
Ποτέ μη δίνει κάποιος αίμα για να κάνει εξετάσεις για AIDS.
Αυτά με λίγα λόγια είναι οι αντενδείξεις για την αιμοδοσία.
Φυσικά όταν πάτε να δώσετε θα σας μετρήσουν πίεση, σφυγμούς και αιματοκρίτη και πρέπει να είναι σε φυσιολογικά όρια. Δηλαδή αναιμικοί, υποτασικοί κτλ αποκλείονται, τουλάχιστον προσωρινά.

Απαγορεύεται να δώσει αίμα έγκυος ή γυναίκα που ήταν έγκυος τον τελευταίο χρόνο
Ταξίδια
Καλύτερα να περιμένει κάποιος 12 μήνες μέχρι να δώσει αίμα, από τη στιγμή που επιστρέφει από ταξίδι σε περιοχή που ευδοκιμεί η ελονοσία.
Επίσης όταν πάτε να δώσετε αίμα ενημερώνετε πάντα τους γιατρούς για επισκέψεις σας σε χώρες όπως της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, Αγγλία κλπ .
το πρόβλημα του AIDS και της ηπατίτιδας-
Το αίμα που δίνουμε πάντα τεστάρετε για AIDS και ηπατίτιδα B,C. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούμε είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι, αλλά όχι 100% τέλειοι, μιας και μπορεί να χάσουν σπάνια κάποιο δείγμα στα εξαιρετικά αρχικά στάδια της μόλυνσης. Για αυτό η υπεύθυνη συνεργασία μας με το προσωπικό της αιμοδοσίας είναι απαραίτητη

Στις περισσότερες χώρες, ο όγκος που λαμβάνεται είναι 450 χιλιοστόλιτρα, δηλ. λιγότερο από 10% της συνολικής ποσότητας του αίματός σας (ένας μέσος ενήλικας έχει 4,5 με 5,5 λίτρα αίμα). Σε κάποιες χώρες, λαμβάνονται 250 χιλιοστόλιτρα αίματος.
Το σώμα σας θα αντικαταστήσει το χαμένο υγρό σε περίπου 36 ώρες και ο συνολικός αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων θα επιστρέψει στα φυσιολογικά επίπεδα μέσα σε 21 ημέρες.

Πριν από την αιμοληψία είναι καλό ο αιμοδότης να είναι ξεκούραστος και να έχει πάρει ένα ελαφρύ γεύμα.
Μετά την αιμοληψία ο αιμοδότης πρέπει να πάρει την πορτοκαλάδα και την ξηρά τροφή που θα του προσφερθεί, να παραμείνει για λίγο στο χώρο της αιμοδοσίας και να ενημερώσει το προσωπικό της αιμοδοσίας, αν έχει οποιοδήποτε ενόχλημα. Αποφύγετε το κάπνισμα και την οδήγηση για μια περίπου ώρα και τη βαριά σωματική άσκηση για το υπόλοιπο της ημέρας.
Μετά την πρώτη αιμοδοσία ο αιμοδότης παραλαμβάνει ατομική κάρτα όπου αναγράφονται η ομάδα αίματος του και οι μονάδες που έχει δώσει και την οποία πρέπει να κρατά κάθε φορά που δίνει αίμα ή όταν χρειαστεί αίμα για τον ίδιο ή συγγενή πρώτου βαθμού.
Για να γίνει κάποιος εθελοντής αιμοδότης πάει σε κάποιον Σύλλογο Εθελοντών Αιμοδοτών, στο Δήμο, ή στην Ενορία του ή σε μία Υπηρεσία αιμοδοσίας κρατικού Νοσοκομείου Όλα τα Κρατικά νοσοκομεία έχουν υπηρεσία αιμοδοσίας.

Για τη σωστή λειτουργία των εργασιών του Συλλόγου μας, πρέπει να έχουμε στη διάθεσή μας, κάποιους συνεργάτες που θα μπορούν και θα έχουν τη διάθεση να μας βοηθήσουν εθελοντικά.
Στο Σύλλογό μας όλοι χρειάζονται όχι μόνο αυτοί που δίνουν αίμα. Και λέμε όλοι και το εννοούμε, δεν παίζει κανένα ρόλο το πτυχίο, όλοι μπορούν να προσφέρουν.
Αυτό που ζητάμε από τους φίλους μας είναι, να έχουν ευαισθησίες και να διαθέτουν ΑΓΑΠΗ.
Περιμένουμε αίτηση στα τηλέφωνά μας, ή στο email μας,

Αγγελος Σικελιανός 1884 - 1952




Κορυφαίος έλληνας ποιητής. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.
Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου 1884 στη Λευκάδα. Ήταν το τελευταίο από τα πέντε παιδιά του Ιωάννη Σικελιανού, καθηγητή της ιταλικής και γαλλικής γλώσσας στο τοπικό γυμνάσιο και Χαρίκλειας Σικελιανού, καλλιεργημένης και αρχοντικής γυναίκας.
Το 1900 ήλθε στην Αθήνα για να σπουδάσει νομικά, αλλά τα εγκατέλειψε πολύ νωρίς για να αφιερωθεί ολόψυχα στην ποιητική δημιουργία, ύστερα από ένα μικρό πέρασμα στο θεατρικό σανίδι ως ηθοποιός. Τον Αύγουστο του 1906 θα γνωρίσει την εύπορη αμερικανίδα Εύα Πάλμερ (1874-1952), την οποία θα νυμφευτεί τον επόμενο χρόνο.
Το 1907 ταξιδεύει στην Αίγυπτο, όπου εργαζόταν ο μεγαλύτερος του αδελφός και σε μία εκδρομή του στη Λιβυκή Έρημο θα γράψει την ποιητική σύνθεση «Αλαφροϊσκιωτος», η κυκλοφορία του οποίου το 1909 θα αποτελέσει εκδοτικό γεγονός. Το πρώτο του αυτό έργο είναι ένας αληθινός ύμνος προς την ελληνική φύση, γραμμένος με θαυμαστή δύναμη και με αδρούς πρωτότυπους στίχους.
Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), στους οποίους πήρε μέρος, έγραψε πατριωτικά ποιήματα, που δημοσιεύθηκαν σ’ εφημερίδες, περιοδικά και στη ποιητική συλλογή «Στίχοι» (1921). Έγραψε επίσης και δημοσίευσε από το 1915 έως το 1918 τον «Πρόλογο στη ζωή», αποσπάσματα από το «Πάσχα των Ελλήνων», το «Δελφικό Λόγο» και μελέτες. Είχε άφθονα οικονομικά μέσα και βρήκε τη ευκαιρία να μελετά διαρκώς, να γράφει απερίσπαστα και να ταξιδεύει.
Μαζί με την αμερικανίδα σύζυγό του, ο Σικελιανός συνέλαβε το σχέδιο ν’ αναστήσει τη Δελφική Αμφικτυονία. Οργάνωσαν το 1927 και το 1930 με δικά τους έξοδα τις «Δελφικές Εορτές», με παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών, με αγώνες και λαϊκές εκθέσεις, που τράβηξαν την προσοχή του κόσμου.
Η ποιητική έμπνευση του Σικελιανού αυτή την εποχή και αρκετά χρόνια αργότερα αντλεί τα θέματά της από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, από τη μυθολογία και το μυστικισμό (ορφισμός κλπ.), από τη θρησκεία και την ιστορία. Τέτοιες είναι οι τραγωδίες του: «Διθύραμβος του Ρόδου» (1933) και «Ο Δαίδαλος στην Κρήτη», καθώς και πολλά ποιήματα. 
Ιδιαίτερη αξία έχει η ποιητική δημιουργία του Σικελιανού, από την εποχή που στον ορίζοντα άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε η ποίησή του πήρε κοινωνικό περιεχόμενο, μέσα από τις τραγωδίες «Η Σίβυλλα» (1940), «Ο Χριστός στη Ρώμη» (1946), «Ο θάνατος τον Διγενή» (1948) και «Ο Ασκληπιός».
Τον Μάρτιο του 1938 γνωρίζει την Άννα Καραμάνη (1904-2006), σύζυγο του φυματιολόγου Γεωργίου Καραμάνη. Η γνωριμία τους εξελίσσεται σε βαθύ έρωτα και ο Σικελιανός ζητάει από την Εύα να χωρίσουν. Αυτή συναινεί, όπως και ο γιατρός Καραμάνης. Ο γάμος τους θα γίνει στις 17 Ιουνίου του 1940. 
Την περίοδο της Κατοχής έγραψε και κυκλοφόρησε κρυφά τα «Ακριτικά» (1941-1942), που ήταν μία κραυγή πόνου του σκλαβωμένου Ελληνισμού. Στις 28 Φεβρουαρίου 1943 απήγγειλε στην κηδεία του Κωστή Παλαμά το περίφημο ποίημά του, που αρχίζει με τους στίχους «Ηχήστε οι σάλπιγγες», που είχε γράψει λίγες ώρες νωρίτερα.
Το 1945 θα είναι υποψήφιος με τον Καζαντζάκη για την Ακαδημία Αθηνών. Αντ’ αυτών θα εκλεγεί ο Σωτήρης Σκίπης. Το 1946 θα προταθεί για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, όπως και ο Καζαντζάκης, με πρωτοβουλία σημαντικών προσωπικοτήτων των γραμμάτων (Πολ Ελιάρ, Αντρέ Ζιντ, Χένρι Μίλερ, Ευγένιος Ο’ Νηλ κ.ά.). Η υποψηφιότητά τους θα τορπιλιστεί από την κυβέρνηση Τσαλδάρη, με το πρόσχημα ότι έτσι θα βραβευόταν η Αριστερά στην Ελλάδα. Το 1947 θα εκδοθεί συγκεντρωμένο σε τρεις τόμους το ποιητικό του έργο, το ποιητικό του έργο υπό τον τίτλο «Λυρικός Βίος».
Ο αποκαρδιωμένος Σικελιανός έχει να παλαίψει τώρα με τα σοβαρά προβλήματα της υγείας του και με τη φτώχεια. Στις 4 Ιουνίου 1951 από λάθος της οικιακής βοηθού του αντί για το φάρμακό του λαμβάνει απολυμαντικό, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά εγκαύματα στα αναπνευστικά του όργανα. Στις 19 Ιουνίου 1951 θα αφήσει την τελευταία του πνοή στην κλινική «Η Παμμακάριστος» της Αθήνας.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/1252#ixzz3dU48FrwA




Βίλλα Σικελιανού


Μέσα σ’ έναν κατάφυτο κήπο δίπλα στην θάλασσα, η ιστορική βίλα του διάσημου ποιητή Άγγελου Σικελιανού είναι ένα μαγικό μέρος γεμάτο μνήμες μιας συναρπαστικής ζωής. Αυτό το μοναδικής αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας οικοδόμημα των αρχών του 20ου αιώνα μπορεί να γίνει το δικό σας παραμυθένιο καταφύγιο χάρη στην αναπαλαίωσή του από τον εφοπλιστή Σπύρο Τυπάλδο.



Το εντυπωσιακό κτίσμα βρίσκεται στην ομορφότερη παραλία του Κορινθιακού κόλπου που συνορεύει με το πευκοδάσος του Ξυλοκάστρου και είναι ένα κομμάτι από την νεώτερη ιστορία της Ελλάδας, ένα μνημείο που ο χρόνος του δίνει όλο και περισσότερη ομορφιά.

Η βίλλα, είναι διώροφη με υπόγειο, χειροποίητη, κατασκευασμένη από πέτρα που μεταφέρθηκε από τους Αγίους Θεοδώρους και αποτελεί την πρώτη και μοναδική αρχιτεκτονική προσπάθεια του Άγγελου Σικελιανού, με το ύφος της να συμβαδίζει με το ιδιαίτερο στυλ του ποιητή,  καθώς συνδυάζει στοιχεία διαφορετικών αρχιτεκτονικών τεχνοτροπιών.

O μεγάλος ποιητής έζησε στην περιοχή Ξυλοκάστρου για 20 περίπου χρόνια. Το πέρασμά του ήταν εκρηκτικό και άφησε πίσω του, εκτός από το ιδιότυπο σπίτι του, πολλές αναμνήσεις μιας μυθιστορηματικής ζωής και μιας ξεχωριστής παρουσίας, όπως και στοιχεία της έμπνευσής του από την ιδιαίτερα όμορφη φύση της περιοχής.

Το 1916 ο Σικελιανός μαζί με την πρώτη του σύζυγο, Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ, ολοκλήρωσε την κατασκευή της βίλλας στο κτήμα του στη Συκιά Κορινθίας, όπου και πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του έως και το 1930 φιλοξενώντας εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής, τον Κωστή Παλαμά, τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Νίκο Καζαντζάκη, την Ισιδώρα Ντάνκαν κ.ά.


Το ζεύγος Σικελιανού –Πάλμερ φεύγει από την βίλλα της Συκιάς το 1930, όταν το οίκημα βγαίνει λόγω χρεών του  ζεύγους στον πλειστηριασμό και έρχεται στην ιδιοκτησία του Καθηγητή Ιωάννη Μαντζούφα, γαμπρού του δικτάτορα Μεταξά. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο γίνεται διοικητήριο των Ιταλών και στην συνέχεια των Γερμανών.

Το ιστορικό κτίριο αγόρασε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 από ντόπιους ιδιοκτήτες ο εφοπλιστής Σπύρος Τυπάλδος. Με επίκεντρο την βίλλα του Σικελιανού και το γειτνιάζον πευκοδάσος του Ξυλοκάστρου, ο Έλληνας εφοπλιστής δημιούργησε την πρώτη οργανωμένη τουριστική επιχείρηση στην Ελλάδα και πρωτοστάτησε στην ανάπτυξη της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας.

Σήμερα το Sikyon Coast φροντίζει για την άνετη διαμονή σας, παρέχοντας οργανωμένες υπηρεσίες και εγκαταστάσεις σε ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα υψηλών προδιαγραφών.

Η εκλεπτυσμένη διακόσμηση , η διακριτική πολυτέλεια , η χαλαρή ατμόσφαιρα και φυσικά οι μοναδικές παροχές κάνουν το Sikyon Coast ένα ιδανικό καταφύγιο αποδράσεων για τους φανατικούς του ευ ζην μόλις 120  χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

Ραμαζάνι


Είναι ο ένατος μήνας του ισλαμικού έτους, κατά τον οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, «παραδόθηκε το Κοράνι ως οδηγός των ανθρώπων» («Ραμαντάν» στα αραβικά, «Ραμαζάν» στα τουρκικά). Ο μήνας αυτός είναι ιερός για τους Μουσουλμάνους, καθώς επιβάλλεται να τηρούνται ορισμένοι κανόνες, που έχουν χαρακτήρα εξιλασμού και υπακοή στις εντολές του Θεού (Αλλάχ). Το 2015 το Ραμαζάνι αρχίζει στις 18 Ιουνίου και τελειώνει στις 16 Ιουλίου. Θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, τη χριστιανική Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Ο μήνας του Ραμαζανιού είναι το διάστημα, όπου οι Μουσουλμάνοι απέχουν από τα... πάντα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Από το πρωί έως τη δύση του ηλίου, δεν τρώνε, δεν πίνουν, δεν καπνίζουν και δεν κάνουν σεξ, ώστε να πετύχουν πλήρη σωματική και πνευματική κάθαρση. Δεν φθάνει μόνο η απόλυτη νηστεία κατά τη διάρκεια της ημέρας για να εκτελέσει ο πιστός το καθήκον του απέναντι στον Θεό. Θα πρέπει να μην υποπέσει και σε ορισμένα αμαρτήματα, όπως το ψέμα, η συκοφαντία, η ζηλοφθονία, η πλεονεξία και η ψευδομαρτυρία.
Το Ραμαζάνι είναι περίοδος αναγέννησης κι ένα από τα πέντε κύρια καθήκοντα του καλού μουσουλμάνου. Μετά τη Δύση επιτρέπονται τα πάντα, αφού οι πιστοί προσευχηθούν και καθίσουν στο τραπέζι για το δείπνο, που ονομάζεται «ιφτάρ». Στη συνέχεια επισκέπτονται φίλους και γνωστούς, ενώ πολλοί μουσουλμάνοι ξαγρυπνούν προσευχόμενοι έως την επόμενη αυγή. Από τα μεσάνυχτα ως την ανατολή του ηλίου προβλέπεται ένα γεύμα, το «σαχούρ», για να αντιμετωπίσουν οι πιστοί την παρατεταμένη νηστεία της ημέρας.
Το Ραμαζάνι τελειώνει με τριήμερη γιορτή χαράς, η οποία ονομάζεται «ιντ αλ-φιτρ» («διακοπή της νηστείας», «Σεκέρ Μπαϊράμ» στα τουρκικά) ή «ιντ αλ-σαρχίρ» («μικρή γιορτή»).


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/788#ixzz3dOEozppq

Μάχη του Βατερλό 18 06 1815




Αποφασιστικής σημασίας μάχη, που κατέληξε στην ήττα του Ναπολέοντα κι έβαλε τέλος σε μια σειρά πολέμων, που διήρκεσαν σχεδόν 23 χρόνια, μεταξύ της Γαλλίας και άλλων δυνάμεων της Ευρώπης. Έλαβε χώρα στο Βατερλό, μία τοποθεσία 20 χιλιόμετρα έξω από τις Βρυξέλλες, στις 18 Ιουνίου 1815.
Μετά την εξορία του στη νήσο Έλβα, ο Ναπολέων επανήλθε στο θρόνο και κυβέρνησε για 100 ημέρες τη Γαλλία από τον Μάρτιο του 1815. Με το φάντασμά του να πλανάται πάνω από την Ευρώπη, η Αγγλία και η Πρωσία ήθελαν να τελειώνουν μαζί του, προτού σταθεροποιήσει την εξουσία του. Ο Ναπολέων από την πλευρά του επεδίωξε να πλήξει τους δύο βασικούς του αντιπάλους προτού κατορθώσουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους.
Η στρατιά του Ναπολέοντα, με αρχηγούς τους Νέι και Γκρουσί, αριθμούσε 72.000 άνδρες, ενώ οι συνασπισμένες δυνάμεις 68.000 βρετανο-ολλανδούς υπό τον Άρθουρ Γουέλσλι Α' Δούκα του Ουέλιγκτον και 45.000 πρώσους υπό τον Γκέμπαρτ φον Μπλύχερ.
Τρεις μέρες πριν από την αποφασιστική μάχη, οι στρατηγοί του Ναπολέοντα νίκησαν τους πρώσους στο Λινί, ενώ καθήλωσαν τον Δούκα του Ουέλιγκτον στο Κατρ-Μπα. Ο στρατάρχης Γκρουσύ δεν κατόρθωσε να συντρίψει τους πρώσους και εγκλωβίστηκε στη Βαβρ από την οπισθοφυλακή τους, δίνοντας την ευκαιρία στον Μπλύχερ να ενωθεί με τον Ουέλιγκτον.
Ο Δούκας του Ουέλιγκτον ήθελε να παρασύρει τον Ναπολέοντα στο Βατερλό, όπου μπορούσε να οχυρώσει καλύτερα τον στρατό του. Ο Ναπολέοντας έκανε ένα σοβαρό σφάλμα το πρωί της 18ης Ιουνίου. Καθυστέρησε να επιτεθεί μέχρι το μεσημέρι, προκειμένου να στεγνώσει το λασπωμένο έδαφος από την κατακλυσμιαία βροχή που είχε προηγηθεί. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στους πρώσους του Μπλύχερ να φθάσουν στο Βατερλό και να ενισχύσουν τον Ουέλιγκτον.
Η μάχη ξεκίνησε τελικά στις 11 το πρωί και μέχρι τις 6 το απόγευμα, οι Γάλλοι είχαν την πρωτοβουλία, αλλά οι κατά κύματα επιθέσεις τους απέτυχαν να δημιουργήσουν ρήγματα στο κέντρο των συμμαχικών δυνάμεων, εξαιτίας της έλλειψης συντονισμού μεταξύ ιππικού και πεζικού. Η εμφάνιση των Πρώσων στο πεδίο της μάχης και η πίεση που ασκούν στην ανατολική πτέρυγα του Ναπολέοντα αναγκάζει τον Ναπολέοντα να μεταφέρει δυνάμεις από το μέτωπο κατά του Ουέλιγκτον.
Στις 6 το απόγευμα ο στρατάρχης Νέυ με μία συνδυασμένη επίθεση πυροβολικού, ιππικού και πεζικού δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στο κέντρο των συμμαχικών δυνάμεων, που υφίστανται σημαντικές απώλειες. Ο Νέυ ζητά από τον Ναπολέοντα ενισχύσεις για να αποτελειώσει τον Ουέλιγκτον. Ο Ναπολέων απορρίπτει το αίτημα, επειδή ήταν απασχολημένος με την απόκρουση των πρώσων και μόνο μετά τις 7 το βράδυ μπόρεσε να στείλει ένα περιορισμένο αριθμό στρατιωτών από την αυτοκρατορική φρουρά.
Στο μεταξύ, ο Δούκας του Ουέλιγκτον κατορθώνει να αναδιοργανώσει τις δυνάμεις του και με τη βοήθεια των πρώσων να περάσει στην αντεπίθεση. Στις 8 το βράδυ η συμμαχική προέλαση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και σε συνδυασμό με τις επιθέσεις των πρώσων από την ανατολική πλευρά, προκαλεί πανικό στον γαλλικό στρατό και την άτακτη υποχώρησή του.
Στις 9 το βράδυ ο Μπλίχερ και ο Δούκας του Ουέλιγκτον συναντήθηκαν στο πανδοχείο «Η Ωραία Συμμαχία» και κήρυξαν το τέλος της μάχης. Οι απώλειες των συνασπισμένων δυνάμεων ανήλθαν σε 22.000 νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι γάλλοι μέτρησαν 25.000 νεκρούς και τραυματίες, καθώς και 8.000 αιχμαλώτους. Τόσο λυσσώδης ήταν η μάχη, ώστε σε ένα χώρο μόλις 5 τετραγωνικών χιλιομέτρων έκειτοντο 47.000 νεκροί και τραυματίες.
Η Μάχη στο Βατερλώ σήμανε το τέλος των πολιτικών φιλοδοξιών του Ναπολέοντα και την κατάλυση της Αυτοκρατορίας του. Οι σύμμαχοι τον εξόρισαν στο νησί της Αγίας Ελένης, όπου άφησε την τελευταία του πνοή το 1821.
Τα αίτια της ήττας του Ναπολεόντα εντοπίζονται στην αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων του, στην άριστη συνεργασία Μπλίχερ και Ουέλιγκτον και στο καθοριστικό λάθος, όπως αποδείχθηκε, του στρατάρχη Γκρουσύ, όταν δεν κατόρθωσε να καταδιώξει τους Πρώσους, με αποτέλεσμα να δώσει την ευκαιρία στον Μπλίχερ να ενωθεί με τις δυνάμεις του Ουέλιγκτον.
Ήταν, όμως, προφανές, ότι ο Ναπολέων με καταβεβλημένες τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις δεν ήταν ο φόβος και ο τρόμος του παρελθόντος. Επιπλέον, ο γαλλικός λαός κατάκοπος από τους πολυετείς αγώνες είχε ταχθεί αναφανδόν υπέρ της ειρήνης.
Μετά τη ήττα του Ναπολέοντα οι σύμμαχοι απομονώνουν τη Γαλλία και χωρίζουν την Ευρώπη σε τρεις ζώνες επιρροής, την αυστριακή, την πρωσική και την ρωσική, ενώ η Μεγάλη Βρετανία ισχυροποιεί την αποικιακή της αυτοκρατορία.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/155#ixzz3dOEAvxbP

Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Ρίτα Αμπατζή 1914-1969






Κορυφαία τραγουδίστρια του δημοτικού, λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού, το αντίπαλο δέος της Ρόζας Εσκενάζυ. Γεννήθηκε το 1914 στη Σμύρνη και ήταν αδελφή της Σοφίας Καρύβαλη, η οποία για να κάνει καριέρα άλλαξε επώνυμο.
Η Ρίτα Αμπατζή μεγάλωσε στη Σμύρνη και το 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ήρθε στην Αθήνα. Ξεκίνησε την καριέρα της με ρεμπέτικα στο Κέντρο «Πεταλούδα» στο Φάληρο. Αργότερα στράφηκε στο δημοτικό τραγούδι και για πολλά χρόνια εμφανιζόταν στην «Αράχωβα» (Πλατεία Καραϊσκάκη), ενώ ταξίδεψε και στις ΗΠΑ.
Συνεργάσθηκε με τους σπουδαιότερους συνθέτες της εποχής, όπως τους Παναγιώτη Τούντα, Βαγγέλη Παπάζογλου, Κώστα Σκαρβέλη, Ιάκωβο Μοντανάρη, Σπύρο Περιστέρη, Δημήτριο Σέμση, Μάρκο ΒαμβακάρηΒασίλη Τσιτσάνη κ.ά.
Στη δισκογραφία μπήκε το 1931. Έκτοτε, ηχογράφησε πάνω από 400 σμυρναίικα, ρεμπέτικα και παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια. Από αυτά ξεχωρίζουν: «Το τσαγκαράκι», «Κατεργάρα», «Ο τζογαδόρος», «Χαρικλάκι», «Βρε χήρα δε λυπάσαι», «O Aσίκης», «Ο Φερετζές», «Η Ζευγολατιώτισσα», «Με ζουρνάδες με νταούλια», «Η χωριατοπούλα», «Η Αρμενίτσα», «Βαρκάρης», «Γκαρσόνα», «Ναζιάρα μου», «Αν σ' αγαπώ δε φταίω εγώ», «Μια μελαχρινή», «Για μια τσαχπίνα μερακλού», «Για μένα δε σε μέλλει», «Αμάν Αννίτσα», «Έλα καράβι πάρε με», «Άσε τα κόλπα», «Να ζήσεις αμαξά μου» κ.ά.
Μετά τον πόλεμο δεν τραγούδησε ξανά σε δίσκους. Πέθανε στις 17 Ιουνίου του 1969, στο Αιγάλεω.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/366#ixzz3dIM4tYXT

Η Ιστορία του Ταζ Μαχάλ





Το Ταζ Μαχάλ (Taj Mahal) βρίσκεται κοντά στην πόλη Άγκρα της βόρειας Ινδίας, στις όχθες του ποταμού Γιούμα. Κατασκευάστηκε από τον μογγόλο αυτοκράτορα Σαχ Γιαχάν Α', τον 17ο αιώνα, στη μνήμη της συζύγου του Μουμτάζ Μαχάλ (εξ ου και Ταζ Μαχάλ). Πολλοί το έχουν χαρακτηρίσει ως το όγδοο θαύμα του κόσμου! Πρόκειται για ένα από τα ομορφότερα μνημεία και η ιστορία του είναι μία από τις πιο ρομαντικές.
Ο Γιαχάν, που βασίλεψε από το 1628 έως το 1658, παντρεύτηκε την Αριουμάντ Μπάνο Μπέγκουμ το 1612. Τη λάτρευε, γι' αυτό και την αποκαλούσε Μουμτάζ Μαχάλ (Κορόνα του Παλατιού). Η βασίλισσα τον ακολουθούσε παντού, ακόμα και στις στρατιωτικές εκστρατείες.
Στις 17 Ιουνίου του 1631, κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας στο Μπουρχανπούρ της Κεντρικής Ινδίας, η Μουμτάζ Μαχάλ πέθανε, λίγα λεπτά αφότου έφερε στον κόσμο το 14ο παιδί τους. Η τελευταία επιθυμία που εξέφρασε στο σύζυγό της ήταν να φτιάξει ένα μνημείο προς τιμήν της, τόσο λαμπρό που όμοιό του ο κόσμος δεν θα 'χε ξαναδεί. Και ο αυτοκράτορας κράτησε την υπόσχεσή του...
Οι εργασίες κατασκευής του Ταζ Μαχάλ ξεκίνησαν το 1632 και ολοκληρώθηκαν 22 χρόνια αργότερα. Για την ανέγερσή του δούλεψαν 20.000 εργάτες και δαπανήθηκαν 32 εκατομμύρια ρουπία (κατά προσέγγιση 65.000 ευρώ). Όταν ολοκληρώθηκε, ένας χρυσός φράχτης τοποθετήθηκε γύρω από το φέρετρο, το οποίο -λένε- ο αυτοκράτορας το στόλισε με πέρλες και διαμάντια. Επίσης, τοποθέτησε 2.000 φρουρούς για να το φυλάνε.
Ο Σαχ Γιαχάν σκόπευε να χτίσει άλλο ένα μνημείο από μαύρο μάρμαρο, στην αντίπερα όχθη του ποταμού, για να το αφιερώσει στον ίδιο του τον εαυτό. Πριν ξεκινήσει, όμως, για το δεύτερο εγχείρημά του, ο γιος του Ορανγκζέμπ κατέλαβε την εξουσία και τον φυλάκισε. Ο αυτοκράτορας πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στο οχυρό της πόλης Άγκρα, κοιτώντας το Ταζ Μαχάλ και περιμένοντας τη στιγμή που θα ξανασυναντούσε την πολυαγαπημένη του σύζυγο. Μετά το θάνατό του, το 1666, ετάφη δίπλα της.
Η ιστορία του Ταζ Μαχάλ είναι μια διαχρονική ιστορία αγάπης, που εκατομμύρια άνθρωποι απ' όλο τον κόσμο συρρέουν για να την ξαναζήσουν, θαυμάζοντας το μοναδικό αυτό μνημείο.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/105#ixzz3dILS5AXA

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Β. Βαλκανικός Πόλεμος



Ένοπλη σύγκρουση, που διεξήχθη από τις 16 Ιουνίου έως τις 18 Ιουλίου του 1913 (28 Ιουλίου η τυπική λήξη της με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου) κατά κύριο λόγο στα εδάφη της απελευθερωμένης από του Οθωμανούς Μακεδονίας, μεταξύ των πρώην συμμάχων του Α' Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912 - 30 Μαΐου 1913). Αντιμέτωποι τέθηκαν από την μία πλευρά η Βουλγαρία και από την άλλη πλευρά η Ελλάδα, η Σερβία και το Μαυροβούνιο. Κατά της Βουλγαρίας στράφηκαν η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος χαρακτηρίσθηκε από την ταχύτητα διεξαγωγής του και τη σκληρότητα των μαχών του.
Προτού λήξει ακόμη ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος ήταν εμφανή τα σημάδια της επερχόμενης ρήξης μεταξύ των συμμάχων για τη διανομή των απελευθερωμένων εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Βουλγαρία πίστευε ότι ήταν «ριγμένη» στη μοιρασιά έναντι των συμμάχων της Ελλάδας και Σερβίας και υποδαύλιζε διάφορα επεισόδια -συχνά αιματηρά- εναντίον Σέρβων και Ελλήνων στη Μακεδονία. Σε σχέση με τη χώρα μας αμφισβητούσε ανοιχτά την κατοχή της Θεσσαλονίκης και της νοτιοανατολικής Μακεδονίας. Κάθε πρόταση φιλικής διευθέτησης των διαφορών τους με τη Βουλγαρία, η Ελλάδα και η Σερβία συναντούσαν την αδιαλλαξία της, την οποία υπέθαλπε για τους δικούς της λόγους η Αυστροουγγαρία.
Για να αντιμετωπίσουν της διαφαινόμενη βουλγαρική απειλή, η Ελλάδα και η Σερβία υπέγραψαν στις 19 Μαΐου 1913 στη Θεσσαλονίκη, συνθήκη ειρήνης, φιλίας και αμοιβαίας προστασίας. Το κείμενο της συνθήκης έφερε τις υπογραφές του πρεσβευτή της Ελλάδας στο Βελιγράδι Ιωάννη Αλεξανδρόπουλου και του πρεσβευτή της Σερβίας στην Αθήνα, Ματία Μπόσκοβιτς. Μετά τη συνθήκη αυτή, που συνοδευόταν από στρατιωτική σύμβαση «προς προετοιμασίαν και εξασφάλισιν των στρατιωτικών μέτρων αμύνης», Ελλάδα και Σερβία βρίσκονταν σε ακήρυκτο πόλεμο με τη Βουλγαρία. Οι προσπάθειες του τσάρου της Ρωσίας Νικόλαου Β' να βρει σημεία προσέγγισης ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Σερβία απέτυχαν, ενώ ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αναζητούσε τρόπους για ειρηνική διευθέτηση, προκειμένου να αποτρέψει την εχθρότητα της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας προς τις δύο χώρες (Ελλάδα και Σερβία), που θα απέβαινε υπέρ της Βουλγαρίας.
Οι βιαιότητες των Βουλγάρων κατά των ελληνικών πληθυσμών και οι συγκεντρώσεις βουλγαρικών στρατευμάτων σε ευαίσθητα σημεία της Μακεδονίας, προκάλεσαν την αντίδραση της Ελλάδας, η οποία δια του πρεσβευτή της στη Σόφια επέδωσε διακοίνωση προς τη βουλγαρική κυβέρνηση στις 12 Ιουνίου 1913. Η βουλγαρική κυβέρνηση όχι μόνο απέρριψε τη διακοίνωση, αλλά το απόγευμα της 16ης Ιουνίου διέταξε τα στρατεύματά της να επιτεθούν κατά των ελληνικών αποσπασμάτων στη Νιγρίτα και το Παγγαίο Όρος και των σερβικών δυνάμεων στο Ιστίπ (σημερινό Στιπ της ΠΓΔΜ). Την επομένη, οι Βούλγαροι κατέλαβαν από τους Σέρβους τη Γευγελή (Γκεβγκλίγια της ΠΓΔΜ) στην κοιλάδα του Αξιού, με σκοπό να αποκόψουν την επαφή σερβικών και ελληνικών στρατευμάτων.
Η αντίδραση της Ελλάδας και της Σερβίας ήταν άμεση και αποφασιστική. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος ήταν πλέον γεγονός. Η Ελλάδα με αρχηγό τον βασιλιά Κωνσταντίνο και επιτελάρχη τον αντιστράτηγο Βίκτωρα Δούσμανη παρέταξε στα πεδία των μαχών 119.000 άνδρες, που στελέχωναν 10 μεραρχίες Πεζικού και 1 ταξιαρχία ιππικού. Η Σερβία, με αρχηγό τον βασιλιά Πέτρο και επιτελάρχη τον βοεβόδα Ράντομιρ Πούτνικ, παρέταξε 260.000 άνδρες, από τους οποίους οι 12.000 ήταν η συνεισφορά του Μαυροβούνιο. Ο Βουλγαρικός στρατός αριθμούσε 576.000 άνδρες και τον διοικούσε ο βασιλιάς Φερδινάνδος, με βοηθό τον στρατηγό Μιχαήλ Σάβοφ και επιτελάρχη τον στρατηγό Ιβάν Φίτσεφ.
Μετά τη βουλγαρική επίθεση, ο Βενιζέλος ζήτησε από τον αρχιστράτηγο βασιλιά Κωνσταντίνο να αναληφθεί γενική αντεπίθεση, με πρώτο μέτρο την εκκαθάριση της Θεσσαλονίκης από τις στρατωνιζόμενες εκεί βουλγαρικές μονάδες, που ανέρχονταν σε 1.500 άνδρες. Οι Βούλγαροι αρνήθηκαν να αποσυρθούν και τότε ανέλαβε δράση η ΙΙ Μεραρχία Πεζικού υπό τον υποστράτηγο Καλάρη, η οποία ύστερα από ολονύκτια συμπλοκή τους εξανάγκασε να παραδοθούν στις 18 Ιουνίου. Η επιχείρηση εκκαθάρισης της Θεσσαλονίκης στοίχισε στις ελληνικές δυνάμεις 18 νεκρούς και 17 τραυματίες, ενώ οι απώλειες των Βουλγάρων ανήλθαν σε 60 νεκρούς, 17 τραυματίες και 1.360 αιχμαλώτους.
Ο κύριος στόχος του ελληνικού στρατηγείου ήταν η διάσπαση της οχυράς βουλγαρικής γραμμής Κιλκίς - Λαχανά - Δοϊράνης, που εάν επιτυγχάνετο θα σήμαινε την οριστική απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ο ελληνικός στρατός προήλασε ταχύτατα και κατατρόπωσε του Βουλγάρους στις μάχες Καλινόβου - Κιλκίς - Λαχανά (19 - 21 Ιουνίου 1913). Στις 20 Ιουνίου η Χ Μεραρχία κατέλαβε τη Γευγελή, η οποία άλλαξε χέρια για τρίτη φορά μέσα σ’ ένα χρόνο. Η καθοριστική ήττα των Βουλγάρων στο Κιλκίς προκάλεσε την αντικατάσταση του στρατηγού Σάβοφ με τον στρατηγό Ράτκο Ντιμιτρίεφ.
Οι Βούλγαροι έχοντας απολέσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, υποχώρησαν προς τη Στρώμνιτσα (σημερινή Στρούμιτσα της ΠΓΔΜ) και τις Σέρρες, διαπράττοντας φοβερά εγκλήματα κατά των ελληνικών πληθυσμών. Η Νιγρίτα, οι Σέρρες και το Δοξάτο ήταν οι πόλεις που έζησαν την εκδικητική μανία των Βουλγάρων και έπαθαν τις μεγαλύτερες καταστροφές. Οι Έλληνες συνέχισαν την καταδίωξη των Βουλγάρων και μετά τις μάχες της Δοϊράνης (22 - 23 Ιουνίου), της Στρώμνιτσας (26 Ιουνίου) και του Ντεμίρ Χισάρ (σημερινό Σιδηρόκαστρο, 27 Ιουνίου), κατέλαβαν τις Σέρρες (28 Ιουνίου) και τη Δράμα (1 Ιουλίου).
Ο Ελληνικός Στρατός στην Κρέσνα
Η προέλαση του ελληνικού στρατού επιβραδύνθηκε στα στενά της Κρέσνας (7 - 10 Ιουλίου). Η μάχη υπήρξε φονικότατη και έληξε με νίκη των Ελλήνων. Ο ελληνικός στρατός βρισκόταν τώρα επί βουλγαρικού εδάφους. Μία άλλη αιματηρή μάχη δόθηκε στην Άνω Τζουμαγιά (σημερινό Μπλαγκόεφγκραντ), η οποία έληξε στις 18 Ιουλίου, την ημέρα της ανακωχής και της λήξης των πολεμικών επιχειρήσεων. Στη μάχη της Τζουμαγιάς έχασε τη ζωή του ο ταγματάρχης Βελισσαρίου, ένας από τους ήρωες των Βαλκανικών Πολέμων.

Η VIII Μεραρχία προήλασε στη Θράκη και κατέλαβε προσωρινά την Ξάνθη (13 Ιουλίου) και την Γκιουμουλτζίνα (σημερινή Κομοτηνή, 16 Ιουλίου). Μεγάλη συμμετοχή στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο είχε και το ελληνικό ναυτικό, που κατέλαβε την Καβάλα (27 Ιουνίου) και προσωρινά το Ντεντέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη, 12 Ιουλίου). Αντίθετα, η νεοσύστατη ελληνική αεροπορία είχε μηδενική δράση, καθώς τα περισσότερα αεροπλάνα ήταν καθηλωμένα στο έδαφος, λόγω βλαβών, τις οποίες είχαν υποστεί κατά τη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου.
Από την πλευρά του, ο σερβικός στρατός αντιμετώπισε τους Βουλγάρους σε σειρά μαχών, με κυριότερη αυτή της Μπρεγκαλνίτσα (17 - 26 Ιουνίου) και τους απώθησε προς Ανατολάς στα παλαιά τους σύνορα. Στις 27 Ιουνίου 1913 μπήκε στο χορό και η Ρουμανία, η οποία κατέλαβε χωρίς αντίσταση τη Νότια Δοβρουτσά. Δύο ημέρες αργότερα, η Τουρκία εκμεταλλευόμενη τη δεινή θέση της Βουλγαρίας τής κηρύσσει τον πόλεμο και ανακαταλαμβάνει την Αδριανούπολη στις 9 Ιουλίου 1913.
Στις 18 Ιουλίου 1913, την ημέρα που ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος ζήτησε και πέτυχε ανακωχή των πολεμικών επιχειρήσεων με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, τα ελληνικά στρατεύματα βρίσκονταν βαθιά μέσα στο βουλγαρικό έδαφος, σε απόσταση 20 χιλιομέτρων σε ευθεία γραμμή από τη Σόφια, ενώ ο ρουμανικός στρατός απείχε 40 χιλιόμετρα από τη βουλγαρική πρωτεύουσα. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επέμενε στη συνέχιση του πολέμου μέχρι την κατάληψη της Σόφιας, αλλά τελικά, λόγω της σερβικής αδράνειας και της κοπώσεως του στρατού, πείστηκε στην αποδοχή της ανακωχής από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.
Η συνέχεια ανήκει στη διπλωματία. Η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία τάχθηκαν με το πλευρό της Βουλγαρίας, Γαλλία και Γερμανία υποστήριξαν τις ελληνικές θέσεις, που συνοψίζονταν στην επέκταση των ελληνικών συνόρων στη γραμμή Μάκρης - Πέρελικ, λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξανδρούπολης. Αγγλία και Ιταλία κράτησαν επιφυλακτική στάση. Στις 28 Ιουλίου 1913 υπογράφτηκε τελικά από τους εμπολέμους (Ελλάδα, Ρουμανία, Σερβία και Μαυροβούνιο από τη μία πλευρά και Βουλγαρία από την άλλη) η συνθήκη του Βουκουρεστίου, με την οποία έληξε και τυπικά ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος και η οποία προέβλεπε:
  • Τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα καθορίζονται από τα σερβοβουλγαρικά στο όρος Μπέλες ως τις εκβολές του ποταμού Νέστου.
  • Η Βουλγαρία διατηρεί το Μελένικο και το Νευροκόπι στη Β.Α. Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη μέχρι το λιμάνι του Ντεντέαγατς. Έτσι, ένα προαιώνιο όνειρο των Βουλγάρων για έξοδο στο Αιγαίο έγινε πραγματικότητα, έστω για μικρό χρονικό διάστημα.
  • Η Ρουμανία λαμβάνει το τετράγωνο Σιλιστρίας - Τουτουκάιας - Μπαλτσίκ.
  • Τα σερβοβουλγαρικά σύνορα καθορίζονται στη γραμμή του Άνω Αξιού.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, με χωριστή συνθήκη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακατέλαβε την Ανατολική Θράκη, μετά των 40 Εκκλησιών και της Αδριανούπολης.
Η χώρα μας πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο, με 5.851 νεκρούς, 23.847 τραυματίες και 188 αγνοουμένους. Συνολικά, οι Βουλγαρικές απώλειες έφθασαν τους 65.927 άνδρες (νεκρούς ή τραυματίες) και οι συμμαχικές, συμπεριλαμβανομένων Οθωμανών και Ρουμάνων τις περίπου 91.000 άνδρες. Ένα χρόνο μετά τη λήξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου, ακολούθησε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, που θα έβαζε και πάλι σε πολεμικές περιπέτειες τα βαλκανικά κράτη.




Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Μάνος Χατζηδάκης






Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδας, ο Μάνος Χατζιδάκις, γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, «τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως έλεγε και ο ίδιος.
Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκη Αρβανιτίδου. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα.
Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Παράλληλα διδασκόταν βιολί και ακορντεόν.

Παγοπώλης και φορτοεκφορτωτής

Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκις εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.
Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (ΓκάτσοςΣεφέρηςΕλύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.

Γνωριμία με τον Κουν

Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Η γόνιμη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια, με μουσικές για παραστάσεις όπως: «Γυάλινος Κόσμος» (1946), «Αντιγόνη» (1947), «Ματωμένος Γάμος» (1948), «Λεωφορείον ο Πόθος» (1948), «Ο θάνατος του Εμποράκου» (1949) κ.ά.
Εν τω μεταξύ, το 1949 με μια διάλεξη του για το ρεμπέτικο τραγούδι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική αστική κοινωνία.
Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τις Όρνιθες.
Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.

Χατζιδάκις και σινεμά


Με τη Μελίνα Μερκούρη
Μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν και οι μουσικές που συνέθεσε για σπουδαίες ταινίες του ελληνικού και του διεθνούς κινηματογράφου. Αναφέρουμε ενδεικτικά την «Κάλπικη Λίρα» (Γ. Τζαβέλλα 1954), τη «Στέλλα» (Μ. Κακογιάννη, 1955), το «Δράκο» (Ν. Κούνδουρου, 1956), το «America-America» (Ελ. Καζάν, 1962), «Sweet Movie» (Ντ. Μακαβέγιεφ, 1974), κ.ά.

Το 1960 κερδίζει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή», τραγούδι το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα.
Ωστόσο, η μουσική του για τον ελληνικό κινηματογράφο και μια σειρά ελαφρών τραγουδιών τού χαρίζει μια «λαϊκότητα ανεπιθύμητη», την οποία δεν θα αποδεχθεί ποτέ και θα τη μάχεται μέχρι το τέλος της ζωής του.
Πνεύμα ανήσυχο, ο Μ. Χατζιδάκις χρηματοδοτεί το Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκις» του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη. Το βραβείο απονέμεται στον Ιάννη Ξενάκη, άγνωστο τότε στο ελληνικό κοινό.
Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ με τον Ζιλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Στην Αμερική θα παραμείνει μέχρι το 1972 και η μουσική του αντίληψη θα επηρεαστεί σημαντικά από την pop music. Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble.
Τo 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», μέσα από το οποίο επιχειρεί να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής.

Η γέννηση του «Τρίτου»

Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς.
Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.
Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.
Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας στις 15 Ιουνίου 1994.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/147#ixzz3d6ixyUnF

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

Παγκόσμια μέρα κατά της παιδικής εργασίας .















Η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Παιδικής Εργασίας εορτάζεται κάθε χρόνο στις 12 Ιουνίου. Καθιερώθηκε από τη Διεθνή Οργάνωση Εργασία, με στόχο την καταπολέμηση της παιδικής εργασίας και πιο συγκεκριμένα τον περιορισμό της παράνομης διακίνησης παιδιών. Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο, περίπου 1,2 εκατομμύρια παιδιά πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης ενός καλά οργανωμένου δικτύου, που έχει στήσει μια γέφυρα μεταφοράς παιδιών από τις αναπτυσσόμενες στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες.

Η 12η Ιουνίου είναι, επίσης, αφιερωμένη στα παιδιά της αφρικανικής ηπείρου, που στην πλειοψηφία τους εργάζονται από πολύ τρυφερές ηλικίες και κάτω από αντίξοες συνθήκες.

Το 1999 οι περισσότερες χώρες - μέλη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας υπέγραψαν μια συμφωνία που υποχρέωνε όλες τις πλευρές να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, προκειμένου να περιοριστεί το φαινόμενο της παιδικής εργασίας. Έως σήμερα, όμως, τα αποτελέσματα αυτής της συμφωνίας δεν έχουν γίνει ορατά.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, ένα στα έξι παιδιά του πλανήτη εργάζεται σε κάποιο περιβάλλον που βλάπτει την ψυχική και σωματική του υγεία. 73 εκατομμύρια από τα εργαζόμενα παιδιά είναι ηλικίας κάτω των δέκα ετών και κάθε χρόνο τουλάχιστον 22 χιλιάδες από αυτά σκοτώνονται σε εργατικά ατυχήματα.

Περίπου 171 εκατομμύρια παιδιά στον πλανήτη εργάζονται σε ορυχεία, λατομεία και άλλους επικίνδυνους χώρους δουλειάς ή με επικίνδυνα υλικά, όπως χημικά, εντομοκτόνα ή βαρύ μηχανικό εξοπλισμό, αναφέρει έκθεση της UNICEF. Περιλαμβάνονται στα κατ' εκτίμηση 246 εκατομμύρια εργαζόμενα παιδιά, κάτω των 18 ετών, τα οποία κανονικά θα έπρεπε να μορφώνονται στις σχολικές αίθουσες, αποκτώντας εφόδια για μια καλύτερη ζωή.

«Παιδιά ακόμη και πέντε ετών δουλεύουν εξοντωτικά ωράρια, εξορύσσοντας βράχια, χρυσάφι, διαμάντια και πολύτιμα μέταλλα στην Αφρική, στην Ασία και τη Νότια Αμερική, διατρέχοντας μόνιμο κίνδυνο να πεθάνουν λόγω εργατικού ατυχήματος, να τραυματισθούν ή να μετατραπούν σε χρονίως ασθενή.

Η «Γιούνισεφ» ξεκίνησε κοινή προσπάθεια με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας σε φτωχές χώρες του πλανήτη, με στόχο τον τερματισμό της εργασίας παιδιών σε ορυχεία και λατομεία και την εγγραφή τους σε σχολεία.

Στην Ελλάδα, περί τα 50.000 ανήλικα παιδιά δουλεύουν σε μαγαζιά, βιοτεχνίες, εργοστάσια, αγροτικές εργασίες, ενώ κάθε χρόνο 10.000 παιδιά εγκαταλείπουν την υποχρεωτική εκπαίδευση και χάνουν το δικαίωμά τους σ' ένα μέλλον ίσων ευκαιριών.

Τα στοιχεία είναι κατ' εκτίμηση, καθώς δεν υπάρχουν ανάλογες έρευνες για το θέμα, και αυτό ακριβώς αποτελεί ένα από τα πολιτικά αιτήματα του «Δικτύου για τα Δικαιώματα του Παιδιού» όπως επισημαίνει η επικεφαλής του, Μυρσίνη Ζορμπά. Δηλαδή, να λειτουργήσει το από πενταετίας θεσμοθετημένο Παρατηρητήριο για τα Δικαιώματα του Παιδιού.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/worldays/116#ixzz3cp9lbd43


Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Νησος Σαντορινη





Προϊστορία
Σύμφωνα με τον μύθο, η Σαντορίνη αναδύθηκε από τα βάθη της θάλασσας – άποψη που δικαιολογείται από τη διαχρονική δραστηριότητα του υποθαλάσσιου ηφαιστείου και τη γεωλογική μορφολογία του νησιού. Ιχνη ζωής έχουμε από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, στα μέσα της τρίτης χιλιετίας π.Χ. Από τη Μέση Εποχή του Χαλκού (1900-1600 π.Χ.) οι ενδείξεις πληθαίνουν και μαρτυρούν μεγάλη ανάπτυξη.
Στην περιοχή του Ακρωτηρίου υπήρξε ένας προϊστορικός οικισμός με πολύ σημαντικό λιμάνι. Η μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Υστερης Εποχής του Χαλκού (1600 π.Χ. περίπου) έθαψε τον οικισμό αυτόν κάτω από 30 μέτρα τέφρας.

Ιστορικοί χρόνοι
Η έκρηξη του 1600 π.Χ. άλλαξε τη μορφή του νησιού. Δεν ξέρουμε αν όλοι οι κάτοικοι πρόλαβαν να το εγκαταλείψουν πριν από τη μεγάλη καταστροφή, πού μετοίκησαν, ή πότε επέστρεψαν. Σποραδικά ευρήματα από την περιοχή του Μονόλιθου μαρτυρούν κατοίκηση τουλάχιστον τον 13ο π.Χ. αιώνα.
Κατά τον Ηρόδοτο, το νησί που είχε το όνομα Στρογγύλη, λόγω του σχήματός του, μετονομάστηκε σε Καλλίστη, λόγω του κάλλους του. Στην Καλλίστη εγκαταστάθηκαν Φοίνικες τους οποίους οδήγησε ο Κάδμος ταξιδεύοντας για να βρει την Ευρώπη, την οποία είχε απαγάγει ο Δίας που είχε μεταμορφωθεί σε ταύρο. Οι οικιστές έμειναν στο νησί για οκτώ γενιές. Στη συνέχεια ήρθαν οι Λακεδαιμόνιοι με αρχηγό τον Θήρα, γιο του Αυτεσίωνα. Τον 10ο αιώνα, το νησί έγινε αποικία των Δωριαίων.

Γεωμετρική Εποχή (10ος -8ος π.Χ. αιώνας)
Για τους Γεωμετρικούς Χρόνους τα στοιχεία δεν είναι πολλά. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι στα τέλη του 9ου ή στις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. οι κάτοικοι μαζί με τους κατοίκους της Μήλου και της Κρήτης, υιοθέτησαν πρώτοι το φοινικικό αλφάβητο.
Στη Γεωμετρική Περίοδο ανήκουν τα νεκροταφεία που ανακαλύφθηκαν στη ΝΑ πλευρά της Σελλάδας και εκείνο που βρέθηκε στις παρυφές του Μέσα Βουνού. Τα νεκροταφεία χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά έως τον 7ο π.Χ. αιώνα και στους τάφους ήταν πιθανόν τοποθετημένα αρχαϊκά αγάλματα Κούρων, τα οποία πιθανόν έκαναν εισαγωγή από τη Νάξο.

Αρχαϊκή Περίοδος (7ος-6ος π.Χ. αιώνας)
Στην περίοδο αυτή οι κάτοικοι του νησιού ανέπτυξαν σχέσεις με τα γειτονικά νησιά -όπως η Κρήτη, η Μήλος, η Πάρος- και τα σημαντικά κέντρα της εποχής -όπως η Αθήνα, η Κόρινθος, η Ρόδος και τα Ιωνικά κέντρα στις ανατολικές ακτές του Αιγαίου. Το 630 π.Χ. οι Θηραίοι ίδρυσαν την αποικία της Κυρήνης, στις βόρειες ακτές της Αφρικής.
Στοιχεία για την περίοδο αυτή έχουμε από τα ευρήματα στο νεκροταφείο της ΒΑ πλευράς της Σελλάδας που χρησιμοποιήθηκε ως τον 4ο π.Χ. αι. καθώς και το νεκροταφείο στο Καμάρι. Η οικονομία ήταν κλειστή και οι Θηραίοι καλλιεργούσαν, ψάρευαν και έκαναν εμπόριο με τα προϊόντα τους. Τον 6ο αιώνα η Θήρα είχε δικό της νόμισμα, με τα δυο δελφίνια ως έμβλημά της.

Κλασικοί-Ελληνιστικοί Χρόνοι
Την περίοδο αυτή συνεχίστηκαν οι σχέσεις με τα σημαντικά κέντρα της εποχής και ένα από τα βασικά εξαγώγιμα προϊόντα ήταν το κρασί. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο η Θήρα υποστήριξε τη Σπάρτη, αφού ήταν δωρική αποικία. Στα ελληνιστικά χρόνια έγινε ναυτική και στρατιωτική βάση των Πτολεμαίων διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, για τους οποίους το νησί ήταν σταθμός στους θαλάσσιους δρόμους από το νότιο προς το βόρειο Αιγαίο. Σημαντική γι' αυτούς ήταν η θέση της αρχαίας Θήρας και οι όρμοι του Καμαρίου και της Περίσσας.

Πρωτοχριστιανική-Βυζαντινή Περίοδος
Λίγα είναι τα ευρήματα της περιόδου αυτής και δείχνουν ότι το κέντρο των χρόνων αυτών ήταν στο ΝΑ τμήμα της Θήρας. Τον 4ο αιώνα υπήρχε οργανωμένη εκκλησία με Eπίσκοπο. Ως πρώτος Eπίσκοπος μαρτυρείται ο Διόσκουρος (342-344). Χριστιανικοί ναοί ιδρύθηκαν στη θέση αρχαίων ιερών ή ναών, όπως εκείνος του Πυθίου Απόλλωνα στην αρχαία Θήρα.
Στη βυζαντινή εποχή η Θήρα ανήκε στο Θέμα του Αιγαίου. Λόγω των αραβικών επιδρομών στη διάρκεια του 9ου αιώνα, οι κάτοικοι μετοίκησαν στο εσωτερικό του νησιού, σε οχυρές και αθέατες από τη θάλασσα θέσεις. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από παρακμή και φτώχεια.
Στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, όταν καταστράφηκαν τα ορμητήρια των πειρατών και αποδυναμώθηκαν οι Αραβες, ιδρύθηκε η βυζαντινή εκκλησία της Επισκοπής Γωνιάς. Στο τέλος του 12ου αιώνα η πειρατεία άρχισε και πάλι να πλήττει τα νησιά του Αιγαίου, λόγω της αποδυνάμωσης του βυζαντινού στόλου.

Ενετοκρατία
Όταν ο Μάρκος Σανούδος (Marco Sanudo) ίδρυσε το Δουκάτο του Αρχιπελάγους (ή της Νάξου) το 1207, η Θήρα και η Θηρασιά παραχωρήθηκαν στον Ιάκωβο Μπαρότσι και παρέμειναν σ' αυτή την οικογένεια, με σύντομα διαλείμματα, έως το 1335. Στη διάρκεια της Ενετοκρατίας ίσχυε το φεουδαρχικό σύστημα και η Σαντορίνη έγινε έδρα της Καθολικής Αρχιεπισκοπής, μιας από τις τέσσερις του Δουκάτου.
Το 1335 ο Νικολός Σανούδος (Nicolo Sanudo) εξεδίωξε τους Μπαρότσι και προσάρτησε το νησί στο Δουκάτο της Νάξου. Μετά το 1487, η Βενετία ήταν εκείνη που όριζε πλέον τις τύχες των νησιών του Δουκάτου του Αιγαίου (1487).
Καθ' όλη τη διάρκεια της Λατινοκρατίας τα νησιά υπέφεραν σε μεγάλο βαθμό από πειρατικές επιδρομές Φράγκων, Μουσουλμάνων ακόμη και Ελλήνων, που ανάγκαζαν τους κατοίκους να ζουν σε οχυρωμένους οικισμούς, τα Καστέλια.
Την κατάσταση επέτεινε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις τοπικές λατινικές δυναστείες, ή ανάμεσα στον εκάστοτε Δούκα και τον Σουλτάνο. Την ίδια περίοδο, η συνύπαρξη δύο χριστιανικών κοινοτήτων –Kαθολικής και Oρθόδοξης– συχνά δημιουργούσε εντάσεις υποκινούμενες από τις θρησκευτικές ηγεσίες και των δύο κοινοτήτων.
Το 1537 ο διαβόητος πρώην πειρατής και ναύαρχος του τουρκικού στόλου Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα κατέλαβε το νησί για λογαριασμό του Σουλτάνου. Το 1566 παραχωρήθηκε στον πλούσιο Εβραίο τραπεζίτη Ιωσήφ Νάζη που κυβέρνησε μέσω αντιπροσώπου τα νησιά ως το 1579. Τότε η Σαντορίνη και τα άλλα νησιά, εκτός της Τήνου, παραχωρήθηκαν οριστικά στην οθωμανική αυτοκρατορία.




Μεσαιωνικοί οικισμοί
Οι οικισμοί της Σαντορίνης την εποχή του Μεσαίωνα χωρίζονται στους οχυρούς (Καστέλια) και σε αυτούς που δεν είχαν οχύρωση. Τα Καστέλια αναφέρονται στις γραπτές πηγές από τις αρχές του 15ου αιώνα. Από τα βυζαντινά χρόνια το μεγαλύτερο πρόβλημα των νησιών του Αιγαίου ήταν οι πειρατές οι οποίοι καταλάμβαναν τις ακτές, επιβάλλοντας φόρους και λεηλατώντας. Ετσι, οι κάτοικοι για να προστατευτούν δημιούργησαν κάστρα στα οποία προσέφευγαν όλοι –ακόμη και οι δουλοπάροικοι–, όταν δινόταν το σήμα συναγερμού. Από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας αναφέρεται στο νησί η ύπαρξη πέντε κάστρων.

Τα 5 Καστέλια
Ο Σκάρος στο Ημεροβίγλι ήταν το σημαντικότερο και εκεί εγκαταστάθηκαν οι Φράγκοι, μαζί με τον Δεσπότη τους. Δεύτερο κατά σειρά ερχόταν το Καστέλι της Επάνω Μεριάς (Οία), το οποίο ονομάστηκε του Αγίου Νικολάου. Το τρίτο βρισκόταν στην περιοχή του Πύργου, το τέταρτο στο Εμπορείο και το πέμπτο στον οικισμό του Ακρωτηρίου. Τα τέσσερα τελευταία πριν από τον καταστροφικό σεισμό του 1956 διατηρούνταν σε πολύ καλή κατάσταση.
Δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς κτίστηκαν τα Καστέλια (σίγουρα μεταξύ 14ου-18ου αιώνα), γιατί δεν έχουν σωθεί επιγραφές, ή ιστορικά στοιχεία σχετικά με αυτά. Βρίσκονται, πάντως, σε στρατηγικά σημεία και ήταν δύσκολα προσβάσιμα από τη θάλασσα. Είχαν έντονο φρουριακό χαρακτήρα, χάρη στη μορφολογία του εδάφους και στις οργανωμένες ως οχυρά κατοικίες της εξωτερικής περιμέτρου, οι οποίες είχαν ελάχιστα ανοίγματα προς τα έξω και σχημάτιζαν ουσιαστικά το τείχος.
Η δόμηση στο εσωτερικό τους ήταν πολύ πυκνή και τα κτίσματα ακουμπούσαν το ένα στο άλλο, ενώ αναπτύσσονταν καθ' ύψος. Ήταν διώροφα ή τριώροφα, στενά και επιμήκη, με κοινό μεσότοιχο. Οι δρόμοι ήταν πολύ στενοί.
Σχεδόν όλη η καθολική αριστοκρατία των Ενετών έμενε μέσα στα Καστέλια. Στην είσοδό τους οι τότε άρχοντες είχαν φτιάξει εκκλησίες αφιερωμένες στην Αγία Θεοδοσία, προστάτιδα των Καστελιών.

Οι Γουλάδες
Χαρακτηριστικό των Καστελιών ήταν οι αμυντικοί πύργοι-παρατηρητήρια, που ονομάζονται Γουλάδες (από την τουρκική λέξη κουλές). Ήταν πολυώροφοι, με χοντρά τοιχώματα και ορθογώνιες κατόψεις. Επρόκειτο για δημόσια ή ιδιωτικά κτίσματα και αποτελούσαν τα ύστατα καταφύγια των κατοίκων σε περίπτωση επίθεσης. Οι Γουλάδες βρίσκονταν μέσα στα Καστέλια (όπως στην Οία και στο Ακρωτήρι), ή έξω από αυτά (όπως στα Φηρά και στο Εμπορείο) ώστε να καταφεύγουν εκεί οι αγρότες.
Ο πιο καλοδιατηρημένος Γουλάς είναι αυτός των Φηρών, γνωστός ως Γουλάς των Δελένδα. Κτίστηκε από την οικογένεια των Ενετών Μπότζι, πριν από την ερήμωση του κάστρου στον Σκάρο. Πριν τον Β' παγκόσμιο πόλεμο εδώ κατοικούσε ο Γάλλος ευγενής Compte de Simoni. Σήμερα ανήκει στην οικογένεια Πέτρου Μ. Νομικού.
Πριν από τους σεισμούς του 1956 το καλύτερα διατηρημένο κάστρο ήταν του Πύργου. Του Σκάρου είναι τελείως κατεστραμμένο - ωστόσο αποτέλεσε το πρότυπο για τα άλλα Καστέλια του νησιού. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν μειώθηκαν οι πειρατικές επιδρομές, τα κτίσματα επεκτάθηκαν έξω από τον αμυντικό περίβολο των Καστελιών, δημιουργήθηκαν οι οικισμοί και η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από τον Σκάρο, στα Φηρά. Οι επεκτάσεις των Καστελιών και οι νέοι οικισμοί έγιναν χωρίς σχεδιασμό, με βάση τη μορφολογία του εδάφους. Οι δρόμοι που τα ένωναν με τους χώρους δουλειάς και παραγωγής (όπως ήταν οι κάναβες και οι ανεμόμυλοι), αποτέλεσαν τις κύριες οδούς των επεκτάσεων. Αντίστοιχα, γύρω από τον βασικό δρόμο άρχιζε να αναπτύσσεται ο κάθε νέος οικισμός –όπως έγινε στα Φηρά, στο Φηροστεφάνι, και στο Ημεροβίγλι.
Το διάστημα 1700-1900 ήταν καθοριστικό για το δομημένο περιβάλλον των οικισμών αφού επήλθε και αστικοποίησή τους -κυρίως μετά την Επανάσταση του 1821.


Τουρκοκρατία-20ος αιώνας
Ο σουλτάνος Μουράτ ο Γ΄το 1580, χορήγησε σημαντικά προνόμια στα νησιά των Κυκλάδων και αυτό βοήθησε στην ανάπτυξη του εμπορίου και στην αυτοδιοίκησή τους. Οι συνθήκες ζωής άλλαξαν. Οι χριστιανοί ήταν ελεύθεροι να κτίζουν ή να επισκευάζουν τις εκκλησίες τους –κάτι που αποδεικνύεται από τον αριθμό των ναών της περιόδου αυτής: Ο Francois Richard αναφέρει συνολικά 700, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν ορθόδοξοι. Η πίστη των ντόπιων στην Παναγία ήταν πολύ ισχυρή. Σ' Εκείνη έταζαν πριν ταξιδέψουν και Της άφηναν την περιουσία τους όταν πέθαιναν.
Κατά τον Richard, οι κάτοικοι έτρωγαν κριθαρόψωμο και παστά ορτύκια που έπιαναν με τα δίχτυα τους, έπιναν βρόχινο νερό από στέρνες, καλλιεργούσαν τα αμπέλια τους, κριθάρι, φασόλια, φάβα, κεχρί, κολοκύθια, αγγούρια και πεπόνια. Το κρασί το έκαναν εξαγωγή στη Χίο, τη Σμύρνη, τον Χάνδακα (Ηράκλειο Κρήτης), τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη. Ο ίδιος περιέγραψε και τις εκρήξεις του 1650.
Στα τέλη του 16ου και του 17ου αι. κτίστηκε το Καστέλι του Πύργου και οι εκκλησίες της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, η Αγία Θεοδοσία, η εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου, η Αγία Αικατερίνη, ο Ταξιάρχης και άλλες. Οι Ενετοί είχαν παρουσία στο νησί και επί Τουρκοκρατίας, ενώ το 1642 εγκαταστάθηκαν Ιησουίτες μοναχοί και πήραν άδεια να κτίσουν την πρώτη τους εκκλησία. Μάλιστα, καθώς το Καστέλι του Σκάρου είχε ήδη εγκαταλειφθεί, χρησιμοποίησαν οικοδομικό υλικό από εκεί.
Στα τέλη του 17ου αιώνα, το προνομιακό καθεστώς της Σαντορίνης και των άλλων νησιών, μαζί με τις αλλαγές στην κοινοτική οργάνωση, έδωσαν τη δυνατότητα για οικονομική ανάπτυξη –κάτι που έγινε πιο ορατό τον 18ο αιώνα. Δημιουργήθηκαν εμπορικοί στόλοι που ταξίδευαν στον Πόντο, το Αιγαίο, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μεσόγειο. Οι έμποροι δημιούργησαν στενές σχέσεις με μεγάλα λιμάνια στην Ανατολική Μεσόγειο (Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Οδησσό), όπου ίδρυσαν σημαντικές αποικίες.
Η Σαντορίνη ανέπτυξε τη γεωργία και τη ναυτιλία της και δημιουργήθηκε η κοινωνική τάξη των καραβοκύρηδων. Τον 18ο αιώνα ο πληθυσμός έφτασε τους 9.000 κατοίκους.
Κατά τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του 20ου, η ιστιοφόρος ναυτιλία ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη και σημαντικός αριθμός Σαντορινιών πλοίων έπλεαν στο Αιγαίο μεταφέροντας αγαθά. Η οικονομική ανεξαρτησία που απέκτησαν μέσω αυτών των δραστηριοτήτων είναι σήμερα ορατή στα παλιά μεγάλα σπίτια που σώζονται ακόμη στα χωριά της Σαντορίνης.
Τις παραμονές της επανάστασης του 1821 τα Σαντορινιά ιστιοφόρα πλοία αριθμούσαν αρκετές δεκάδες, αφού το νησί είχε τον μεγαλύτερο στόλο στο Αιγαίο, μετά την Υδρα και τα Ψαρά. Το 1856 είχε 269 και η ανάπτυξη συνεχίστηκε μέχρι την επικράτηση των ατμόπλοιων, στο τέλος του 19ου αιώνα. Λαμπρό παράδειγμα ήταν η Οία, το «χωριό των καπεταναίων». Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις πρώτες του 20ού, στη Σαντορίνη αναπτύχθηκε και η βιομηχανία.
Ο σεισμός του 1956 επιτάχυνε την οικονομική παρακμή του νησιού. Η θεαματική ανάκαμψη άρχισε μετά το 1970 όταν άρχισε να αναπτύσσεται ο τουρισμός με ρυθμούς πραγματικά εντυπωσιακούς.